Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας ν. Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας μέσω γραφείου Επίτροπου Επικοινωνιών, Υπόθεση Αρ. 359/2024, 28/5/2026
print
Τίτλος:
Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας ν. Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας μέσω γραφείου Επίτροπου Επικοινωνιών, Υπόθεση Αρ. 359/2024, 28/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 359/2024 iJustice

                                             

       28 Μαΐου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τα Άρθρα 23(3), 24(4), 28 και 146 του Συντάγματος

             

Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας

Αιτητών

Και

Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας μέσω γραφείου Επίτροπου Επικοινωνιών από τη Λευκωσία

Καθ' ων η Αίτηση

 

......... 

 

Μαρίτα Πανταζή, για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε Δικηγόροι Αιτητών

Νίκη Κλεάνθους για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση

 

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Επίτροπος Επικοινωνιών κατ’ επίκλησιν των άρθρων 17(ιδ), 17(ιε), 27 και 46 του περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστημάτων Πληροφοριών Νόμου του 2020 (Ν. 89(Ι)/2020-εφεξής ο Νόμος), της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 02.09.2021, με την οποία ορίσθηκαν οι φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών και οι φορείς κρίσιμων υποδομών πληροφοριών για σκοπούς κυβερνοασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και τους τομείς και υποτομείς που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148 (Οδηγία NIS), εξέδωσε Απόφαση ημερομηνίας 08.11.2021, όπου ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας (στο εξής ο «Οργανισμός» ή οι «Αιτητές») ορίστηκε ως Φορέας Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών, για τον τομέα της Υγείας, για τις υπηρεσίες που ορίζονται στο Παράρτημα της σχετικής απόφασης, με επίπεδο κρισιμότητας Πολύ Υψηλό (Α.Ε. ΑΨΑ 05/2021), βάσει έργου αξιολόγησης κρισιμότητας που είχε διεξάγει η Αρχή.

 

Η Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας (εφεξής η «Αρχή» ή «Καθ’ ων η αίτηση») στις 11.11.2021 επέδωσε επιστολή στους Αιτητές ημερομηνίας 10.11.2021 με την οποία πληροφόρησε/κοινοποίησε στους Αιτητές την ως άνω Απόφαση του Επιτρόπου Επικοινωνιών με αριθμό Α.Ε. ΑΨΑ 05/2021 και ζήτησε, μεταξύ άλλων, τον ορισμό εξουσιοδοτημένων προσώπων για την επικοινωνία με την Αρχή.

 

Οι Αιτητές απέστειλαν στις 03.07.2023, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα στοιχεία εξουσιοδοτημένου λειτουργού τους.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση στις 27.07.2023 απέστειλαν επιστολή στους Αιτητές, αναφορικά με την υποβολή εγγράφων και πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 21 (1) της Απόφασης Κ.Δ.Π. 389/2020 ζητώντας τους όπως υποβάλουν το συντομότερο στοιχεία που δεν υπέβαλαν μέχρι την ημερομηνία αποστολής της εν λόγω επιστολής και σε κάθε περίπτωση το αργότερο μέχρι την 31.10.2023. Επιπλέον, ενημέρωναν, μεταξύ άλλων, τους Αιτητές ότι σε περίπτωση που δεν αποστείλουν τα εν λόγω έγγραφα και πληροφορίες εντός της καθορισμένης προθεσμίας, θα θεωρηθεί ότι δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την Απόφαση και ενδέχεται να επιβληθούν κυρώσεις με βάση το Νόμο και την Απόφαση Κ.Δ.Π. 251/2021. Επίσης ενημέρωναν τους Αιτητές ότι από την 01.01.2024 οι Καθ’ ων η αίτηση θα προχωρήσουν στη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων στους φορείς.

 

Στις 27.07.2023 οι Καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους Αιτητές στο οποίο ήταν συνημμένη επιστολή ίδιας ημερομηνίας με την οποία ζήτησαν όπως της αποσταλούν τα συνολικά ακαθάριστα ετήσια έσοδα των Αιτητών για το έτος 2022 μέχρι την 30.08.2023 δυνάμει του Κανονισμού 5(4) των Κανονισμών Κ.Δ.Π. 359/2020 (εφεξής οι Κανονισμοί), προκειμένου να υπολογιστεί και να κοινοποιηθεί το ακριβές ύψος των τελών που αναλογεί στους Αιτητές ως Φορέας Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών για το έτος 2024.

 

Η Αρχή στις 23.08.2023 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους Αιτητές με συνημμένη επιστολή ίδιας ημερομηνίας με θέμα «Χρηματοδότηση της Αρχής Ψηφιακής Ασφάλειας για το έτος 2024 - Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας» ενημερώνοντας ότι εκ παραδρομής ζητήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 27.07.2023 να αποσταλούν στην Αρχή τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα του Οργανισμού και ότι βάσει της Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.02.2023[1] θα πρέπει να αποσταλούν οι πραγματικές δαπάνες του Οργανισμού μέχρι τις 30.08.2023.

 

Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 24.08.2023 οι Αιτητές προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς και επισύναψαν τις Οικονομικές Καταστάσεις του Οργανισμού για το έτος που έληξε στις 31.12.2022.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν στους Αιτητές στις 28.11.2023 επιστολή ημερομηνίας 27 Νοεμβρίου 2023 με θέμα «Συνάντηση ανασκόπησης προόδου σε σχέση με την υποβολή εγγράφων και πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 21(1) της Απόφασης Κ.Δ.Π. 389/2020», με την οποία ενημέρωναν τους Αιτητές για τη διεξαγωγή στις 06.12.2023 συνάντησης προόδου σε σχέση με την ετοιμότητα των Αιτητών με τις απαιτήσεις του Κ.Δ.Π. 389/2020.

 

Την 01.12.2023 οι Καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν στους Αιτητές επιστολή ημερομηνίας 30.11.2023 με θέμα «Τέλος χρηματοδότησης για το έτος 2024 -Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας» όπου επισυνάφθηκε τιμολόγιο υπ’ αριθμό 39 και αφορούσε το τέλος χρηματοδότησης για το έτος 2024, το ποσό του οποίου ανερχόταν στα €2.314.828.

 

Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 11.12.2023 οι Αιτητές υπέβαλαν την ένταση/παραστάσεις τους αναφορικά με την ως άνω απόφαση των καθ’ ων η αίτηση να τους επιβάλλουν τέλος χρηματοδότησης για το έτος 2024.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση στις 21.12.2023 απάντησαν στην επιστολή  ημερομηνίας 11.12.2023 και την πράξη αυτή οι Αιτητές πλέον προσβάλλουν με την παρούσα προσφυγή.

 

Στα πλαίσια της προσφυγής και με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, οι Αιτητές εγείρουν σειρά λόγων ακύρωσης, τους οποίους η πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους απαντά, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της όλης διοικητικής ενέργειας και περαιτέρω θέτοντας ένσταση στην εξέταση διαφόρων εξ αυτών είτε γιατί θεωρούν ότι αφορούν πράξεις άλλες που δεν προσβλήθηκαν από τους Αιτητές είτε καθότι προσκρούουν στο δόγμα της ανεπίτρεπτης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας είτε, συναφώς, διότι θεωρούν ότι οι Αιτητές κωλύονται ή  δε διαθέτουν έννομο συμφέρον να τους εγείρουν.

 

Κατόπιν προσεκτικής εξέτασης των επιχειρημάτων των μερών μελετώντας και τα σχετικά έγγραφα, η κατάληξή μου είναι η ακόλουθη:

 

Καταρχάς αποδέχομαι τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τη μη δυνατότητα έγερσης συγκεκριμένων λόγων ακύρωσης στα πλαίσια της παρούσας. Εξεταστέοι στα πλαίσια της παρούσας είναι οι λόγοι ακύρωσης 6-9 στην Αγόρευση των Αιτητών, ο υπ’ αρ. 1 λόγος ακύρωσης είναι εν μέρει εξεταστέος ενώ απορριπτέοι είναι οι λόγοι ακύρωσης υπ’ αρ.2-5 και 10 στην Αγόρευση των Αιτητών. Αυτό διότι:

 

Ο λόγος ακύρωσης υπ’ αρ. 2 (ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν επανεξέτασαν τον κατάλογο των προσδιορισμένων φορέων εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών και/ή δεν επικαιροποίησαν τον εκάστοτε πίνακα των φορέων κρίσιμων υποδομών πληροφοριών και/ή δεν ενημέρωσαν τους αιτητές για αυτά) και υπ. αρ. 5 (ότι λανθασμένα επιβλήθηκε στους Αιτητές τέλος χρηματοδότησης ως φορέα εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών)  αφορούν την Απόφαση του Επιτρόπου Επικοινωνιών με αριθμό Α.Ε. ΑΨΑ 05/2021, με την οποία οι Αιτητές ορίστηκαν ως Φορέας Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών, για τον τομέα της Υγείας, για τις υπηρεσίες που ορίζονται στο Παράρτημα της εν λόγω απόφασης με επίπεδο κρισιμότητας Πολύ Υψηλό (Α.Ε. ΑΨΑ 05/2021), βάσει έργου αξιολόγησης κρισιμότητας που είχε διεξάγει η Αρχή. Η Απόφαση αυτή βάσει των άρθρων 17(ιδ) και 52(1) του Νόμου είναι εκτελεστή πράξη, η οποία προσβάλλεται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, κάτι που ουδέποτε έγινε συνεπώς δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας, που αφορά την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση επί της ένστασης για το τέλος του έτους 2024, να εγείρονται λόγοι που αφορούν την Απόφαση Α.Ε. ΑΨΑ 05/2021. Η εξέταση από το παρόν θα συνιστούσε πράγματι ανεπίτρεπτο παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας μιας διοικητικής πράξης που διέλαθε προ πολλού του ακυρωτικού ελέγχου.

Σχετικές περί τούτου είναι οι αποφάσεις ΕΔΔ Αρ. 110/2016 Γεωργία Νικολάου Κουτσόφτα v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 21.09.2023 (ΑΣΔ) και ΕΔΔ Αρ. 70/2019 Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης ΛΤΔ v. Δημοκρατίας  ημερ. 23.05.2024 (Εφετείο).

 

Σημειώνεται ειδικότερα ότι ο λόγος ακύρωσης υπ’ αρ. 2, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι δεν αφορά την ίδια την Απόφαση Α.Ε. ΑΨΑ 05/2021, εντούτοις αναφέρεται σε ισχυριζόμενη παράλειψη των Καθ΄ων η αίτηση να επανεξετάσουν τον κατάλογο των προσδιορισμένων φορέων εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών και/ή μη επικαιροποίηση του πίνακα των φορέων κρίσιμων υποδομών πληροφοριών, που μια τέτοια παράλειψη δεν είναι εδώ επίδικη άρα και πάλι δεν αφορά την εδώ προσβαλλόμενη πράξη ώστε το παρόν να δυνηθεί να την ελέγξει παρεμπιπτόντως.

 

Από την άλλη μεριά οι λόγοι ακύρωσης υπ’ αρ. 3,4 και 10 στην Αγόρευση των Αιτητών επίσης δεν είναι εξεταστέοι καθότι δεν εγέρθησαν το πρώτον ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της [δυνάμει του κανονισμού 7(β) των Κανονισμών υποβληθείσας] ένστασης των Αιτητών ημερ. 11.12.2023 (εφεξής η «Ένσταση των Αιτητών»). Εκκινώντας από την απόφαση Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 342, επιβεβαιώθηκε το αξίωμα ότι όλοι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην προσφυγή πρέπει να έχουν προηγουμένως εγερθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά την υποβολή/εξέταση της ένστασης. Μάλιστα στην απόφαση του Εφετείου στη σχετικά πρόσφατη ΕΔΔ Αρ. 125/2019 Γεωργία Αγγέλη ν. Υπουργού Εργασία, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 20.02.2024, και χωρίς έγερση του ζητήματος πρωτοδίκως, αυτό εξετάστηκε και από τη σκοπιά του χρέους του πρωτόδικου να μη ασχοληθεί καν με λόγο ακύρωσης, ο οποίος δεν εγέρθηκε στα πλαίσια της ένστασης κάνοντας μνεία της σχετικής νομολογίας που συνδέει το ζήτημα με το δόγμα της ανεπίτρεπτης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας. Εκεί αναφέρθηκε συναφώς (υπογράμμιση και έμφαση του παρόντος): 

 

«Ο εν λόγω λόγος έφεσης δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Εφετείο. Ούτε  καν έπρεπε, υποδεικνύουμε, να τύχει εξέτασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτό διότι, για να υπάρχει, σύμφωνα με τη νομολογία επί του θέματος, η δυνατότητα εξέτασης του από το Δικαστήριο, έπρεπε να είχε εγερθεί από την πλευρά της εφεσείουσας ήδη κατά τη διαδικασία της διοικητικής αναθεώρησης μέσω της ιεραρχικής προσφυγής της ενώπιον της Υπουργού. Αυτό σαφέστατα η εφεσείουσα δεν το έπραξε με τη σχετική επιστολή της ημερομηνίας 20.7.2016, αλλά απαραδέκτως το έθεσε πρώτη φορά στην Προσφυγή Αρ. 1415/2016 (βλ. Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 342,  Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020  ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ v. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, απόφαση ημερομηνίας 28.12022, Προσφυγή Αρ. 118/2012 ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, απόφαση (μονομέλειας) ημερομηνίας 1.8.2014, Προσφυγή Αρ. 547/2011 ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, απόφαση (μονομέλειας) ημερομηνίας 24.1.2013, Προσφυγή Αρ. 685/2012 Galina Bindiouk v. Δημοκρατίας, απόφαση (μονομέλειας) ημερομηνίας 23.4.2013).

 

Η σχετική δικονομική αρχή αναφέρεται και στο ακόλουθο απόσπασμα από τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, εκεί σελ. 271:

 

«Ενίοτε υπάρχουν και λόγοι απαραδέκτως προβαλλόμενοι το πρώτον κατά την ακυρωτική διαδικασίαν: 1585 (55) [βλ. σχετικήν και 1313 (46), ένθα λόγος μη προβληθείς κατ΄ ένστασιν ή αναθεώρησιν εθεωρήθη απαραδέκτως προβαλλόμενος το πρώτον ενώπιον του ΣΕ.]»

 

Στην ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (supra) στην οποία και πάλιν είχε τεθεί ετεροχρονισμένα θέμα αναρμοδιότητας του αποφασίζοντος σε πρώτο βαθμό, απόφαση εναντίον της οποίας ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή, λέχθηκαν, χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Περαιτέρω, ορθώς η Δημοκρατία λέγει ότι κατά την ιεραρχική προσφυγή ουδόλως τέθηκε τέτοιο ζήτημα και έτσι δεν μπορεί να τεθεί διά της προσφυγής νεοφανώς, (Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 342), ενώ ο αιτητής δεν μπορεί να επιδοκιμάζει και να αποδοκιμάζει ταυτόχρονα την όλη διαδικασία, από τη στιγμή που ο ίδιος αναζήτησε την παροχή σύνταξης λόγω ανικανότητας, προσφεύγοντας δε ιεραρχικώς ενώπιον της Υπουργού, ουδέν σχετικό έθεσε, που να αμφισβητούσε τη διαδικασία. Αντίθετα, ο ίδιος ζήτησε την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 10.8.2010, στην οποία και έκαμε αναφορά με αποτέλεσμα να μην δύναται να την αμφισβητήσει. Η απόφαση άλλωστε αποτέλεσε τη βάση για την επανεξέταση από το Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο, θεωρείται δε ότι καλύπτεται από το τεκμήριο της κανονικότητας και της νομιμότητας.

 

Η Υπουργός δεν είχε κανένα λόγο από μόνη της και χωρίς να τεθεί ενώπιον της ζήτημα, να εξετάσει την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέτασε την απόφαση και η υπόθεση Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, που μνημονεύει ο αιτητής στην απαντητική του αγόρευση, ουδεμία σχέση έχει εφόσον αφορά την αυτεπάγγελτη εξέταση θεμάτων δημόσιας τάξης από το ίδιο το Δικαστήριο και όχι από διοικητικό όργανο.»

 

Ως εκ των ανωτέρω, οι πιο πάνω λόγοι ακύρωσης υπ’ αρ.2-5 και 10 απορρίπτονται και περνώ στους λοιπούς λόγους ακύρωσης.

 

Με τον λόγο ακύρωσης υπό 1 εγείρεται ότι το τέλος χρηματοδότησης πρέπει να είναι ανταποδοτικό και ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1493/2022 Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας ν. Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας μέσω γραφείου Επίτροπου Επικοινωνιών από τη Λευκωσία ημερ. 06.02.2023 (εφεξής η «Απόφαση Αρ. 1493/2022»).

 

Πρώτα να σημειώσω ότι στην Ένσταση των Αιτητών δεν είχε εγερθεί ευθέως ζήτημα παράβασης δεδικασμένου, παρ’ όλα αυτά το ζήτημα αυτό εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως [ΕΔΔ Αρ. 123/16 Βαρνάβας Πασιουλη v. Δημοκρατίας, ημερ. 09.10.2023, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 1590].  Έχοντας λοιπόν υπόψη τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς σε συνάρτηση με την Απόφαση Αρ. 1493/2022, δε θεωρώ ότι, στα πλαίσια της παρούσας, τίθεται ζήτημα παράβασης δεδικασμένου.

 

Πρώτα απ’ όλα είναι κοινά αποδεκτό ότι η Απόφαση Αρ. 1493/2022 δεν είναι τελεσίδικη με αποτέλεσμα να μη πληρείται η σχετική προϋπόθεση περί εφαρμογής του κανόνα του δεδικασμένου [Δημοκρατία ν. Κατερίνας Κοντογιώργη (2000) 3 Α.Α.Δ. 625].

 

Ανεξάρτητα όμως αυτού και περαιτέρω, στην Απόφαση Αρ. 1493/2022 το ζήτημα της ανταποδοτικότητας του τέλους δεν εξετάστηκε in abstracto αλλά σε σύνδεση με ρητές πρόνοιες του σχετικού Νόμου και Κανονισμών και του σκοπού του Νόμου. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε (η υπογράμμιση του παρόντος):

 

«Συνεπώς, η μεταχείρισή τους για σκοπούς υπολογισμού των τελών στη βάση του Παραρτήματος των Κανονισμών θα έπρεπε να είχε γίνει ως κρατικού φορέα άρα στη βάση των πραγματικών δαπανών  των αιτητών και όχι στη βάση των ακαθάριστων εσόδων των αιτητών. Το ζήτημα αυτό είχε περιληφθεί ως λόγος ένστασης στην ένσταση που υπέβαλαν οι αιτητές αλλά όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η καθ' ης η αίτηση υπό πλάνη και χωρίς να αντιπαραβάλει τις πρόνοιες του ιδίου του Νόμου ο οποίος διαχωρίζει τις οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του σε δημόσιες και ιδιωτικές, αρκέστηκε στο να καταλήξει ότι στον όρο ««κρατικοί φορείς» εντάσσονται τα Υπουργεία και τα Τμήματα τους καθώς και όλες οι κυβερνητικές υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας» αλλά όχι τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

 

Εντοπίζεται, επιπρόσθετα, ακόμα ένα σφάλμα στην απόφαση της καθ' ης η αίτηση και αφορά στο έτος που λήφθηκε υπόψη. Στην επιστολή της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 14.12.2021 που συνοδεύει το τιμολόγιο επιβολής τέλους για το έτος 2022 αναφέρεται ότι ο υπολογισμός βασίζεται σε στοιχεία που αφορούν τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα των αιτητών για το 2019. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, το έτος που λαμβάνεται υπόψη είναι το υπό αναφορά έτος πλην 2. Δηλαδή, για το έτος 2022 αυτό που λαμβάνεται υπόψη είναι το έτος 2020 και όχι ως εσφαλμένα έλαβε υπόψη της η καθ' ης η αίτηση το έτος 2019.

 

Σε ότι αφορά στην εισήγηση των αιτητών για την ανάγκη ανταποδοτικότητας τέλους που επιβάλλεται, η εισήγηση είναι ορθή και δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, το τέλος που επιβάλλεται να εκφεύγει των προνοιών του Νόμου. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, ο σκοπός της καθ' ης η αίτηση είναι σύμφωνα με το Άρθρο 6(1) η  ασφάλεια των δικτύων και συστημάτων πληροφοριών και ο συντονισμός της υλοποίησης της στρατηγικής κυβερνοασφάλειας. Συνεπώς, το όποιο τέλος επιβάλλεται δεν μπορεί παρά να καλύπτει μόνο όσα είναι απαραίτητα για την επιτέλεση του πιο πάνω σκοπού».

 

Συνεπώς, τόσο εξ απόψεως Νόμου όσο και της πιο πάνω δικαστικής απόφασης η ανταποδοτικότητα συνδέθηκε με τις πρόνοιες του Νόμου που μάλιστα κρίθηκε ότι υπήρξαν συγκεκριμένες παραβάσεις αυτού με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να οδηγηθεί στα συγκεκριμένα ευρήματά του.

 

Ερχόμενος στα πλαίσια της παρούσας, το προσβαλλόμενο τέλος υπολογίστηκε στη βάση συγκεκριμένων ποσών που αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις και όχι στη βάση των ακαθάριστων εσόδων των Αιτητών, που είχε εντοπιστεί ως πλημμέλεια στην Απόφαση Αρ. 1493/2022. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση ενός εντελώς διαφορετικού ποσού τέλους, διαφορά που προφανώς δεν οφειλόταν μόνο στο ότι αφορούσε άλλο έτος αλλά και στη βάση υπολογισμού του. Και οι ίδιοι άλλωστε οι Αιτητές δεν αρνούνται ότι πλέον το τέλος υπολογίστηκε σε άλλη βάση και όχι στα έσοδα και μάλιστα εγείρουν λόγους ακύρωσης ως προς το πλημμελές του υπολογισμού των τελών επί συγκεκριμένων ποσών, που θεωρούν ότι δεν έπρεπε να είχαν περιληφθεί ως δαπάνες των Αιτητών. Άρα προφανώς η εδώ προσβαλλόμενη εδράστηκε επί εντελώς διαφορετικής βάσης από ότι η προσβαλλόμενη στα πλαίσια της Απόφασης Αρ. 1493/2022 ώστε τελικά να μη μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση δεδικασμένου απλά με αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα της εν λόγω δικαστικής απόφασης και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση εκ μέρους των Αιτητών.

 

Ως προς την πτυχή της ανταποδοτικότητας, κατόπιν της λήψης των Οικονομικών Καταστάσεων του Οργανισμού για το έτος που έληξε στις 31.12.2022, τις οποίες επεσύναψαν με την επιστολή τους ημερ. 24.08.2023 οι Αιτητές, οι Καθ΄ ων η αίτηση θεώρησαν ως πραγματικές δαπάνες για το έτος 2022 το ποσό των €1.413.281.228. Στην Ένσταση των Αιτητών αναφέρθηκε στον λόγο ένστασης (οι παραστάσεις των Αιτητών για το συγκεκριμένο ζήτημα βρίσκονται στις παραγράφους 15-16 της εν λόγω ένστασης τους, τα δε προηγούμενα αυτών αφορούν άλλους λόγους ένστασης):

 

«15.    Το ποσό του €1.413.281.228,00 το οποίο θεωρήσατε ως πραγματικές δαπάνες του Οργανισμού για το έτος 2022 περιλαμβάνει ποσό €1.396.220,069,00 ως κόστος υπηρεσιών το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνον ποσά τα οποία κατέβαλε ο Οργανισμός για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των δικαιούχων του ΓεΣΥ δηλαδή αφορά αμοιβές σε γιατρούς, νοσηλευτήρια, φαρμακεία, εργαστήρια, άλλους επαγγελματίες υγείας και ουσιαστικά δεν αφορά δαπάνες του Οργανισμού.

 

Τα ποσά αυτά αφορούν αποκλειστικά υπηρεσίες που προσφέρουν οι συμβεβλημένοι με τον Οργανισμό παροχείς προς τους δικαιούχους του Συστήματος και δεν αποτελούν δαπάνες που αφορούν τον ίδιον τον Οργανισμό. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, οι δαπάνες που αφορούν τον ίδιο τον Οργανισμό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με το Νόμο, να υπερβαίνουν το 5% του ετήσιου προϋπολογισμού του.

 

Λανθασμένα επομένως λήφθηκαν από εσάς υπόψη, ως δαπάνες τα ποσά που αφορούν υπηρεσίες οι οποίες αφορούν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των δικαιούχων στο ΓεΣΥ. Το ποσό το οποίο αφορά τις δαπάνες του Οργανισμού ανέρχεται σε €18.017.342,00, όπως φαίνεται από τις μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις του 2022.

 

16.      Τέλος επισημαίνουμε ότι το επιβληθέν τέλος χρηματοδότησης θα πρέπει να είναι ανταποδοτικό σε σχέση με την παροχή η οποία προσφέρεται. Είναι η θέση μας ότι δεν υπάρχει ανταποδοτικότητα του επιβληθέντος τέλους με την προσφερόμενη παροχή, αφού το ποσό του επιβληθέντος από εσάς τέλους καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τις δαπάνες του Οργανισμού, οι οποίες ουδεμίαν σχέση έχουν με την προσφερόμενη παροχή. Σχετική δε είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου στην προσφυγή με αρ. 1493/2022 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σε ότι αφορά στην εισήγηση των αιτητών για την ανάγκη ανταποδοτικότητας τέλους που επιβάλλεται, η εισήγηση είναι ορθή και δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, το τέλος που επιβάλλεται να εκφεύγει των προνοιών του Νόμου. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, ο σκοπός της καθ' ης η αίτηση είναι σύμφωνα με το Άρθρο 6(1) η ασφάλεια των δικτύων και συστημάτων πληροφοριών και ο συντονισμός της υλοποίησης της στρατηγικής κυβερνοασφάλειας. Συνεπώς, το όποιο τέλος επιβάλλεται δεν μπορεί παρά να καλύπτει μόνο όσα είναι απαραίτητα για την επιτέλεση του πιο πάνω σκοπού

 

Άρα ο βασικός εν προκειμένω λόγος ένστασης (πέραν της ερμηνείας ως προς την Απόφαση Αρ. 1493/2022 επί της οποίας αναφέρθηκα και αποφάσισα ήδη πιο πάνω) ως διατυπώθηκε στις πιο πάνω παραγράφους ήταν ότι εντός των πραγματικών δαπανών του Οργανισμού για το έτος 2022 περιλαμβάνεται ποσό €1.396.220,069,00 ως κόστος υπηρεσιών το οποίο αφορά ποσά τα οποία κατέβαλαν οι Αιτητές για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των δικαιούχων του ΓεΣΥ (αμοιβές σε γιατρούς, νοσηλευτήρια, φαρμακεία, εργαστήρια, άλλους επαγγελματίες υγείας) και δεν αφορά δαπάνες των Αιτητών, οι οποίες κατά την εισήγηση των Αιτητών και με παραπομπή στις μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις του 2022 ανέρχεται μόνο σε €18.017.342.

 

Οι πιο πάνω όμως υποβολές σε καμία περίπτωση επαρκούν για σκοπούς διαπίστωσης από το παρόν κατά πόσο χωρεί παράβαση της ανταποδοτικότητας του τέλους ούτε υπεβλήθη οτιδήποτε που να τεκμηριώνει ότι το ποσό που οι Καθ΄ων η αίτηση περιέλαβαν ως  πραγματικές δαπάνες (όπου περιέλαβαν και τις αμοιβές σε γιατρούς, νοσηλευτήρια, φαρμακεία, εργαστήρια, άλλους επαγγελματίες υγείας) και όχι μόνο το ποσό των €18.017.342,00 (αναφερόμενα ως «έξοδα διοικητικής λειτουργίας») δεν είναι εύλογο ή είναι, με οποιονδήποτε τρόπο, εσφαλμένο. Είναι νομολογημένο ότι προς αμφισβήτηση της ανταποδοτικότητας του τέλους το βάρος απόδειξης βαραίνει τον αιτούντα. Είναι άρα οι Αιτητές που βαραίνονται να αποδείξουν πλημμελή έρευνα ως προς την επιβολή του τέλους, περιλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούν την ανταποδοτικότητά του, και όχι οι Καθ΄ ων η αίτηση. Στην απόφαση Δήμος Λεμεσού ν. Zenios Closures Ltd. (1995) 3 ΑΑΔ 249, στην οποία ειδική μνεία έγινε από αμφότερα μέρη, αναφέρθηκε:

 

«Η επιβολή του τέλους έχει σκοπό να καλύψει τη δαπάνη για την υπηρεσία και τη δημιουργία των μέσων για παροχή της υπηρεσίας. Το τέλος πρέπει να είναι ανάλογο με το γενικό κόστος της παροχής και δεν πρέπει εύλογα να υπερβαίνει την αξία της. Το κόστος δεν είναι κατ' ανάγκην μόνο η τρέχουσα δαπάνη για την παροχή της υπηρεσίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Haris Georghallides v. The Village Commission of Ay. Phyla & Another 4 R.S.C.C. 94, M.J. Louisides & Sons Ltd. v. The Municipality of Limassol, (1988) 3 C.L.R. 807 και Αδελφοί Λευκαρίτη Λτδ. ν. Δήμου Λεμεσού, Υπόθεση 1/91, ημερ. 23.10.1992).

 

Το βάρος της απόδειξης ότι ο Δήμος παρέλειψε πριν την επιβολή του τέλους να προβεί στη δέουσα έρευνα βαρύνει τους εφεσίβλητους. Στην παρούσα υπόθεση κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε που να κλονίζει το τεκμήριο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι το τέλος υπολογίστηκε και επεβλήθη αυθαίρετα ή χωρίς τη δέουσα έρευνα.».

 

Στα πλαίσια της διοικητικής διαδικασίας (Ένστασης των Αιτητών) και προκειμένου να εισηγηθούν σφάλμα στον υπολογισμό του τέλους οι Αιτητές υπέβαλαν ότι εσφαλμένα περιελήφθη το κόστος υπηρεσιών που κατέβαλαν οι Αιτητές για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των δικαιούχων του ΓεΣΥ. Ουδέν περαιτέρω. Στη δε προσβαλλόμενη οι Καθ΄ων η αίτηση απάντησαν στον ισχυρισμό αυτό ως εξής:

 

«9.      Σε σχέση με την ανταποδοτικότητα του τέλους χρηματοδότησης της Αρχής, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 4 των Κανονισμών Κ.Δ.Π. 359/2020, τα τέλη καλύπτουν τις διοικητικές δαπάνες που προκύπτουν από την διαχείριση, επιτήρηση και εφαρμογή του Νόμου στους φορείς που καλύπτονται από αυτόν και οι διοικητικές δαπάνες που αναφέρονται στον Κανονισμό 4(1) Κ.Δ.Π. 359/2020 περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων (α) τη διεθνή συνεργασία, εναρμόνιση και τυποποίηση, (β) την παρακολούθηση της συμμόρφωσης και άλλους ελέγχους των φορέων, (γ) τις κανονιστικές εργασίες που περιλαμβάνουν την εκπόνηση και την επιβολή διοικητικών αποφάσεων, (δ) τα γενικά έξοδα σύστασης και λειτουργίας της Αρχής, (ε) την εκπόνηση ή/και συμμετοχή σε συγχρηματοδοτούμενα ή μη έργα, και (στ) την εκποίηση δράσεων της στρατηγικής κυβερνοασφάλειας της Δημοκρατίας. Ως εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφέστατα ότι τα τέλη είναι ανταποδοτικά και αφορούν τις ενέργειες της Αρχής τόσο για τον ίδιο τον ΟΑΥ (υπηρεσίες και υποδομές που παρέχει και χρησιμοποιεί ο ΟΑΥ), όσο και για τον τομέα της Υγείας (δομές, πάροχοι και δικαιούχοι στον τομέα της υγείας κλπ), αλλά και για την κυβερνοασφάλεια του κράτους και του συνολικού περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιείται ο ΟΑΥ, τα οποίο είναι απολύτως απαραίτητα για να λειτουργεί ο ΟΑΥ (ηλεκτροδότηση, ηλεκτρονικές επικοινωνίες, υδροδότηση, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, μεταφορές, κλπ). Οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες της Αρχής για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης και τους ελέγχους των Φορέων προκύπτουν αναλυτικά από τις πρόνοιες του Νόμου 89(Ι)/2020 καθώς και από τη δευτερογενή νομοθεσία της Αρχής.

 

Συνεπώς, η καταβολή του ετήσιου τέλους χρηματοδότησης από τον ΟΑΥ καλύπτει μέρος των διοικητικών δαπανών της Αρχής που περιλαμβάνει όπως προαναφέρθηκε την παρακολούθηση και συμμόρφωση και τους άλλους ελέγχους των φορέων όπως και την εκπόνηση δράσεων της στρατηγικής της κυβερνοασφάλειας της Δημοκρατίας και των εθνικών δραστηριοτήτων για την προστασία των κρίσιμων υποδομών πληροφοριών όπως είναι η Υγεία καθώς και η Αρχή στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της παρέχει στον Οργανισμό υπηρεσίες ψηφιακής Ασφάλειας με στόχο την επίτευξη ενός ελάχιστου επιπέδου ασφάλειας σε Εθνικό Επίπεδο στο τομέα της Υγείας».

 

Συνεπώς στο βάση του υλικού που ετέθη ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση και της απάντησης των τελευταίων, το παρόν δε δύναται να εντοπίσει οποιαδήποτε πλημμέλεια ως προς την ανταποδοτικότητα του τέλους ούτε ότι οι Καθ΄ων η αίτηση κινήθηκαν εκτός ευλόγου πλαισίου. Τα ανωτέρω αιτιολογούν επαρκώς τη προσβαλλόμενη και οι Αιτητές δεν προτείνουν οτιδήποτε προς τεκμηρίωση της ισχυριζόμενης μη ανταποδοτικότητας του τέλους αυτού.

 

Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής οι Αιτητές ήγειραν κάποια περαιτέρω επιχειρήματα για να εισηγηθούν τη μη ανταποδοτικότητα του τέλους (πχ με ιδιαίτερη αναφορά στο ότι οι ίδιοι έχουν συμβληθεί με ιδιώτη με πολύ οικονομικότερη αμοιβή από το ποσό του επιβληθέντος τέλους για την παροχή υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας κ.α), τα οποία όμως δεν μπορούν να πλήξουν την προσβαλλόμενη διότι δεν είναι εξεταστέα (και εδώ εξηγώ για τον λόγο που θεωρώ ότι ο υπ’ αρ. 1 λόγος ακύρωσης είναι εν μέρει εξεταστέος) για δύο λόγους:

 

Πρώτον διότι ποτέ δεν ετέθησαν ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της διοικητικής αναθεώρησης μέσω της ένστασης και άρα δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το παρόν ενώ δεν είχε δοθεί η δυνατότητα στους Καθ΄ων η αίτηση να τα εξετάσουν. Εν προκειμένω ισχύει η ως άνω αρχή της Έπαυλις Κομήτης Λτδ ότι μέσω της ένστασης, όφειλαν οι Αιτητές να είχαν θέσει το υπόβαθρο (ή έστω ικανοποιητικό και τεκμηριωμένο υπόβαθρο) επιχειρημάτων τους ως προς τη μη ανταποδοτικότητα του τέλους ιδίως δεδομένου ότι, βάσει της νομολογίας οι ίδιοι βαρύνονται στην απόδειξή του.

 

Δεύτερον διότι οι εν λόγω αναφορές των Αιτητών δεν αποτελούν απόδειξη πάρα μόνο επιχειρήματα (επακόλουθα της προσβαλλόμενης) εντός αγορεύσεων που δεν δύνανται ούτως ή άλλως να πλήξουν την νομιμότητα της. Είναι σαφές ότι ισχυρισμοί εντός αγορεύσεων δεν συνιστούν απόδειξη αλλά απλώς επιχειρηματολογία που προϋποθέτει ως βάση την ύπαρξη πρωτογενών δεδομένων [βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (2007) 3 A.A.Δ. 384 και απόφαση εντ. Σεραφείμ, ΔΔΔ ως ήταν τότε, σε Πρ. Αρ. 175/2017 Πέτρου ν. ΕΕΥ ημερ. 02.02.2018]. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και τα επιχειρήματα αυτά απαντώνται θεωρώ ικανοποιητικώς στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής και δε κλονίζεται κατά  την αντίληψή μου η προσβαλλόμενη.

 

Συνεπώς ο υπ’ αρ. 1 λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Οι λόγοι ακύρωσης 6 και 7 είναι συναφείς και εξετάζονται ενιαία. Με τον λόγο ακύρωσης υπό 6 εγείρεται ότι το τέλος χρηματοδότησης δεν περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό των Αιτητών για το έτος 2024, ενώ με τον λόγο ακύρωσης υπό 7, τίθεται ότι οι Αιτητές δε μπορούν να διαθέσουν ποσοστό πέραν του 5% του ετήσιου προϋπολογισμού τους για τη διαχείριση του ίδιου του Οργανισμού. Στα πλαίσια των λόγων ακύρωσης υπό 7 (και 9) οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών παραπέμπουν στο άρθρο 4 (2) (η) του Περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου, Ν. 89(1)/ 2001 που προβλέπει «Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (1), ο Οργανισμός έχει αρμοδιότητα:

 

 «να διαθέτει ποσοστό των χρημάτων του ετήσιου προϋπολογισμού το οποίο να μην υπερβαίνει το 5% για τη διαχείριση του ίδιου του Οργανισμού, εκτός αν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το ποσοστό αυτό αυξηθεί·»

 

Το προσβαλλόμενο τέλος υπερβαίνει, εισηγούνται οι Αιτητές, το ποσοστό του 5% το οποίο οι Αιτητές δικαιούνται βάσει του ως άνω νόμου να διαθέσουν για την διαχείριση του ίδιου του Οργανισμού, σε αντιδιαστολή με την διαχείριση του Ταμείου Ασφάλισης Υγείας που είναι κάτι διαφορετικό.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ων η αίτηση υποβάλλουν ότι οι Αιτητές οφείλουν να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ορισμό τους ως Φορείς Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών για τον Τομέα της Υγείας με επίπεδο κρισιμότητας Πολύ Υψηλό όπως αυτές προβλέπονται στο Νόμο και στους δυνάμει αυτού εκδοθέντες Κανονισμούς και εναπόκειται στους ιδίους να περιλάβουν σχετική πρόνοια στον ετήσιο προϋπολογισμό ή να λάβουν τα δέοντα (πχ προς έγκριση συμπληρωματικού προϋπολογισμού) για την καταβολή των τελών στους Καθ΄ων η αίτηση, η οποία αποτελεί ετήσια νομική υποχρέωση τους. Οι Αιτητές, όμως παραλείπουν να συμπεριλάβουν στον ετήσιο προϋπολογισμό τους το ετήσιο τέλος χρηματοδότησης που οφείλουν να καταβάλλουν προβάλλοντας ως ισχυρισμό την αδυναμία πληρωμής του τέλους λόγω μη συμπερίληψης του στον προϋπολογισμό τους.

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί αδυναμίας διάθεσης ποσοστού πέραν του 5% του ετήσιου προϋπολογισμού τους για την διαχείριση του ίδιου του Οργανισμού, οι Καθ΄ων η αίτηση θέτουν ότι ο υπολογισμός του ποσού τέλους χρηματοδότησης για το έτος 2024 που αναλογεί στους Αιτητές βασίστηκε σε στοιχεία των ίδιων των Αιτητών και συγκεκριμένα στις συνολικές πραγματικές δαπάνες τους για το έτος 2022, σύμφωνα με στοιχεία από τις οικονομικές καταστάσεις του για το έτος το οποίο έληξε στις 31.12.2022 ενώ προκύπτει ότι το 5% του ετήσιου προϋπολογισμού υπερκαλύπτει κατά πολύ το τέλος χρηματοδότησης που αναλογεί στους Αιτητές για το έτος 2022. Σημειώνουν ότι ο προϋπολογισμός των Αιτητών για το έτος 2022, ως έχει εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ήταν €1.386.960.000 (ένα δισεκατομμύριο τρακόσια ογδόντα έξι εκατομμύρια εννιακόσιες εξήντα χιλιάδες ευρώ) και το τέλος χρηματοδότησης για το έτος 2024 που αναλογούσε στους Αιτητές ανέρχεται στα €2.314.828 δηλαδή αναλογεί σε 0,17% (0,1668%) του συνολικού ετήσιου προϋπολογισμού των Αιτητών για το έτος 2022.

 

Θέτουν συναφώς ότι, οι Αιτητές μπορούσαν να αιτηθούν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων την έγκριση συμπληρωματικού προϋπολογισμού για το τρέχον έτος κάτι που ήδη έπραξαν για τον προϋπολογισμό του 2023 αιτούμενοι συμπληρωματικές πιστώσεις ύψους €67.400.000 που υπερψηφίστηκαν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όμως και πάλι ούτε εκεί συμπεριέλαβαν το τέλος χρηματοδότησης που οφείλαν δια Νόμου να καταβάλουν στους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Συμφωνώ εν προκειμένω με τις πιο πάνω θέσεις των Καθ΄ων η αίτηση σημειώνοντας περαιτέρω τα ακόλουθα:

 

Το ότι οι Αιτητές δεν συμπεριέλαβαν στον προϋπολογισμό τους το συγκεκριμένο τέλος, δε θεωρώ ότι αποτελεί ούτε λόγο για τη μη έκδοση από τους Καθ’ ων η αίτηση του εκάστοτε τέλους (ως το προσβαλλόμενο) ούτε για τη μη καταβολή του, εφόσον νομιμώς αυτό εκδίδεται. Η ορθή σύνταξη του εκάστοτε προϋπολογισμού βαραίνει τους ιδίους και δε διαπιστώνω ο Περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμος του 2014 (20(I)/2014) να προβλέπει περί του αντιθέτου ούτε, εν πάση περιπτώσει, και οι Αιτητές εισηγούνται παράβαση οποιασδήποτε πρόνοιας του νόμου αυτού εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση. Παραπέμπουν μόνο στο άρθρο 4 (2) (η) του Ν. 89(1)/ 2001  (ως είχε), επί του οποίου όμως θέτουν ότι οι ίδιοι οι Αιτητές θα παραβιάσουν αν συμμορφωθούν με την προσβαλλόμενη.

 

Επί τούτου όμως οι Αιτητές δεν υπέδειξαν οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι το επιβληθέν εδώ επίδικο τέλος υπερβαίνει το 5% που προβλέπει το άρθρο 4 (2) (η) του Ν. 89(1)/2001 ούτε καν ότι το τέλος αυτό, σε συνέργεια με άλλα έξοδα τους, θα προκαλέσει μια τέτοια υπέρβαση. Τουναντίον δεν αμφισβητήθηκε η θέση των Καθ’ ων η αίτηση με παραπομπή στα ως άνω αναφερόμενα συγκεκριμένα ποσά ότι το ποσό τέλους που αφορά η προσβαλλόμενη είναι κατά πολύ μικρότερο από το εν λόγω 5%. Ως εκ τούτου δεν τίθεται, υπό τις περιστάσεις, ούτε ζήτημα παράβασης του άρθρου αυτού.

 

Εδώ μάλιστα να αναφέρω παρενθετικά ότι το ίδιο το άρθρο 4 (2) (η) του Ν. 89(1)/2001 προβλέπει δυνατότητα αύξησης του ποσοστού αυτού με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου άρα θα μπορούσε εν δυνάμει να δοθεί λύση και σε ένα υποθετικό ενδεχόμενο που τα έξοδα διαχείρισης υπερέβαιναν το 5%. Τούτο λεχθέν εν παρόδω εφόσον, ως αναφέρθηκε ήδη, δεν τεκμηριώθηκε ότι εν προκειμένω είναι αυτή η περίπτωση.

 

Οι λόγοι ακύρωσης υπό 6 και 7 απορρίπτονται.

 

Με τον λόγο ακύρωσης υπό 8 υποβάλλεται ότι είναι λανθασμένο το ποσό των πραγματικών δαπανών και/ή αποτελεί πλάνη περί το νόμο και/ή τα πράγματα και/ή η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά παράβαση του προσδιορισμού του ύψους των τελών ως αυτό προβλέπεται στην Κ.Δ.Π. 359/2022

 

Κατά την εισήγηση, οι πραγματικές δαπάνες των Αιτητών για το 2022 είναι €18.017.342 που στις σχετικές οικονομικές καταστάσεις αναφέρονται ως «έξοδα διοικητικής λειτουργίας» (αυτά που στις  οικονομικές καταστάσεις αναφέρεται ότι αφορούν μισθούς και επιδόματα προσωπικού, αγορά επαγγελματικών υπηρεσιών και «άλλα έξοδα διοικητικής λειτουργίας»), ενώ οι καθ’ ων η αίτηση πρόσθεσαν λανθασμένα ποσό €1.396.220.069, το οποίο αφορά κόστος υπηρεσιών για τη διαχείριση του ταμείου ασφάλισης υγείας και περιλαμβάνει τα ποσά που καταβάλλουν οι Αιτητές ως έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους δικαιούχους του οργανισμού (ποσά τα οποία πληρώνονται γιατροί, φαρμακοποιοί, φυσιοθεραπευτές), που δεν αφορούν δαπάνη των Αιτητών και το ποσό αυτό δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν τον ισχυρισμό των Αιτητών. Θέτουν ότι, οι Κανονισμοί Κ.Δ.Π. 359/2020 προνοούν τον υπολογισμό βάσει των συνολικών πραγματικών δαπανών για κρατικούς φορείς και εφόσον, σε συμμόρφωση με την Απόφαση Αρ. 1493/2022, θεωρούνται κρατικοί φορείς και στους Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 359/2020 δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε διαχωρισμός των πραγματικών δαπανών των κρατικών φορέων ή ότι κατά τον υπολογισμό του τέλους πρέπει να λαμβάνονται οι δαπάνες που προκύπτουν από έξοδα διοικητικής λειτουργίας, οποιοσδήποτε τέτοιος διαχωρισμός των πραγματικών δαπανών από τους Καθ΄ων η αίτηση, θα ήταν αυθαίρετος και κατά παράβαση των διατάξεων των Κανονισμών Κ.Δ.Π. 359/2020.

 

Και στο συγκεκριμένο ζήτημα συμφωνώ με τους Καθ΄ων η αίτηση. Πέραν της λιτής αναφοράς ότι το κόστος υπηρεσιών για τη διαχείριση του ταμείου ασφάλισης υγείας/εξόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των δικαιούχων των Αιτητών (ποσά τα οποία πληρώνονται γιατροί, φαρμακοποιοί, φυσιοθεραπευτές), δεν αφορούν δαπάνη των Αιτητών και το ποσό αυτό δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό του τέλους, δεν ετέθη ενώπιόν του παρόντος (ούτε όμως είχε τεθεί στην Ένστασή τους) οποιαδήποτε συγκεκριμένη βάση/ τεκμηρίωση που να υποστηρίζει τη θέση ότι οι πραγματικές δαπάνες πρέπει να είναι μόνο τα «έξοδα διοικητικής λειτουργίας» συνεπώς δε βλέπω πως θα μπορούσε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των Αιτητών.

 

Ούτε όμως ο γενικός ισχυρισμός περί παράβασης της Κ.Δ.Π. 359/2020, χωρίς παράθεση της συγκεκριμένης πρόνοιας που θίγεται (και με σαφή αιτιολόγηση για ποιον λόγο θίγεται), μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα πλάνης ή παράβασης. Εκτός του ότι τέτοια παράβαση δεν είχε καν εγερθεί στην Ένσταση των Αιτητών ώστε να είναι εξεταστέα στα πλαίσια της παρούσας, διαπιστώνω ότι στην προσβαλλόμενη οι Καθ’ ων η αίτηση αιτιολόγησαν επαρκώς με σαφή παραπομπή αφενός στις αρμοδιότητες και ευθύνες των Αιτητών ως Φορέα Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών, για τον τομέα της Υγείας με επίπεδο κρισιμότητας Πολύ Υψηλό αλλά και στον κανονισμό 4(1) της Κ.Δ.Π. 359/2020 που περιλαμβάνει ότι τα τέλη καλύπτουν και «διοικητικές δαπάνες για την εκπόνηση δράσεων της στρατηγικής κυβερνοασφάλειας της Δημοκρατίας» [4(1)(στ) Κ.Δ.Π. 359/2020], υποβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι τα τέλη αφορούν τις ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση τόσο για τους ίδιους τους Αιτητές και τις υπηρεσίες και υποδομές που παρέχουν και χρησιμοποιούν, όσο όμως και για τον τομέα της Υγείας, ήτοι τις δομές, πάροχους και δικαιούχους στον τομέα της υγείας κλπ, αλλά και για την κυβερνοασφάλεια του κράτους και του συνολικού περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιούνται οι Αιτητές, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για να λειτουργούν οι Αιτητές (ηλεκτροδότηση, ηλεκτρονικές επικοινωνίες, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, υδροδότηση, μεταφορές, κλπ).

 

Δεν αναφέρθηκε όμως οτιδήποτε που να καταρρίπτει τα ως άνω ή που να φανερώνει πλάνη των Καθ’ ων η αίτηση ως προς όσα ανέφεραν.

 

Εδώ ειδικότερα σημειώνω ότι στο σχετικό Παράρτημα της Α.Ε. ΑΨΑ 05/2021, πράξη που περιβάλλεται με τεκμήριο νομιμότητάς (ως αναφέρθηκε ήδη, δεν είναι επίδικη ούτε τα εκεί περιεχόμενα ελέγχονται ακυρωτικά στην παρούσα), αναφέρθηκε ρητώς ως «Υποδομή που υποστηρίζει την Υπηρεσία» με Επίπεδο Κρισιμότητας Υποδομής «Πολύ Υψηλό», τα ακόλουθα:

 

“Integrated Information System (accessible by HIO, Medical staff, pharmacies, patients, call-centre operators)”

 

Συνεπώς  η αντίληψή μου είναι ότι ο ως άνω καθορισμός των Αιτητών ως Φορέα Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών, για τον τομέα της Υγείας με περιγραφή της υποδομής στην οποία ρητώς περιλαμβάνεται το σύνολο των δομών, παρόχων, ιατρών, φαρμακοποιών, δικαιούχων, ακόμα και τηλεφωνικών κέντρων στον τομέα της υγείας ουσιαστικά και ελλείψει οποιασδήποτε τεκμηρίωσης στα πλαίσια της παρούσας περί του αντιθέτου, υποστηρίζει τη θέση των Καθ΄ων η αίτηση ως διατυπώθηκε στην προσβαλλόμενη, ότι το τέλος δε μπορεί να περιοριστεί στα «έξοδα διοικητικής λειτουργίας» αλλά αφορά το σύνολο πραγματικών δαπανών τους του τομέα υγείας, περιλαμβανομένων των προαναφερόμενων δομών, πάροχων δικαιούχων, ιατρών, φαρμακοποιών κτλ όπου δραστηριοποιούνται οι Αιτητές και τους οποίους επίσης το πληροφοριακό σύστημα (Integrated information system) εμπλέκει και αφορά.

 

Και ο συγκεκριμένος άρα λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Με τον λόγο ακύρωσης υπό 9 τίθεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα πλάνης περί το νόμο καθότι οι πραγματικές δαπάνες των Αιτητών, ως διαχειριστή και θεματοφύλακα του Ταμείου Ασφάλισης Υγείας δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 5% του ετήσιου προϋπολογισμού του καθότι οι ίδιοι δεν είναι πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος του ταμείου αλλά οι δικαιούχοι του γενικού σχεδίου υγείας, που προσδοκούν και δικαιούνται να έχουν πλήρως και όλα τα ωφελήματα που ο Νόμος προσφέρει, κάτι που οι Καθ΄ ων η αίτηση κατάργησαν με τον τρόπο υπολογισμού του τέλους, ο οποίος ήταν λανθασμένος.

 

Οι Καθ΄ων η αίτηση απαντούν ότι στον ιδρυτικό του Ταμείου Ασφάλισης Υγείας Νόμο 89(Ι)/2001, δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε διαχωρισμός μεταξύ των πραγματικών δαπανών των Αιτητών και των δαπανών του Ταμείου στο δε άρθρο 4 του ιδίου Νόμου, προβλέπεται η αρμοδιότητα των Αιτητών να διαχειρίζονται το Ταμείο και άρα δεν τίθεται ζήτημα πλάνης.

 

Ούτε επ’ αυτού του λόγου ακύρωσης είμαι σύμφωνος με τις θέσεις των Αιτητών. Καταρχάς, ως προς το άρθρο 4(2)(η) του Νόμου 89(Ι)/2001 και το εκεί προβλεπόμενο 5%, σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στην ανάλυση επί των λόγων ακύρωσης υπό 6-8, τα οποία υιοθετούνται και εδώ. Περαιτέρω θεωρώ τα όσα ανέφερα πιο πάνω υπό 8, καλύπτουν και τη θέση των Αιτητών ότι δεν πρέπει στον υπολογισμό να λαμβάνονται υπόψη τα  ποσά τα οποία καταβάλλουν οι Αιτητές ως προς τη διαχείριση του ταμείου ασφάλισης υγείας ως έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους δικαιούχους του οργανισμού. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν ετέθη ενώπιόν του παρόντος (ούτε όμως είχε τεθεί στην Ένστασή των Αιτητών) οποιαδήποτε τεκμηρίωση που να υποστηρίζει ότι το κόστος υπηρεσιών για τη διαχείριση του ταμείου ασφάλισης υγείας/εξόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των δικαιούχων των Αιτητών (ποσά προς γιατρούς, φαρμακοποιούς, φυσιοθεραπευτές), δεν αποτελούν πραγματική δαπάνη των Αιτητών και το ποσό αυτό δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό του τέλους, συνεπώς δε βλέπω πως θα μπορούσε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των Αιτητών.

 

Σε κάθε περίπτωση δε θεωρώ ότι η επίκληση των προνοιών του Νόμου 89(Ι)/2001 (άρθρα 4 και 18) ως προς το Ταμείο Ασφάλισης Υγείας, διαφοροποιεί τα δεδομένα προς αποδοχή των επιχειρημάτων των Αιτητών, εφόσον εκεί [άρθρο 4(2)(α) Νόμου 89(Ι)/2001] πράγματι προβλέπεται ρητώς η γενική αρμοδιότητα των Αιτητών να διαχειρίζονται το Ταμείο. Συνεπώς δεν εντοπίζω οποιαδήποτε βάση ότι το επιβληθέν τέλος παραβίασε τις εν λόγω πρόνοιες του Νόμου αλλά αντιθέτως, η παραπομπή στις πρόνοιες αυτές υποστηρίζει την προσβαλλομένη.

 

Δεδομένων των πιο πάνω, ουδείς εκ των εξεταστέων λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη επικυρώνεται με έξοδα €2.000 (πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει) υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1] Υπόθεση Αρ. 1493/2022 Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας ν. Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας μέσω γραφείου Επίτροπου Επικοινωνιών από τη Λευκωσία ημ. 06.02.2023 (πιο κάτω αναφέρεται ως Απόφαση Αρ. 1493/2022).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο