ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 440/2023)
12 Μαΐου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
1. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ
2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗΣ
Αιτητές
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
2. ΥΠΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 31 ΤΟΥ Ν. 90/1972 ΚΑΙ ΤΗΣ Κ.Δ.Π. 196/1993
3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ι. Μιχαήλ (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητές
Θ. Χατζηλούκας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, «η οποία κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 17 Ιανουαρίου 2023 και παραλήφθηκε από τους Αιτητές στις 23 Ιανουαρίου 2023, [.] με την οποία αποφασίστηκε όπως απορριφθεί η Ιεραρχική Προσφυγή, ημερομηνίας 29/10/2021, που υπεβαλαν οι Αιτητές εναντίον της άρνησης του Δήμου Λευκωσίας, ως Πολεοδομικής Αρχής, ημερομηνίας 16/07/2021 να εγκρίνει την Πολεοδομική Αίτηση με αριθμό ΠΑ/[.] (Μετατροπή) και αριθμό φακέλου Φ/[.] προς έκδοση Πολεοδομικής Άδειας για εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας επί του τεμαχίου με Φ.Σχ. [.], Τεμ. 258, στην Οδό [.], Ενορία Αγίου Αντωνίου, Επαρχία Λευκωσίας και όπως η Πολεοδομική Αρχή ζητήσει μετεγκατάσταση του τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και της κεραίας κινητής τηλεφωνίας σε άλλη τοποθεσία και όπως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός έξι (6) μηνών, η Πολεοδομική Αρχή λάβει τα προβλεπόμενα από το Νόμο μέτρα».
Σύντομη αναδρομή στα γεγονότα αποκαλύπτει τα εξής:
Στις 24.2.2021, ο αιτητής 2 υπέβαλε στον Δήμο Λευκωσίας (Πολεοδομική Αρχή) αίτηση για χορήγηση Πολεοδομικής Άδειας για εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας στο τεμάχιο με αρ. 258, Φ.Σχ. [.], στην ενορία Άγιος Αντώνιος, στη Λευκωσία («το τεμάχιο»).
Η αίτηση απορρίφθηκε δι’ αποφάσεως της Πολεοδομικής Αρχής, ημερομηνίας 16.7.2021, για τους λόγους που αναφέρονταν στο Παράρτημα της σχετικής Γνωστοποίησης Αρνήσεως Πολεοδομικής Άδειας.
Ο αιτητής 2 αντέδρασε και κατά της πιο πάνω απόφασης υπέβαλε Ιεραρχική Προσφυγή ημερομηνίας 29.10.2021, με βάση το άρθρο 31 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν.90/72), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).
Στο πλαίσιο εξέτασης της Ιεραρχικής Προσφυγής, υποβλήθηκαν οι θέσεις της Πολεοδομικής Αρχής, δι’ επιστολής ημερομηνίας 5.3.2022, ενώ ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως («ο Διευθυντής») ετοίμασε και υπέβαλε στην Υπουργική Επιτροπή σχετικό Σημείωμα, με εισήγηση για απόρριψη της Ιεραρχικής Προσφυγής.
Τελικά, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 12.9.2022, η Υπουργική Επιτροπή αποφάσισε την απόρριψη της Ιεραρχικής Προσφυγής, κρίνοντας ορθή και σύννομη την απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής. Περαιτέρω, με την εν λόγω, επίδικη, απόφαση, καλείτο η Πολεοδομική Αρχή να ζητήσει με επιστολή της από τον αιτητή 2 την μετεγκατάσταση του τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και της κεραίας κινητής τηλεφωνίας σε άλλη τοποθεσία και αφού προηγουμένως εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες ανάπτυξης. Σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσης εντός 6 μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής στον αιτητή 2, καλείτο η Πολεοδομική Αρχή να λάβει τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα μέτρα (επίδοση Ειδοποίησης Επιβολής) προς αποκατάσταση της νομιμότητας.
Ο αιτητής 2 έλαβε γνώση της πιο πάνω απόφασης δι’ επιστολής του Υπουργείου Εσωτερικών, ημερομηνίας 17.1.2023, και στις 16.3.2023 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή.
Με τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης που προωθείται, οι αιτητές εγείρουν θέμα πάσχουσας σύνθεσης της Υπουργικής Επιτροπής κατά τη συνεδρία της, ημερομηνίας 12.9.2022, καθώς και ζήτημα μη τήρησης άρτιων πρακτικών κατά την εν λόγω συνεδρία, όταν και λήφθηκε η επίδικη απορριπτική απόφαση. Συναφώς, εγείρεται και ζήτημα έλλειψης δέουσας αιτιολογίας της απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής και ελλιπούς φακέλου.
Ο δεύτερος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό ότι το Σημείωμα που ετοιμάστηκε και υποβλήθηκε στην Υπουργική Επιτροπή είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και ετοιμάστηκε αυτό χωρίς τη δέουσα έρευνα και αιτιολόγηση. Περαιτέρω δε, πάσχει και η Έκθεση του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ως αναιτιολόγητη και προϊόν μη δέουσας έρευνας.
Έτερος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό ότι πάσχει η επίδικη απόφαση λόγω ελλιπούς και/ή παράνομης αιτιολογίας, κατά παράβαση των άρθερων 26 και 28 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999). Κατά τη σχετική εισήγηση, από πουθενά δεν προκύπτουν οι λόγοι που οδήγησαν στην απόρριψη της Ιεραρχικής Προσφυγής και γιατί κρίθηκε ορθή η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής. Περαιτέρω, η Υπουργική Επιτροπής, απεμπολώντας την εξουσία της και αποποιούμενη την άσκηση της δικής της αρμοδιότητας, παρέλειψε να εξετάσει η ίδια τους λόγους που είχαν προβληθεί επί της Ιεραρχικής Προσφυγής και αρκέστηκε να συμφωνήσει με τις θέσεις της Πολεοδομικής Αρχής, χωρίς καμία αιτιολογία. Επιπρόσθετα εγείρονται και ισχυρισμοί περί πλάνης που εμφιλοχώρησε στη διαμόρφωση της επίδικης κρίσης, καθώς και μη διενέργειας δέουσας έρευνας.
Προωθείται επίσης, ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης, ο ισχυρισμός ότι πάσχει η σύνθεση της Πολεοδομικής Αρχής κατά τη συνεδρία της τελευταίας, ημερομηνίας 29.6.2021. Αυτή δε η πλημμέλεια επιδρά καταλυτικά και στην επίδικη απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής, η οποία στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής.
Τέλος, εγείρονται και ισχυρισμοί περί παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.
Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τα πιο πάνω, προβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και σύννομη, επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε αυτή υπό συλλογικού οργάνου σύννομα συντεθειμένου, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της. Αντικρούσει επίσης ο κ. Χατζηλούκας τους ισχυρισμούς περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών και ελλιπούς διοικητικού φακέλου και υποβάλλει ότι η τελική κατάληξη υπήρξε εύλογα επιτρεπτή και εντός της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, η οποία καθόλα ορθά κατέληξε στην επίδικη απόφαση, στηριζόμενη στο σύνολο των στοιχείων που είχε ενώπιον της, τα οποία και αξιολογήθηκαν δεόντως.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Ζητήματα δημοσίας τάξεως εξετάζονται, σύμφωνα με τη νομολογία, κατά προτεραιότητα, ακόμα και αυτεπαγγέλτως (THERMPHASE LIMITED ν. Δημοκρατίας, (1996) 4 Α.Α.Δ. 2714).
Το ζήτημα της σύνθεσης του συλλογικού διοικητικού οργάνου που λαμβάνει την επίδικη απόφαση, συνιστά θέμα δημοσίας τάξεως, εξεταζόμενο ωσαύτως κατά προτεραιότητα, ακόμα και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ανατρέχει δε αυτό στη ρίζα της νομιμότητας της ίδιας της τελικής, προσβαλλόμενης απόφασης (Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) 3 Α.Α.Δ. 242). Τυχόν δε διαπίστωση προβλήματος, καθιστά την απόφαση άκυρη (Στυλιανός Αγαθοκλέους ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, Α.Ε. 29/2011, ημερ. 21.7.2016, Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 3 Α.Α.Δ. 130). Περαιτέρω, και το ζήτημα της υποχρέωσης των οργάνων της Διοίκησης για έγγραφη καταχώρηση των αποφάσεών τους και τήρηση άρτιων πρακτικών συνδέεται άρρηκτα με τη σύνθεση και λειτουργία του συλλογικού οργάνου και, ως τέτοιο, δεν μπορεί παρά να αποτελεί και αυτό θέμα δημοσίας τάξεως, το οποίο μπορεί να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Γεώργιος Αλετράρης ν. Δήμος Λάρνακος, Υποθ. Αρ. 719/2010 ημερ. 31.1.2012, Στυλιανός Αγαθοκλέους, ανωτέρω).
Η επίδικη απόφαση λήφθηκε στην 134η συνεδρία της Υπουργικής Επιτροπής, ημερομηνίας 12.9.2022. Απόσπασμα από τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο της ένστασης, ως παράρτημα 6, ενώ το ίδιο ακριβώς έγγραφο εντοπίζεται και στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε κατά τις διευκρινίσεις. Παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του σχετικού πρακτικού:
«Απόσπασμα από τα Πρακτικά της 134ης συνεδρίας της Υπουργικής Επιτροπής για εξέταση Ιεραρχικών Προσφυγών με βάση τα άρθρα 31 και 32 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και χαλαρώσεων με βάση το άρθρο 5Α του περί Προστασίας της Παραλίας Νόμου που έγινε στο Υπουργείο Εσωτερικών στις 12/09/2022
2.6. Ιεραρχική Προσφυγή του κ. Γιώργου Χατζηαντώνη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 31 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου εναντίον απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής να αρνηθεί τη χορήγηση πολεοδομικής άδειας (αιτ. αρ. [.]) για εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας της CYTA στην οροφή τετραώροφης οικοδομής, στον Δήμο Λευκωσίας (αρ. φακ. [.])
H Επιτροπή μελέτησε το Σημείωμα με αρ. 134/6 και, αφού εξέτασε τα πραγματικά και νομικά γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την υποβληθείσα αίτηση, την απόφαση και τα επιχειρήματα της Πολεοδομικής Αρχής, τις απόψεις / εισηγήσεις του Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, καθώς επίσης και τους λόγους που επικαλέστηκε ο αιτητής για υποστήριξη της Ιεραρχικής Προσφυγής, ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 31 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, αποφάσισε ομόφωνα να απορρίψει την Ιεραρχική Προσφυγή, κρίνοντας ότι η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής είναι ορθή και σύμφωνη με τις πρόνοιες της πολεοδομικής νομοθεσίας και του Σχεδίου Περιοχής Κέντρου Λευκωσίας και όπως η Πολεοδομική Αρχή με επιστολή της ζητήσει από τον αιτητή την μετεγκατάσταση του τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και της κεραίας κινητής τηλεφωνίας σε άλλη τοποθεσία αφού προηγουμένως εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες ανάπτυξης. [.]».
Διαπιστώνω, περαιτέρω, ότι στο παράρτημα 5 του δικογράφου της ένστασης, επίσης περιέχεται απόσπασμα από τα πρακτικά της 134ης συνεδρίας της Υπουργικής Επιτροπής, με τίτλο «ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ»: συγκεκριμένα, καταγράφεται η ημερομηνία της συνεδρίας (12.9.2022), καθώς και τα ονόματα και η ιδιότητα των παρόντων, ήτοι των τριών Υπουργών της Υπουργικής Επιτροπής και όλων των παρευρισκόμενων κατά την προπαρασκευαστική συνεδρία, κατά την οποία, ως ρητά καταγράφεται «[.] οι υπηρεσιακοί λειτουργοί παρουσίασαν στην Υπουργική Επιτροπή τις Ιεραρχικές Προσφυγές που περιλαμβάνονται στην Ημερήσια Διάταξη της 134ης συνεδρίας της Επιτροπής, έθεσαν ενώπιον της τους σχετικούς διοικητικούς φακέλους, με τα σχετικά έγγραφα (έκθεση Πολεοδομικής Αρχής, απόψεις του Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και άλλων Αρχών, σχετικό σημείωμα κ.α.), έδωσαν τις επεξηγήσεις και διευκρινίσεις σε τεχνικά και άλλα θέματα που ήγειραν τα Μέλη της Επιτροπής και αποχώρησαν.». Όπως δε προκύπτει από το υπό αναφορά πρακτικό, μεταξύ των παρευρισκόμενων που συμμετείχαν στην προπαρασκευαστική συνεδρία, ήταν ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, δυο Λειτουργοί του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, καθώς και τρεις Λειτουργοί του Υπουργείου Εσωτερικών. Σύμφωνα με το προεκτεθέν πρακτικό, τα εν λόγω πρόσωπα παρουσίασαν στην Υπουργική Επιτροπή τις Ιεραρχικές Προσφυγές που περιλαμβάνονταν στην Ημερήσια Διάταξη, έθεσαν ενώπιον της τους σχετικούς διοικητικούς φακέλους και τα σχετικά έγγραφα (έκθεση Πολεοδομικής Αρχής, απόψεις και/ή εισηγήσεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και άλλων αρχών, σχετικό σημείωμα), έδωσαν τις επεξηγήσεις και διευκρινίσεις σε τεχνικά θέματα και σε θέματα επί της νομικής πτυχής των υποθέσεων που εξετάστηκαν, τα οποία είχαν εγερθεί από τα Μέλη της Επιτροπής, και αποχώρησαν. Αναφέρεται επίσης στο πρακτικό της ίδιας συνεδρίας, ημερομηνίας 12.9.2022, ότι μετά την αποχώρηση των υπηρεσιακών λειτουργών, η Υπουργική Επιτροπή εξέτασε και αποφάσισε επί κάθε υποβληθείσας Ιεραρχικής Προσφυγής. Αναφέρονται δε και τα εξής: «Σε περιπτώσεις που στην απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής γίνεται αναφορά στην ορθότητα της Πολεοδομικής Αρχής θεωρείται ότι η αιτιολογία της απόφασης της εν λόγω Αρχής και τα επιχειρήματα που διατυπώνουν οι αρχές που συμφωνούν με την ανωτέρω απόφαση, αποτελούν την αιτιολογία της Απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής».
Είναι σαφές από τα πιο πάνω, και δη από το προεκτεθέν πρακτικό λήψης της επίδικης απόφασης (παράρτημα 6 στην ένσταση), ότι για τη διαμόρφωση της απόφασής της, η Υπουργική Επιτροπή έλαβε υπόψη της, μεταξύ άλλων, και τα επιχειρήματα της Πολεοδομικής Αρχής και τις απόψεις και/ή εισηγήσεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Συνεπώς, με βάση το προεκτεθέν λεκτικό του πρακτικού της επίδικης συνεδρίας, συνάγεται ότι για τη διαμόρφωση της επίδικης απόφασης, λήφθηκαν υπόψη και τα όσα διημείφθησαν κατά την προηγηθείσα προπαρασκευαστική συνεδρία και δη οι απόψεις, εισηγήσεις, διευκρινίσεις και επεξηγήσεις που έδωσαν στα μέλη της Υπουργικής Επιτροπής, οι παρευρισκόμενοι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως επί νομικών και τεχνικών ζητημάτων.
Ωστόσο, απουσιάζει από τον διοικητικό φάκελο, αλλά και από τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, άρτιο πρακτικό της εν λόγω προπαρασκευαστικής συνεδρίας, με αποτέλεσμα να παραμένει άγνωστο το τι ελέχθη κατά την εν λόγω συνεδρία και, συνακόλουθα, να παρατηρείται κενό στον συλλογισμό του αποφασίζοντος οργάνου και, εν τέλει, στην ίδια την αιτιολογία της επίδικης απόφασης, δεδομένου ότι αυτή η απόφαση, πέραν της επιστολής της Πολεοδομικής Αρχής ημερομηνίας 5.3.2022 και του υποβληθέντος Σημειώματος του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, προφανώς στηρίχθηκε και στα όσα διημείφθησαν κατά την προαναφερθείσα προπαρασκευαστική συνεδρία και δη στις απόψεις, εισηγήσεις, διευκρινίσεις και επεξηγήσεις που έδωσαν στα μέλη της Υπουργικής Επιτροπής, οι παρευρισκόμενοι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Ούτε και έχω εντοπίσει στον οικείο διοικητικό φάκελο, ούτε και με έχουν παραπέμψει οι καθ’ ων η αίτηση σε οποιοδήποτε πρακτικό της εν λόγω προπαρασκευαστικής συνεδρίας ή/και σε οποιοδήποτε έγγραφο και/ή στοιχείο εντός του διοικητικού φακέλου, από το οποίο να προκύπτουν τα πιο πάνω.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, παρατηρείται κενό αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, που καθιστά ανέφικτη και τη διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Δεδομένου δε του σχετικού λόγου ακύρωσης που προωθούν τόσο δια της αρχικής όσο και δια της απαντητικής τους γραπτής αγόρευσης οι συνήγοροι των αιτητών, θα αναμένετο ότι οι καθ’ ων η αίτηση, θα παρέπεμπαν στα απαιτούμενα εντός του διοικητικού φακέλου έγγραφα, ή/και ότι θα προσκόμιζαν άρτιο το σχετικό πρακτικό της προπαρασκευαστικής συνεδρίας. Ωστόσο, αυτό δεν έγινε.
Βεβαίως, δεν παραγνωρίζω ότι αντίγραφο του αποσπάσματος από τα πρακτικά της 134ης συνεδρίας, κατά την οποία λήφθηκε η επίδικη απόφαση, έχει επισυναφθεί στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, ωστόσο αυτό, υπό το φως και των νομολογιακών κατευθυντήριων επί του θέματος, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άρτιο πρακτικό, εφόσον, πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, αυτό είναι παντελώς ανυπόγραφο και δεν φαίνεται να έχει επικυρωθεί. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Σάββα ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1990) 3 Α.Α.Δ. 801, «τα πρακτικά μιας συνεδρίας αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα του περιεχομένου της, όταν αυτά επικυρωθούν από ένα Συμβούλιο και υπογραφούν από το πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό. Σε διαφορετική δε περίπτωση, κλονίζεται το τεκμήριο της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης και η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση (βλ. και Θεανώ Χριστοδούλου-Μαυρομουστάκη ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1515/2008, ημερ. 10.8.2012)». Ζήτημα ανεπάρκειας και έλλειψης έγκυρων πρακτικών λόγω, μεταξύ άλλων, του γεγονότος ότι αυτά ήσαν ανυπόγραφα, εντοπίστηκε και στην S. HADJICHRISTOFI CONSTRUCTION LIMITED ν. Δήμου Αγλαντζιάς, Υποθ. Αρ. 480/2011, ημερ. 26.2.2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά και στην Χρυσάφη v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 550, τόνισε ότι η τήρηση άρτιου πρακτικού συνιστά εχέγγυο χρηστής διοίκησης και προϋπόθεση για την άσκηση αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων.
Περαιτέρω, άμεσα συναφές με το υπό συζήτηση θέμα είναι και το ζήτημα της υποχρέωσης των διοικητικών οργάνων να τηρούν έγγραφες καταχωρήσεις (“written records”) των αποφάσεών τους. Αυτό ακριβώς τονίστηκε, ως επιβαλλόμενο από τις αρχές της χρηστής διοίκησης, στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κούτσιου ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 987 και επαναλήφθηκε στην FEREOS LIMITED ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 647/2004, ημερ. 7.11.2008 (βλ. επίσης Georghiades v. Republic (1966) 3 C.L.R. 252, 283, Medcon Construction and Others v. Republic (1968) 3 C.L.R. 535, 543, Kyprianou and Others (No. 2) v. Republic (1975) 3 C.L.R. 187). Στην Ιωάννης Αδάμου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 54/2014 κ.α., ημερ. 25.6.2015, όπου εξετάστηκαν παρόμοια ζητήματα, τονίστηκε ότι μόνο έγγραφος τύπος θεωρείται ότι κατοχυρώνει την ύπαρξη (της διοικητικής πράξης) και διασφαλίζει τη σαφήνεια του περιεχομένου της διοικητικής πράξης, ώστε και ο δικαστικός έλεγχος να είναι ευχερής και αποδοτικός.
Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Κούτσιου, ανωτέρω, στην απουσία έγγραφης καταχώρισης που να επιβεβαιώνει ότι η απόφαση έχει ληφθεί από το όργανο στο οποίο ο Νόμος έχει εναποθέσει την σχετική αρμοδιότητα, το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων δεν διαθέτει την εμβέλεια να ενδύει με τον μανδύα της νομιμότητας τα όσα χρειάζονται να συντελεστούν για να θεωρείται ως έγκυρα ληφθείσα μια απόφαση. Αντίθετη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση των αρχών της χρηστής διοίκησης, οι οποίες υπαγορεύουν την τήρηση εγγράφων καταχωρίσεων, το δε τεκμήριο της κανονικότητας θα καθίστατο όχημα προς την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης (βλ. επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ελένη Ιωαννίδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 201/2012, ημερ. 28.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:D382 και Αθανάσιος Αθανασιάδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 856/2012, ημερ. 17.10.2014).
Στην υπό κρίση περίπτωση, θα ανέμενε κανείς ότι, δεδομένου του αποσπάσματος των πρακτικών της επίδικης συνεδρίας ημερομηνίας 12.9.2022, τα οποία περιλήφθηκαν στα παραρτήματα 5 και 6 του δικογράφου της ένστασης, θα βρισκόταν καταχωρημένο στον διοικητικό φάκελο, άρτιο το πρακτικό της συγκεκριμένης συνεδρίας, περιλαμβανομένης και της προπαρασκευαστικής, με την επικύρωσή του αλλά και τις υπογραφές των μελών της Υπουργικής Επιτροπής. Ωστόσο, ουδέν έχω εντοπίσει, με αποτέλεσμα να υφίσταται σαφές ζήτημα ελλιπούς φακέλου, καθώς και ανεπάρκειας και μη τήρησης άρτιων πρακτικών και συνακόλουθου κλονισμού του τεκμηρίου της νομιμότητας, το οποίο και θεωρώ ότι έχει ανατραπεί (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου επί παρομοίου ζητήματος στην Χατζηγεωργίου ν. Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υποθ. Αρ. 1840/2018, ημερ. 21.1.2021, Ε.Ζ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1731/2019, ημερ. 27.0.2023, Χατζηγεωργίου ν. Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υποθ. Αρ. 644/2016, ημερ. 3.9.2018).
Εν προκειμένω, πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων περί μη έγκυρου και ελλιπούς πρακτικού, παρατηρώ ότι, με τα όσα εκτίθενται ως παραρτήματα στο δικόγραφο της ένστασης, δεν αποκαλύπτεται το σύνολο του αναγκαίου φάσματος στοιχείων της υπόθεσης, εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, απουσιάζει και από τον διοικητικό φάκελο το πρακτικό της προπαρασκευαστικής συνεδρίας, το οποίο φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με τη διαμόρφωση και λήψη της επίδικης απόφασης.
Παρόμοια ζητήματα εξετάστηκαν από το Δικαστήριο τούτο στην Andreas Mikallos Hotels Ltd κ.α. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 169/2016, ημερ. 29.7.2020, η απόφαση επί της οποίας δεν εφεσιβλήθηκε. Όπως λέχθηκε σχετικά-
«Ως έχω προαναφέρει, στο παράρτημα Θ της ένστασης των καθ’ ων η αίτηση, περιέχεται το πρακτικό της επίδικης συνεδρίας της Υπουργικής Επιτροπής, ημερομηνίας 12.10.2015, κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση απόρριψης της ιεραρχικής προσφυγής των αιτητών. Παρατηρώ δε ότι το ίδιο ακριβώς πρακτικό βρίσκεται και στον οικείο διοικητικό φάκελο του Υπουργείου Εσωτερικών (ερυθρό 61), ο οποίος κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 1» κατά το στάδιο των διευκρινίσεων.
Εξετάζοντας το εν λόγω πρακτικό, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι πράγματι αυτό είναι ελλιπές, ούτως ώστε να μην πληρούνται, ούτε καν στοιχειωδώς, οι υπό της νομοθεσίας και νομολογίας προβλεπόμενες απαιτήσεις για την τήρηση ενός άρτιου πρακτικού. Στο υπό αναφορά μονοσέλιδο πρακτικό, περιλαμβάνεται μια και μοναδική παράγραφος, στην οποία αναγράφονται τα εξής:
«Η Επιτροπή μελέτησε το Σημείωμα με αρ. 102/2 και, αφού εξέτασε τα πραγματικά και νομικά γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την υποβληθείσα αίτηση, την απόφαση και τα επιχειρήματα της Πολεοδομικής Αρχής, τις απόψεις/εισηγήσεις της Διευθύντριας Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και του Έπαρχου Λάρνακας καθώς επίσης και τους λόγους που επικαλέστηκαν οι αιτητές για υποστήριξη της Ιεραρχικής Προσφυγής, ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 31 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, αποφάσισε ομόφωνα να απορρίψει την Ιεραρχική Προσφυγή, κρίνοντας ότι η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής είναι ορθή και σύμφωνη με τα πρόνοιες της πολεοδομικής νομοθεσίας.».
Ωστόσο, πέραν των πιο πάνω ουδέν. Πουθενά δεν αναφέρεται, και από κανένα σημείο των διοικητικών φακέλων δεν προκύπτει, ποια ήσαν τα μέλη της Υπουργικής Επιτροπής και ποιοι ήσαν παρόντες στη συγκεκριμένη συνεδρία (δεν αναγράφεται οποιοδήποτε όνομα στο πρακτικό), δεν φαίνεται ποιος τήρησε το πιο πάνω πρακτικό, ενώ, εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει οποιαδήποτε υπογραφή. Ούτε και από τον διοικητικό φάκελο κατέστη δυνατός ο εντοπισμός οποιουδήποτε συναφούς πρόσθετου στοιχείου. Επιπρόσθετα, δεν καταγράφεται οποιαδήποτε τυχόν συζήτηση μεταξύ των μελών της Υπουργικής Επιτροπής. Για το τελευταίο αυτό ζήτημα, γίνεται εκτενέστερη αναφορά κατωτέρω.
Συνεπώς, πρόκειται για ένα ελλιπέστατο πρακτικό, το οποίο ουδόλως ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 24 του Νόμου 158(Ι)/1999
Έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι θα πρέπει να προκύπτει αναντίλεκτα από τον διοικητικό φάκελο η πηγή της πληροφόρησης και/ή εκείνα τα στοιχεία που οδήγησαν τη Διοίκηση στη λήψη της επίδικης απόφασης, ούτως ώστε να καθίσταται εφικτός και ο απαιτούμενος δικαστικός έλεγχος, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά απαιτεί (Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω). Ούτε βεβαίως και συνιστά έργο του Δικαστηρίου η εκ μέρους του αναζήτηση της πηγής πληροφόρησης της Διοίκησης, ούτε και η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου και η διαμόρφωση κρίσης αναφορικά με το τι θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ ή εναντίον της όποιας προσέγγισης (Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. 189/19, ημερ. 10.12.2020, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.1997).
Ως εκ των πιο πάνω, τίθεται εν προκειμένω, όχι μόνο ζήτημα ελλιπούς φακέλου, ως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω, αλλά και ελλιπούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. και Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371), ωστόσο, κατά πάγια επίσης νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το διοικητικό φάκελο επιτρέπεται μόνο όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Τα πιο πάνω, ωστόσο, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση, αφού, ως ήδη ελέχθη, απουσιάζουν από το φάκελο ουσιώδη στοιχεία.
Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι το πρακτικό της επίδικης συνεδρίας της Υπουργικής Επιτροπής, ημερομηνίας 12.9.2022, όταν και λήφθηκε η επίδικη απόφαση, ως αυτό περιέχεται και στον οικείο διοικητικό φάκελο, είναι ανυπόγραφο και δεν φαίνεται να έχει επικυρωθεί, στοιχειοθετεί πρόσθετο λόγο ακύρωσης, αφορώντα στην μη τήρηση άρτιου πρακτικού εκ μέρους της Διοίκησης, κατά παράβαση του άρθρου 24 του Νόμου 158(Ι)/1999 και των σχετικών επί του θέματος νομολογιακών επιταγών. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι τα πρακτικά μιας συνεδρίας αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα του περιεχομένου της, όταν αυτά επικυρωθούν και υπογραφούν από το πρόσωπο που νομιμοποιείται και/ή είναι εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση, κλονίζεται το τεκμήριο της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης και η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση (βλ. Σάββα ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1990) 3 Α.Α.Δ. 801, Θεανώ Χριστοδούλου-Μαυρομουστάκη ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1515/2008, ημερ. 10.8.2012, αλλά και την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Σπύρου κ.α. ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου, Α.Ε. 232/2012 και 239/2012, ημερ. 19.7.2019).
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο πρώτος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται ευσταθεί, εφόσον, πράγματι, διαπιστώνεται ζήτημα ανεπάρκειας και έλλειψης έγκυρων και άρτιων πρακτικών, καθώς και ελλιπούς διοικητικού φακέλου και, συνακόλουθα, κλονισμού του τεκμηρίου της νομιμότητας, το οποίο και θεωρώ ότι έχει ανατραπεί. Επιπρόσθετα δε, για τους λόγος που έχουν προαναφερθεί, εντοπίζεται και κενό αιτιολογίας της επίδικης απόφασης.
Περαιτέρω, σε σχέση πάντα με την προαναφερθείσα απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής, προκύπτει, σύμφωνα με το σχετικό απόσπασμα των πρακτικών ημερομηνίας 12.9.2022, ότι αυτή στηρίχθηκε και στο προαναφερθέν Σημείωμα ημερομηνίας 5.9.2022 (παράρτημα 4 στην ένσταση) που είχε τεθεί ενώπιον της. Η όποια δε αιτιολογία της απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής, σύμφωνα και με το εν λόγω απόσπασμα των πρακτικών, εδράζεται και στο περιεχόμενο αυτού του Σημειώματος. Εξάλλου, ως ήδη ελέχθη πιο πάνω, στο ίδιο το απόσπασμα των πρακτικών της επίδικης συνεδρίας ημερομηνίας 12.9.2022, ρητά αναφέρεται ότι στις περιπτώσεις που στην απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής γίνεται αναφορά στην ορθότητα της Πολεοδομικής Αρχής, όπως συμβαίνει και εν προκειμένω, θεωρείται ότι η αιτιολογία της απόφασης της εν λόγω Αρχής και τα επιχειρήματα που διατυπώνουν οι αρχές που συμφωνούν με την ανωτέρω απόφαση, αποτελούν την αιτιολογία της Απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής. Στην παρούσα περίπτωση, με την ορθότητα της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής συμφώνησε και το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως δια της υποβολής του σχετικού Σημειώματος ημερομηνίας 5.9.2022.
Ωστόσο, διαπιστώνω ότι, πέραν της μη τήρησης άρτιου πρακτικού στη συνεδρία της Υπουργικής Επιτροπής ημερομηνίας 12.9.2022, ελλιπές είναι και το εν λόγω Σημείωμα, εφόσον από κανένα σημείο αυτού δεν προκύπτει ο συντάκτης του, ενώ είναι και ανυπόγραφο. Τόσο στον σχετικό διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 2» κατά τις διευκρινίσεις (usb, αρ. εγγράφου 7978320), όσο και στα παραρτήματα της ένστασης, αυτό που περιέχεται είναι ένα πεντασέλιδο έγγραφο με τίτλο «ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ», χωρίς τα προαναφερθέντα, απαιτούμενα στοιχεία. Σε αντίθεση με την Έκθεση της Πολεοδομικής Αρχής (παράρτημα 3 στην ένσταση), στην οποία περιέχεται, μεταξύ άλλων, και η ταυτότητα και η υπογραφή του συντάκτη της. Δεδομένου λοιπόν ότι είναι και στη βάση του εν λόγω Σημειώματος που λήφθηκε η απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής, προκύπτει και γι’ αυτό τον λόγο ζήτημα μη τήρησης άρτιων πρακτικών, που αναπόφευκτα επιδρά στο κύρος της επίδικης απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής.
Τέλος, ζήτημα φαίνεται να προκύπτει και σε σχέση με τη σύνθεση της Πολεοδομικής Αρχής κατά την προηγηθείσα συνεδρία της, ημερομηνίας 29.6.2021. Όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης), στην εν λόγω συνεδρία συμμετείχαν ως παρακαθήμενοι τρία πρόσωπα υπό συγκεκριμένη ιδιότητα. Εντούτοις, από πουθενά δεν προκύπτει, ούτε και αναφέρεται κατά πόσον τα πρόσωπα αυτά αποχώρησαν από τη συνεδρία πριν από τη λήψη της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής. Ούτε και αναφέρεται οτιδήποτε επ’ αυτού στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Νόμου 158(Ι)/1999,-
«(1) Το συλλογικό διοικητικό όργανο πρέπει να συνεδριάζει με νόμιμη σύνθεση. Δεν είναι νόμιμα συντεθειμένο, αν στη συνεδρίαση του παρίσταται πρόσωπο που δεν είναι εξουσιοδοτημένο από το νόμο, έστω και αν δεν έλαβε μέρος στη ψηφοφορία, εκτός και αν πρόκειται για υπάλληλο που είναι αρμόδιος για την τήρηση των πρακτικών.
(2) Δεν συνιστά κακή σύνθεση του οργάνου η παρουσία στη συνεδρία του συλλογικού διοικητικού οργάνου αρμόδιων υπηρεσιακών ή άλλων προσώπων με σκοπό την παροχή κατατοπιστικών πληροφοριών ή την προσαγωγή στοιχείων, εφόσον αυτά αποχωρήσουν πριν από τη διαβούλευση για λήψη της απόφασης.».
Στην δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α & X KTHMATIKHΣ ΛΤΔ ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Χλώρακας, Α.Ε. 8/2012, ημερ. 24.11.2017, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα ως το υπό εξέταση, λέχθηκαν συναφώς και τα εξής:
«Η δεύτερη συνεδρία έλαβε χώρα στις 24.6.2010 και σύμφωνα με τα πρακτικά (αρ. ΚΣΧ/13-2010), κατεγράφησαν ως παρόντες, ο Κοινοτάρχης, ο Αναπλ. Κοινοτάρχης και επτά μέλη με μια διαφοροποίηση: Αντί του Γιαννάκη Παπακλεοβούλου, εμφανίστηκε ο Χρήστος Νικοδήμου, ο οποίος δεν συμμετείχε στην προηγούμενη συνεδρία. Καταγράφεται επίσης ως «παρακαθήμενος» ο Γραμματέας, χωρίς και πάλι κάποια ένδειξη περί αποχώρησης του σε οποιοδήποτε στάδιο ή περί εντολής σ' αυτόν για τήρηση των πρακτικών. Η παρουσία του Αντιπροέδρου της Σχολικής Εφορίας, είναι προφανές ότι αφορούσε τη συζήτηση άλλου θέματος που δεν σχετίζεται με την επίδικη απόφαση. Είναι στα πλαίσια αυτής της συνεδρίας που αποφασίστηκε η επιβολή των τελών, δυνάμει των σχετικών κανονισμών και της προηγούμενης απόφασης του Συμβουλίου για την κατηγοριοποίηση των υποστατικών. Με την επισήμανση ότι ο Γραμματέας εμφανίζεται να έχει και πάλι ενεργό ρόλο, αφού κατέθεσε σχετικό κατάλογο ιδιοκτητών υποστατικών ο οποίος αναγνώσθηκε, διορθώθηκε και εγκρίθηκε από το Συμβούλιο. Έλαβε δε εντολή να εκδώσει τα σχετικά τιμολόγια και να τα κοινοποιήσει στους επηρεαζόμενους.
Η τελευταία επί του θέματος συνεδρία έγινε στις 29.11.2010. Κατ’ αυτή παρίσταντο, όπως διατυπώθηκε στα πρακτικά (αρ. ΚΣΧ/17 -2010), ο Κοινοτάρχης, ο Αναπλ. Κοινοτάρχης και έξη μέλη ενώ σημειώνεται η απουσία ενός, του Α. Κυπριανού. Καταγράφονται επίσης, ως «παρακαθήμενοι», ο Γραμματέας, ο Προϊστάμενος Τεχνικών Υπηρεσιών και η Προϊσταμένη Λογιστηρίου. Το Συμβούλιο εξέτασε τις ενστάσεις των ιδιοκτητών, άκουσε τις απόψεις των μελών και αποφάσισε να προχωρήσει σε κατάταξη των κατοικιών και διαμερισμάτων αναλόγως των δωματίων βάση των τελευταίων δηλώσεων των ιδιοκτητών και αφαίρεση των χρεώσεων που έγιναν πριν από τις δηλώσεις. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε καταγραφή περί αποχώρησης των «παρακαθημένων» από τη συνεδρία, γεγονός από το οποίο βάσιμα συνάγεται ότι αυτοί παρέμειναν μέχρι τέλους. Ήταν δηλαδή παρόντες και στο στάδιο των διαβουλεύσεων για την λήψη της απόφασης.
Επιπροσθέτως όμως της παρουσίας του Γραμματέα στις επίδικες συνεδρίες του Συμβουλίου, στη συνεδρία ημερ. 29.11.10 παρίσταντο ως «παρακαθήμενοι» ακόμη δύο υπηρεσιακοί παράγοντες - οι προϊστάμενοι των Τεχνικών Υπηρεσιών και του Λογιστηρίου του Συμβουλίου - για τους οποίους δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι αποχώρησαν πριν τη λήψη των προσβαλλόμενων αποφάσεων, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 21(2) του Ν.158(1)/99, στοιχείο που επίσης καθιστά πάσχουσα τη σύνθεση του Συμβουλίου κατά την εν λόγω συνεδρία που λήφθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις. Σχετική επί του θέματος είναι η Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πάφου ν. Όλγας Ελευθερίου-Κορακίδου, Α.Ε. 29/10 ημερ. 2.4.14 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:-
«Σύμφωνα με τη γενική αρχή που διέπει τη σύνθεση των συλλογικών οργάνων, όπως η εν λόγω αρχή διαμορφώθηκε από τη νομολογία, ελληνική και κυπριακή, η συμμετοχή στη συνεδρία ενός τέτοιου διοικητικού οργάνου, προσώπου έστω και ενός ξένου προς τη νόμιμη συγκρότηση του, επηρεάζει άμεσα το νόμιμο της συγκρότησης του και καθιστά τις αποφάσεις του άκυρες λόγω έλλειψης αρμοδιότητας. (Medcon Construction Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 441). Ακόμη και απλή παρουσία τρίτων στη λήψη απόφασης, επενεργεί καταλυτικά στην εγκυρότητα της».
Όπως αναφέρεται στο «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου, Τόμος 1, Νομική Βιβλιοθήκη, 14η Έκδοση, σελ. 140:
«Κατά τη συνεδρίαση, κατά την οποία γίνεται διαλογική συζήτηση μεταξύ των μελών και ψηφοφορία για τη λήψη της απόφασης του συλλογικού οργάνου, δεν επιτρέπεται να παρίστανται πρόσωπα, εκτός αν η συνεδρίαση είναι δημόσια, που δεν περιλαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις στη νόμιμη συγκρότηση ή των οποίων η συμμετοχή στις συνεδριάσεις δεν προβλέπεται ρητώς (ΚΔΔ/σίας άρθρο 14 § 10). Εάν παρίστανται κατά τη συνεδρίαση άλλα πρόσωπα (όπως π.χ. οι υπηρεσιακοί παράγοντες που κλήθηκαν για παροχή πληροφοριών), πρέπει να αποχωρήσουν πριν από την έναρξη της διαλογικής συζήτησης (ΣΕ 3022/1980).».
Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, κρίνω ότι και εν προκειμένω, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, πάσχει η σύνθεση της Πολεοδομικής Αρχής που συνεδρίασε στις 29.6.2021, λόγω της συμμετοχής στην συγκεκριμένη συνεδρία, από την αρχή μέχρι και τη λήψη της σχετικής απόφασης, των τριών παρακαθήμενων, με αποτέλεσμα η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής να καθίσταται πάσχουσα ως ληφθείσα υπό συλλογικού οργάνου συνεδριάζοντος υπό κακή σύνθεση.
Ούτε βεβαίως και χωρεί αμφιβολία ότι η εν λόγω απόφαση συνδέεται άρρηκτα με την επίδικη απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής, ημερομηνίας 12.9.2022 και επιδρά στο κύρος αυτής, εφόσον για τη διαμόρφωση της εν λόγω επίδικης απόφασης, ως ρητά αναφέρεται σε αυτήν, λήφθηκε υπόψη και η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής.
Κατά συνέπεια, κρίνεται βάσιμος και ο τέταρτος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις σφραγίζουν την τύχη της υπό κρίση προσφυγής, καθιστώντας αχρείαστη την εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.
Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α..
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο