ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 416/2021
28 Μαΐου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
Αιτητής,
ΚΑΙ
|
1. |
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ |
|
2. |
ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ |
|
3. |
ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΡΙΣΕΩΝ |
|
4. |
ΑΡΧΗΓΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ |
Καθ’ ων η αίτηση.
------------
Α. Καραμανώλης, για Καραμανώλης και Καραμανώλης ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον αιτητή.
Θ. Χατζηλούκας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής ζητά:
«Α. Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση για τερματισμό της υπηρεσίας του Αιτητή, για την οποία έλαβε γνώση στις 18 Φεβρουαρίου 2021, (Παράρτημα Α στην παρούσα) είναι παράνομη και άκυρη και στερείται οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Β. Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου 2021, να επικυρώσει τον κατάλογο κρίσεων του Ανωτέρου Συμβουλίου Κρίσεων, με τον οποίο ο Αιτητής κρίθηκε ως Ευδοκίμως Τερματίσας την υπηρεσία του, καθώς και η απόφαση του Ανωτέρου Συμβουλίου Κρίσεων, στη συνεδρία του ημερομηνίας 9 Φεβρουαρίου 2021, να κρίνει τον Αιτητή ως Ευδοκίμως Τερματίσαντα την υπηρεσία του (Παράρτημα Β στην παρούσα), για την οποία έλαβε γνώση στις 11 Φεβρουαρίου 2021 (Παράρτημα Γ στην παρούσα), είναι παράνομες και άκυρες και στερούνται οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Γ. Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ ων η Αίτηση με την οποία κρίθηκαν τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1. Υπτγος Παντελίδης Παναγιώτης και 2. Υπτγος Χατζηδημητρίου Μιχάλης ως Προακτέοι κατ' εκλογή, καθώς και η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2021, για προαγωγή των εν λόγω Ενδιαφερομένων Μερών, στο βαθμό του Υποστράτηγου, αντί και/ή πρόσθετα προς τον Αιτητή (Παράρτημα Δ στην παρούσα) είναι παράνομες και άκυρες και στερούνται οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.»
Ως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, τα γεγονότα της υπόθεσης, έχουν ως εξής:
Ο Αιτητής, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μόνιμος Αξιωματικός απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, της τάξης 1986. Μετά την αποφοίτησή του από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων διορίστηκε στον Στρατό της Δημοκρατίας με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού από 11.7.1986. Προάχθηκε στο βαθμό του Ταξίαρχου στις 23.4.2019. Με βάση τον κατεχόμενο του βαθμό θα αφυπηρετούσε την 1.2.2023. Το Ανώτερο Συμβούλιου Κρίσεων, στην τακτική σύνοδο για το έτος 2021 η οποία πραγματοποιήθηκε στις 9.2.2021 έκρινε τον Αιτητή ως «ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία» του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38 (6) (δ) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018, παραθέτοντας και τους λόγους για την απόφασή του αυτή. Συγκεκριμένα το Συμβούλιο κατέληξε στην απόφαση αυτή αφού έλαβε υπόψη όσα θα αναφερθούν πιο κάτω.
Παρατίθεται απόσπασμα των πρακτικών, αυτούσια, σε δύο μέρη, σε όση έκταση αφορά τον Αιτητή, ως καταγράφεται και στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση. Το «A' Μέρος», αναγράφηκε στο προοίμιο των πρακτικών και αφορά όλους τους επηρεαζόμενους αξιωματικούς, ενώ το «B' Μέρος» αφορά τον Αιτητή.
«Α ΜΕΡΟΣ
«Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, το οποίο συγκροτήθηκε δυνάμει των προνοιών των Κανονισμών 29 και 30 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016), συνήλθε σε τακτική σύνοδο για το έτος 2021, στο γραφείο του Υπουργού Άμυνας στο Υπουργείο Άμυνας, την Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2021 και ώρα 5.00 μ.μ., για να προβεί σε κρίση ενός (1) Υποστρατήγου, οχτώ (8) Ταξίαρχων, και σαράντα (40) Συνταγματαρχών του Στρατού της Δημοκρατίας, για το έτος 2021.
2. Με βάση την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 3.2.2021, ο Υπουργός Εσωτερικών και ο Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος διορίστηκαν, προκειμένου μαζί με τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς να αποτελέσουν τα μέλη του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων για το έτος 2021 υπό την προεδρία του Υπουργού Άμυνας.
3. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 31 παράγραφος (2) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 «Σε τακτική σύνοδο το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων συνέρχεται όχι αργότερα από το τέλος του μηνός Μαρτίου....». H αναφερόμενη προθεσμία με βάση την επιφύλαξη του ίδιου Κανονισμού είναι ανατρεπτική : «Νοείται ότι η προθεσμία που καθορίζεται στην παρούσα παράγραφο αναφορικά με τις τακτικές συνόδους του Συμβουλίου Κρίσεων και του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων είναι ανατρεπτική.... ».
Κατ' εφαρμογή του εν λόγω Κανονισμού, ο Υπουργός Άμυνας με απόφασή του, όρισε την τακτική σύνοδο του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων στις 9.2.2021.
4. Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, κατά τη λήψη απόφασης για τους κρινόμενους Αξιωματικούς έλαβε υπόψη ιδιαίτερα τα πιο κάτω:
(α) τις πρόνοιες τον Κανονισμού 28 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018, οι οποίες καθορίζουν τις ειδικές καταστάσεις που αποκλείουν την κρίση Αξιωματικού έστω και εάν πληροί τις προϋποθέσεις για να δικαιούται κρίσης που καθορίζονται στον Κανονισμό 25 (1) και (2) των προαναφερθέντων Κανονισμών
(β) τις πρόνοιες των Κανονισμών 37 και 38 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018, οι οποίες καθορίζουν τις διαβαθμίσεις των κρίσεων και τα κριτήρια κρίσεως των Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας για κάθε βαθμό
(γ) τις πρόνοιες των Κανονισμών 46 και 47 της K.Δ.Π. 351/2016 και ιδιαίτερα τις πρόνοιές τους που καθορίζουν τα πιο κάτω:
(i) το κριτήριο τον φυσιολογικού βάρους σύμφωνα με τον Κανονισμό 46 (5) (α), δε λαμβάνεται υπόψη για τις κρίσεις που διενεργήθηκαν στη συγκεκριμένη τακτική σύνοδο
(ίί) η σειρά επιτυχίας αποφοίτησης από την Α.ΔΙ.ΣΠ. Ο. δεν λαμβάνεται υπόψη για τους Αξιωματικούς που αποφοίτησαν από την εν λόγω σχολή μέχρι τον χρόνο έναρξης των ισχυόντων Κανονισμών (2/12/2016)
(iii) για τους Αξιωματικούς που δεν είχαν υποχρέωση συμπλήρωσης χρόνου διοίκησης με βάση την K.Δ.Π. 90/90 και έχουν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) χρόνια υπηρεσίας στον Στρατό της Δημοκρατίας η αποφοίτηση από τη Σ.ΔΙ.ΕΠ., την Α.ΔΙ.Σ.ΠΟ και τη Σ.ΕΟ.Α δεν αποτελεί προϋπόθεση της διαβάθμισης της κρίσης τους σε οποιοδήποτε βαθμό
(ίν) το κριτήριο της πιστοποιημένης γνώσης τουλάχιστον μιας ξένης γλώσσας σε επίπεδο τουλάχιστον «Πολύ Καλή», σύμφωνα με τον Κανονισμό 47 (8) δεν λαμβάνεται υπόψη για τις κρίσεις που διενεργήθηκαν στη συγκεκριμένη τακτική σύνοδο
(ν) ότι η βαθμολογία «Πολύ Καλή» (9), «Καλή» (7 και 8) ή «Μέτρια» (4 και 5) που τέθηκε σε Έκθεση Ικανότητας Αξιωματικού δυνάμει των καταργηθέντων περί Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 μέχρι 2013, λογίζεται ως «Εξαίρετη», «Πολύ Καλή» ή «Καλή», αντίστοιχα
(δ)
τα λεπτομερή στοιχεία, τα οποία τηρούνται στα αρχεία της υπηρεσίας για ολόκληρη τη σταδιοδρομία του κάθε Αξιωματικού ξεχωριστά, που ο Εισηγητής (ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς) μετά από προσωπική και ενδελεχή έρευνα έθεσε ενώπιόν του Συμβουλίου για τον καθένα από τούς υπό κρίση Αξιωματικούς, όπως αυτά προκύπτουν από τον ατομικό φάκελό τους και που ήταν στη διάθεσή όλων των μελών του Συμβουλίου, προκειμένου να μελετήσουν τα στοιχεία του κάθε κρινόμενου Αξιωματικού διεξοδικά και ξεχωριστά. Στα εν λόγω στοιχεία εμπεριέχονται όλες οι Αξιολογήσεις του Αξιωματικού, οι μονάδες οι οποίες υπηρέτησε, η επιπρόσθετη στρατιωτική εκπαίδευση και οι βαθμολογικές επιτυχίες τους, η επιπρόσθετη ακαδημαϊκή επιμόρφωση, η γνώση ξένων γλωσσών, η παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, η συμπλήρωση χρόνου διοίκησης κ.α.
(ε) την εισήγηση του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς, στην οποία αναλύθηκε ο τρόπος με τον οποίο επιθυμεί να διέπεται το ευρύτερο πλαίσιο λειτουργίας της Εθνικής Φρουράς και των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο αποτελεί κατ' εξοχήν τεχνικό ζήτημα και μάλιστα ευαίσθητης φύσεως και εναπόκειται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο
(στ) τον κανονισμό 38 (8) (β) σύμφωνα με τον οποίο το Ανώτερο Συμβούλιο δύναται να κρίνει ως «ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους» για λόγους δημοσίου συμφέροντος με βάση τις πρόνοιες των παραγράφων (5), (6), (7) του ίδιου κανονισμού για τους βαθμούς Συνταγματάρχη, Ταξίαρχου και Υποστράτηγου έκρινε σκόπιμο να εξετάσει και να αξιολογήσει εν πρώτοις την εν γένει κατάσταση, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τις ανάγκες μετεξέλιξης και τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε Αξιωματικούς, κατά Κλάδο, όπως διαμορφώνονται από την ανάγκη να έχει και να διατηρεί η Εθνική Φρουρά τη μαχητική εκείνη ικανότητα που θα της επέτρεπε να ανταποκρίνεται στην ανάγκη σχεδιασμού και διοίκησης ενός σύγχρονου στρατεύματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κορμός της Εθνικής Φρουράς σήμερα είναι ο Κλάδος του Στρατού Ξηράς.
Το Συμβούλιο αφού εξέτασε τα πιο πάνω κατέληξε ότι:
(i) οι Ένοπλες Δυνάμεις μιας χώρας, για να είναι σε Θέση να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές, υπάρχει ανάγκη να στελεχώνονται από Αξιωματικούς, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται, να κατανοούν και να διαχειρίζονται τις στρατηγικές/ επιχειρησιακές και τακτικές καταστάσεις στο εγγύς και ευρύτερο γεοστρατηγικό περιβάλλον και τις εξελίξεις στις στρατιωτικές υποθέσεις, να έχουν τη δυνατότητα εκτίμησης των διαμορφούμενων καταστάσεων και λήψης ορθών αποφάσεων σε ταχέως εξελισσόμενες καταστάσεις σε περιόδους κρίσεων και επιχειρήσεων, αλλά και τη δυνατότητα επαρκούς εκπροσώπησης της Κύπρου στο εξωτερικό-
(ii) Οι πιο πάνω ανάγκες της Εθνικής Φρουράς επιτάσσουν όπως οι Αξιωματικοί και των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα βαθμού Συνταγματάρχη και άνω, στους οποίους ανατίθεται η διοίκηση Σχηματισμών και Συγκροτημάτων και η διεύθυνση κρίσιμων επιτελικών θέσεων της Εθνικής Φρουράς και του Υπουργείου Άμυνας, Θα πρέπει να διαθέτουν, τουλάχιστον, το απαραίτητο και πιστοποιημένο προς τούτο εννοιολογικό και γνωσιολογικό υπόβαθρο, το οποίο αποκτάται με την επιπρόσθετη εξειδικευμένη ανώτατη στρατιωτική μόρφωση (δηλαδή από την φοίτηση στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την φοίτηση στις Στρατιωτικές Σχολές της Ελλάδας κυρίως της ΑΔΙΣΠΟ και της ΣΕΘΑ αλλά και άλλες στρατιωτικές σχολές ισότιμες και ισάξιες με αυτές), με επιμορφωτικά σεμινάρια και την ευρύτερη εκπαίδευση σε ζητήματα σύγχρονης στρατηγικής/επιχειρησιακής και τακτικής μορφής. Ακόμη αποκτάται με επιπρόσθετη ακαδημαϊκή
μόρφωση, κατά προτίμηση, συναφή με στρατιωτικά Θέματα και στρατιωτική εκπαίδευση, τη γνώση ξένης γλώσσας ιδιαίτερα της Αγγλικής η οποία είναι και η επίσημη διεθνής γλώσσα, αλλά και την πολύπλευρη, διακλαδική επιτελική και διοικητική εμπειρία η και η συμπλήρωση του προβλεπόμενου σε κάθε βαθμό χρόνου διοίκησης
(iii) δεδομένης της παρούσας κατάστασης, δομής και επιχειρησιακής σχεδίασης της Εθνικής Φρουράς, στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας, ήτοι στον βαθμό του Υποστρατήγου η παρουσία Αξιωματικών του Κλάδου του Στρατού Ξηράς, το οποίο όπως προαναφέρθηκε αποτελεί σήμερα τον κορμό των Ενόπλων Δυνάμεων εξυπηρετεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις επιχειρησιακές ανάγκες της Εθνικής Φρουράς και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον,
Και αποφάσισε ότι αποτελεί αδήριτη ανάγκη όπως, ενεργοποιηθούν οι διατάξεις που αφορούν την εξουσία του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων (Κανονισμό 38 (8) (β) των προαναφερόμενων Κανονισμών), σχετικά με την κρίση Αξιωματικών ως «ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους» για τους πιο κάτω λόγους δημοσίου συμφέροντος:
(α) την εξύψωση του ηθικού του συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες
(β) την αποσυμφόρηση της πυραμίδας της ιεραρχίας και την αποφυγή παραμονής Αξιωματικών κυρίως βαθμού Συνταγματάρχη και Ταξιάρχου για πολλά έτη, χωρίς να έχουν στην ουσία περαιτέρω προοπτικές ανέλιξης
(γ) στην ηγεσία των Σχηματισμών της Ε.Φ, να ανέλθουν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις, ιδέες και περαιτέρω στρατιωτική και ακαδημαϊκή εκπαίδευση
(δ) την αποκαθήλωση των Αξιωματικών οι οποίοι είναι στον ίδιο βαθμό πολλά χρόνια (πολύ περισσότερα απ' αυτά τα οποία προβλέπονται στον σχετικό Κανονισμό)
(ε) να δημιουργηθούν οι προοπτικές ανέλιξης των χαμηλόβαθμων Αξιωματικών, συμβάλλοντας στη διατήρηση Της μαχητικής ικανότητας της Εθνικής Φρουράς·
(στ) να ωθήσει Τους νεότερους Αξιωματικούς για περαιτέρω ατομική μόρφωση (απόκτηση πτυχίων, εκμάθηση ξένων γλωσσών, μεταπτυχιακά κ.τ.λ.) βλέποντας τις προοπτικές ανέλιξης οι οποίες δημιουργούνται
(ζ) να αναστρέψει την πεποίθηση που επικρατεί στους κατώτερους και ανώτερους Αξιωματικούς ότι αφού δεν υπάρχει καμία προοπτική ανέλιξης, δεν απαιτείται να καταβάλουν Τα μέγιστα Των δυνατοτήτων τους·
(η) την ανάγκη για όσο το δυνατότερο τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων που τίθενται στους Κανονισμούς για Τα χρόνια τα οποία δύναται να προαχθεί Αξιωματικός στον επόμενο βαθμό, τα οποία έχουν τεθεί προκειμένου οι Αξιωματικοί να είναι στην κατάλληλη ηλικία για να αποδώσουν τα μέγιστα ανάλογα με το βαθμό τους·
(θ) να υλοποιήσει τα όσα παρουσιάστηκαν, κατά συνεδρία του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων, στην εισήγηση του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς και αφορούν την ευρύτερη λειτουργία τους στρατεύματος, τα οποία δεν καταγράφονται στα πρακτικά γιατί αποτελούν ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με την Άμυνα της χώρας.
5. Κατόπιν των προαναφερθέντων, το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων έλαβε τις πιο κάτω αποφάσεις αναφορικά με τους σαράντα εννέα (49) Αξιωματικούς βαθμού Υποστρατήγου, Ταξίαρχου και Συνταγματάρχη, που πληρούσαν τις καθοριζόμενες προϋποθέσεις για το τρέχον έτος.»
«B" ΜΕΡΟΣ
«Ταξίαρχος Νεόφυτος Νεοφύτου, ΑΜ 2989
Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου (8) (β) τον Κανονισμού 38 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016) που του δίνει την εξουσία να κρίνει Αξιωματικούς ως ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αφού έλαβε υπόψη τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 4 των παρόντων πρακτικών και ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 38 (6) (δ) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016) σύμφωνα με τον οποίο Αξιωματικός βαθμού Ταξιάρχου μπορεί να κριθεί ως «ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του» εφόσον:
«1. Μέχρι την 1η Μαρτίου του έτους σύγκλησης του Ανώτερου Συμβουλίου
Κρίσεων έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του και έχει συμπληρωμένο το μέγιστο αριθμό μηνών που απαιτείται, με βάση τις διατάξεις του περί Συντάξεων Νόμου τον 1997, για σκοπούς καταβολής ετήσιας σύνταξης.
2. Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, συνεκτιμώντας την όλη σταδιοδρομία του, κρίνει ότι υπηρέτησε ευδόκιμα, αλλά η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του παρόντος Κανονισμού. Και
3. Δεν είναι ένοχος σοβαρού ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος.».
και αφού έλαβε υπόψη ειδικότερα ως προς τον εν λόγω Αξιωματικό:
(α) ότι έχει συμπληρώσει το 55ο έτος Της ηλικίας του και έχει συμπληρωμένο το μέγιστο αριθμό μηνών που απαιτείται, με βάση τις διατάξεις του περί Συντάξεων Νόμου του 1997, για σκοπούς καταβολής ετήσιας σύνταξης,
(β) ότι δεν είναι ένοχος σοβαρού ποινικού αδικήματος ή σοβαρού
πειθαρχικού παραπτώματος,
(γ) την όλη επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού,
συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης σε στρατιωτικές σχολές,
(δ) ότι δεδομένου πως δεν έχει συμπληρωμένο τον απαιτούμενο χρόνο
διοίκησης δεν δύναται να κριθεί ως προακτέος και ως εκ τούτον δεν έχει περαιτέρω προοπτικές ανέλιξης,
(ε) την ηλικία τον Αξιωματικού (πέρα των 56 ετών), και
(στ) ότι δεδομένου πως δύο αρχαιότεροι Αξιωματικοί, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το χρόνο διοικήσεως έχουν κριθεί ως προακτέοι κατ' εκλογή,
αποφάσισε να τον κρίνει ομόφωνα ως «ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία του»
επειδή έκρινε ότι αφού δεν έχει περαιτέρω προοπτικές ανέλιξης, η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, επειδή παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης
Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και μικρότερης ηλικίας και εκπληρώνει με καλύτερο τρόπο την αναφερόμενη στην παράγραφο 4, επιχειρησιακή σχεδίαση και μετεξέλιξη.»
Συνεπεία της ανωτέρω κρίσης το όνομα του αιτητή αναγράφηκε στον πίνακα των Αξιωματικών που κρίθηκαν ως ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους. Με απόφαση ημερομηνίας 10.02.2021, το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από σχετική πρόταση του Υπουργού Άμυνας, κύρωσε τους καταρτισθέντες σε σχέση με τις διενεργηθείσες κρίσεις πίνακες, οι οποίοι ακολούθως κοινοποιήθηκαν στον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς. Με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, ο Αρχηγός κοινοποίησε στον αιτητή την απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του.
Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23.4.2021, όπου ο αιτητής προβάλλει ισχυρισμό περί έλλειψης «Επαρκούς Έρευνας / Δέουσας Αιτιολογίας / Νομικής και/ή Πραγματικής πλάνης», και ότι, στη παρούσα εντοπίζεται «Αντισυνταγματικότητα / Δυσμενής Διάκριση λόγω ηλικίας / Παραβίαση της Αρχής της Ισότητας / Ασυνεπής και Αυθαίρετη Εφαρμογή της Νομοθεσίας σε όμοιες περιπτώσεις». Ταυτόχρονα προσβάλει την κρίση των Αξιωματικών Παντελίδη Παναγιώτη και 2. Χατζηδημητρίου Μιχάλη ως «Προακτέων κατ' εκλογή» στο βαθμό του Υποστράτηγου, με μεταγενέστερη απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2021.
Συγκεκριμένα, ο Αιτητής, αναφερόμενος εκτενώς στην ισχύουσα κανονιστική νομοθεσία και στη σχετική νομολογία των προηγούμενων χρόνων, αμφισβητεί με την παρούσα προσφυγή την απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του. Ισχυρίζεται ότι, το Συμβούλιο Κρίσεων δεν αξιολόγησε ορθώς και άρα κατ' επέκταση δεν έγινε η δέουσα έρευνα και η απόφαση δεν είναι δεόντως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη, όπως και ότι, η απόφαση στερείται δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας καθότι αυτή περιορίζεται στην επανάληψη των γενικών όρων του νόμου και σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση ενώ δεν δύναται να αναπληρωθεί από τον διοικητικό φάκελο. Υποστηρίζει πλάνη περί τα πράγματα και συγκεκριμένα περί την «έλλειψη προοπτικών ανέλιξης του αιτητή». Είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι, η αιτιολογία με βάση το δημόσιο συμφέρον δίδεται γενικά και χωρίς αυτό να συγκεκριμενοποιείται, ενώ δεν είναι επιτρεπτός ο διοικητικός έλεγχος. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι γίνεται επίκληση του δημοσίου συμφέροντος εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση γενικά και αόριστα και ότι, ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι η αντικατάσταση του Αιτητή από νεότερους Αξιωματικούς, με μόνο σκοπό τη δημιουργία δυσμενούς διάκρισης εις βάρος του. Επικαλείται επίσης ο αιτητής, παραβίαση του Κανονισμού 38 (6) (δ) (Κ.Δ.Π. 351/2016) και δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας.
Αντίθετα, η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση απορρίπτει τους λόγους ακύρωσης και αντιτείνει πως, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, το Ανώτερο Συμβούλιου Κρίσεων προέβη στη δέουσα έρευνα πριν καταλήξει στην απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του αιτητή, απόφαση την οποία αιτιολόγησε επαρκώς. Ως προβάλλεται, τόσο από τον σχετικό Κανονισμό, όσο και από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Ανωτέρου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών διαφαίνονται ξεκάθαρα και εξειδικεύονται οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που οι Καθ' ων η Αίτηση εξυπηρετούν με την σχετική τους απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό του Αιτητή. Τονίζει δε ο κ.Χατζηλούκας ότι, το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων στην υπό κρίση περίπτωση, έθεσε στο πρακτικό του όλες τις παραμέτρους ορθής κρίσης που αποδείκνυαν ορθή έρευνα, ορθή αξιολόγηση και επαρκή αναφορά σ' ό,τι θα ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη, για σκοπούς ατομικής κρίσης. Στην παρούσα περίπτωση, υποδεικνύουν οι Καθ’ων η αίτηση, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης είναι επαρκής και η δέουσα και δεν πάσχει καθ' οιονδήποτε τρόπο, καθώς διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη όλα τα σχετικά και ουσιώδη στοιχεία και έλαβαν την αιτιολογημένη τους απόφαση με τρόπο που το Δικαστήριο να μπορεί να διεξάγει τον αναθεωρητικό του έλεγχο.
Περαιτέρω, προβάλλονται εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση και δύο προδικαστικές ενστάσεις. Είναι καταρχήν η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την κρίση των δύο Αξιωματικών ως «Προακτέων κατ' εκλογή» στο βαθμό του Υποστράτηγου, από την στιγμή που ο ίδιος δεν πληρούσε τα κριτήρια που καθορίζουν οι περί του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμοί του 2016 και 2018, για να κριθεί ως «Προακτέος κατ' εκλογή», αφού δεν είχε συμπληρωμένο τον απαιτούμενο χρόνο διοίκησης. Συνεπώς, τονίζει ο κ.Χατζηλούκας, ο Αιτητής δεν βρίσκεται σε θέση όμοια με τους υπολοίπους και ιδιαίτερα με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, οι οποίοι πληρούν τα κριτήρια που θέτουν οι σχετικοί Κανονισμοί για να κριθούν για προαγωγή. Εφόσον ο Αιτητής δεν πληρούσε τα σχετικά κριτήρια τότε δεν δικαιολογείτο να είχε προσδοκία για μια τέτοια προαγωγή. Επομένως, δεν μπορεί να θεμελιώσει έννομο συμφέρον για να προσβάλει τις προσβαλλόμενες προαγωγές.
Περαιτέρω υποστηρίζεται ότι, ο Αιτητής δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον και εξαιτίας του δόγματος της Επιδοκιμασίας/Αποδοκιμασίας. Αυτό γιατί η ενεργοποίηση των ίδιων διατάξεων οδήγησαν στην αφυπηρέτηση τα προηγούμενα χρόνια εξίσου άξιων Αξιωματικών, η οποία ήταν η αιτία για δημιουργία αυξημένων κενών θέσεων που έδωσαν την ευκαιρία τόσο στον Αιτητή όσο και σε άλλους Αξιωματικούς, να έχουν τουλάχιστον την ευκαιρία ή/και προσδοκία να προαχθούν σε επόμενους βαθμούς και σε μερικούς να προαχθούν, όπως και ο Αιτητής στο βαθμό του Ταξίαρχου. Σχετικά επικαλείται τα κριθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ηλία ν Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 56/12, ημερ. 08.06.2018. όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι πιο πάνω αιτιάσεις του εφεσείοντα. Καταρχάς η έγερση τους προσκρούει στο δόγμα της ανεπίτρεπτης ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, εφόσον επικαλείται τις πρόνοιες του Κανονισμού αφενός ως βάση ότι ο ίδιος δεν θα έπρεπε να αποστρατευθεί και αφετέρου διατείνεται ότι παραβιάζουν την αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να εφαρμοστούν. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Holier κ.α. v. Δημοκρατίας (1999) 3 A.A.Δ. 884, Κάππας ν. Οργανισμού Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας (2000) 3 A.A.Δ. 36, Ραφτόπουλος ν. Δημοκρατίας (2002) 3 A.A.Δ. 241, Καπακιώτης και Παπαέλληνας Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CV:AD:2016:0568, Αναθ. Έφεση Αρ. 91/2011' ημερ. 21.12.2016 και Σαββίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 A.A.Δ. 249, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι επιτρεπτό - ειδικά σε αναθεωρητικές εφέσεις - διάδικος να προβάλλει ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενα πράγματα με σκοπό τον προσπορισμό μεγαλύτερου οφέλους. Εν πάση περιπτώσει, επί της ουσίας, δεν τίθεται θέμα παραβίασης της αρχής της ισότητας από την προβλεπόμενη διαδικασία του Κανονισμού 51 εφόσον το Συμβούλιο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο εν λόγω Κανονισμός στη βάση προκαθορισμένων κριτηρίων αξιολόγησης, τα οποία ισχύουν για όλους τους αξιωματικούς που εμπίπτουν στην εμβέλεια των σχετικών κανονιστικών προνοιών και τα οποία στη συνέχεια εξετάζονται κατά τρόπο ειδικό και εξατομικευμένο για την κάθε ξεχωριστή περίπτωση υπό το φως των κριτηρίων της παραγράφου (4)»
Ακόμα, προβάλλεται εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση ότι, υπάρχει μη συμμόρφωση με τον Κανονισμό 7 του περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 και ότι ο Αιτητής δεν έχει τεκμηριώσει επαρκώς και δεν έχει εξειδικεύσει τους λόγους ακυρώσεως του. Σημειώνεται ότι, είναι υποχρέωση του Αιτητή να αναφερθεί και να εξειδικεύσει ρητά και αιτιολογημένα πλήρως τους νομικούς λόγους ακύρωσης. Εν προκειμένω, προβάλλεται, δεν είναι σαφές το αίτημα του Αιτητή και το τι σκοπεί να αποκομίσει ως θεραπεία, από την μία αποσκοπεί στην ακύρωση της πράξης τερματισμού των υπηρεσιών του, ενώ από την άλλη προσβάλλει και τις πράξεις προαγωγές των άλλων δύο Αξιωματικών, επιδίδοντας τους ως Ενδιαφερόμενα Μέρη. Επίσης, ιδιαίτερα για τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που επικαλείται ο Αιτητής, είναι η θέση της Νομικής Υπηρεσίας ότι δεν τα αιτιολογεί πλήρως, ούτε και τα συγκεκριμενοποιεί στο βαθμό που αυτά απαιτούν. Σημειώνεται ότι «συνταγματικά ζητήματα συνιστούν κατά πάγια νομολογία νομικά θέματα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας ώστε να επιβάλλεται να προβάλλονται με επακριβή προσδιορισμό...» (Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α. ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αναθ. Εφ. 2/2016 και 7/2016, ημερ. 3/3/2017). Επίσης, θέματα αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να εγείρονται με τις δέουσες λεπτομέρειες να προωθούνται και να αποδεικνύονται από την πλευρά που εγείρει το θέμα με πειστικά στοιχεία, από τα οποία να αναδύεται το συμπέρασμα περί αντισυνταγματικότητας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γεωργία Νικολάου Κουτσόφτα ν. Δημοκρατίας, Προσφ. Αρ. 1542/2007, ημερ. 11/4/2011, βλ. επίσης The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Kyriakides (1966) 3 CLR 640).
Εξετάζοντας καταρχήν τις προδικαστικές ενστάσεις διαπιστώνω τα εξής:
O Αιτητής δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον να προσβάλει τις προαγωγές των Ενδιαφερομένων Μερών δια το λόγο ότι αυτές είναι καθαρά ατομικές διοικητικές πράξεις που αφορούν αποκλειστικά τα Ενδιαφερόμενα Μέρη και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα για τον Αιτητή, ο οποίος ήδη είχε κριθεί ως «Ευδοκίμως Τερματίσας». O τερματισμός του Αιτητή συνιστά ξεχωριστή ατομική διοικητική πράξη, η οποία δεν συνδέεται με την προαγωγή των Ε.Μ. Παντελίδη και Χατζηδημητρίου στο βαθμό του Υποστράτηγου. Ο ευδόκιμος τερματισμός της υπηρεσίας συγκεκριμένου αξιωματικού - αιτητή είναι ανεξάρτητος από την τυχόν πλήρωση των προϋποθέσεων για κατ' επιλογή κρίση αυτού, με την όποια προσδοκία του να κριθεί ως διατηρητέος, ώστε να δικαιούται σε μετέπειτα κρίση στο βαθμό του Υποστράτηγου, να είναι νομικώς αδιάφορη εφόσον η εν λόγω προσδοκία δεν συνεπάγεται κεκτημένο δικαίωμα. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Νεοφύτου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Υποθ. Αρ. 758/2019, 759/2019, 760/2019 και 761/2019, ημερ. 28/2/2020:
«Συναφώς, έχει νομολογιακά κριθεί ότι οι Αξιωματικοί τον Στρατού της Δημοκρατίας έχουν απλά προσδοκία, όχι όμως και κεκτημένο δικαίωμα για προαγωγή, παρά μόνο εφόσον ήθελαν κριθεί ως προακτέοι, που δεν είναι εδώ η περίπτωση (βλ. ενδεικτικά Ζαβρός κ.α. ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ.). Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, κανένα κεκτημένο δικαίωμα των αιτητών δεν επηρεάστηκε δυσμενώς και κανένα δικαίωμα για προαγωγή δεν δημιουργήθηκε και/ή αποκρυσταλλώθηκε για τους αιτητές, οι οποίοι είχαν απλά προσδοκία προαγωγής, ότι δηλαδή Θα ετύγχαναν προαγωγής όταν Θα κρίνονταν (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 895/90, ημερ. 26.5.1992, Ζαβρός, ανωτέρω, αλλά και την απόφαση Της αδελφής Δικαστού Καλλιγέρου, Π.Δ.Δ., στην Παναγιώτου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 224/2015 κ.α., ημερ. 31.10.2019).»
Συνεπώς, ο Αιτητής δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον να προσβάλει τις προαγωγές των Ενδιαφερομένων Μερών. Επιπρόσθετα, όπως τονίζεται από τους Καθ’ ων η αίτηση κατά την προαγωγή των άλλων δύο Αξιωματικών (Ε.Μ.) στο βαθμό του Υποστράτηγου, δεδομένου ότι είχαν ήδη τερματιστεί οι υπηρεσίες του Αιτητή δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα. Σύμφωνα με τη πάγια νομολογία, η μη κατοχή των προσόντων για κρίση του ως προακτέου κατ’ απόλυτη εκλογή, του αποστερεί το έννομο συμφέρον να διεκδικήσει τη συγκεκριμενη θέση (βλ. Παντελής Χριστοφόρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 2013/12, 2014/12, 2015/12, 2016/12, 2017/12, 2018/12, 160/13 και 178/13, ημερ.28/1/2014).
Υιοθετώντας τα όσα προβάλλονται ανωτέρω εκ μέρους της διοίκησης απορρίπτω τη θεραπεία Γ της προσφυγής η οποία αφορά την προαγωγή των δύο Ενδιαφερόμενων Μερών.
Περαιτέρω θα αποδεχθώ και τα όσα καταγράφονται από τους Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα του επίδικων διατάξεων του Νόμου κατά παραβίασης της αρχής της ισότητας στην οποίαν υπέπεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση ως μη δεόντως δικογραφημένα και συνεπώς θα απορρίψω τα όσα σχετικά προβάλλονται από τον Αιτητή, αφού διαπιστώνω ότι αυτός δεν έχει συμμορφωθεί σχετικά με τον Κανονισμό 7 του περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 που επιβάλλει ζητήματα συνταγματικότητας να δικογραφούνται ειδικά (Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Αναθ. Εφ. 95/2012, 6/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:C344) ενώ «συνταγματικά ζητήματα συνιστούν κατά πάγια νομολογία νομικά θέματα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας ώστε να επιβάλλεται να προβάλλονται με επακριβή προσδιορισμό...» (Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α. ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αναθ. Εφ. 2/2016 και 7/2016, ημερ. 3/3/2017).
Προχωρώ στη συνέχεια, σωρευτικά, στην εξέταση των λόγων ακύρωσης οι οποίοι προωθούνται μέσω της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση και συνακόλουθης πλάνης, αλλά και περί ελλιπούς και/ή μη νόμιμης αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης. Κατά τη σχετική εισήγηση του Αιτητή, πάσχει η κρίση του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων και η επίδικη απόφαση δεν συνάδει με τις πρόνοιες των Κανονισμών και δη με αυτές του Κανονισμού 38(6) και 38(8), εφόσον δεν υπάρχει ούτε τεκμηριωμένη και σαφώς αιτιολογημένη γνώμη των μελών του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων, ούτε εξειδίκευση του δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου λήφθηκε η απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του αιτητή.
Έχοντας μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα, σημειώνω την επιχειρηματολογία των Καθ' ων η αίτηση προς απόρριψη των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης στηρίζεται κυρίως στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ηλία ν Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 56/12, ημερ. 08.06.2018, η οποία υιοθετήθηκε μεταγενέστερα και στην απόφαση Ιωάννου ν Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 80/14, ημερ. 02.12.2020 . Πολύ πρόσφατα στις 28 Aπριλίου, 2026 στην απόφαση του στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 74/2022,ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΑΡΧΗΓΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ κ.α. v. ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, το Διοικητικό Εφετείο εξετάζοντας αντίστοιχα ζητήματα τα οποία απασχολούν και το παρόν Δικαστήριο ανέφερε τα εξής (η έμφαση του Δικαστηρίου).
«Επανερχόμενοι στην υπό εξέταση περίπτωση, η οποία αφορά ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία Ταξίαρχο, αποφοιτήσαντα Ανώτατης Στρατιωτικής Σχολής, το Συμβούλιο επικαλέστηκε τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(8)(β) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016). Σύμφωνα με αυτές:
«38.-(1) [.]
(8) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού, Αξιωματικοί βαθμού Συνταγματάρχη, Ταξιάρχου και Υποστρατήγου-
(α) [.]
(β) κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους για λόγους δημόσιου συμφέροντος, με βάση τις πρόνοιες των παραγράφων (5), (6) και (7) του παρόντος Κανονισμού, και αφού, επιπρόσθετα, αξιολογηθεί η εν γένει κατάσταση, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, οι ανάγκες μετεξέλιξης και λοιπές απαιτήσεις του Στρατού ή/και της Εθνικής Φρουράς ή/και οι λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες της υπηρεσίας κατά Κλάδο και Κοινό Σώμα ή/και η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και αφού ληφθούν υπόψη και οι πιο κάτω παράγοντες:
(ί) Η όλη επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού, συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης σε στρατιωτικές σχολές·
(ίί) η δυνατότητα για περαιτέρω προσφορά του Αξιωματικού·
(ίίί) τα έτη παραμονής στο βαθμό που κατέχει
(ίν) η ηλικία του Αξιωματικού.»
(η έμφαση του Δικαστηρίου)
Σημειώνεται ότι, ο Κανονισμός 38(6) στον οποίο παραπέμπει ο Κανονισμός 38(8) (ανωτέρω), αφορά τις κρίσεις των Αξιωματικών βαθμού Ταξίαρχου ως η περίπτωση μας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(6)(δ), ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του κρίνεται αξιωματικός, εφόσον συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του, έχει συμπληρώσει το μέγιστο αριθμό μηνών για σκοπούς καταβολής σύνταξης (38(6)(δ)(i)) και δεν είναι ένοχος ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος (38(6)(δ)(iii)). Εφόσον πληρούνται τα πιο πάνω «(ii) τo Aνώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, συνεκτιμώντας την όλη σταδιοδρομία του, κρίνει ότι υπηρέτησε ευδόκιμα, αλλά η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του παρόντος Κανονισμού» (38(6)(δ)(ii)) (η έμφαση του Δικαστηρίου).
Εν προκειμένω, όπως αναφέρεται, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη την επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού (Εφεσίβλητου), συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης του σε Στρατιωτικές Σχολές, τη δυνατότητα περαιτέρω προσφοράς του, τα έτη παραμονής του στον βαθμό που κατέχει, την ηλικία του, τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε Αξιωματικούς όπως διαμορφώνονται από την ανάγκη διατήρησης της μαχητικότητας της Εθνικής Φρουράς. Αναφέρεται επίσης, ότι το Συμβούλιο ενημερώθηκε από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς «ο οποίος μετά από προσωπική του έρευνα παρουσίασε όλα τα πιο πάνω στοιχεία». Έλαβε επίσης υπόψη, όπως αναφέρει, την προοπτική ανέλιξης του Αξιωματικού (Εφεσίβλητου).
«Μετά από διεξοδική ανάλυση όλων των πιο πάνω παραγόντων και διαπιστώσεων, το Συμβούλιο κατέληξε» ότι υπάρχει ανάγκη μεταξύ άλλων, για εξύψωση του ηθικού του συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες, για αποσυμφόρηση της πυραμίδας, την ανέλιξη νεότερων Αξιωματικών με νέες αντιλήψεις και ιδέες. Σημείωσε επίσης το Συμβούλιο, όπως οι χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί έχουν τη δυνατότητα ανέλιξης και ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια τόσο για τη μαχητική ικανότητα της Εθνικής Φρουράς όσο και για περαιτέρω μόρφωση. Αναφέρεται επίσης ότι, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη ότι ο Εφεσίβλητος συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του, ότι πληροί τις προϋποθέσεις καταβολής ετήσιας σύνταξης, ότι δεν είναι ένοχος οποιουδήποτε παραπτώματος και ότι η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Έλαβε επίσης υπόψη την ενημέρωση από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς, ως εισηγητή και μέλος του Συμβουλίου, ότι λόγω του απαιτούμενου χρόνου διοίκησης ο Εφεσίβλητος δεν δικαιούται προαγωγής σε ανώτερο βαθμό. Καταλήγοντας το Συμβούλιο αναφέρει ότι:
«Τα μέλη του Συμβουλίου κατέληξαν στην πιο πάνω απόφαση για τον λόγο ότι η παραμονή του στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του Κανονισμού 38».
(η έμφαση του Δικαστηρίου)
Από την πιο πάνω παράθεση των δεδομένων, αφενός της περίπτωσης Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και αφετέρου της εξεταζόμενης, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(α) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην παρούσα, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο έτυχε ενημέρωσης από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς (στην Ηλία η ενημέρωση ήταν από τον Διοικητή της Εθνικής Φρουράς) για όλα τα σχετικά που αφορούσαν τις ανάγκες του στρατεύματος και την υπηρεσιακή κατάσταση των Αξιωματικών.
(β) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην εξεταζόμενη, αναφέρεται ότι έγινε από το Συμβούλιο διεξοδική ανάλυση όλων των σχετικών παραγόντων και διαπιστώσεων σε συνάρτηση με τις υπηρεσιακές ανάγκες του στρατεύματος.
(γ) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην εξεταζόμενη, το Συμβούλιο δεν παρέλειψε την ειδική αξιολόγηση της περίπτωσης του Εφεσίβλητου σ' ότι αφορά τη δυνατότητα περαιτέρω ανέλιξης και προσφοράς του.
(δ) Στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) το Συμβούλιο είχε κρίνει ότι τα προσόντα των αποφοίτων Αξιωματικών Στρατιωτικών Σχολών παρέχουν τη δυνατότητα να ανταπεξέρχονται ευκολότερα και αποτελεσματικότερα στις ανάγκες του σύγχρονου στρατεύματος και γι' αυτό υπήρχε ανάγκη όπως δοθεί η δυνατότητα ανέλιξης των Αξιωματικών που διαθέτουν ακαδημαϊκή μόρφωση. Στην εξεταζόμενη, το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχει ανάγκη εξύψωσης του ηθικού των χαμηλόβαθμων Αξιωματικών και αποσυμφόρηση της πυραμίδας, για να ανελιχθούν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις και ιδέες. Έκρινε δε, ότι οι χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί έχοντας τη δυνατότητα ανέλιξης θα καταβάλουν προσπάθεια για μαχητική ικανότητα και περαιτέρω μόρφωση. Γι' αυτό η παραμονή του Εφεσίβλητου στο στράτευμα κρίθηκε ότι δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών.
Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνουμε ότι τα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), τα οποία δίδουν «το ορθό πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας της διοίκησης του Στρατού» (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)),τυγχάνουν εφαρμογής και στην εξεταζόμενη περίπτωση.
Όπως στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, έτσι και εν προκειμένω διαπιστώνουμε ότι τέθηκαν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση του Συμβουλίου και παρατίθενται τα κριτήρια βάσει των οποίων η διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια. Διαπιστώνουμε επίσης, ότι της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης προηγήθηκε η αξιολόγηση της εν γένει κατάστασης, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, οι ανάγκες μετεξέλιξης και άλλες απαιτήσεις του Στρατού, οι οργανωτικές ανάγκες, καθώς και «η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών». Η δε κατάληξη του Συμβούλιου ότι η παραμονή του Εφεσίβλητου (ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα προαγωγής σε ανώτερο βαθμό) στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και ότι η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, δεν αντιστρατεύεται, αλλά αντίθετα εναρμονίζεται με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(8)(β) (ανωτέρω), που ορίζουν την έννοια του δημοσίου συμφέροντος.
Όλα τα πιο πάνω αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε από το Συμβούλιο ότι η αφυπηρέτηση του Εφεσίβλητου εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον, κατά τρόπο ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να κρίνεται ως επαρκώς αιτιολογημένη.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της πράξης και δεν επεκτείνεται επί θεμάτων που απαιτούν τεχνικές γνώσεις, ούτε υποκαθιστά την κρίση της διοίκησης. Ο σχεδιασμός, οι λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες του Στρατού συνιστούν πολύπλευρη και πολύπτυχη διαδικασία και συναρτάται με τη γνώση, τα μέσα της εκτίμησης των μελλοντικών αναγκών, θέματα που εντάσσονται κατ' εξοχήν στην κρίση των αρμοδίων Αρχών, εν προκειμένω του Στρατού και απαιτούν ειδικές τεχνικές γνώσεις. Είναι δε παγίως νομολογημένο ότι η κρίση της διοίκησης επί ζητημάτων τεχνικής φύσης ή που απαιτούν τεχνικές γνώσεις είναι γενικά ανέλεγκτη. Δεν χωρεί επέμβαση, εφόσον η διοίκηση κινήθηκε σε λογικά πλαίσια, όπως κρίνουμε ότι έδρασε η διοίκηση εν προκειμένω.
Σχετικό με το ζήτημα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Elements Euroconsultants Ltd ν. Δημοκρατίας (2017) 3 Α.Α.Δ. 936:
«Η ουσιαστική κρίση της διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις, γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης ή έλλειψη αιτιολογίας, Πορίσματα του Συμβουλίου Επικρατείας, 1929-1959, σ. 227:
Το Συμβούλιον της Επικρατείας, ελέγχον τη νομιμότητα πράξεως προσβαλλομένης δι' αιτήσεως ακυρώσεως, απέχει του ελέγχου της ουσιαστικής κρίσεως της Διοικήσεως. Μέγας είναι ο αριθμός των επί του θέματος τούτου σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου, δι' ων χαρακτηρίζεται ως ανέλεγκτος η υπό της διοικήσεως εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών ή του αποδεικτικού υλικού ή της κρίσεως περί συνδρομής λόγω σκοπιμότητος ή της κρίσεως επί ζητημάτων τεχνικής φύσεως ή ειδικών γνώσεων. Ταύτα όμως, εφ' όσον δεν συντρέχη πλάνη περί τα πράγματα, κακή χρήσις διακριτικής εξουσίας ή δεν προκύπτη έλλειψις αιτιολογίας. Το Σ.Ε. ελέγχει, ούχ ήττον, εάν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν ορθώς εις τον νομικόν κανόνα.»
Tην αυτή πορεία ακολουθούν και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1175, Θεοδουλίδης κ.ά. v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 742, Peratica Trading Co Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 445 όπως υιοθετούνται στην Lella Kentonis Investment Co Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (2016) 3 Α.Α.Δ. 630. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξακρίβωση της συνδρομής των εν λόγω στοιχείων και μόνο όταν δεν ικανοποιείται, παρεμβαίνει να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η αξιολόγηση του υλικού όμως, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το διοικητικό Δικαστή να λάβει θέση επί των τεχνικών διχογνωμιών, αλλά, όπως σχολιάζεται στο σύγγραμμα της καθηγήτριας Ευαγγελίας Κουτούπα-Ρεγκάκου, Αόριστες και Τεχνικές Έννοιες στο Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1997, σ. 116: «.δεν είναι και σε θέση να προβαίνει σε ιδίαν κρίση. Λόγω συνεπώς του προβαδίσματος της διοίκησης σε ειδικές τεχνικές γνώσεις, ο δικαστής θεωρεί τις τεχνικές κρίσεις καταρχήν αποδεκτές. Ο στόχος αυτού του δικαστικού αυτοπεριορισμού είναι να μην παρεμποδίζεται η διαδικασία έγκρισης τεχνικών εγκαταστάσεων αφενός και αφετέρου να μην καθίσταται ο διοικητικός δικαστής ιεραρχικός προϊστάμενος της εγκρίνουσας διοικητικής αρχής.»
[.]
Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της δικαστικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα».
Συνεπώς εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και κατ' επέκταση έκρινε ανεπαρκή την έρευνα και αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.»
Υιοθετώντας τόσο το σκεπτικό όσο και την ανωτέρω κατάληξη του Διοικητικού Εφετείου σε παρόμοια υπόθεση Ταξιάρχου ο οποίος επίσης κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας από την υπηρεσία, εξετάζω και τα σχετικά, αντίστοιχα, πρακτικά του Ανωτέρου Συμβουλίου Κρίσεων, το οποίο, διαπιστώνω, κατέγραψε διεξοδικά τις θέσεις του ως προς τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε συνάρτηση με τις επιχειρησιακές και στρατηγικές ανάγκες, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην δύναται να επέμβει υποκαθιστώντας την κρίση του Συμβουλίου με τη δική του αναφορικώς με την εκτίμηση των αναγκών της υπηρεσίας προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων έθεσε στην επίδικη απόφασή του όλες τις παραμέτρους ορθής κρίσης που αποδείκνυαν ορθή έρευνα, ορθή αξιολόγηση και επαρκή αναφορά σε ό,τι έπρεπε και ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη, για σκοπούς ατομικής κρίσης. Υπενθυμίζεται συναφώς στο σημείο αυτό ότι, κατά πάγια νομολογία, η έκταση και η μορφή της δέουσας έρευνας είναι συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στη παρούσα υπόθεση, η έρευνα θεωρείται πλήρης ή επαρκής, εφόσον επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Καμηλέρης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 725 και Δημοκρατίας ν. C. Cassinos Constructions Ltd (1990) 3(E) Α.Α.Δ. 3835).
Περαιτέρω, κρίνω ότι, ο καθορισμός του ευρύτερου πλαισίου λειτουργίας της Εθνικής Φρουράς και των Ενόπλων Δυνάμεων και εναπόκειται αναμφίβολα στους Καθ' ων η αίτηση να καθορίζουν τις αρχές και τους παράγοντες, με βάση τα οποία καθορίζονται οι ανάγκες του στρατεύματος, αλλά και η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος αποτελεί κατ' εξοχήν τεχνικό ζήτημα και μάλιστα ευαίσθητης φύσεως. Ως εκ τούτου, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα της κρίσης του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων, και της Διοίκησης ευρύτερα, αναφορικά με τους τρόπους εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.
Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, δεν εντοπίζω κενό έρευνας και κατ΄επέκταση ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Εξετάζοντας στη συνέχεια, τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς και/ή μη νόμιμης αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, καταλήγω ως εξής. Στη παρούσα, το Ανώτερο Δικαστικό Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη σειρά παραμέτρων και/ή κριτηρίων, μεταξύ των οποίων, ως ρητά καταγράφεται, και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, έκρινε, για τους λόγους που περιγράφονται με επαρκή σαφήνεια στην απόφασή του, ότι ο ευδόκιμος τερματισμός της υπηρεσίας του Αιτητή, θα ήταν προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Από τη στιγμή που εκτίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση του Συμβουλίου και παρατίθενται τα κριτήρια, βάσει των οποίων αυτό άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνω ότι δεν υπάρχει έδαφος για δικαστική επέμβαση (βλ. Ηλία, ανωτέρω, όπου ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση). Επιπρόσθετα, είναι εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, εφόσον προκύπτουν από την εν λόγω απόφαση τα συγκεκριμένα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η ουσιαστική κρίση των καθ' ων η αίτηση, παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης, ως και τα κριτήρια βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).
Σαφώς και δεν απαιτούνταν περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση και/ή ειδικότερη αναφορά και αβάσιμα προβάλλει η πλευρά του αιτητή ότι δεν υπήρξε εν προκειμένω η απαιτούμενη και/ή επαρκής εξειδίκευση του δημοσίου συμφέροντος, εφόσον είναι σαφές από το κείμενο της απόφασης ότι η ανάγκη για εξύψωση του ηθικού του συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες, ως και για αποσυμφόρηση της πυραμίδας του στρατεύματος, η ανάγκη να ανέλθουν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις και ιδέες στην ηγεσία των σχηματισμών της Εθνικής Φρουράς, καθώς και η ανάγκη όπως χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί να έχουν την δυνατότητα ανέλιξης και να καταβάλουν κάθε προσπάθεια τόσο για την μαχητική ικανότητα της Εθνικής Φρουράς, όσο και για περαιτέρω ατομική μόρφωση (απόκτηση πτυχίων, εκμάθηση ξένων γλωσσών, μεταπτυχιακά) οδήγησαν, ως ρητά αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό του Συμβουλίου (Μέρος Α - 4(στ)), στην απόφαση για ενεργοποίηση των προνοιών που αφορούν την κρίση ως ευδοκίμως τερματίσας της υπηρεσίας για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Σημειώνεται επίσης η αναφορά του Συμβουλίου, πιο κάτω, ότι κατέληξε στην κρίση του όσον αφορά τον αιτητή, και για το λόγο ότι «η παραμονή του στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του Κανονισμού 38».
Συναφώς, από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, για την περίπτωση του Αιτητή, σαφώς και έλαβε υπόψη του τα όσα ο προαναφερθείς Κανονισμός 38(8)(β) απαιτεί, ήτοι την όλη επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού, συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης σε στρατιωτικές σχολές, τη δυνατότητα για περαιτέρω προσφορά του, τα έτη παραμονής στο βαθμό που κατέχει και την ηλικία του. Δεν χρειαζόταν να καταγραφεί οτιδήποτε περισσότερο από το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων για σκοπούς συμμόρφωσης με τα όσα ο εν λόγω Κανονισμός επιτάσσει.
Κατά συνέπεια, ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι και ο ισχυρισμός περί ελλιπούς και/ή παράνομης αιτιολογίας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθιστούν αβάσιμο και τον ισχυρισμό του Αιτητή περί πλάνης των καθ' ων η αίτηση κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει έναν τέτοιο ισχυρισμό. Δεδομένου δε ότι η έρευνα του Συμβουλίου, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, κρίνεται επαρκής και όλα τα ουσιώδη στοιχεία αξιολογήθηκαν, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που ευλόγως επέλεξε η διοίκηση να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα, υπ' αυτής διαπιστωθέντα, πρωτογενή ευρήματα (βλ. Ηλία, ανωτέρω).
Περαιτέρω, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, κρίνω ότι δεν μπορούν να έχουν έρεισμα ούτε οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί παραβίασης της αρχής της ισότητας και παράνομης διάκρισης λόγω ηλικίας. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω διαπιστώσεων, και δη της δοθείσας αιτιολογίας, η κρίση των Καθ' ων η αίτηση κρίνεται σύννομη, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει ο νομοθέτης, και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή.
Εν κατακλείδι, αξίζει να σημειωθεί ότι, την ίδια προσέγγιση ακολούθησε το Διοικητικό Δικαστήριο επί παρόμοιων ζητημάτων στην Νεοφύτου κ.α. ν. Υπουργού Άμυνας κ.α., Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 758/2019 κ.α., ημερ. 28.2.2020, στην Γεώργιος Πιρμεττής ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 770/2019, ημερ. 8.11.2022 όπως και στην Μ. Π. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 554/2020, ημερομηνίας 25.08.2023.
Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε σύννομη και ευλόγως επιτρεπτή. Ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1800 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο