ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 688/2022)
26 Μαΐου 2026
[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΔΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
Αιτήτρια
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Καθ’ ης η Αίτηση
…………………………
Σ. Α. Αγγελίδης για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.ΕΠ.Ε., για την αιτήτρια.
Θ. Πιπερή – Χριστοδούλου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια με την υπό κρίση προσφυγή ζητά την ακύρωση της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 4.2.2022 με την οποία έκρινε ότι η αιτήτρια παραβίασε τα Άρθρα 5(1)(α), (γ) και (δ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (στο εξής ο «Γενικός Κανονισμός») και επέβαλε στην αιτήτρια διοικητικό πρόστιμο ύψους €10.000.
Στις 15.4.2019 πρόσωπο υπέβαλε γραπτό παράπονο προς την καθ’ ης η αίτηση σχετικά με τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων από μέσα μαζικής επικοινωνίας που ανήκουν στον όμιλο της αιτήτριας. Με επιστολή ημερομηνίας 28.5.2019 η καθ’ ης η αίτηση ζήτησε από την αιτήτρια να υποβάλει τις θέσεις της πράγμα το οποίο έπραξε μέσω επιστολής ημερομηνίας 28.6.2019. Ακολούθησε στις 24.5.2021 έκδοση απόφασης με την οποία η καθ’ ης η αίτηση κατέληξε σε ευρήματα παράβασης του Γενικού Κανονισμού και κάλεσε την αιτήτρια να υποβάλει τυχόν μετριαστικούς παράγοντες γιατί να μην της επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο. Η αιτήτρια ανταποκρίθηκε στις 17.6.2021 και στις 4.2.2022 η καθ’ ης η αίτηση εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση προσφυγή απόφαση.
Η αιτήτρια εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει επειδή η αιτήτρια δεν είναι η κατά νόμο υπεύθυνη αλλά υπεύθυνα είναι άλλα νομικά πρόσωπα, επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμά της σε προηγούμενη ακρόαση λόγω του ότι ουδέποτε της κοινοποιήθηκε το κείμενο του παραπόνου, επειδή το ύψος του διοικητικού προστίμου δεν είναι αιτιολογημένο, επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και την άσκηση της δημοσιογραφίας που προστατεύεται από το Άρθρο 85 του ΕΚ 679/2016 και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.
Η καθ’ ης η αίτηση στην επιστολή της προς την αιτήτρια ημερομηνίας 28.5.2019 κατέγραψε τα εξής:
«3.1 Σύμφωνα με τα στοιχεία που έθεσε η παραπονούμενη ενώπιόν μου σε δημοσίευμα του SIGMALIVE ημερ. 13/3/2019 με τίτλο "ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Στο φως νέα ονόματα πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων το οποίο φέρει την υπογραφή του Κυριάκου Πενηνταέξ", και σχετικό απόσπασμα βίντεο από τις "τομές στα γεγονότα" του τηλεοπτικού σταθμού SIGMA έχει γίνει αναφορά στα ακόλουθα δεδομένα οικονομικής φύσης που αφορούν στην ιδιωτική σφαίρα των δραστηριοτήτων της παραπονούμενης:
[.]
4. Σχολιασμός Επιτρόπου:
4.1 Είναι αδιαμφισβήτητη η ιδιότητα της παραπονούμενης ως δημόσιου προσώπου […].
4.2 Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν επιτρέπει και /ή δεν δικαιολογεί τη συλλογή και επεξεργασία μέσω της δημοσιοποίησης /δημοσίευσης πληροφοριών οι οποίες αφορούν αποκλειστικά και /ή ανάγονται στην ιδιωτική σφαίρα των δραστηριοτήτων του δημόσιου προσώπου παρόλο και ανεξαρτήτως αν οι πράξεις αυτές εμπίπτουν στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του τύπου, προς το συμφέρον της ενημέρωσης της κοινής γνώμης, ήτοι για δημοσιογραφικούς αποκλειστικά σκοπούς.
4.3 Η στάθμιση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οφείλει να γίνεται για κάθε συγκεκριμένη επεξεργασία μεταξύ των δύο συγκρουόμενων δικαιωμάτων, ήτοι της ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου περιλαμβανόμενης της αξίωσης του κοινού να ενημερώνεται και του δικαιώματος του δημόσιου προσώπου στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών του δεδομένων. Η αρχή της στάθμισης γίνεται δεκτή από την πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), σύμφωνα με την οποία τα ΜΜΕ έχουν κατά το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθήκον να ενημερώνουν το κοινό για υποθέσεις και θέματα γενικού ενδιαφέροντος και αντίστοιχα το κοινό έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για τα ζητήματα αυτά. Ειδικά εφόσον πρόκειται για πρόσωπα της δημόσιας ζωής ή θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, η ανάγκη ενημέρωσης του κοινού είναι εντονότερη. Για το λόγο αυτό το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει το ρόλο των δημοσιογράφων ως δημόσιων φρουρών (“public watchdogs’’), ήτοι την ελεγκτική λειτουργία του Τύπου, η οποία καλύπτει τη δυνατότητά του να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα με τη δημοσιοποίηση και δημόσια κριτική τους.
[.]
4.4 Εκτός από τη στάθμιση και το συμβιβασμό των δύο δικαιωμάτων είναι κοινώς αποδεκτό τόσο νομολογιακά όσο και θεσμικά ότι ο λειτουργός του τύπου οφείλει να ενεργεί καλή τη πίστη και πριν από την επικείμενη
δημοσιοποίηση των πληροφοριών δεσμεύεται και έχει καθήκον να προβαίνει σε αξιολόγηση των εν λόγω πληροφοριών και να βεβαιούται ότι αυτές είναι αξιόπιστες και ακριβείς (Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας παρ. 1.)
[.]
5. Ισχύον νομοθετικό πλαίσιο:
5.1 Σχετικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 29(1) του Ν. 125(Ι)/2018 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2018, ο οποίος συμπληρώνει το Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων, (ΕΕ), 2016/679, (εφεξής «ο ΓΚΠΔ») δυνάμει των οποίων:
«29.-(1) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα η οποία διενεργείται για δημοσιογραφικούς ή ακαδημαϊκούς σκοπούς ή για σκοπούς καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης είναι νόμιμη, νοουμένου ότι οι σκοποί αυτοί είναι ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο στόχο και σέβονται την ουσία των δικαιωμάτων όπως αυτά καθορίζονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία έχει κυρωθεί με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Νόμο, και στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος.».
5.2 Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5(1)(α), (γ) και (δ) του Κανονισμού ήτοι τις Αρχές (νομιμότητας, αναλογικότητας και ακρίβειας) που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:
«5(1) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:
α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια»),
[.]
γ) είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»),
δ) είναι ακριβή και, όταν είναι αναγκαίο, επικαιροποιούνται∙ πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την άμεση διαγραφή ή διάσωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας («ακρίβεια»),».
6. Υπό το φως των ανωτέρω καλείστε όπως υποβάλετε τις θέσεις σας και αναφέρατε:
6.1 με ποιο τρόπο έχετε προβεί στη στάθμιση των δύο δικαιωμάτων ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου σε αντιπαραβολή με την ελευθερία της ιδιωτικότητας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων της παραπονούμενης σε συσχέτιση με τα κριτήρια που τίθενται στην παράγραφο 4.6 της παρούσας επιστολής και,
6.2 να τοποθετηθείτε επί του νομοθετικού πλαισίου και ειδικότερα με ποιο τρόπο έχετε διασφαλίσει την τήρηση των πιο πάνω αρχών της νόμιμης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων (βλ. παρ. 5.2).»
Σε απάντηση, προχώρησε η αιτήτρια με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 28.6.2019. Το εν λόγω μήνυμα αποστάλθηκε από τον κ. Κ. Δ. Σμαραγδάκη υπό την ιδιότητά του ως «Data Protection Officer (DPO), Dias Media Group». Στο μήνυμα δεν περιλαμβάνεται καμία αναφορά ότι η αιτήτρια δεν είναι η κατά νόμο υπεύθυνη ως εισηγείται η αιτήτρια στα πλαίσια της προσφυγής της συνεπώς, η εισήγηση απορρίπτεται εφόσον ουδέποτε τέθηκε υπόψιν της καθ’ ης η αίτηση με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εγείρεται σε αυτό το στάδιο (Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών (2009) 3 Α.Α.Δ. 342).
Ούτε η εισήγηση ότι παραβιάζεται το δικαίωμα της αιτήτριας σε προηγούμενη ακρόαση επειδή δεν της κοινοποιήθηκε αυτούσιο το κείμενο του παραπόνου ευσταθεί. Η καθ’ ης η αίτηση μέσω της επιστολής της προς την αιτήτρια ημερομηνίας 28.5.2019 έθεσε τα σημεία εκείνα επί των οποίων επιθυμούσε να λάβει τις θέσεις της αιτήτριας δηλαδή να της δώσει την ευκαιρία να ασκήσει το δικαίωμά της σε προηγούμενη ακρόαση. Εάν η επιστολή παραπόνου περιλάμβανε και άλλες αναφορές τις οποίες η καθ’ ης η αίτηση δεν έκρινε ότι έχρηζαν απάντησης από την αιτήτρια είτε λόγω περισσής έκτασης της επιστολής είτε λόγω μη άμεσης συνάφειας, δεν οδηγεί σε παραβίαση του δικαιώματος σε προηγούμενη ακρόαση. Το ουσιώδες είναι ποια ζητήματα από την επιστολή παραπόνου έκρινε η καθ’ ης η αίτηση ότι ενδεχομένως να παραβιάζουν τη σχετική νομοθεσία και επομένως χρήζουν διερεύνησης και εάν ζητήθηκε η τοποθέτηση της αιτήτριας επί αυτών. Εφόσον αυτό έγινε, το δικαίωμα της αιτήτριας σε προηγούμενη ακρόαση ικανοποιείται. Ούτε το Δικαστήριο εξετάζοντας τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης επεκτείνεται πέραν των όσων ανταλλάχτηκαν μεταξύ αιτήτριας και καθ’ ης η αίτηση.
Η αιτήτρια εισηγείται επίσης ότι η καθ’ ης η αίτηση παραβίασε το δικαίωμα της αιτήτριας στην ελευθερία της έκφρασης και άσκηση δημοσιογραφίας και δεν προέβη σε δέουσα έρευνα και αιτιολογία. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Όπως εξηγεί σε διάφορα σημεία της απόφασής της η καθ’ ης η αίτηση, «αντικείμενο κρίσης από το Γραφείο μου αποτελεί ο έλεγχος του κατά πόσο ο Καθ’ ου με τις ενέργειές και /ή παραλείψεις του μέσω της δημοσίευσης πληροφοριών και δεδομένων που αφορούσαν στην παραπονούμενη υπερέβει το μέτρο του αναγκαίου με την έννοια του απολύτως απαραίτητου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, που όπως κατ’ επανάληψη ανέφερε ήταν να καταδείξει αν υπήρξε ή όχι ευνοϊκή μεταχείριση των ΠΕΠ». Στα πλαίσια αυτά κινήθηκε η εξέταση του παραπόνου και με την αιτιολογία και επεξήγηση που δίδεται και στα δύο μέρη των αποφάσεων της καθ’ ης η αίτηση, πράγματι σε αυτό περιορίστηκε η εξέταση και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε ήταν εύλογα. Ούτε παραβιάζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δημοσιογραφικά καθήκοντα και υποχρεώσεις της αιτήτριας εφόσον ρητώς εξηγεί η καθ’ ης η αίτηση σε διάφορα σημεία κυρίως του Μέρους Α της απόφασης πώς αντισταθμίζεται το δημοσιογραφικό καθήκον με την αρχή της αναλογικότητας που πρέπει να τηρείται κατά την άσκηση του εν λόγω καθήκοντος. Στη βάση της ανάλυσης που παραθέτει η καθ’ ης η αίτηση στα δύο κείμενα των αποφάσεών της, δεν διακρίνω λόγο δικαστικής παρέμβασης.
Σε σχέση, τέλος, με το διοικητικό πρόστιμο, η αιτήτρια εισηγείται ότι επιβλήθηκε αναιτιολόγητα χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πρόνοιες του νόμου και χωρίς να επεξηγείται ο λόγος επιβολής του συγκεκριμένου προστίμου.
Η καθ’ ης η αίτηση στην Απόφαση Μέρος Α ημερομηνίας 24.5.2021 καταγράφει τα ακόλουθα στο σημείο Δ με τίτλο «Κατάληξη»:
«Τηρουμένης της ανάλυσης και της συλλογιστικής υπό τη μορφή Σχολίων στο Μέρος Β της παρούσας, και αφού έχω ακούσει τον Καθ’ ου σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων στάθμισης των δύο δικαιωμάτων που έθεσα (βλ. παρ. 2.4.6 Μέρος Α), την τήρησή των κριτηρίων αυτών καθώς και του νομοθετικού πλαισίου (βλ. παρ. 2.6 Μέρος Α), έχω Καταλήξει ότι ο Καθ’ ου με τις πράξεις και /ή τις παραλείψεις του προέβη σε επεξεργασία των δεδομένων της παραπονούμενης καθ' υπέρβαση των βασικών αρχών σύννομης επεξεργασίας ήτοι των διατάξεων του άρθρου 5(1)(α), (γ) και (δ) του Κανονισμού, οι οποίες εκτίθενται στο Μέρος Γ της παρούσας. Με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία ο Καθ’ ου παρέλειψε να λάβει υπόψιν του κάποια από τα 6 κριτήρια που είχα θέσει και /ή απέτυχε να στοιχειοθετήσει και /ή να αποδείξει ότι ενήργησε σύμφωνα και /ή έλαβε υπόψιν του κάποια από τα κριτήρια στάθμισης όπως:
«4.6.2 η επεξεργασία να πραγματοποιείται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς
4.6.3 η επεξεργασία να είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος
4.6.4 οι πληροφορίες να είναι ακριβείς και να αποδίδουν την αλήθεια,
4.6.5 προηγούμενη επικοινωνία με την παραπονούμενη».
Υπό το φως της ανωτέρω Κατάληξης, καλείται με την παρούσα Απόφαση Μέρος Α ο Καθ’ ου όπως, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν,158(Ι)/1999, ασκώντας το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, υποβάλει εντός τεσσάρων εβδομάδων από την ημερομηνία της παραλαβής της παρούσας Απόφασης τις θέσεις του καθώς και τους λόγους και μετριαστικούς παράγοντες για τους οποίους πιστεύει ότι δεν θα πρέπει να του επιβληθεί οποιαδήποτε/οποιεσδήποτε από την/τις προβλεπόμενη/ ες, στις διατάξεις του Άρθρου 58 (2)(α), (β), (δ), (στ) και (θ), του Κανονισμού, κυρώσεις, οι οποίες εκτίθενται στο Μέρος Γ της παρούσας Απόφασης.»
Οι εξουσίες με βάση το Άρθρο 58 του Γενικού Κανονισμού ως καταγράφονται στο σημείο Γ της ως άνω απόφασης είναι οι εξής:
«2. Κάθε αρχή ελέγχου διαθέτει όλες τις ακόλουθες διορθωτικές εξουσίες:
α) να απευθύνει προειδοποιήσεις στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία ότι σκοπούμενες πράξεις επεξεργασίας είναι πιθανόν να παραβαίνουν διατάξεις του παρόντος κανονισμού,
β) να απευθύνει επιπλήξεις στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία όταν πράξεις επεξεργασίας έχουν παραβεί διατάξεις του παρόντος κανονισμού,
[.]
δ) να δίνει εντολή στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία να καθιστούν τις πράξεις επεξεργασίας σύμφωνες με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εάν χρειάζεται, με συγκεκριμένο τρόπο και εντός ορισμένης προθεσμίας,
[.]
στ) να επιβάλλει προσωρινό ή οριστικό περιορισμό, περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της επεξεργασίας,
[.]
θ) να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του άρθρου 83, επιπλέον ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης,».
Και στην Απόφαση Μέρος Β ημερομηνίας 4.2.2022 στο σημείο Δ με τίτλο «Κατάληξη – Διατακτικό»:
«8. Αφού έλαβα υπόψιν και συνεκτίμησα –
8.1 Το σκεπτικό, τη συλλογιστική και την κατάληξή μου στην Απόφαση Μέρος Α’ ύστερα από την ακρόαση του Καθ’ ου σχετικά με ενδεχόμενη παράβαση των διατάξεων του νομοθετικού πλαισίου, σύμφωνα με την οποία, ο Καθ’ ου με τις πράξεις και /ή παραλείψεις του μέσω της δημοσίευσης στοιχείων που αφορούσαν στην οικονομική κατάσταση της παραπονούμενης προέβη σε επεξεργασία και ενήργησε καθ’ υπέρβαση των βασικών αρχών της σύννομης επεξεργασίας ήτοι των αρχών της νομιμότητας, αντικειμενικότητας, διαφάνειας, της αρχής της ελαχιστοποίησης και της αρχής της ακρίβειας και ως εκ τούτου ενήργησε κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 5(1)(α), (γ) και (δ) του Κανονισμού,
8.2 Την κατάληξή μου ότι οι πράξεις και /ή παραλείψεις του Καθ’ ου καταδεικνύουν ότι δεν προέβη σε ορθή στάθμιση των κριτηρίων των δύο δικαιωμάτων, της ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου και της ελευθερίας της ιδιωτικότητας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, αφού παρέλειψε να λάβει υπόψιν του και /ή δεν αξιολόγησε ορθά κάποια από τα 6 κριτήρια που είχα θέσει και /ή απέτυχε να στοιχειοθετήσει και /ή να αποδείξει ότι ενήργησε σύμφωνα και /ή έλαβε υπόψιν του κάποια από τα κριτήρια στάθμισης όπως:
«4.6.2 η επεξεργασία να πραγματοποιείται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς
4.6.3 η επεξεργασία να είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος
4.6.4 οι πληροφορίες να είναι ακριβείς και να αποδίδουν την αλήθεια,
4.6.5 προηγούμενη επικοινωνία με την παραπονούμενη
8.3 Το σκεπτικό και τη συλλογιστική στην παρούσα Απόφαση Μέρος Β’, αφού άκουσα εκ νέου τον Καθ’ ου γενικά, αλλά και σε σχέση με ενδεχόμενη επιβολή διοικητικής/ ών κύρωσης/εων,
8.4 Όλες τις περιστάσεις και τους παράγοντες που ο Καθ’ ου έθεσε ενώπιόν μου με βάση όλα τα στοιχεία του Φακέλου της υπόθεσης, και
8.5 Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και τις διατάξεις σχετικά με τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις στις διατάξεις του άρθρου 58 (2) (α), (β), (δ), (στ) και (θ), του Κανονισμού,
9. Κρίνω υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ως απόλυτα εύλογη και δικαιολογημένη την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων των διατάξεων στο άρθρο 58(2)(δ) και 58(2)(θ) του Κανονισμού, τηρουμένων των οποίων:
Κάθε Αρχή Ελέγχου έχει εξουσία -
δ) να δίνει εντολή στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία να καθιστούν τις πράξεις επεξεργασίας σύμφωνες με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εάν χρειάζεται, με συγκεκριμένο τρόπο και εντός ορισμένης προθεσμίας,
και,
θ) να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του άρθρου 83, επιπλέον ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης,
ΚΑΙ,
10. ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ως ακολούθως:
Ασκώντας τις ως άνω εξουσίες που μου απονέμουν οι διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου -
Εκδίδω εντολή στον Καθ’ ου όπως μεριμνήσει εντός μίας εβδομάδας από τη λήψη της παρούσας Απόφασης για την αφαίρεση του δημοσιεύματος από τον ιστότοπο όλων, των ελεγχόμενων, από τον Καθ’ ου, οντοτήτων και
Επιβάλλω στον Καθ’ ου, κατά την κρίση μου, διοικητικό πρόστιμο ύψους €10,000 (δέκα χιλιάδων ευρώ), το οποίο κρίνω εύλογο και ανάλογο με βάση το σκεπτικό και την κατάληξη στην Απόφαση. (Απόφαση Μέρος Α’ και Απόφαση Μέρος Β’).»
Οι σχετικές πρόνοιες του Άρθρου 83 του Γενικού Κανονισμού είναι οι πιο κάτω:
«1. Κάθε εποπτική αρχή μεριμνά ώστε η επιβολή διοικητικών προστίμων σύμφωνα με το παρόν άρθρο έναντι παραβάσεων του παρόντος κανονισμού που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 να είναι για κάθε μεμονωμένη περίπτωση αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική.
2. Τα διοικητικά πρόστιμα, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, επιβάλλονται επιπρόσθετα ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως η) και στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο ι). Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου, καθώς και σχετικά με το ύψος του διοικητικού προστίμου για κάθε μεμονωμένη περίπτωση, λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ακόλουθα:
α) η φύση, η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την έκταση ή το σκοπό της σχετικής επεξεργασίας, καθώς και τον αριθμό των υποκειμένων των δεδομένων που έθιξε η παράβαση και το βαθμό ζημίας που υπέστησαν,
β) ο δόλος ή η αμέλεια που προκάλεσε την παράβαση,
γ) οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες προέβη ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία για να μετριάσει τη ζημία που υπέστησαν τα υποκείμενα των δεδομένων,
δ) ο βαθμός ευθύνης του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που εφαρμόζουν δυνάμει των άρθρων 25 και 32,
ε) τυχόν σχετικές προηγούμενες παραβάσεις του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία,
στ) ο βαθμός συνεργασίας με την αρχή ελέγχου για την επανόρθωση της παράβασης και τον περιορισμό των πιθανών δυσμενών επιπτώσεών της,
ζ) οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επηρεάζει η παράβαση,
η) ο τρόπος με τον οποίο η εποπτική αρχή πληροφορήθηκε την παράβαση, ειδικότερα εάν και κατά πόσο ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία κοινοποίησε την παράβαση,
θ) σε περίπτωση που διατάχθηκε προηγουμένως η λήψη των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 κατά του εμπλεκόμενου υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία σχετικά με το ίδιο αντικείμενο, η συμμόρφωση με τα εν λόγω μέτρα,
ι) η τήρηση εγκεκριμένων κωδίκων δεοντολογίας σύμφωνα με το άρθρο 40 ή εγκεκριμένων μηχανισμών πιστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 42 και
ια) κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που προκύπτει από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπως τα οικονομικά οφέλη που αποκομίστηκαν ή ζημιών που αποφεύχθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από την παράβαση.
3. Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία, για τις ίδιες ή για συνδεδεμένες πράξεις επεξεργασίας, παραβιάζει αρκετές διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το συνολικό ύψος του διοικητικού προστίμου δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται για τη βαρύτερη παράβαση.
[.]
5. Παραβάσεις των ακόλουθων διατάξεων επισύρουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2, διοικητικά πρόστιμα έως 20 000 000 EUR ή, σε περίπτωση επιχειρήσεων, έως το 4 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο:
α) οι βασικές αρχές για την επεξεργασία, περιλαμβανομένων των όρων που ισχύουν για την έγκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6, 7 και 9,
β) τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων σύμφωνα με τα άρθρα 12 έως 22,
γ) η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αποδέκτη σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή οργανισμό σύμφωνα με τα άρθρα 44 έως 49,
δ) οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους οι οποίες θεσπίζονται δυνάμει του κεφαλαίου IX,
ε) μη συμμόρφωση προς εντολή ή προς προσωρινό ή οριστικό περιορισμό της επεξεργασίας ή προς αναστολή της κυκλοφορίας δεδομένων που επιβάλλει η εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 58 παράγραφος 2 ή μη παροχή πρόσβασης κατά παράβαση του άρθρου 58 παράγραφος 1.»
Στο σημείο Γ της απόφασης Μέρος Β της καθ’ ης η αίτηση, καταγράφονται οι μετριαστικοί παράγοντες που έλαβε υπόψη αλλά και οι επιβαρυντικοί παράγοντες, και τα δύο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 83. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του αιτητή. Τόσο το Μέρος Α της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση όσο και το Μέρος Β, είναι δεόντως επεξηγηματικά και αναλυτικά έτσι ώστε να προκύπτει ως εύλογη η απόφαση επιβολής του διοικητικού προστίμου. Σε σχέση με το ύψος του, το μέγιστο που δυνατό να επιβληθεί ρητώς προβλέπεται στο Άρθρο 83.5 του Γενικού Κανονισμού συνεπώς η καθ’ ης η αίτηση ενήργησε εντός του πλαισίου που της επιτρέπει ο Γενικός Κανονισμός.
Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2.000 έξοδα υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο