ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 350/2026 (Κ)
(i-Justice)
25 Μαΐου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
KINJA IGNACE KENTRIE
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Μ. Μαυρονικόλας, για Αλταχέρ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, για τον αιτητή.
Χ. Καστάνας, δικηγόρος για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20.2.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος Μπουρουντί, ο οποίος εισήλθε σε άγνωστο χρόνο στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών.
Στις 18.9.2025, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 21.10.2025. Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 29.10.2025.
Ακολούθως και κατά της νομιμότητας της εν λόγω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ο αιτητής καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την Προσφυγή αρ.2900/25, η οποία στις 3.2.2026 απορρίφθηκε.
Στις 20.2.2026, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Κατά την ίδια δε ημέρα εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 3.2.2026, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Σημειώνεται ότι ο αιτητής και μετά την παρέλευση δυο μηνών από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων-και δη στις 17.4.2026- υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 9.4.2026.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενώπιον μου διοικητικών φακέλων της υπόθεσης, περιλαμβανομένου και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου.
Επί της ουσίας, ο αιτητής μέσω της γραπτής του αγόρευσης[1] διατείνεται ότι τα επίδικα διατάγματα συνιστούν προϊόν ελλιπούς έρευνας και πλάνης και τούτο, ως το θέτει, διότι ουδέποτε ενημερώθηκε ο αιτητής αναφορικά με την πορεία της μεταγενέστερης του αίτησης «αλλά ούτε έχει λάβει ποτέ σχετική επιστολή, ούτε κλήθηκε ποτέ από την Υπηρεσία Ασύλου είτε για να προσκομίσει υποστηρικτικά έγγραφα ή για να προσέλθει σε συνέντευξη για την προς την ουσίας εξέτασης του Αιτήματος του και συνεπώς αγνοεί την εξέλιξη του αυτού αιτήματος του και αν έχει επανανοίξει ο φάκελος του στην Υπηρεσία Ασύλου» με αποτέλεσμα, ως διατείνεται, ο αιτητής να συνεχίζει να παραμένει αιτητής διεθνούς προστασίας. Κατά τον αιτητή «η προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου οφείλει να κοινοποιηθεί στον αιτητή για να παράξει τα αποτελέσματα της και άρα τον τερματισμό του δικαιώματος του Αιτητή να διαμένει στην Δημοκρατίας».
Ο ισχυρισμός του αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά πρώτον η όλη εισήγηση παραβλέπει ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 20.2.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Τούτο δε αφού ήδη από τις 3.2.2026 είχε εκδοθεί επικυρωτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, γεγονός το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά του αιτητή.
Κατά δεύτερον διότι τα όσα ο αιτητής εισηγείται εξ αφορμής της υποβληθείσας εκ μέρους του μεταγενέστερης αίτησης ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν στις 20.2.2026. Τούτο διότι καθοριστική και πάλι παραμένει η διαπίστωση ότι η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή υποβλήθηκε, ως επιβεβαιώνεται από τα ερυθρά 112-116 του Τεκμηρίου 2, στις 17.4.2016 ήτοι δυο σχεδόν μήνες μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και συνεπώς σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης τους. Ως δεδομένο, λοιπόν, εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων ουδόλως δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης του Δικαστηρίου για σκοπούς εξέτασης της νομιμότητας των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων (Δημοκρατία v Singh (Ε.Δ.Δ αρ.66/21, ημερομηνίας 14/1/25) Limon ν. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.126/21, ημερομηνίας 20/4/22).
Εν πάση περιπτώσει και για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων και μόνο δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ως δεικνύεται και από το ερυθρό 126 του Τεκμηρίου 2, η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 24.4.2016. Περαιτέρω και ως προκύπτει από το ερυθρό 127 του ίδιου φακέλου η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 8.5.2026, την παραλαβή της οποίας βεβαίωσε ιδιοχείρως ο ίδιος ο αιτητής.
Επομένως και στη βάση όλων των ανωτέρω διαπιστώνω ότι ο αιτητής νομίμως κρίθηκε και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105, απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 20.2.2026, ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 3.2.2026, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε και η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του, ως καταγράφεται ρητώς και στη δοθείσα αιτιολογία του διατάγματος απέλασης.
Απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν του παρασχέθηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Αρκεί να επισημάνω ότι η διοίκηση δεν είχε τη νομική υποχρέωση να παρέχει στον αιτητή δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, αφού ως είναι νομολογημένο τέτοια υποχρέωση, δεν εκτείνεται και σε σχέση με διαδικασίες καθαρά διοικητικής φύσεως, όπως εν προκειμένω (Α.Ν v Δημοκρατίας (Α.Ε αρ. 89/2015, ημερομηνίας 3/6/22), ECLI:CY:AD:2022:C233 Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ.505) S.C v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 2/2023(i-JUSTICE), ημερομηνίας 15/2/23). Εξάλλου ο αιτητής ουδέν εισηγήθηκε και ουδέν ανέφερε κατά την ανάπτυξη του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης σε σχέση με τους ισχυρισμούς που θα προέβαλε ενώπιον της διοίκησης εάν αυτός πράγματι είχε κληθεί, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης να απολήγει ούτως ή άλλως αλυσιτελής (PAPOUIS DAIRIES LTD v Δημοκρατίας (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2018, ημερομηνίας 15/3/24).
Πρόσθετα κρίνεται πως παρέχεται επαρκής και σαφής αιτιολογία ως προς την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων, ώστε οι γενικές και ατεκμηρίωτες αναφορές του αιτητή περί εσφαλμένης και ελλιπούς αιτιολογίες να παρέμειναν αίολες. Ως προς δε την αποσπασματική αναφορά του αιτητή ότι «δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να επιβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα » αναφέρονται τα ακόλουθα:
Η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή, της δηλωθείσας άρνησης του για επαναπατρισμό, η οποία επιβεβαιώνεται αναντίλεκτα από την επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 20.2.26 καθώς και της μη συμμόρφωσης του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής του αιτητή χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, επειδή ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και ήταν απρόθυμος στον επαναπατρισμό του, όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Συνεπώς το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, (Υπόθεση αρ. 1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).
Τελικώς και σε ότι αφορά την απλή και μόνο λεκτική αναφορά του αιτητή ότι δεν παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους τέθηκε η μέγιστη εκ του Νόμου προβλεπόμενη απαγόρευση επαναεισόδου του αιτητή στη χώρα για πέντε έτη, οφείλει να υπομνησθεί ότι η απαγόρευση επαναεισόδου στη Δημοκρατία, η οποία τίθεται ως αποτέλεσμα της κατηγοριοποίησης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, συναρτάται με την έκδοση απόφαση επιστροφής και είναι συνυφασμένη, ως λέχθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Angelov Planimir Stanchev και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 8/13, ημερομηνίας 17/7/15), με όλα τα όλα δεδομένα της κάθε υπόθεσης εμπίπτοντας εντός του κυριαρχικού δικαιώματος της Δημοκρατίας να ελέγχει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπού στο έδαφος της.
Στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω απαγόρευση λήφθηκε ως άλλωστε ρητώς καταγράφεται και στην απόφαση κήρυξης απαγορευμένου μετανάστη ημερομηνίας 20.2.2026 δυνάμει των προβλεπόμενων στο άρθρο 6 (1) και στο άρθρο 18 ΠΓ(2) του Κεφ 105. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 ΠΓ οι αποφάσεις επιστροφής επιτρέπεται να συνοδεύονται από απαγόρευση εισόδου, η διάρκεια της οποίας καθορίζεται με βάση τα σχετικά περιστατικά της κάθε μεμονωμένης περίπτωσης και κανονικά δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, εκτός εάν ο υπήκοος της τρίτης χώρας αντιπροσωπεύει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη/ασφάλεια ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Στην επίδικη περίπτωση προκύπτει ότι η Διευθύντρια έχοντας ενώπιον της όλες τις περιστάσεις και τα δεδομένα του αιτητή ως αυτά περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και τα οποία, σύμφωνα πάντα με το τεκμήριο της κανονικότητας έλαβε υπόψη, ενήργησε εντός του πλαισίου του Νόμου και η απαγόρευση εισόδου που επέβαλε δεν υπερέβη την πενταετία, ούτως ώστε να έπρεπε, να καταγραφεί οτιδήποτε περαιτέρω (βλ. σχετικώς I. V. και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1182/20, ημερομηνίας 24/3/21).
Καταληκτικά επισημαίνω ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ήταν προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας και ότι ο αιτητής δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).
Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
[1] Σημειώνεται ότι στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης εντοπίζονται δυο γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους του αιτητή ημερομηνίας 5.5.26 και 11.5.26 αντίστοιχα, οι οποίες δεν φέρουν το ίδιο περιεχόμενο. Ως δε η πλευρά του αιτητή κατέγραψε στην επικοινωνία, στις 7.5.26, επιθυμούσε την καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης νομιζόμενη ότι εξαιτίας ασθένειας του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση αυτή δεν είχε καταχωρηθεί. Το Δικαστήριο αν και επεσήμανε κατά την ίδια ημέρα, στην επικοινωνία, ότι η γραπτή αγόρευση αιτητή είχε ήδη καταχωρηθεί από τις 5.5.26 εντούτοις η πλευρά του αιτητή στις 11.5.26 προέβηκε στην καταχώρηση δεύτερης γραπτής αγόρευσης. Ως δε υπομνήσθηκε και κατά το στάδιο των διευκρινήσεων η δεύτερη αυτή γραπτή αγόρευση, η οποία καταχωρίστηκε χωρίς άδεια Δικαστηρίου δεν θα ληφθεί υπόψη.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο