ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1967/2022 (i-Justice))
8 Μαΐου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
1. ΕΛΕΝΑ ΠΑΡΕΛΛΗ
2. ΘΕΟΔΩΡΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ
3. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΓΕΡΟΚΩΣΤΑ
4. ΠΑΝΤΕΛΙΤΣΑ ΚΡΑΣΙΑ
5. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΙΑΚΟΥ
Αιτήτριες
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Κ. Παναγιώτου (κα), για Α. Σ. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτήτρια
Σ. Χαραλάμπους (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
Γ. Κανάρης, για Δημοσθένη Στεφανίδη, για Ενδιαφερόμενα Μέρη 1,2 και 3
Ε. Τόλλα (κα), για Ενδιαφερόμενο Μέρος 4
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.), η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 1.11.2019 και σύμφωνα με την οποία τα Ενδιαφερόμενα Μέρη (Ε.Μ.) 1. Σ. Ι., 2 Λ. Α. Π., 3. Β. Γ. Σ. και 4. Α. Π. προήχθησαν στη μόνιμη θέση Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («η επίδικη θέση») από 15.10.2019 αντί και/ή στη θέση των αιτητριών.
Η διαδικασία πλήρωσης της επίδικης θέσης ξεκίνησε όταν η Ε.Δ.Υ. έλαβε επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ημερομηνίας 3.7.2019, με την οποία ο τελευταίος υπέβαλλε πρόταση για πλήρωση 46 κενών μόνιμων θέσεων Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η επίδικη θέση είναι θέση προαγωγής.
Ακολούθως, στη συνεδρία της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 26.9.2019, στο πλαίσιο της διαδικασίας πλήρωσης των επίδικων θέσεων, παρέστη και ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («ο Διευθυντής»), ο οποίος, αφού σύστησε για προαγωγή τα τέσσερα Ε.Μ. και άλλους 42 υποψηφίους, αποχώρησε, πριν από την υπό της Ε.Δ.Υ αξιολόγηση των υποψηφίων και λήψη της επίδικης απόφασης.
Μετά την αποχώρηση του Διευθυντή, η Ε.Δ.Υ., όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, στα πλαίσια εξέτασης της καταλληλότητας των υποψηφίων, ανέτρεξε στον φάκελο πλήρωσης της θέσης, στους προσωπικούς φακέλους και τους φακέλους των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων και έλαβε επίσης υπόψη της, τις συστάσεις του Διευθυντή. Έκρινε δε η Ε.Δ.Υ., στη βάση του συνόλου των ενώπιον της στοιχείων, ότι τα τέσσερα Ε.Μ. και άλλοι 42 υποψήφιοι υπερείχαν των λοιπών υποψηφίων, τους επέλεξε ως τους πιο κατάλληλους και αποφάσισε να τους προσφέρει προαγωγή στην επίδικη θέση από 15.10.2019.
Οι αιτήτριες αντέδρασαν και στις 26.10.2022, καταχώρησαν την υπό κρίση προσφυγή κατά της πιο πάνω απόφασης.
Με τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης που προωθείται, οι αιτήτριες ισχυρίζονται ότι η Ε.Δ.Υ., υπό καθεστώς πλάνης και χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και χωρίς καμία περί τούτου αιτιολογία, έκρινε ότι τα Ε.Μ. 1, 2 και 3 διέθεταν κατά τον ουσιώδη χρόνο την απαιτούμενη από τη Σημείωση του οικείου σχεδίου υπηρεσίας τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στην Κλίμακα Α7. Κατά τη σχετική εισήγηση, τα εν λόγω τρία Ε.Μ., σε αντίθεση με τις αιτήτριες, δεν διέθεταν την απαιτούμενη τριετή υπηρεσία στη συγκεκριμένη Κλίμακα και θα έπρεπε να είχαν αποκλειστεί ως μη προσοντούχοι.
Με τον δεύτερο εγειρόμενο λόγο ακύρωσης που προωθείται, οι αιτήτριες ισχυρίζονται ότι πάσχει η σύσταση του Διευθυντή ως αναιτιολόγητη, αόριστη και αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, ο Διευθυντής επικαλέστηκε απλώς τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 35(4) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/1990) ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), χωρίς σύγκριση και επιβεβαίωση από όσα ο διοικητικός φάκελος αποκαλύπτει. Επιπρόσθετα, ο Διευθυντής παρέλειψε να αναφερθεί στον χρόνο υπηρεσίας των αιτητριών στην Κλίμακα Α7, στην υπεροχή τους σε πείρα, καθώς και στα πρόσθετα προσόντα που διαθέτουν έναντι των Ε.Μ..
Περαιτέρω, σύμφωνα με έτερο λόγο ακύρωσης που προωθείται, πάσχει ως αναιτιολόγητη και η απόφαση της Ε.Δ.Υ., η οποία, χωρίς τη διενέργεια δικής της έρευνας, «απλώς υιοθέτησε παθητικά την πάσχουσα σύσταση χωρίς να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας και χωρίς να αιτιολογήσει την απόφασή της να επιλέξει τα Ε.Μ. ως δήθεν καταλληλότερους υποψηφίους για τις επίδικες θέσεις αντί τις Αιτήτριες οι οποίες υπερέχουν σε πρόσθετα προσόντα, είναι ίσες σε χρόνια υπηρεσίας όμως μόνο αυτές υπηρετούν από χρόνια στην Α7 και συνεπώς υπερέχουν σε πείρα σχετική που προσθέτει στην αξία τους».
Πρόσθετος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό ότι υπό πλάνη δεν λήφθηκε υπόψη η πείρα και/ή υπηρεσία των αιτητριών ως εκτάκτων Κτηματολογικών Γραφέων στην Κλίμακα Α2, όπου και είχαν διοριστεί κατά την 1.11.1993. Συνεπώς, κατά τη σχετική εισήγηση, οι αιτήτριες, και σε αντίθεση με τα Ε.Μ., διαθέτουν πείρα Κτηματολογικού Γραφέα άνω των 29 ετών.
Τέλος, ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης προωθείται και ο ισχυρισμός ότι υφίσταται προφανές κενό έρευνας, καθώς και εμφιλοχώρηση πλάνης, καθότι ούτε ο Διεθυντής, αλλ’ ούτε και η Ε.Δ.Υ. έλαβαν υπόψη και/ή ασχολήθηκαν με την αξιολόγηση των πρόσθετων προσόντων που διαθέτουν οι αιτήτριες και τα οποία είναι σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης. Ουδείς γνωρίζει ποια θα ήταν η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ. εάν λαμβάνονταν υπόψη η υπεροχή των αιτητριών (α) σε αρχαιότητα λόγω μισθολογικής κλίμακας, (β) σε πείρα απόλυτα σχετική που προσθέρει στην αξία τους και (γ) σε πρόσθετα προσόντα απόλυτα σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την περίπτωση στοιχεία, και κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση και/ή των εξουσιών που παρέχει στη Διοίκηση ο Νόμος, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της. Παρομοίως, και η προηγηθείσα δοθείσα σύσταση είναι καθόλα σύννομη και βρίσκεται αυτή σε πλήρη συμβατότητα με τα στοιχεία των φακέλων. Τονίζει η κα Χαραλάμπους ότι όλα τα Ε.Μ. πληρούσαν τις απαιτήσεις του σχεδίου υπηρεσίας της επίδικης θέσης και διέθεταν κατά τον ουσιώδη χρόνο την απαιτούμενη από τη σημείωση του οικείου σχεδίου υπηρεσίας τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στην Κλίμακα Α7, σε αντίθεση με ό,τι η πλευρά των αιτητριών διατείνεται. Υποβάλλει εν κατακλείδι η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση ότι οι αιτήτριες σε καμία περίπτωση δεν απέδειξαν έκδηλη υπεροχή έναντι των Ε.Μ., με αποτέλεσμα η προσφυγή τους να υπόκειται σε απόρριψη ως αβάσιμη.
Υπέρ της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης επιχειρηματολόγησαν και οι συνήγοροι των Ε.Μ., οι οποίοι προέβαλαν ισχυρισμούς εν πολλοίς παρόμοιους με αυτούς των καθ’ ων η αίτηση.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της επίδικης πράξης.
Ως έχει λεχθεί πιο πάνω, με τον πρώτο λόγο ακύρωσης που προωθείται, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι η Ε.Δ.Υ., υπό καθεστώς πλάνης και χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και χωρίς καμία περί τούτου αιτιολογία, έκρινε ότι τα Ε.Μ. 1, 2 και 3 διέθεταν κατά τον ουσιώδη χρόνο την απαιτούμενη από τη Σημείωση του οικείου σχεδίου υπηρεσίας τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στην Κλίμακα Α7. Κατά τους ισχυρισμούς των συνηγόρων τους, οι αιτήτριες κατέχουν τα προσόντα του οικείου σχεδίου υπηρεσίας με βάση τη Σημείωση αυτού, ήτοι «δεκατριετή τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Κτηματολογικού Γραφέα από την οποία τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στη Κλίμακα Α7», σε αντίθεση με τα Ε.Μ. 1, 2 και 3, τα οποία και θα έπρεπε να είχαν αποκλειστεί ως μη προσοντούχοι. Πρόσθετα, σύμφωνα πάντα με τη σχετική εισήγηση, οι αιτήτριες έχουν εκτενέστερη χρονικά υπηρεσία στην Κλίμακα Α7 και γι’ αυτό, με βάση τα στοιχεία των φακέλων, οι αιτήτριες τοποθετήθηκαν στην Κλίμακα Α7+2 κατά το έτος 2009.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Εν πρώτοις, όπως προκύπτει και από τον σχετικό κατάλογο αρχαιότητας, τα Ε.Μ. 1, 2 και 3 κατείχαν τη θέση Κτηματολογικού Γραφέα από 4.10.2004. Σε σχέση δε με την ημερομηνία ένταξής τους στην Κλίμακα Α7, εντοπίζεται καταχωρημένη στους προσωπικούς τους φακέλους, επιστολή του Διευθυντή προς τον Πρόεδρο της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 29.8.2019 (αρ. εγγράφου 5541346 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε σε ψηφιοποιημένη μορφή (usb)), στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και η ημερομηνία πλασματικής ένταξης στην Κλίμακα Α7 για κάθε ένα από τα 3 Ε.Μ.. Ειδικότερα, Συγκεκριμένα, η 1.12.2012 αποτελεί την ημερομηνία πλασματικής ένταξης στη Κλίμακα Α7+2 του Ε.Μ. 1, η 1.1.2013 την ημερομηνία πλασματικής ένταξης στην εν λόγω Κλίμακα του Ε.Μ. 2 και η 1.5.2013 την ημερομηνία πλασματικής ένταξης στη Κλίμακα Α7+2 του Ε.Μ. 3 (το Ε.Μ. 4 είχε ενταχθεί κανονικά στην Κλίμακα Α7+2 την 1.6.2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ενώπιον μου τεθέντα, στο πλαίσιο πλήρωσης των επίδικων θέσεων, η Ε.Δ.Υ., δι’ επιστολής της, ημερομηνίας 31.7.2019, ζήτησε από τον Διευθυντή όπως την πληροφορήσει κατά πόσον υπήρχαν Κτηματολογικοί Γραφείς, οι οποίοι, μη ισχύοντος του περί της Μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου (Ν. 192(Ι)/2011), ως αυτός είχε τροποποιηθεί, θα εντάσσονταν, και από ποια ημερομηνία, στην Κλίμακα Α7. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, και με αναφορά στην παράγραφο (4) του άρθρου 4 του Νόμου 192(Ι)/2011 (η έμφαση έχει προστεθεί)-
«2. Δεδομένου ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, προνοεί για υπηρεσία στην Κλίμακα Α7 και η παράγραφος (4) του άρθρου 4 των περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμων του 2011 έως 2014 προνοεί ότι «(4)-Τόσο κατά τη διάρκεια της ισχύος του παρόντος Νόμου όσο και μετά τη λήξη της ισχύος αυτού, για σκοπούς θεμελίωσης προσόντων και μόνο για σκοπούς διορισμού ή προαγωγής σε θέση για την οποία απαιτείται ελάχιστη υπηρεσία στην ανώτερη μισθοδοτική κλίμακα των συνδυασμένων μισθοδοτικών κλιμάκων της κατώτερης θέσης, εργοδοτούμενος, ο οποίος μη ισχύοντος του παρόντος Νόμου θα έφτανε στην ανώτερη μισθοδοτική κλίμακα, θα λογίζεται ότι υπηρέτησε στην ανώτερη μισθοδοτική κλίμακα των συνδυασμένων μισθοδοτικών κλιμάκων της κατώτερης θέσης για αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ως εάν να μην ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 3 αναφορικά με την μη παραχώρηση προσαυξήσεων», παρακαλείστε όπως μας πληροφορήσετε, το συντομότερο δυνατόν, κατά πόσον, κατά τη διάρκεια ισχύος του προαναφερθέντα Νόμου, υπάρχουν Κτηματολογικοί Γραφείς, που, μη ισχύοντος του Νόμου, θα εντάσσονταν στην Κλίμακα Α7 και από ποια ημερομηνία».
Εις απάντηση, ο Διευθυντής, δι’ επιστολής του ημερομηνίας 29.8.2019, απέστειλε σχετικό Πίνακα των Κτηματολογικών Γραφέων του Τμήματος αναφορικά με την υπηρεσία των υποψηφίων στην Κλίμακα Α7, στον οποίο καταγράφετο η ημερομηνία πλασματικής ένταξής στην Κλίμακα Α7+2, καθώς και η ημερομηνία κανονικής ένταξης στην εν λόγω Κλίμακα. Από τον εν λόγω Πίνακα, προέκυπτε ότι τα Ε.Μ. 1, 2 και 3 θα εντάσσονταν στην Κλίμακα Α7+2, εάν δεν υπήρχε η παγοποίηση, από τον 12/2012, 1/2013 και 5/2013, αντίστοιχα.
Στη βάση των πιο πάνω, η Ε.Δ.Υ., κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 26.9.2019, στο πλαίσιο της επίδικης προαγωγικής διαδικασίας, ασχολήθηκε με τον ενώπιον της κατάλογο των υποψηφίων και έκρινε ποιοι υποψήφιοι ήσαν προάξιμοι, περιλαμβανομένων των αιτητριών και των Ε.Μ., εφόσον αυτοί κατείχαν τα απαιτούμενα προσόντα που προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης. Είχε βεβαίως προηγηθεί η υπό του αρμόδιου τμήματος, ήτοι του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, έρευνα και ενημέρωση της Ε.Δ.Υ., αναφορικά με τον χρόνο ένταξης των υπαλλήλων στην Κλίμακα Α7 και δεν είχε λόγο η Ε.Δ.Υ. να αμφισβητήσει αυτές τις πληροφορίες, οι οποίες προέρχονταν από την άμεσα εμπλεκόμενη υπηρεσία. Περαιτέρω, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω, ούτε και έχει καταδειχθεί οτιδήποτε περί του αντιθέτου, ότι η Ε.Δ.Υ., πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασής της, προέβη σε έρευνα των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στους οποίους περιέχεται και η ένταξή τους σε Κλίμακες. Δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε κενό έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, αλλ’ ούτε και εμφιλοχώρηση πλάνης σε σχέση με την αρχαιότητα των υπαλλήλων και την ένταξή τους στην Κλίμακα Α7, ως οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτητριών. Επιπρόσθετα, η κρίση των καθ’ ων η αίτηση επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι σύμφωνη με το οικείο νομοθετικό πλαίσιο και δη με την προεκτεθείσα διάταξη της παραγράφου (4) του άρθρου 4 του Νόμου 192(Ι)/2011 και είναι σε συμβατότητα με την εν λόγω διάταξη που η Ε.Δ.Υ., ορθώς, ζήτησε πληροφόρηση τόσο αναφορικά με την ακριβή ένταξη των υπαλλήλων στην Κλίμακα Α7, όσον και αναφορικά με τυχόν ένταξή τους, εάν δεν υπήρχε η παγοποίηση των προσαυξήσεων.
Είναι δε εδώ το κατάλληλο σημείο να υπομνησθεί η πάγια νομολογιακή προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η ερμηνεία και εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσίας, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του διορίζοντος διοικητικού οργάνου, με τη δικαστική παρέμβαση κατά την άσκηση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, να δικαιολογείται μόνον όταν η ερμηνεία δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις ή το διορίζον όργανο έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Ανδρέας Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 100/2020, ημερ. 19.2.2025, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 61/2020, ημερ. 24.1.2025, Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 169/2014 ημερ. 1.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:C493, Σουρουλλά ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 74/2013 ημερ. 10.10.2019, Μαππή ν. Δημοκρατίας (2017) 3 (Β) Α.Α.Δ. 862, 869). Εν προκειμένω, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, η κρίση της Ε.Δ.Υ. κρίνεται ορθή και σε κάθε περίπτωση εύλογη, μη εκφεύγουσα των ακραίων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας.
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η Ε.Δ.Υ. σύννομα, ορθά και, εν πάση περιπτώσει, εύλογα, έκρινε ότι τα Ε.Μ. πληρούσαν τη Σημείωση του οικείου σχεδίου υπηρεσίας περί τριετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στην Κλίμακα Α7. Η δε αιτιολογία της κρίσης αυτής, συμπληρώνεται από τα στοιχεία των φακέλων, αλλά και από το σύνολο της διοικητικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου.
Ως εκ των πιο πάνω, ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ο επόμενος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό ότι πάσχει η σύσταση του Διευθυντή ως αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων, αναιτιολόγητη, πεπλανημένη και προϊόν ανεπαρκούς έρευνας. Ειδικότερα, οι αιτήτριες διατείνονται ότι ο Διευθυντής δεν προέβη σε οποιαδήποτε μελέτη προτού προβεί στη σύστασή του, αφού δεν είχε ικανοποιητικό χρόνο προς τούτο, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη σύσταση δεν προσέθεσε οτιδήποτε νόμιμο ή/και αξιοκρατικό στην αναζήτηση του πραγματικά καλύτερου υποψηφίου, πέραν των όσων οι ενώπιον της Ε.Δ.Υ. φάκελοι αποκαλύπτουν. Ο Διευθυντής παρέλειψε να αναφερθεί στα πρόσθετα προσόντα που έχουν οι αιτήτριες, καθώς και στην υπεροχή τους σε πείρα στην Κλίμακα Α7, κριτήρια που είναι απόλυτα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και καταδεικνύουν την καταλληλότητα ενός υποψηφίου. Πρόκειται, συνεχίζουν οι αιτήτριες, για μια αναιτιολόγητη σύσταση, η οποία ουδόλως συνεισέφερε στη διαμόρφωση της απόφασης της Ε.Δ.Υ. και στην οποία καμία αναφορά του Διευθυντή δεν γίνεται ως προς το ποιοι υποψήφιοι υπηρέτησαν, και για πόσα χρόνια, στην Κλίμακα Α7 ως απαιτεί το οικείο σχέδιο υπηρεσίας. Ο Διευθυντής, απλώς επικαλείται τα υπό του άρθρου 35(4) του Νόμου προβλεπόμενα, κριτήρια, χωρίς οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ των υποψηφίων.
Συγκριτική αντιπαραβολή αιτητριών και Ε.Μ. στα θεσμοθετημένα στοιχεία κρίσης, αποκαλύπτει τα εξής:
Στο κριτήριο της αξίας, ως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, αιτήτριες και Ε.Μ. παρουσιάζονται ισοδύναμες, πλην της αιτήτριας 3, η οποία υστερεί έναντι των Ε.Μ. λόγω εμφανώς χαμηλότερης βαθμολογίας.
Ως προς τα προσόντα (ακαδημαϊκοί τίτλοι, μεταπτυχιακά κ.λ.π.), αιτήτριες και Ε.Μ. παρουσιάζουν ισοδυναμία. Ειδικότερη αναφορά επ’ αυτού γίνεται κατωτέρω.
Ως προς το κριτήριο της αρχαιότητας, τόσο οι αιτήτριες όσο και τα Ε.Μ. διορίστηκαν στην θέση Κτηματολογικού Γραφέα στις 4.10.2004, ενώ τα Ε.Μ. είναι ηλικιακά αρχαιότεροι από τις αιτήτριες, πλην της αιτήτριας 3, η οποία υπερέχει σε ηλικιακή αρχαιότητα. Και επ’ αυτού γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω.
Όπως αναφέρεται στο πρακτικό της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 26.9.2019 (παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης), ο Διευθυντής ενημερώθηκε από την Ε.Δ.Υ. για το τί είχε προηγηθεί και εξεταστεί και τέθηκαν στην διάθεσή του οι προσωπικοί φάκελοι και οι φάκελοι των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων, είχε δε αυτός στη διάθεσή του επαρκή χρόνο για να μελετήσει τους εν λόγω φακέλους. Ανέφερε δε τα εξής στη σύστασή του ο Διευθυντής:
«Για σκοπούς υποβολής των συστάσεών μου και προκειμένου να σχηματίσω πλήρη εικόνα σε σχέση με την εν γένει αξία και καταλληλότητα κάθε υποψηφίου, έχω μελετήσει και αξιολογήσει με προσοχή το σύνολο των στοιχείων από τους Προσωπικούς τους Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών τους Εκθέσεων, στο μέρος που αφορούν τους ουσιώδεις χρόνους κάθε διαδικασίας ξεχωριστά, και έχοντας υπόψη στο σύνολό τους τα καθιερωμένα κριτήρια προαγωγής, δηλαδή την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα. Ειδικά όσον αφορά τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις, σημειώνω ότι έλαβα υπόψη τη γενική εικόνα των υποψηφίων, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των Εκθέσεων που έχουν υποβληθεί γι’ αυτούς.
Στον κατάλογο αξιολόγησης υπάρχουν 104 υποψήφιοι που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα για προαγωγή, από τον κατάλογο των υπηρετούντων υπαλλήλων στην κλίμακα Α2-Α5-Α7+2 Κτηματολογικών Γραφέων.
Από αυτούς οι υποψήφιοι με αύξοντες αριθμούς του καταλόγου των υπηρετούντων 2, 3, 5 ,6,7,8,9,11,12,13,14,15,16,17,18,19,21,23, 27, 28, 30, 32, 33, 34, 35, 37, 38, 39, 40, 42, 43, 44, 46, 48, 51, 53, 54, 55, 57, 58, 59 και 60, οι οποίοι έχουν τα προσόντα και είναι κατάλληλοι, έχουν συστηθεί στην προηγούμενη διαδικασία και έχει αποφασιστεί να τους προσφερθεί προαγωγή και, ως εκ τούτου, δεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
Οι υποψήφιοι με αύξοντες αριθμούς, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 7, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 81, 83, 84, 86, 87, 88, 90, 91, 93, 95, 96, 98, 100, 101, 102, 103, 106, 108, 109, 110, 111, 112, 114, 119, 120, 123, 124, 125 και 126 έχουν τα προσόντα, είναι κατάλληλοι και συστήνονται.
Οι υποψήφιοι α/α 10, 20, 22, 25, 26, 29, 36, και 82 που προηγούνται των υποψηφίων με μεγαλύτερο από αυτούς αύξοντα αριθμό σε αρχαιότητα υστερούν αυτών σημαντικά σε αξία και δεν συστήνονται.».
Είναι νομολογημένο ότι η σύσταση εξετάζεται σε συσχετισμό με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στη βάση των θεσμοθετημένων κριτηρίων (αξία, προσόντα, αρχαιότητα), ούτως ώστε η αιτιολογία της να προκύπτει μέσα από ό,τι αποτυπώνεται σε αυτούς (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695). Η σύσταση αποτελεί, ως εκ της ιδιαίτερης γνώσης του Διευθυντή για την καταλληλότητα των υποψηφίων να ανταποκριθούν στα καθήκοντα της θέσης, επαυξητικό παράγοντα της αξίας τους (Σπανού ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 390, Ευριδίκη Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 141/2019, ημερ. 9.10.2024).
Εν προκειμένω, προκύπτει ότι ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του την εικόνα των υποψηφίων στα θεσμοθετημένα στοιχεία επιλογής και η κρίση του να συστήσει τα Ε.Μ. ως τους καταλληλότερους για προαγωγή συνάδει με τους προσωπικούς φακέλους και τους φακέλους των υπηρεσιακών τους εκθέσεων.
Ειδικότερα δε ως προς τα προσόντα, προκύπτει ότι ο Διευθυντής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ειδική αναφορά, εφόσον κανένας εκ των υποψηφίων, ούτε οι αιτήτριες ούτε και τα Ε.Μ., δεν διέθετε πρόσθετα προσόντα. Συναφώς, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι προσόντα ως αυτά που διαθέτουν οι αιτήτριες (επιτυχία σε εξετάσεις, συμμετοχή σε σεμινάρια, πιστοποιητικά γνώσης στενογραφίας ή δακτυλογραφίας ή ξένων γλωσσών κ.λ.π.) έχουν μηδαμινή σημασία, εφόσον δεν συνιστούν ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία και μόνον, κατά τη νομολογία, λογίζονται ότι έχουν ουσιαστική σημασία για σκοπούς συστάθμισης και αξιολόγησης (Έλενα Παπαθεοδότου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 832/2011, ημερ. 30.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D588, Σταύρος Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 783/2002, ημερ. 19.4.2004, Γιαννάκης Καναράς v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1509/2008, ημερ. 26.10.2010, Παναγιώτης Πουργουρίδης v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1386/2007, ημερ. 23.12.2008, Γεώργιος Ταλιώτης v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1317/2010, ημερ. 26.1.2012 και Μάριος Στεφανίδης v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1207/2011, ημερ.15.2.2013).
Ούτε και είχε υποχρέωση ο Διευθυντής να αναφερθεί ονομαστικά σε κάθε έναν από τους υποψηφίους, ενώ ούτε και από τη μη καταγραφή του ονόματος και του συνόλου των προσόντων ενός υποψηφίου στη σύσταση συνάγεται ότι ο υποψήφιος δεν έχει κριθεί ή/και ότι τα προσόντα του δεν έχουν αξιολογηθεί από το αρμόδιο όργανο (Καψοσιδέρης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 170, Παπαδάμου ν. ΕΔΥ (1998) 4 Α.Α.Δ. 291). Έχει πολλάκις νομολογηθεί πως το διορίζον όργανο δεν είναι υποχρεωμένο να αναφερθεί ονομαστικά σε υποψηφίους που δεν επιλέγει (Χατζηχάννα ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 655, Παπαδάμου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 291, Παπαδόπουλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης (1999) 3 Α.Α.Δ. 110).
Αυτό που ευκρινώς προκύπτει, είναι ότι ο Διευθυντής, δεδομένης της ισοδυναμίας των υποψηφίων σε αξία και προσόντα, σύστησε τους αρχαιότερους υποψηφίους, πλην όσων υστερούσαν σημαντικά σε αξία.
Περαιτέρω, σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αιτητριών για μη αναφορά του Διευθυντή σε όσους υποψηφίους υπηρέτησαν, και για πόσα χρόνια, στην Κλίμακα Α7, ως απαιτεί το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, υπενθυμίζεται ότι οι προσοντούχοι υποψήφιοι καθορίστηκαν αφού προηγουμένως ο ίδιος ο Διευθυντής είχε αποστείλει τον Πίνακα των Κτηματολογικών Γραφέων του Τμήματος σχετικά με την υπηρεσία τους στη Κλίμακα Α7, Πίνακας ο οποίος αποτελεί μέρος των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων και ήταν στη διάθεση του Διευθυντή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εν πάση δε περιπτώσει, ως ορθώς επισημαίνει και η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, η υπηρεσία στην Κλίμακα Α7 δεν προσδίδει πρόσθετη ή και διαφορετική πείρα, αφού τόσο οι αιτήτριες όσο και τα Ε.Μ. εκτελούσαν τα καθήκοντα που προβλέπονται στο σχέδιο υπηρεσίας της αμέσως προηγούμενης της επίδικης θέσης, ήτοι της θέσης Κτηματολογικού Γραφέα, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Συνδυασμένες Κλίμακες Α2-Α5-Α7(ii). Συνεπώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό ότι υπερείχαν οι αιτήτριες σε πείρα στην Κλίμακα Α7.
Εξάλλου, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι για να είναι αποφασιστικής σημασίας η πείρα, θα πρέπει να είναι πείρα που έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση καθηκόντων σε θέση που προηγείται της επίδικης και όχι σε κατώτερες θέσεις (Περικλέους ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2/2014, ημερ. 13.1.2020, ECLI:CY:AD:2020:C15, Μεστάνας ν. Δημοκρατίας (2001) 3Α Α.Α.Δ. 213). Εν προκειμένω, οι αιτήτριες και τα Ε.Μ. κατείχαν την προηγούμενη θέση του Κτηματολογικού Γραφέα από 4.10.2004, εκτελούσαν τα καθήκοντα της εν λόγω θέσης και, συνακόλουθα, διέθεταν την ίδια πείρα.
Λαμβανομένων υπόψη των αμέσως πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε μεμπτό ως προς τη δοθείσα σύσταση, η οποία ουδόλως συγκρούεται με τα στοιχεία των οικείων διοικητικών φακέλων. Εξετάζοντας το σχετικό πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 26.9.2019, διαπιστώνω ότι ο Διευθυντής, κατά την διαμόρφωση της σύστασής του, μελέτησε όλα τα ενώπιον του δεδομένα, με τη σύσταση να εμπεριέχει τα κατά νομολογία απαραίτητα γνωρίσματα νομιμότητας και ουσίας (Χατζηχάννα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 108/2016, ημερ. 2.10.2023, Δημοκρατία ν. Κυρατζιή-Κτωρίδου, Α.Ε. 311/16, ημερ. 8.5.2023). Πρόκειται για μια επαρκώς αιτιολογημένη σύσταση, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων. Προκύπτει από την εν λόγω σύσταση ότι ο Διευθυντής έλαβε υπόψη την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα των υποψηφίων, αλλά και τα υπό του οικείου σχεδίου υπηρεσίας απαιτούμενα. Ανέφερε εξ' αρχής ο Διευθυντής στη σύστασή του ότι, προκειμένου να προβεί σε αυτήν, είχε ενώπιον του και μελέτησε του προσωπικούς τους φακέλους και τους φακέλους των ετήσιων υπηρεσιακών τους εκθέσεων. Η δοθείσα σύσταση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, L.A.S. BOATING LTD v. Δημοκρατία, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023), αλλά και ευλόγως επιτρεπτή, εφόσον δεν εκφεύγει των σχετικών νομολογιακών κατευθυντήριων και ούτε μπορεί να λεχθεί ότι δεν συνάδει αυτή με τα στοιχεία των φακέλων. Έχει κατ' επανάληψη επισημανθεί, μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ανάγκη εναρμόνισης των συστάσεων του Διευθυντή με τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, οι οποίες διατηρούν την εγκυρότητά τους, μόνον εφόσον συνάδουν με τα στοιχεία των φακέλων και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, αυτές δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το διορίζον όργανο (Ρούσος ν. Ιωαννίδης κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 145). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ροζάννα Αμφιτρίτη Κούτσιου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 168/2010, ημερ. 10.9.2015, «Η νομιμότητα της αιτιολογίας της σύστασης εξετάζεται σε συνάρτηση με τα θεσμοθετημένα κριτήρια της αξίας, προσόντων και αρχαιότητας όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στους προσωπικούς φακέλους και τις υπηρεσιακές εκθέσεις». Εν προκειμένω, δεδομένης και της προεκτεθείσας συγκριτικής εικόνας αιτητριών και Ε.Μ. στα θεσμοθετημένα στοιχεία κρίσης, κρίνω ότι η σύσταση συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων και, σε κάθε περίπτωση, υπήρξε αυτή εύλογα επιτρεπτή, προσθέτοντας ωσαύτως στην αξία των επιλεγέντων: δεν εντοπίζεται υπεροχή των αιτητριών σε οποιοδήποτε κριτήριο επιλογής, αντιθέτως, την όποια υπεροχή, έστω και οριακή, έχουν τα Ε.Μ. στο κριτήριο της αρχαιότητας, δεδομένης της ισοδυναμίας των υποψηφίων στα λοιπά κριτήρια επιλογής, αυτήν δε την υπεροχή ενισχύει η δοθείσα σύσταση, η οποία, ως συνάδουσα με τους διοικητικούς φακέλους, προσθέτει στην αξία.
Ως εκ των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται ούτε εμφιλοχώρηση πλάνης στη διαμόρφωση της επίδικης σύστασης, αλλ’ ούτε κενό έρευνας και αιτιολογίας. Προκύπτει από τη δοθείσα σύσταση το σκεπτικό του Διευθυντή και οι λόγοι για τους οποίους ο Διευθυντής προέβη στη συγκεκριμένη κρίση, κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω). Συμπληρώνεται δε η αιτιολόγηση της σύστασης από το σύνολο των διοικητικών φακέλων και των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, καθώς και από τα παραρτήματα της ένστασης, κατά τρόπο που να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε στη διαμόρφωση αυτής, σύμφωνα και με το άρθρο 28(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), καθώς και την πάγια επί του θέματος νομολογία (Κυριάκος Φυρίλλα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 40/17, ημερ. 1.11.2023, Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342).
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι και η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ. υπήρξε ορθή και σύννομη και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτητριών, οι οποίοι προωθούνται δια του τρίτου εγειρόμενου λόγου ακύρωσης, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ως έχει ήδη λεχθεί ανωτέρω, η Ε.Δ.Υ. είχε αποστείλει επιστολή στον Διευθυντή, ζητώντας πληροφόρηση ως προς το κατά πόσον υπήρχαν Κτηματολογικοί Γραφείς, οι οποίοι, μη ισχυόντων των περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευθύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμων του 2011 έως 2014, θα εντάσσονταν στην Κλίμακα Α7 και από ποια ημερομηνία. Ακολούθως, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 26.9.2019, η καθ’ ης η αίτηση ασχολήθηκε με τον ενώπιον της κατάλογο των υποψηφίων και στη βάση των ενώπιον της στοιχείων, έκρινε ότι από τον συγκεκριμένο κατάλογο αρχαιότητας, προάξιμοι ήσαν συγκεκριμένοι υποψήφιοι οι οποίοι κατείχαν τα υπό του σχεδίου υπηρεσίας της επίδικης θέσης απαιτούμενα προσόντα. Συναφώς, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ως το καθ’ ύλην αρμόδιο τμήμα, ενημέρωσε την Ε.Δ.Υ. αναφορικά με το χρόνο ένταξης των υπαλλήλων στην Κλίμακα Α7 και δεν είχε η Ε.Δ.Υ. οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσει τις πληροφορίες που προέρχονταν από την άμεσα εμπλεκόμενη υπηρεσία. Εξάλλου, ως ορθώς αναφέρει και η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, η ένταξη των υπαλλήλων σε κλίμακες και/ή συνδυασμένες κλίμακες, προκύπτει από το περιεχόμενο των προσωπικών τους φακέλων, οι οποίοι, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι, μελετήθηκαν από την Ε.Δ.Υ. πριν από την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επιπρόσθετα, από το ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Ε.Δ.Υ., προκύπτει ότι το αποφασίζον όργανο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλα όσα κατά νόμο όφειλε να λάβει προτού διαμορφώσει την τελική του κρίση. Όπως αναφέρεται στο πρακτικό λήψης της εν λόγω απόφασης-
«Η Επιτροπή εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, και έλαβε επίσης υπόψη τη σύσταση του Διευθυντή.
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων στο σύνολό τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια.
Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητά τους, η οποία φαίνεται στον ενώπιον της κατάλογο των υποψηφίων.
Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τα τρία κριτήρια -αξία, προσόντα, αρχαιότητα-, σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ' αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, και αφού έλαβε υπόψη και τη σύσταση του Διευθυντή, έκρινε ότι οι πιο κάτω υπερέχουν των άλλων υποψηφίων, τους επέλεξε ως τους πιο κατάλληλους και αποφάσισε να προσφέρει σ' αυτούς προαγωγή στη μόνιμη θέση Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από 15.10.19:
[.]
Επιλέγοντας τους πιο πάνω, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτοί δεν υστερούν σε αξία έναντι των συνυποψήφιων τους που δεν επιλέγονται, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων χρόνων, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα.
Σε ό,τι αφορά την αρχαιότητα, η Επιτροπή σημείωσε ότι οι επιλεγέντες υπερέχουν σε αρχαιότητα των συνυποψήφιων τους με α/α 127-132 και 135 με βάση την ηλικία γέννησής τους και της συνυποψήφιάς τους με α/α 173 κατά ένα χρόνο και έξι μήνες στην παρούσα τους θέση Κτηματολογικού Γραφέα και, επιπλέον, διαθέτουν υπέρ τους τη σύσταση του Διευθυντή. Η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι οι μη επιλεγέντες με α/α 10, 20, 22, 25, 26, 29 και 36 υπερέχουν σε αρχαιότητα των υποψηφίων που επιλέγονται, ωστόσο, σημείωσε ότι αυτοί υστερούν σημαντικά έναντι των επιλεγέντων σε αξία και δεν διαθέτουν την υπέρ τους σύσταση του Διευθυντή, η οποία είναι υπέρ των επιλεγέντων και η οποία συνάδει με τα στοιχεία των Φακέλων.
Τέλος, η Επιτροπή σημείωσε ότι εναντίον της υποψήφιας με α/α 29, Α.-Χ. Ο., έχει επιβληθεί από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας πειθαρχική ποινή και παρόλο που έχει παρέλθει η διετία, όπου με βάση το άρθρο 35 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων δύναται να είναι υποψήφια, η Επιτροπή λαμβάνει την ποινή αυτή υπόψη και τη συνεκτιμά με τα άλλα δεδομένα για την κρίση της υποψηφιότητάς της. Εν πάση περιπτώσει, η υποψήφια αυτή δεν συστήνεται από τον Διευθυντή και δεν επιλέγεται από την Επιτροπή.
Σε μια συνεκτίμηση όλων των κριτηρίων, περιλαμβανομένης και της υπέρ των επιλεγέντων σύστασης του Διευθυντή, η Επιτροπή έκρινε ότι οι επιλεγέντες γενικά υπερέχουν των συνυποψήφιων τους που δεν επιλέγηκαν και είναι οι καταλληλότεροι για προαγωγή στη θέση Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.».
Η απόφαση της Ε.Δ.Υ. κρίνεται ορθή και σύννομη, εύλογα επιτρεπτή, ενώ συνάδει και με τα στοιχεία των οικείων διοικητικών φακέλων. Η δε επιλογή των Ε.Μ., τα οποία έχουν υπέρ τους την δοθείσα σύσταση και τα οποία υπερέχουν, έστω και οριακά, σε αρχαιότητα, χωρίς να υστερούν ούτε στις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης, ούτε σε προσόντα, ούτε σε πείρα έναντι των αιτητριών, κρίνεται νόμιμη και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή. Αντίθετα, τα Ε.Μ. διαθέτουν υπέρ τους την καθόλα νόμιμη σύσταση του Διευθυντή, η οποία προσθέτει στην αξία των υποψηφίων (Κέντα ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 485) και αποτελεί βοήθημα για τη μόρφωση κρίσης από το διοικητικό όργανο, εν προκειμένω την Ε.Δ.Υ. (Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου κ.α. (2006) 3 Α.Α.Δ. 265).
Δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας, ούτε κενό αιτιολογίας, ούτε η εμφιλοχώρηση οποιασδήποτε πλάνης στην επίδικη κρίση.
Συναφώς, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται και ο ισχυρισμός ότι υπό πλάνη δε λήφθηκε υπόψη η πείρα και/ή υπηρεσία των αιτητριών ως εκτάκτων. Επ’ αυτού, ισχυρίζονται οι αιτήτριες ότι είχαν διοριστεί ως έκτακτες Κτηματολογικοί Γραφείς στη Κλίμακα Α2 την 1.11.1993 και, συνεπώς, ότι έχουν πείρα Κτηματολογικού Γραφέα άνω των 29 ετών, σε αντίθεση με τα Ε.Μ 1, 2 και 3, τα οποία κατείχαν τη θέση Βοηθού Γραφέα (τα Ε.Μ. 1 και 2 σε έκτακτη θέση), ενώ το Ε.Μ. 4 ήταν ωρομίσθιος εργάτης, Βοηθός Χωρομέτρης αποθηκάριος σε Κλίμακα Ε5. Κατά τη σχετική εισήγηση, οι καθ’ ων η αίτηση χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας και υπό καθεστώς πλάνης, δεν έλαβαν υπόψη τους ότι οι αιτήτριες, πριν από το μόνιμο διορισμό τους, είχαν 11 χρόνια πείρα ως έκτακτες Κτηματολογικοί γραφείς και είχαν συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια υπηρεσίας στη Κλίμακα Α7, ενώ τα Ε.Μ (πλην του Ε.Μ. 4) δεν είχαν συμπληρώσει τρία χρόνια υπηρεσίας στη Κλίμακα Α7.
Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς τους, και σε αντίθεση με τα Ε.Μ., οι αιτήτριες είχαν και ενδοτμηματική εκπαίδευση ως Κτηματολόγοι και είχαν πετύχει σε σχετικές εξετάσεις γεγονός που επαυξάνει στην αξία τους. Περαιτέρω, πουθενά δεν αναφέρεται πότε εντάχθηκαν στην Κλίμακα Α7 τα Ε.Μ. και οι αιτήτριες, ενώ εύκολα τούτο μπορούσε να διερευνηθεί και να διαπιστωθεί μέσα από τα στοιχεία των φακέλων. Τέλος, οι αιτήτριες υποβάλλουν ότι υπερέχουν και σε αρχαιότητα λόγω κλίμακας (Α7) με καθήκοντα διευθυντικά, ενώ είχαν επιπλέον πείρα ευρύτερη έναντι των Ε.Μ., η οποία παρασιωπήθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη.
Ούτε με τους πιο πάνω ισχυρισμούς μπορώ να συμφωνήσω.
Εν πρώτοις, ως προς την αρχαιότητα, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 49 του Νόμου, το οποίο προβλέπει την κατάταξη των υποψηφίων με βάση την αρχαιότητα και την συνδέει με την κατοχή μόνιμης θέσης στη δημόσια υπηρεσία. Περαιτέρω, με βάση το ίδιο άρθρο 49, η αρχαιότητα υπαλλήλου, που αποτελεί ένα από τα θεσμοθετημένα κριτήρια για πλήρωση θέσεων προαγωγής, κρίνεται με βάση την ημερομηνία ισχύος του διορισμού του υπαλλήλου σε μόνιμη θέση. Τυχόν προηγούμενη υπηρεσία του υπαλλήλου σε έκτακτη βάση ή ως ωρομίσθιου δεν προσμετρά για σκοπούς υπολογισμού της αρχαιότητας ή για σκοπούς συμπλήρωσης της υπηρεσίας που απαιτείται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας για προαγωγή σε συγκεκριμένη θέση. Εν προκειμένω, ως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, οι αιτήτριες και τα Ε.Μ. διορίστηκαν στην θέση Κτηματολογικού Γραφέα (Συνδυασμένη Κλίμακα Α2-Α5-Α7(ii)) την 4.10.2004. Όλα δε τα Ε.Μ. ήσαν προσοντούχα, εφόσον το Ε.Μ. 4 είχε ενταχθεί στην Κλίμακα Α7(ii) την 1.6.2011, τα δε Ε.Μ. 1, 2 και 3 εντάχθηκαν πλασματικά την 1.12.2012, 1.1.2013 και 1.5.2013, αντίστοιχα. Οι αιτήτριες δεν υπερέχουν σε πείρα στην Κλίμακα Α7, αφού η ανέλιξη στην συνδυασμένη Κλίμακα Α7(ii) δεν προσδίδει πρόσθετη ή και διαφορετική πείρα. Τόσο οι αιτήτριες όσο και τα Ε.Μ. κατείχαν την προηγούμενη θέση του Κτηματολογικού Γραφέα από 4.10.2004, ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, ως αυτά προβλέπονται στο σχέδιο υπηρεσίας της αμέσως προηγούμενης της επίδικης θέσης, και διέθεταν την ίδια πείρα.
Ωστόσο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 49(2) και (7) του Νόμου, τα Ε.Μ. υπερέχουν σε αρχαιότητα έναντι των αιτητριών, η οποία οφείλεται στην ημερομηνία γέννησης, πλην της αιτήτριας 3, η οποία είναι μεν ηλικιακά αρχαιότερη, αλλά υστερεί σε αξία. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αρχαιότητα λόγω ηλικίας, αποτελεί ένα διά νόμου αναγνωρισμένο, διαφοροποιητικό υπέρ του κατόχου της, στοιχείο, εφόσον σε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία οι υποψήφιοι είναι ισοδύναμοι (Αλευρά v. Ηρακλέους (2005) 3 Α.Α.Δ 85, Κατσελλή v. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ 585). Όπως λέχθηκε πιο πρόσφατα στην Μαρία Μιτσίδου κ.α. v. ΕΔΥ, Υποθ. Αρ. 899/2012, ημερ. 28.7.2015, ECLI:CY:AD:2015:D545,-
«Δεδομένου ότι οι διάδικοι κατείχαν την ίδια θέση, δηλαδή τη θέση του Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού, η οποία αντικατέστησε τη θέση του Γραφέα 2ης Τάξης, στην οποία είχαν όλοι διοριστεί, την 8.11.1985, η αρχαιότητά τους καθοριζόταν, δυνάμει του άρθρου 49(2) και (7), από την ημερομηνία γέννησής τους. Θέμα υπολογισμού της αρχαιότητας με βάση τη μισθοδοτική κλίμακα θα εξεταζόταν μόνο στην περίπτωση που οι υποψήφιοι κατείχαν διαφορετικές θέσεις (βλ. Αλευρά κ.α. v. Hρακλέους κ.α. (2005) 3 ΑΑΔ 85).».
Περαιτέρω, ορθά δε λήφθηκε υπόψη και η προηγούμενη υπηρεσία των αιτητριών σε έκτακτη θέση. Όπως λέχθηκε στην Σταυρούλα Χειμώνα κ.α. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 910/2012, ημερ. 25.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:D136, -
«Το επίδικο σχέδιο υπηρεσίας έχει ως μόνο προαπαιτούμενο προσόν την πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού. Επομένως, εφόσον όλοι οι υποψήφιοι πληρούσαν το προσόν αυτό δεν νοείτο να λογισθεί υπέρ της αιτήτριας προϋπηρεσία σε έκτακτη θέση που αναγόταν εν πάση περιπτώσει στο απώτερο παρελθόν. Ούτε και η Ε.Δ.Υ. είχε στους ενώπιον της συγκριτικούς πίνακες, την έκτακτη υπηρεσία εκάστου υποψηφίου. Κατά το άρθρο 49 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/1990, η αρχαιότητα λογίζεται «μεταξύ υπαλλήλων που κατέχουν την ίδια μόνιμη θέση ή τάξη της ίδιας θέσης, είτε μόνιμα είτε προσωρινά είτε από μήνα σε μήνα είτε με απόσπαση, είτε με σύμβαση» στη βάση της ημερομηνίας ισχύος του «διορισμού, της προαγωγής ή απόσπασης τους στη συγκεκριμένη θέση ή τάξη, ανάλογα με την περίπτωση ...». Σύμφωνα με τη νομολογία είναι η υπέρτερη αρχαιότητα σε μόνιμη θέση, οργανική, δηλαδή, που φέρει μαζί της και την ανάλογη πείρα που δύναται να προσμετρήσει κατά τη σύγκριση, παρόλο που όπως ορθά υποδεικνύει η συνήγορος των καθ΄ ων, η πείρα δεν είναι θεσμοθετημένο κριτήριο ή παράγοντας στάθμισης, (Μουρτζής ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 605, Δημοκρατία ν. Φίλιππου Μιχαηλίδη (1999) 3 Α.Α.Δ. 756, Λοΐζος Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 639 και Δρ. Στέλλα Καννά Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112).
Δεν ήταν λοιπόν ούτε αναμενόμενο, ούτε εύλογο, ούτε όμως και αναγκαίο για την Ε.Δ.Υ. να αναφερθεί στην έκτακτη υπηρεσία όλων των υποψηφίων, αιτητριών και ενδιαφερομένων μερών, με σκοπό να αναδείξει υπέρτερη πείρα λόγω τέτοιας υπηρεσίας, αναγόμενης μάλιστα στο απώτερο παρελθόν. Θα προέκυπτε δε, αντίθετα, πλάνη από την Ε.Δ.Υ. αν λάμβανε υπόψη τέτοια πείρα, ώστε να δώσει προβάδισμα στις αιτήτριες.
[.]
Το ζήτημα εδώ είναι αν ο Διευθυντής ή η Ε.Δ.Υ. όφειλαν στα παρόντα περιστατικά να προβούν εξ ιδίων τους σε αναφορά στην έκτακτη υπηρεσία των υποψηφίων ή να τη λάμβαναν υπόψη. Η απάντηση είναι αρνητική.».
Υπενθυμίζεται, στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το διορίζον όργανο, κατά τη διαδικασία επιλογής του πιο κατάλληλου υποψηφίου για συγκεκριμένη θέση, δύναται να αποδώσει περισσότερη σπουδαιότητα σε ένα παράγοντα από ό,τι σε άλλον, στο πλαίσιο ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας (Georghiou v. Republic (1976) 3 C.L.R. 74, 82, lerides v. Republic (1980) 3 C.L.R. 165, 180, Θέσπις Παντζαρή ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Υποθ. Αρ. 744/98, ημερ. 26.5.1999, Ανδρέας Χρίστου ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Υποθ. Αρ. 134/96, ημερ. 19.3.1997). Πεδίο για παρέμβαση του ακυρωτικού Δικαστηρίου παρέχεται μόνον εφόσον προκύπτει ότι η εξουσία ασκήθηκε εκτός της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου και/ή κατά παράβαση των κανόνων της χρηστής διοίκησης, κάτι που εν προκειμένω δεν εντοπίζεται.
Όπως, με βάση τα προεκτεθέντα, δεν εντοπίζεται κενό αιτιολογίας της επίδικης απόφασης. Από τα σχετικά πρακτικά και ειδικά αυτό της συνεδρίας 26.9.2019, όταν και λήφθηκε η επίδικη απόφαση, προκύπτουν με σαφήνεια το σκεπτικό και οι λόγοι που οδήγησαν στην επιλογή των Ε.Μ., έναντι των αιτητριών, κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. Προκύπτει από το εν λόγω πρακτικό ότι λήφθηκαν υπόψη και οι προσωπικοί φάκελοι των υποψηφίων και οι Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια, τα προσόντα και η αρχαιότητα των υποψηφίων. Από το πρακτικό της εν λόγω συνεδρίας, προκύπτει ευκρινώς το σκεπτικό της Ε.Δ.Υ. και η διενέργεια της δικής της, δέουσας έρευνας. Στην απόφασή της, η καθ' ης η αίτηση καταγράφει τα κριτήρια αξιολόγησης και γενικότερα όλα όσα έλαβε υπόψη της προκειμένου να επιλέξει τα Ε.Μ.. Η δε αιτιολογία δύναται να συμπληρωθεί, και όντως συμπληρώνεται, από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022).
Με βάση δε όλα τα προεκτεθέντα, ούτε κενό έρευνας εντοπίζεται. Υπενθυμίζεται ότι το κριτήριο για την επάρκεια και πληρότητα της έρευνας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017).
Εν τέλει, οι θέσεις της ημεδαπής νομολογίας ως προς την τελική και συνολική στάθμιση των δεδομένων σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση, είναι αποκρυσταλλωμένες: αυτό που έχει σημασία είναι η ουσιαστική συνεξέταση των στοιχείων κρίσης, με κριτήριο τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου και όχι ένας μηχανιστικός υπολογισμός ή μια αριθμητική συνεξέταση που απολήγει σε επέμβαση στην εύλογη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης (Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 8/16, ημερ. 16.2.2023, ECLI:CY:AD:2023:C56). Είναι εσφαλμένη η προσέγγιση ότι μπορεί στην ουσία να γίνεται μια αριθμητική ή μαθηματική συνεξέταση των στοιχείων, κατά τρόπο που το ένα στοιχείο υπέρ του ενός υποψηφίου, να εξουδετερώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο υπέρ του άλλου υποψηφίου. Τέτοια άσκηση αναμφίβολα παραπέμπει σε μηχανιστικό υπολογισμό, από τον οποίο όμως ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας και της καθολικής κρίσης υπό το φως του συνόλου των παραμέτρων (Σωτήρης Κολέττας ν. Δημοκρατίας, ΑΕ 32/16, ημερ. 20.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:C214, Χρίστος Σολομωνίδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 901/2010, ημερ. 8.10.2013). Εκείνο που έχει σημασία είναι η διαπίστωση πως η Διοίκηση προέβη σε εύλογη και ουσιαστική στάθμιση των δεδομένων, εντός των πλαισίων της διακριτικής της ευχέρειας και δεν απαιτείται μικροσκοπική εξέταση από το Δικαστήριο, εφόσον το ζητούμενο δεν είναι η υποκατάσταση της Διοίκησης από το Δικαστήριο (Σωτήρης Αναστασιάδης, ανωτέρω).
Εν προκειμένω, κρίνω ότι η καθ’ ης η αίτηση έδρασε εντός ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και εντός του πλαισίου που τάσσει η οικεία νομοθεσία. Δεν εντοπίζεται ούτε πλάνη, ούτε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της καθ’ ης η αίτηση, αλλ' ούτε, γενικότερα, οποιοσδήποτε λόγος που θα επέτρεπε την επέμβαση του Δικαστηρίου στην ουσιαστική κρίση του αποφασίζοντος οργάνου, το οποίο, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, εξέτασε όλα τα ενώπιον του στοιχεία.
Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ε.Δ.Υ. ενήργησε εντός των θεσμοθετημένων κριτηρίων προαγωγής, στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης (Θεοκλέους ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας κ.α., Αναθεωρ. Έφεση Αρ. 90/2013, ημερ. 26.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:C490, Αθηνά Καραγιάννη-Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 7/2011, ημερ. 21.12.2016) και η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε σύννομη, ορθή και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή.
Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εκεί όπου απουσιάζει έκδηλη υπεροχή, ώστε να υποκαταστήσει την κρίση της Διοίκησης με τη δική του, εκτός αν πράγματι προκύπτει μια τέτοια έκδηλη υπεροχή (Χρίστος Σολομωνίδης, ανωτέρω, Ε.Δ.Υ. ν. Παπαχριστοδούλου (2002) 3 Α.Α.Δ. 329). Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν έχει αποδειχθεί έκδηλη υπεροχή των αιτητριών έναντι των Ε.Μ., ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου (Χατζηκωστή ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 72/2017, ημερ. 14.11.2023).
Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, η δε προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Επιδικάζονται €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητριών.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο