BEKIR INCE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 56/2024, 26/5/2026
print
Τίτλος:
BEKIR INCE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 56/2024, 26/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 56/2024(iJ))

26 Μαΐου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 6, 15, 16, 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                                               BEKIR INCE

Αιτητής

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.   ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Ραφαήλ Ανδρέου, για Γ. Καϊμακλιώτης Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Νικολέττα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία αξιώνει ακύρωση της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 14.11.2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε, ημερομηνίας 23.3.2022, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, δυνάμει εγγραφής.

 

  Ο αιτητής είναι υπήκοος Τουρκίας. Στις 23.3.2022 υπέβαλε αίτηση για να εγγραφεί ως Κύπριος πολίτης, λόγω τέλεσης γάμου με πολίτη της Δημοκρατίας. Το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με επιστολή ημερομηνίας 23.11.2022, ζήτησε από τον Διοικητή της ΚΥΠ ενημέρωση για το κατά πόσον η Υπηρεσία έχει οποιεσδήποτε πληροφορίες για παράνομη είσοδο ή παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία.

 

  Στις 25.9.2023, η ΚΥΠ ενημέρωσε το Τμήμα πως ο αιτητής εισήλθε παράνομα στην Κύπρο και απασχόλησε την Αστυνομία, κατόπιν σχετικής αναφοράς που υπάρχει στον σχετικό διοικητικό φάκελο με αρ. 5.12.004/22«Α».

  Στις 9.10.2023, η αρμόδια Λειτουργός ετοίμασε σχετικό σημείωμα, το οποίο υπέβαλε προς τον Υπουργό Εσωτερικών, με εισήγηση την απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως, στη βάση της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του σχετικού Νόμου, όπως επίσης και βάσει της παραγράφου (γ) του ίδιου άρθρου. Στο εν λόγω σημείωμα, αναφέρεται πως ο αιτητής δεν πληροί τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται από το Νόμο και πως εντοπίζονται στο φάκελο στοιχεία που συνηγορούν στη μη έγκριση της αίτησης, λόγω της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, αλλά και της απασχόλησης της Αστυνομίας. Πέραν των πιο πάνω, στο σημείωμα γίνεται αναφορά και στις προσωπικές περιστάσεις του ιδίου, ήτοι πως διαμένει μαζί με την Κύπρια σύζυγό του από την ημερομηνία της τέλεσης του γάμου τους, από τον οποίο γάμο, απέκτησαν ένα τέκνο.

 

  Ο Υπουργός Εσωτερικών συμφώνησε με την υποβληθείσα εισήγηση και στις 23.10.2023, αποφάσισε την απόρριψη της αιτήσεως. Η απορριπτική απόφαση του γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 14.11.2023, η νομιμότητα της οποίας συνιστά το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής. Eιδικότερα, αναφέρθηκαν τα εξής: -

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτηση σας με ημερ. 23/03/2022 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να εγκριθεί, βάσει της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, καθότι είχατε παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία. Επιπλέον βάσει της παραγράφου (γ) του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, καθότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είστε άτομο καλού χαρακτήρα».  

 

   Στη γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή, κάνοντας αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρεται στην παράνομη είσοδο που είχε ο αιτητής στη Δημοκρατία, κατά το έτος 1998, μέσω του χωριού Πύλα, χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν υπήρχε οδόφραγμα και στη σύλληψή του, καθώς επίσης και στην εναντίον του έκδοση διατάγματος απέλασης, το οποίο παρέμεινε ανεκτέλεστο, λόγω της έκδοσης προσωρινής άδειας παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία. Κατά τον χρόνο της διαμονής του στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, συνήψε δεσμό με Ελληνοκύπρια. Όπως επίσης αναφέρει, με την λήξη της άδειας προσωρινής παραμονής του στη Δημοκρατία, λόγω παράλειψης να την ανανεώσει έγκαιρα, εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης και του επιβλήθηκε και ποινή για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Εν τέλει, ο αιτητής απελάθηκε από τη Δημοκρατία το έτος 2001.

 

  Λόγω της σχέσης του με την Ελληνοκύπρια, του επιτράπηκε η είσοδος και εγκατάστασή του στη Δημοκρατία, με σκοπό την τέλεση γάμου. Στις 16.4.2003, ο αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία και στις 24.4.2003 τέλεσε πολιτικό γάμο με την Ελληνοκύπρια, με την οποία απέκτησε μια θυγατέρα και διαμένουν μαζί στο χωριό Μαθιάτης.

 

  Κατά τις εισηγήσεις του, το γεγονός ότι επιτράπηκε στον αιτητή να εισέλθει και να εγκατασταθεί στη Δημοκρατία κατά την 16.4.2003, δημιουργεί τεκμήριο νόμιμης εισόδου και παραμονής και συνεπώς, η απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως για πολιτογράφηση με εγγραφή, λόγω της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία, καθώς και οι θέσεις της διοίκησης ως προς τον χαρακτήρα του αιτητή, υπήρξαν πεπλανημένες και αποτέλεσμα ελλιπούς διερεύνησης. Κατά τις εισηγήσεις, από τη νομιμοποίηση της εισόδου του αιτητή κατά το έτος 2003, το ζήτημα της παράνομης εισόδου του στο παρελθόν και συγκεκριμένα κατά το έτος 1998, έχει λήξει, αφ’ ης στιγμής είναι αναγνωρισμένος από όλες τις κρατικές και δημόσιες αρχές της Δημοκρατίας. Διατείνεται πρόσθετα πως η επίδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και κακόπιστη, ενώ προβάλλει και τη θέση πως έχει στερηθεί του δικαιώματος να ακουστεί πριν την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, κατ΄επίκληση του άρθρου 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/99.

 

  Η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, υπήρξε αντίθετη και υποστηρικτική της νομιμότητας της απόρριψης της αιτήσεως. Αφού αναφέρεται στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002, καθώς και στη νομολογία του Δικαστηρίου, υπέδειξε πως ισχύει απόλυτη απαγόρευση για εγγραφή, προσώπου το οποίο είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία, καθ΄οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Ούτε, όπως ανέφερε, το γεγονός της απέλασής του, λόγω παράνομης εισόδου και παραμονής, νομιμοποιεί τις ενέργειες του που είχαν λάβει χώρα χωρίς λήψη άδειας.

 

  Κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων κατατέθηκαν οι σχετικοί διοικητικοί φάκελοι του Υπουργείου Εσωτερικών, οι οποίοι σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1, 2 και 3.

 

  Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για τη δυνατότητα του Υπουργού Εσωτερικών να εγγράψει, ως πολίτη της Δημοκρατίας, οποιοδήποτε πρόσωπο, παρατίθενται ως ακολούθως:-

 «110.—(1) […]

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για

την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι—

 

(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·

(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων·

(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και

(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι […]

Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: […]»[1]

 

  Η απορριπτική κατάληξη του Υπουργού Εσωτερικών, στηρίχθηκε στη μη πλήρωση της δεύτερης επιφύλαξης της παραγράφου (2) του άρθρου 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, αφού διαπιστώθηκε πως ο αιτητής εισήλθε και διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Αυτή την πληροφόρηση έλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών με ενημέρωση που έλαβε από την ΚΥΠ ημερομηνίας 25.9.2023 (σελίδωση 19 Τεκμηρίου 2), στην οποία αποτάθηκε το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για λήψη πληροφοριών που αφορούν το άτομο του αιτητή. Πρόσθετη αναφορά, έγινε και στο χαρακτήρα του αιτητή, από το γεγονός πως είχε απασχολήσει την Αστυνομία στο παρελθόν.

 

  Αυτές τις πληροφορίες, δεν τις αμφισβητεί ο αιτητής. Ο ίδιος, στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης, τα αναφέρει με περισσότερη λεπτομέρεια.

 

  Όπως ο ίδιος αναφέρει, κατά το έτος 1998 εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, μέσω του χωριού Πύλα, ενέργεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη του και την εναντίον του έκδοση διατάγματος απέλασης. Αργότερα, είχε εξασφαλίσει άδεια προσωρινής παραμονής στη Δημοκρατία και κατά την λήξη της, συνέχισε να διαμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς να προβεί σε ενέργειες για ανανέωσή της. Το γεγονός αυτό, είχε ως αποτέλεσμα την απέλασή του από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά το έτος 2001, για να επανέλθει το έτος 2003 με ειδική άδεια, όπου και τέλεσε πολιτικό γάμο με την μέχρι σήμερα Κύπρια σύζυγό του.

 

  Βάσει των πιο πάνω, δεν υπάρχει αμφισβήτηση πως υπήρξε, εκ μέρους του αιτητή, παράνομη είσοδος και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, τόσο κατά το έτος 1998 (παράνομη είσοδος), όσο και κατά το έτος 2001 (παράνομη παραμονή), καθώς και απέλασή του, όπως και επιβολή ποινής προστίμου για το ποινικό αδίκημα της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.

 

  Συμφωνώ με τις θέσεις της Δημοκρατίας, πως το γεγονός της απέλασης του αιτητή, λόγω της παράνομης εισόδου και παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας, δεν νομιμοποιεί όλες τις μεταγενέστερες ή προγενέστερες πράξεις του. Ούτε, ομοίως, το γεγονός της έκδοσης άδειας προσωρινής παραμονής του στη Δημοκρατία, κατά το έτος 2003, νομιμοποιεί τις προηγηθείσες ενέργειες.

 

  Το γεγονός της ύπαρξης παράνομης εισόδου, παράνομης παραμονής και εν προκειμένω και έκδοσης διατάγματος απέλασης, δεν παρέχει διακριτική ευχέρεια στον Υπουργό Εσωτερικών ως προς την εξέταση της αίτησης, παρά μόνον δέσμια αρμοδιότητα για την απόρριψή της.

  Δεν συμφωνώ με τους ισχυρισμούς του αιτητή πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν προβεί σε δέουσα έρευνα επί των πραγματικών δεδομένων του αιτητή. Στο σημείωμα που υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών, καταγράφηκαν όλες οι προσωπικές περιστάσεις του, ήτοι το γεγονός της αρμονικής διαμονής με τη σύζυγό του από την μέρα τέλεσης του γάμου τους, στο χωριό Μαθιάτης και η απόκτηση τέκνου γεννημένου στη Λευκωσία.

 

  Στην επίδικη απόφαση που του γνωστοποιήθηκε, καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους η επίδικη αίτηση απερρίφθη και δίδεται επαρκής αιτιολόγηση, στη βάση της μη πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002.

 

  Η προσέγγιση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με αιτήσεις για απόκτηση της ιδιότητας πολίτη της Δημοκρατίας με εγγραφή, σκιαγραφήθηκε στην Yousife Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, τα κριθέντα της οποίας υιοθετήθηκαν και στην Δημοκρατία ν. Ζ.Μ. (2011) 3Α Α.Α.Δ. 20.

  Όπως λέχθηκε, η πολιτογράφηση, συνιστά μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης.

 

  Κρίθηκε,  πρόσθετα, πως η έννοια της λέξης «παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία», όπως αυτή αναφέρεται στην δεύτερη επιφύλαξη της παραγράφου (2)(δ) του άρθρου 110 του Νόμου, ερμηνεύεται πως καλύπτει και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία που έλαβε χώρα στο παρελθόν, ενώ η παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, δεν καθίσταται νόμιμη εκ του γεγονότος ότι εγκρινόταν μεταγενέστερα αίτημα προσωρινής παραμονής.

 

  Επίσης, στην Motilla v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 29, κρίθηκε πως ο ίδιος ο νόμος, δεν παρέχει, ούτε στη διοίκηση, αλλά ούτε και στο Δικαστήριο περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας ανάλογα με το πόσο μακρά ή σύντομη υπήρξε η διακοπή της νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία.

  Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το θέμα της πολιτογράφησης, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας και το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση μιας τέτοιας εξουσίας. Κανένας δεν έχει απόλυτο νομικό δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, παρά μόνον προσδοκία να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, εφ’ όσον, όμως, ικανοποιήσει τον Υπουργό Εσωτερικών ότι συντρέχουν στην περίπτωσή του οι προϋποθέσεις του άρθρου 110(2), κάτι που ο αιτητής δεν πέτυχε στην παρούσα υπόθεση.

 

  Τα ίδια επαναλήφθηκαν και σχετικά προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ε.Δ.Δ. 124/21 Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.12.2025.

 

  Απορριπτέος τυγχάνει και ο λόγος ακύρωσης περί παράβασης του δικαιώματος ακρόασης. Όπως έχει νομολογηθεί, η απόρριψη αίτησης για πολιτογράφηση, ομοίως, η ακύρωση, ή μη ανανέωση άδειας προσωρινής παραμονής υπηκόου τρίτης χώρας, αποτελούν πράξεις έκφανσης της κυριαρχίας ενός κράτους και δεν θεωρούνται, ούτε τιμωρία, ούτε πειθαρχική κύρωση, έτσι ώστε να προκύπτει άμεσα υποχρέωση να ακουστεί ο αιτητής (Joudine ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 500).

 

  Επί της ίδιας θεώρησης, παραπέμπω και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 199/2020 Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.2.2025, από την οποία μεταφέρω το εξής απόσπασμα:-

«Κρίνουμε πως η επίκληση του Εφεσείοντα των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου δεν ενισχύει την πιο πάνω θέση του. Όπως είναι νομολογημένο, οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα και ισχύουν όταν δεν υπάρχει σχετικός κανόνας ο οποίος έχει θεσπισθεί με πράξη νομοθετικού οργάνου και διέπει ειδικά το θέμα. (βλ. Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου Λτδ ν. Δήμου Λάρνακας (2000) 3 ΑΑΔ 345, Reza Ghasemi v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (2006) 3 ΑΑΔ, 383 και Σύγγραμμα Ε. Π. Σπηλιωτοπούλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 7η έκδοση, σελ. 73).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης σε αιτήσεις πολιτογράφησης, δεν προβλέπεται από τον ειδικό Νόμο (Ν.141(Ι)/2002). Περαιτέρω, κρίνουμε πως η έκδοση απόφασης σε αιτήσεις πολιτογράφησης, δεν είναι πειθαρχικής φύσεως, ούτε έχει το χαρακτήρα της κύρωσης, ούτε και είναι δυσμενούς φύσης, ως οι ρητές πρόνοιες του Άρθρου 43 του Ν.158(Ι)/1999. Κάθε αίτηση για πολιτογράφηση, εξετάζεται σύμφωνα με το σύνολο των στοιχείων που έχουν ενώπιον τους οι αρμόδιες αρχές και στηρίζεται στα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Συνιστά συνεπώς, ζήτημα που, όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης».

 

  Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω πως η διοίκηση διεξήγαγε δέουσα έρευνα, αφού έλαβε υπόψη της, όλα τα ενώπιον της στοιχεία και ορθά και νόμιμα απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση, εντός των πλαισίων της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης.

 

  Με γνώμονα τα πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή.

  Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.     

 

 

              Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο