ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 698/2021)
28 Μαΐου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
JOVATA CONSTRUCTIONS LTD
Αιτήτρια,
και
1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
2. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Ν. Καλλής για Νίκος Καλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για την αιτήτρια.
Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή – και μετά την απόσυρση κατά τη δικάσιμο της 17.3.2026 των αιτητικών (Β) και (Γ) της Προσφυγής- η αιτήτρια εταιρεία επιζητεί την ακόλουθη θεραπεία:
«Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ημερομηνίας 29/12/2020 και 24/9/2020 και παραληφθείσα την 31/5/2021 με την οποία επεβλήθη πρόστιμο στην Αιτήτρια για αδήλωτη εργασία του κ. MINA MINAS είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αυθαίρετη και/ή στερείται οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος».
Προτού προχωρήσω στην παράθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, οφείλει εξαρχής να λεχθεί πως η απόφαση ημερομηνίας 29.12.2020 για την οποία γίνεται αναφορά στο αιτητικό της παρούσας Προσφυγής και κατά της νομιμότητας της οποίας βάλλει η αιτήτρια με την παρούσα Προσφυγή, δεν αφορά την επίδικη διαφορά και ουδόλως συσχετίζεται με την επίδικη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 29.12.2020, ως δεικνύεται και από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, αφορά σε άλλη Πράξη Επιβολής Προστίμου, η οποία εκδόθηκε κατά της ίδιας εταιρείας για αδήλωτη εργασία άλλου προσώπου και για την οποία η αιτήτρια εταιρεία προέβηκε στην καταχώρηση της Προσφυγής αρ.700/21 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο απορριπτική απόφαση στις 18.12.24.
Εν προκειμένω και ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, στις 3.9.2020 η Υπηρεσία Επιθεωρήσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διενήργησε έλεγχο σε υπό ανέγερση οικοδομή στη Λεμεσό. Κατά την επιθεώρηση εντοπιστήκαν να εργάζονται δυο πρόσωπα, εκ των οποίων, ως διαπιστώθηκε, η απασχόληση του ενός δεν είχε δηλωθεί στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Εν συνεχεία και κατά την ίδια ημέρα, ήτοι στις 3.9.2020 εκδόθηκε από την επιθεωρήτρια κα Λουκά Ειδοποίηση Διαπίστωσης Παράβασης, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 85Α των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων Ν. 59(Ι)/2010, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα δε με την εν λόγω Ειδοποίηση παρεχόταν στην αιτήτρια εταιρεία το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων και συγκεκριμένα καταγράφονταν επί τούτου τα ακόλουθα: «Με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας σας παρέχετε το δικαίωμα υποβολής, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από σήμερα, παραστάσεων που να αποδεικνύουν με στοιχεία ότι δεν έχετε διαπράξει την πιο πάνω παράβαση. Τις πιο πάνω παραστάσεις μπορείτε να τις υποβάλλετε στην ηλεκτρονική διεύθυνση[..]Σε αντίθετη περίπτωση, αμέσως μετά την παρέλευση των πέντε (5) ήμερων θα επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο».
Ως προκύπτει από την απόδειξη παραλαβής της Ειδοποίησης Διαπίστωσης Παράβασης, αυτή παραλήφθηκε εκ μέρους του εργοδότη ήτοι της εταιρείας από την κα Μαρίνα Ευτυχίου την ίδια μέρα, ήτοι στις 3.9.2020.
Περαιτέρω και ως καταγράφεται τόσο στα γεγονότα της ένστασης όσο και της γραπτής αγόρευσης της αιτήτριας κατά την ίδια και πάλι ημέρα ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για την έκδοση της εν λόγω Ειδοποίησης και ο διευθυντής της εταιρείας Abdelkader Badal ο οποίος σύμφωνα με την έκθεση γεγονότων της αρμόδιας επιθεωρήτριας κας Λουκά, είναι γνωστός με το όνομα Samer.
Αποτελεί γεγονός ότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε ποτέ παραστάσεις. Ως εκ τούτου στις 24.9.2020 και λόγω της παρόδου της καθορισμένης προθεσμίας των 5 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης Διαπίστωσης Παράβασης, εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 85 Α(1) του Ν.59(Ι)/10 η Πράξη Επιβολής Προστίμου δια της οποίας επιβλήθηκε στην αιτήτρια συνολικό διοικητικό πρόστιμο ύψους €3.500, ενόψει διαπίστωσης αδήλωτης εργασίας μισθωτού και συγκεκριμένα του κ. Mina Minas. Η Πράξη Επιβολής Προστίμου επιδόθηκε δια χειρός στο διευθυντή της εταιρείας στις 31.5.2021.
Η νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης, συνιστά και το αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε στις 6.7.2021. Παρεμβάλλεται ότι η αιτήτρια, πριν την καταχώρηση της παρούσας Προσφυγής προχώρησε στην υποβολή ένστασης κατά της Πράξης Επιβολής Προστίμου, η οποία όμως με απόφαση της Επιτροπής Ενστάσεων κρίθηκε εκπρόθεσμη και δεν εξετάστηκε αφού ως αναγράφεται στην επιστολή που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια ημερομηνίας 13.7.2021, η ένσταση -η οποία ειρήσθω εν παρόδω φέρει ημερομηνία 14.6.2021- υποβλήθηκε με αποστολή τηλεμηνύματος στις 5.7.2021, ήτοι κατά πολύ μετά την πάροδο των 15 ημέρων από την ημερομηνία γνωστοποίησης της Πράξης Επιβολής Προστίμου, η οποία εκδόθηκε στις 24.9.2020. Σημειώνεται δε ότι η αιτήτρια δια της εν λόγω επιστολής πληροφορείτο ότι διατηρούσε το δικαίωμα να προσβάλλει τη νομιμότητα της απόφασης της Πράξης Επιβολής Προστίμου εντός 75 ημέρων από τις 31.5.2021, ως εν προκειμένω έπραξε.
Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον μου σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Σημειώνεται ότι κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε τους ισχυρισμούς που αναπτύσσονται στις παραγράφους (η) και (ιγ) στη γραπτή του αγόρευση.
Καταρχάς οφείλει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας προβάλλονται με παντελώς αόριστο και γενικό τρόπο, χωρίς οποιαδήποτε, έστω στοιχειώδη, ανάπτυξη ή άλλη τεκμηρίωση. Εν ολίγοις, η αιτήτρια περιορίζεται στη συνοπτική παράθεση διατύπωσης λόγων ακυρώσεως χωρίς όμως να εξειδικεύει και να τεκμηριώνει οποιονδήποτε εξ αυτών και χωρίς να αναπτύσσει οποιοδήποτε επιχείρημα με παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών της.
Επί τούτου, υιοθετώ πλήρως τα όσα σχετικά λέχθηκαν από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου Φ. Κωμοδρόμο στην A.S και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.601/22(Κ), ημερομηνίας 13/12/22):
«Συνεπώς, εφόσον ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης που εκτίθενται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως αναπτύσσεται με τη στοιχειώδη επάρκεια στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή, δεν υφίσταται το απαιτούμενο έρεισμα προς υποστήριξη της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης. Όπως λέχθηκε από την Καλλιγέρου, Π.Δ.Δ., στην Καρατασουσίδης, ανωτέρω, «Η διοικητική πράξη φέρει το τεκμήριο νομιμότητας και το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν λόγοι ακυρώσεως το φέρει ο αιτητής σε προσφυγή. Η υιοθέτηση των λόγων ακυρώσεως που μόνο καταγράφονται στο δικόγραφο, δεν επαρκεί προς υποστήριξη των λόγων ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης, έλλειψης αιτιολογίας και κατάχρησης εξουσίας, οι οποίοι δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, αλλά στην βάση των γραπτών αγορεύσεων.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Εν πάση περιπτώσει και παρά την ανεπαρκή γενικότητα με την οποία τέθηκαν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, προχωρώ για σκοπούς πληρότητας στην εξέταση τους.
Εν πρώτοις ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αυθαίρετη, εσφαλμένη και δη προϊόν πλάνης, ελλιπούς έρευνας, κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης των αρχών του Συντάγματος καθώς και ότι η επίδικη απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί εδράζονται επί της θέσης ότι οι καθ’ ων η αίτηση «δεν έδωσαν καμία ευκαιρία στην Αιτήτρια να τεκμηριώσει τις θέσεις της τις οποίες πρόβαλε άμεσα στις 14/06/2021 μέσω της επιστολής/ένστασης της» καθώς και ότι ενώ η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση ημερομηνίας 14.6.2021 δεν της δόθηκε καμία ευκαιρία να προβάλει και να τεκμηριώσει τις θέσεις της, αφού ο διευθυντής τη εταιρείας δεν κλήθηκε να παραστεί ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων για να προσκομίσει μαρτυρία.
Οι πάνω ισχυρισμοί θα πρέπει να απορριφθούν σωρευτικώς και στην ολότητα τους.
Καθίσταται σαφές ότι αντικείμενο της υπό κρίση Προσφυγής δεν συνιστά η απόφαση της Επιτροπής Ενστάσεων ημερομηνίας 13.7.2021 δια της οποίας απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η ένσταση της αιτήτριας ημερομηνίας 14.6.2021, αλλά η προγενέστερη απόφαση αυτής, ήτοι η απόφαση επιβολής του διοικητικού προστίμου, η οποία εκδόθηκε στις 24.9.2020 και η οποία εξετάζεται σύμφωνα και μόνο με τα όσα είχαν υποβληθεί και ήταν ενώπιον του οργάνου κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Καθοριστικό για τις αιτιάσεις της αιτήτριας παραμένει ότι η αιτήτρια είχε κάθε δυνατότητα να αμφισβητήσει τα όσα καταγράφοντο στην Ειδοποίηση Διαπίστωσης Παράβασης ημερομηνίας 3.9.2020 και να υποβάλει κατά τις διατάξεις του άρθρου 85Α(4) του Νόμου παραστάσεις εντός πέντε ημερών αμφισβητώντας το εύρημα της διοίκησης για αδήλωτη εργασία του κ. Mina Mina, κάτι που εν προκειμένω η αιτήτρια δεν έπραξε. Άλλωστε, δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι η αιτήτρια είχε και την εκ του Νόμου δυνατότητα να υποβάλει κατά της νομιμότητας της επιβολής του διοικητικού προστίμου εμπρόθεσμη ένσταση στην Επιτροπή Ενστάσεων, δικαίωμα που επίσης απεμπόλησε, υποβάλλοντας εκπρόθεσμα ένσταση.
Ειδικότερα η επιθεωρήτρια και αφού στα πλαίσια επιθεώρησης, διαπίστωσε την παράβαση αδήλωτης εργασίας, συνέταξε, ως προνοεί το άρθρο 85 Α(4) του Νόμου, ειδοποίηση διαπίστωσης παράβασης, δίδοντας, κατ΄ επιταγή και πάλι της ίδιας νομοθετικής πρόνοιας, το δικαίωμα στην αιτήτρια να υποβάλει παραστάσεις. Η δε διαδικασία που ακολουθήθηκε όπως και οι συναφείς εξουσίες του επιθεωρητή, προδιαγράφονται με τρόπο αυστηρό από το άρθρο 85Α εδάφιο 5 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για υποβολή παραστάσεων ή σε περίπτωση που ο παραβάτης αποτύχει να παρουσιάσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δεν διέπραξε τη σχετική παράβαση, τότε ο επιθεωρητής συντάσσει Πράξη Επιβολής Προστίμου. Ως ήδη υποδείχθηκε η αιτήτρια και παρά την παραλαβή της σχετικής Ειδοποίησης -η οποία όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά επιβεβαιώνεται και από το ερυθρό 5 του Τεκμηρίου 1- δεν υπέβαλε παραστάσεις αλλά ούτε και υπέβαλε, κανένα στοιχείο, ως ρητά καλείτο να πράξει, που να αποδεικνύει ότι δεν διέπραξε τη σχετική παράβαση. Ήταν επομένως αυταπόδεικτη η μη παροχή οποιωνδήποτε στοιχείων που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τη διαπίστωση της επίδικης παράβασης. Δια τούτο, η επιθεωρήτρια συμμορφούμενη και πάλι με την προβλεπόμενη εκ του άρθρου 85 Α εδάφιο 5 του Νόμου διαδικασία προέβη σε σύνταξη της Πράξης Επιβολής Προστίμου.
Περαιτέρω η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους €3.500 συνιστά δυσανάλογη τιμωρία καθώς και ότι οι διατάξεις του άρθρου 85Α(Ι) του Νόμου είναι αντισυνταγματικές επειδή παρέχουν, ως ισχυρίζεται, το δικαίωμα σε πρόσωπα «που δεν είναι δεόντως καταρτισμένα να αποφασίζουν ως να είναι Δικαστήρια» για επιβολή τέτοιας ποινής.
Δεν θα συμφωνήσω. Καταρχάς και ως προς το τιθέμενο εκ της αιτήτριας ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 85 Α(Ι) του Νόμου παρατηρώ ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως δικογραφείται στα νομικά σημεία της Προσφυγής με την απαιτούμενη εξειδίκευση, λεπτομέρεια και σαφήνεια, ως η πάγια νομολογία επιτάσσει και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Ως έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας επιβάλλεται να εγείρονται με ευκρίνεια, λεπτομέρεια και επακριβή προσδιορισμό των άρθρων/ου του Νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει έστω και εάν έχουν εγερθεί με τη γραπτή αγόρευση (Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (Εφέσεις Αρ. 2/2016 και 7/2016, ημερομηνίας 3/3/2017) Χριστοδουλίδης και Πανεπιστημίου Κύπρου (Αναθεωρητική Έφεση αρ.95/12, ημερομηνίας 6/7/18), ECLI:CY:AD:2018:C344.
Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να υπομνησθεί ότι το διοικητικό πρόστιμο, επιβλήθηκε από πρόσωπο, ήτοι επιθεωρητή που είναι εξουσιοδοτημένος, εκ της σχετικής νομοθεσίας, να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχονται, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 70 και 85Α του Νόμου.
Απορριπτέος κρίνεται και ο συνακόλουθος ισχυρισμός της αιτήτριας περί του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά ποινή. Το ζήτημα έχει εξεταστεί κατά ενδελεχή και δεσμευτικό τρόπο σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων (Jupiwind κ.α. ν. Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας (Α.Ε. 91/2012, ημερομηνίας 18.1.2018), ECLI:CY:AD:2018:C29 Δημοκρατία ν. Demand Shipping (1994) 3 Α.Α.Δ. 640), Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, (Α.Ε. αρ. 58/07,ημερ.7.7.2009) FEREOS LTD v Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (Ε.Δ.Δ Αρ.53/2019, ημερ. 10/10/2023). Περιορίζομαι στην παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την Jupiwind (ανωτέρω) προς απάντηση στην αναφορά της αιτήτριας:
«Οι διοικητικές παραβάσεις των αιτητών και το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εμπίπτοντα στην ποινική δικαιοδοσία, ούτε και οι κυρώσεις που προνοεί ο Νόμος μπορούν να θεωρηθούν τόσο αυστηρές ώστε να αναγάγουν την υφή τους σε ποινή.
Όπως έχει αναφερθεί άλλωστε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το διοικητικό πρόστιμο δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως ποινή εντός της εννοίας του Άρθρου 12 του Συντάγματος ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη ποινικών κατηγοριών ή να προκύπτει ανάγκη για διατύπωση και απαγγελία ποινικού κατηγορητηρίου. Το διοικητικό πρόστιμο δεν αποτελεί μέτρο αντίθετο προς το Σύνταγμα, αλλά επιβάλλεται σε εκείνους τους ιδιώτες που δεν συμμορφώνονται προς διοικητική νομοθεσία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (E & G Electricplus Ltd ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Υπόθεση αρ. 1198/2008, ημερ. 25.9.2009 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων (2009) 3 Α.Α.Δ. 465). Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Demand Shipping (1994) 3 Α.Α.Δ. 640, στην οποία έγινε και αναφορά στην Engel, είχε απορριφθεί η ιεραρχική προσφυγή της εφεσίβλητης εναντίον απόφασης της αρμοδίας αρχής για επιβολή χρηματικής ποινής, με ερμηνεία του όρου «criminal charge». Τονίστηκε το γεγονός ότι η επιβολή διοικητικών κυρώσεων αποτελεί άσκηση κατ΄ ουσίαν διοικητικής αρμοδιότητας, επιβάλλονται δε για λόγους δημοσίου συμφέροντος με εύλογη τη διάκριση μεταξύ διοικητικής και ποινικής ποινής. Επομένως, το Δικαστήριο ορθά αποφάσισε το ζήτημα στη βάση υπάρχουσας νομολογίας. Άλλωστε, διαφορετική αντιμετώπιση και διεύρυνση της έννοιας της διοικητικής κύρωσης θα εξαλείψει τη διαφορά μεταξύ διοικητικού και ποινικού δικαίου, ένα όχι επιθυμητό αποτέλεσμα.»
Ούτε όμως ευσταθεί η γενική αναφορά της αιτήτριας, η οποία παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη, ότι το επιβληθέν πρόστιμο ύψους €3500 είναι δυσανάλογο.
Καθίσταται ευθέως αναγκαία η παράθεση των προνοιών των άρθρων 85Α και 85Β Νόμου:
«85Α-(1) Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 85Β όταν επιθεωρητής που έχει διοριστεί δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 69, διαπιστώσει περίπτωση αδήλωτης εργασίας µισθωτού, έστω και αν πρόκειται για παράνοµη απασχόληση, επιβάλλει στον εργοδότη διοικητικό πρόστιµο πεντακόσιων ευρώ (€500) για κάθε µισθωτό αναφορικά µε το µήνα στον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση, αυξανόµενο κατά πεντακόσια ευρώ (€500) για κάθε ηµερολογιακό µήνα ή οποιοδήποτε µέρος του ηµερολογιακού µήνα απασχόλησης, πριν από το µήνα µέσα στον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση: [...]
(2) Όταν ο αναφερόµενος στο εδάφιο (1) επιθεωρητής διαπιστώσει περίπτωση αδήλωτων αποδοχών επιβάλλει στον εργοδότη το προβλεπόµενο στο εν λόγω εδάφιο διοικητικό πρόστιµο για κάθε µισθωτό, περιλαµβανοµένου και παράνοµα απασχολούµενου µισθωτού, αναφορικά µε τον οποίο διαπράχθηκε η παράβαση:[...]
(3) Τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου (6), το κατά τα εδάφια (1) και (2) συνολικό ποσό διοικητικού προστίµου που επιβάλλεται σε εργοδότη που απασχολεί µέχρι δέκα (10) ασφαλισµένους, δεν µπορεί να υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000), σε κάθε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης.
85Β-(1) Ο µισθωτός, αναφορικά µε τον οποίο διαπράχθηκε η κατά το άρθρο 85 Α παράβαση, τεκµαίρεται ότι απασχολείτο συνεχώς από τον εργοδότη, στην υπηρεσία του οποίου βρισκόταν την ηµέρα διαπίστωσης της παράβασης, για τους αµέσως προηγούµενους έξι (6) µήνες µε αποδοχές ίσες µε µιάµιση φορά το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ισχύει κατά την ηµέρα της παράβασης, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι η περίοδος απασχόλησης ήταν βραχύτερη ή/και ότι το ποσό αποδοχών ήταν χαµηλότερο:
Νοείται ότι όπου διαπιστώνεται ότι η πραγµατική περίοδος απασχόλησης είναι µεγαλύτερη των έξι (6) µηνών ή και ότι το πραγµατικό ποσό αποδοχών ήταν ψηλότερο του τεκµαιρόµενου, λαµβάνεται υπόψη η πραγµατική περίοδος ή και το πραγµατικό ποσό αποδοχών[...]..»
Καθίσταται εμφανές ότι οι ανωτέρω νομοθετικές πρόνοιες καθορίζουν ενδελεχώς τη μέθοδο υπολογισμού του διοικητικού προστίμου χωρίς να αφήνουν οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια στον επιθεωρητή για τον τρόπο και/ή το ύψος υπολογισμού.
Δοθέντος, λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε, ως η υποχρέωση της, οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο σε σχέση με τον αλλοδαπό Mina Minas που να ανατρέπει τη διαπίστωση διάπραξης της σχετικής παράβασης και να αποτελεί έρεισμα ώστε να διαφοροποιηθεί έστω η διάρκεια της περιόδου απασχόλησης του για σκοπούς υπολογισμού του ύψους του διοικητικού προστίμου, η επιθεωρήτρια καθόλα ορθά και συμμορφούμενη με την προβλεπόμενη εκ του άρθρου 85Α εδάφιο 5 του Νόμου προέβη σε σύνταξη της Πράξης Επιβολής Προστίμου, εφαρμόζοντας το κατά Νόμο τεκμήριο της ελάχιστης περιόδου απασχόλησης των έξι μηνών που προνοεί το άρθρο 85Β του Νόμου αναφορικά με το ύψος του διοικητικού προστίμου. Μάλιστα από τον Πίνακα Επιβολής Πρόστιμου, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, διαφαίνεται ρητώς ότι σε σχέση με τον εν λόγω μισθωτό επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους €500 αυξανόμενο για 6 μήνες. Στην δε υποσημείωση που τίθεται κάτω από τον πίνακα επιβολής προστίμου (βλ. Στήλη σύνολο) επεξηγείται επίσης με σαφήνεια, ότι το συνολικό ποσό των €3500 προκύπτει από το πρόστιμο που επιβάλλεται για το μήνα διαπίστωσης παράβασης που ανέρχεται στο ποσό των €500, ως άλλωστε επιτάσσει και το άρθρο 85 Α (1)του Νόμου, αυξανόμενο για τους μήνες απασχόλησης από την εφαρμογή της νομοθεσίας ή από τους μήνες απασχόλησης που λαμβάνονται υπόψη μετά την υποβολή παραστάσεων.
Επαναλαμβάνεται δε ότι η αιτήτρια ουδέν υπέβαλε αναφορικά με τη διάρκεια απασχόλησης του εν λόγω προσώπου αλλά ούτε και υπέδειξε, ως όφειλε, κατά πάγια νομολογία, οιονδήποτε σφάλμα στη μέθοδο υπολογισμού του επίδικου προστίμου ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω η εφαρμογή του κατά νόμο τεκμηρίου της ελάχιστης περιόδου απασχόλησης που προνοεί το άρθρο 85Β του Νόμου και επομένως η νομιμότητα της επαύξησης του προστίμου για 6 μήνες (Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού( Αναθεωρητική Έφεση αρ. 129/2015, ημερομηνίας 2/11/22), ECLI:CY:AD:2022:D417.
Συνεπώς και στη βάση των ανωτέρω προκύπτει ότι το επίδικο πρόστιμο εκδόθηκε κατ΄επιταγή των προνοιών του Νόμου ώστε να μην τίθεται ζήτημα παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, η δε μέθοδος καθορισμού του αποκαλύπτεται με επάρκεια στο σχετικό πίνακα ώστε να καθίσταται εφικτός και ο δικαστικός έλεγχος.
Απορριπτέα κρίνεται και η παντελώς ατεκμηρίωτη αναφορά της αιτήτριας ότι οι καθ΄ων η αίτηση αγνοήσαν παντελώς τις θέσεις της αιτήτριας ότι η αιτήτρια δεν εργοδοτούσε και δεν γνώριζε τον αλλοδαπό καθώς και ότι ακόμα και σε περίπτωση που ο αλλοδαπός εργαζόταν στο κατάστημα της αιτήτριας τη συγκεκριμένη μέρα «θα έπρεπε να κατηγορηθεί για παράβαση των όρων εργασίας και όχι για αδήλωτη εργασία». Καθίσταται σαφές ότι οι εν λόγω θέσεις της αιτήτριας ήτοι ότι η αιτήτρια δεν εργοδοτούσε και δεν γνώριζε τον αλλοδαπό υποβλήθηκαν, ως επιβεβαιώνεται από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, για πρώτη φορά με την επιστολή της ημερομηνίας 14.6.2021. Η αιτήτρια -και τούτο είναι το καθοριστικό γεγονός- ουδέποτε έθεσε κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής παραστάσεων τα όσα εκ των υστέρων και για πρώτη φορά ισχυρίστηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με τη μεταγενέστερη ένσταση της ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων και συνεπώς δεν δύναται να παραπονείται ότι οι καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν παντελώς τις πιο πάνω θέσεις της. Υπενθυμίζεται ότι ο αλλοδαπός και στη βάση των εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης ανευρέθει από την επιθεωρήτρια να εργάζεται σε υπό ανέγερση οικοδομή χωρίς η απασχόληση του να είχε δηλωθεί στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επομένως το όλο ζήτημα αφορούσε σε αδήλωτη εργασία κατά τις πρόνοιες του άρθρου 85 Α(Ι) του Νόμου και όχι σε παράβαση όρων εργασίας, ως ατεκμηρίωτα και χωρίς παραπομπή σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη αναφέρει η αιτήτρια.
Πρόσθετα υποβάλλεται ότι η αύξηση του προστίμου κατά €50 ημερησίως, είναι άδικη, παράνομη και «αστήρικτη σε μη λογικά επιχειρήματα με αποτέλεσμα να μην παρέχουν οι Καθ' ων η Αίτηση τα εχέγγυα αμερόληπτης και αντικειμενικής κρίσης».
Ο ισχυρισμός της αιτήτριας είναι παντελώς αβάσιμος. Από τα γεγονότα της ένστασης προκύπτει και τούτο δεν αμφισβητείται από την πλευρά της αιτήτριας ότι η αιτήτρια δεν έχει καταβάλει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου.
Το άρθρο 85Α (6) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση καταβολής του διοικητικού προστίµου εντός της οριζόµενης στο άρθρο 85 Ζ προθεσµίας, το πρόστιµο µειώνεται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), ενώ σε περίπτωση εκπρόθεσµης καταβολής του αυξάνεται κατά πενήντα ευρώ (€50) για κάθε ηµέρα καθυστέρησης.»
Ως με σαφήνεια εξάγεται από το ρητό λεκτικό του άρθρου 85Α (6) του Νόμου η επιβολή επιβάρυνσης είναι άμεσα συναρτημένη με το άρθρο 85Ζ του Νόμου και δη με την υποχρέωση που αυτό επιβάλλει για καταβολή του διοικητικού προστίμου εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση της πράξης επιβολής προστίμου. Είναι δε ξεκάθαρο ότι η επίμαχη πρόνοια δεν παρέχει στον καθ΄ου η αίτηση καμία δυνατότητα διακριτικής ευχέρειας για μη επιβολή επιβάρυνσης, η οποία επέρχεται αυτόματα σε περίπτωση μη καταβολής του διοικητικού προστίμου εντός της τασσόμενης εκ του νόμου προθεσμίας και συνεπώς η αιτήτρια δεν δύναται να παραπονείται επί τούτου (Χρ. Σ. Χριστοφίδης ΛΤΔ v Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ 772) Δημοκρατία v L.NEMITSAS LTD (Αναθεωρητική Έφεση Αρ.65/2014, ημερομηνίας 20/1/21), ECLI:CY:AD:2021:C15 και Μαρία Γεωργίου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιάκωβου Σιακαλλή v Δημοκρατίας (1998) 4Β Α.Α.Δ 868).
Ούτε όμως η μονολεκτική αναφορά της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 28 και 24 του Συντάγματος χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξειδίκευση είναι επιδεκτική δικαστικού ελέγχου. Άλλωστε, ως παρατηρώ, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έχουν, ως ορθά υπέδειξε η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση στη γραπτή της αγόρευση, επαρκώς και σύμφωνα με τα όσα επιβάλλει η πάγια νομολογία και ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 δικογραφηθεί στα νομικά σημεία της Προσφυγής.
Ούτε και όμως εντοπίζεται οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης και της αρχής της αμεροληψίας, αρχές τις οποίες η αιτήτρια γενικώς επικαλείται χωρίς οποιαδήποτέ τεκμηρίωση ή υπαγωγή σε συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης. Η δε αναφορά της αιτήτριας στην απαντητική της αγόρευση ότι οι καθ΄ων η αίτηση ενήργησαν μεροληπτικά διότι στο παρελθόν είχαν εκδοθεί άλλες τέσσερις φορές πρόστιμα για αδήλωτη εργασία κατά της αιτήτριας παραβλέπει ότι πουθενά δεν υπάρχει ούτε στην επίδικη Πράξη Επιβολής Προστίμου αλλά ούτε και στην Ειδοποίηση Διαπίστωσης Παράβασης οποιαδήποτε καταγραφή ή αναφορά η οποία έστω να υποδηλεί ότι η έκδοση προηγούμενων διοικητικών προστίμων κατά της αιτήτριας αποτέλεσαν τον λόγο για την έκδοση του επίδικου προστίμου. Συναφώς υπενθυμίζεται ότι οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αμεροληψίας και προκατάληψης πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να αποδεικνύονται αυστηρά και με επαρκή βεβαιότητα, το δε βάρος το φέρει ο αιτητής (Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 8) Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ.ά. ν. Παναγή κ.ά. (Α.Ε. αρ. 47/14, 25.2.21), ECLI:CY:AD:2021:C71.
Καθίσταται φανερό ότι στην προκειμένη περίπτωση η επιθεωρήτρια ενήργησε συμμορφούμενη πλήρως με τις νομοθετικές επιταγές του Νόμου 59(Ι)/2010 και η επίδικη πράξη επιβολής διοικητικού προστίμου είναι καθόλα νόμιμη. Αρκεί δε καταληκτικά να επισημανθεί ότι στη σχετική Ειδοποίηση Διαπίστωσης Παράβασης καταγράφετο ρητώς η πρόθεση της επιθεωρήτριας για επιβολή διοικητικού προστίμου συμφώνως των προνοιών του άρθρου 85 Α (Ι) του Νόμου. Στο δε Πίνακα Στοιχείων Μισθωτών, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ειδοποίησης, επεξηγείτο ρητά και με σαφήνεια ότι επρόκειτο περί παράβασης αδήλωτης εργασίας, αναφορικά με τον συγκεκριμένο μισθωτό. Περαιτέρω στον υπό αναφορά Πίνακα αναγράφετο, ως παρατηρώ, οι «μήνες παράληψης» εκ μέρους της αιτήτριας ως προς τη δήλωση απασχόλησης του, οι οποίοι συμφώνως με τις πρόνοιες του Νόμου ανέρχοντο σε 6 μήνες καθώς και οι μηνιαίες αποδοχές του μισθωτού οι οποίες, ως καταγράφετο, ανέρχονταν στο ποσό των €1055. Η αιτήτρια και πάρα την επίδοση της εν λόγω Ειδοποίησης δεν άσκησε το δικαίωμα που της παραχωρήθηκε για υποβολή παραστάσεων και υποβολή στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι η αιτήτρια δεν είχε διαπράξει την εν λόγω παράβαση αδήλωτης εργασίας και ως εκ τούτου οι καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν στην επιβολή του διοικητικού προστίμου. Τα γεγονότα κι η αιτιολογία για την έκδοση των προαναφερόμενων διοικητικών πράξεων καταγράφονται πλήρως και με επάρκεια τόσο στην αρχική ειδοποίηση όσο και στην τελική απόφαση επιβολής του διοικητικού προστίμου ημερομηνίας 24.9.2020.
Δεν διαπιστώνω οτιδήποτε μεμπτό. Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22/11/23).
Συνεπώς ουδείς λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.800 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο