ΜΑΡΙΑ ΣΙΕΚΚΕΡΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 738/2019, 1010/2019, 1015/2019, 1073/2019, 1505/2019, 1729/2019, 391/2022, 403/2022, 487/2022 και 488/2022, 15/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΑ ΣΙΕΚΚΕΡΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 738/2019, 1010/2019, 1015/2019, 1073/2019, 1505/2019, 1729/2019, 391/2022, 403/2022, 487/2022 και 488/2022, 15/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

(Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 738/2019,

1010/2019, 1015/2019, 1073/2019,

1505/2019, 1729/2019, 391/2022,

403/2022, 487/2022 και 488/2022)

 

15 Μαΐου 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

(Υπόθεση Αρ. 738/2019)

 

ΜΑΡΙΑ ΣΙΕΚΚΕΡΗ κ.ά.

Αιτητές

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1)  ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2)  ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 1010/2019)

 

ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ κ.ά.

Αιτητές

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1)  ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2)  ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 1015/2019)

 

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ κ.ά.

Αιτητές

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1)  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2)  ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 1073/2019)

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΒΡΑΑΜ κ.ά.

Αιτητές

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟΥ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 1505/2019)

 

ΑΝΤΡΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ κ.ά.

Αιτητές

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1)  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2)  ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 1729/2019)

 

ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΡΠΑΣΙΤΗΣ κ.ά.

Αιτητές

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟΥ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 391/2022)

 

ΜΗΝΑΣ ΜΗΝΑ κ.ά.

Αιτητές

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1)  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2)  ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 403/2022)

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ κ.ά.

Αιτητές

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1)  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2)  ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 487/2022)

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΑΜΠΡΟΥ κ.ά.

Αιτητές

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1)  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2)  ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Καθ’ ων η Αίτηση

…………………………

 

Κ. Σταυρινός για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους αιτητές στις Υποθέσεις 738/2019 και 1010/2019.

 

Κ. Χρυσάνθου (κα) για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους αιτητές στις Υποθέσεις 1015/2019 και 1505/2019.

 

Λ. Θεοδώρου (κα) για Α. & Α Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους αιτητές στις Υποθέσεις 1073/2019 και 1729/2019.

 

Μ. Χριστοφή (κα) μαζί με Θ. Κωνσταντίνου για Ηλίας Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε., για τους αιτητές στις Υποθέσεις 391/2022, 403/2022, 487/2022, 488/2022.

 

Ε. Συμεωνίδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.:         Οι υπό κρίση συνεκδικαζόμενες προσφυγές έχουν τις αντίστοιχες αιτούμενες θεραπείες:

 

Προσφυγή αρ. 738/19:

 

«Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη ή/και παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση με την οποία καταβάλλεται μειωμένος μισθός στους Αιτητές κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του Νόμου 216 (I)/ 2012, ως τροποποιήθηκε, και η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές ή/και η οποία φαίνεται στην κατάσταση μισθοδοσίας μηνός Μαρτίου 2019 ενός εκάστου Αιτητή, είναι παράνομη, αντισυνταγματική, άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος.»

 

Προσφυγή αρ. 1010/2019:

         

«Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη ή/και παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση με την οποία καταβάλλεται μειωμένος μισθός στους Αιτητές κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του Νόμου 216 (I)/ 2012, ως τροποποιήθηκε, και η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές ή/και η οποία φαίνεται στην κατάσταση μισθοδοσίας μηνός Μαρτίου 2019 ενός εκάστου Αιτητή, είναι παράνομη, αντισυνταγματική, άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος.»

 

Προσφυγή αρ. 1015/2019:

 

«Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να αποκόψουν για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2019 από τις ακαθάριστες μηναίες απολαβές των Αιτητών ποσοστό της τάξης του 3% επί του μισθού τους, ως εμφαίνεται στις καταστάσεις μισθοδοσίας έκαστου Αιτητή, κατ' εφαρμογή των προνοιών των περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμοι του 2012 έως ( Αρ. 2) του 2017 και για την οποία έλαβαν γνώση οι Αιτητές δια μέσου των καταστάσεων μισθοδοσίας τους στις 25/4/19, στις 30/05/19 και στις 27/6/19 αντιστοίχως (Δέσμη Επισυνημμένων Εγγράφων αρ. 1Α έως 4000Γ) είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή σδτερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας.»

 

Προσφυγή αρ. 1505/19:

 

«Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να αποκόψουν από τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβρη 2019 από τις ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές των Αιτητών ποσοστό της τάξης του 3% επί του μισθού τους, ως εμφαίνεται στις καταστάσεις μισθοδοσίας έκαστου Αιτητή κατ' εφαρμογή των προνοιών των περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμοι του 2012 έως ( Αρ. 2) του 2017 και για την οποία έλαβαν γνώση οι Αιτητές δια μέσου των καταστάσεων μισθοδοσίας τους στις 30/07/19, στις 29/08/19 και στις 27/9/19 αντιστοίχως (Δέσμη Επισυνημμένων Εγγράφων αρ. 1Α έως 2798Γ) είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας.»

 

Προσφυγές αρ. 1073/2019 και 1729/2019:

 

« Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση ή και η πράξη των Καθ' ων η Αίτησις δι της οποίας οι Καθ’ ων η Αίτησις απέκοψαν μέρος των ακαθάριστων απολαβών των Αιτητών, ως εισφορά στο πάγιο ταμείο της Κυπριακής Δημοκρατίας κατ' εφαρμογή του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου, Ν. 113(Ι)/2011 κατά παράβαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και της αρχής της ίσης μεταχείρισης, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές κατά ή περί την 23.9.2019, είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.».

 

Προσφυγή αρ. 391/2022:

 

«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις και/ή οι πράξεις των Καθ’ ων η Αίτηση, για τις οποίες έλαβαν γνώση ο Αιτητής μέσω των καταστάσεων μισθοδοσίας του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας για τους μήνες Ιουλίου 2019 –  Οκτωβρίου 2019, των οποίων ο Αιτητής έλαβε πλήρη γνώση κατά την 22/10/2019 αντίστοιχα (ημερομηνία λήψης και μελέτης των σχεδίων καταστάσεων μισθοδοσίας από το Γενικό Λογιστήριο) αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται και σημειώνονται ως Παραρτήματα 1, με τις οποίες αποφάσεις οι Καθ’ ων η Αίτηση εφάρμοσαν, παρά την κήρυξη τους ως αντισυνταγματικών τις πρόνοιες του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου του 2012, Ν. 216(Ι)/2012 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, δυνάμει των οποίων οι Καθ’ ων η Αίτηση αποφάσισαν να αποκόψουν και/ή να αποκόπτουν μηνιαίως από τις απολαβές του Αιτητή ποσοστό 3% για σκοπούς διασφάλισης της βιωσιμότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή στερούνται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».

 

Προσφυγή αρ. 403/2022:

 

«Α.    Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις και/ή οι πράξεις των Καθ’ ων η Αίτηση, για τις οποίες έλαβαν γνώση οι Αιτητές υπ’ αρ. 1-12 μέσω των καταστάσεων μισθοδοσίας του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας για τους μήνες Μάρτιο 2019, Απρίλιο 2019, Μάιο 2019, Ιούνιο 2019 των οποίων οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση κατά την 01/07/2019 και για το μήνα Ιούλιο 2019, του οποίου οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση κατά την 01/08/2019 (ημερομηνίες εκτύπωσης από το διαδίκτυο και μελέτης των καταστάσεων μισθοδοσίας αντίστοιχα των πιο πάνω μηνών) αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται και σημειώνονται ως Παραρτήματα 2 έως 13, με τις οποίες αποφάσεις οι Καθ’ ων η Αίτηση εφάρμοσαν, παρά την κήρυξη τους ως αντισυνταγματικών, πρόνοιες του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου του 2012, Ν.216(Ι)/2012 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, δυνάμει των οποίων οι Καθ’ ων η Αίτηση αποφάσισαν να αποκόψουν και/ή να αποκόπτουν μηνιαίως από τις απολαβές των Αιτητών υπ’ αρ. 1-12 ποσοστό 3% για σκοπούς διασφάλισης της βιωσιμότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή στερούνται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».

Β.      Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις και/ή οι πράξεις των Καθ’ ων η Αίτηση, για τις οποίες έλαβαν γνώση οι Αιτητές υπ’ αρ. 13-16 μέσω των καταστάσεων μισθοδοσίας του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας για τους μήνες Μάρτιο 2019, Απρίλιο 2019, Μάιο 2019, Ιούνιο 2019 των οποίων οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση κατά την 01/07/2019 και για το μήνα Ιούλιο 2019, του οποίου οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση κατά την 01/08/2019 (ημερομηνίες εκτύπωσης από το διαδίκτυο και μελέτης των καταστάσεων μισθοδοσίας αντίστοιχα των πιο πάνω μηνών) αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται και σημειώνονται ως Παραρτήματα 14 έως 17, με τις οποίες αποφάσεις οι Καθ’ ων η Αίτηση εφάρμοσαν τον περί Καταβολής Φιλοδωρήματος σε Εργοδοτούμενους που απασχολούνται με Σύμβαση στην Κρατική Υπηρεσία και στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμος του 2014, Ν.14(Ι)/2014 και αποφάσισαν να αποκόψουν και/ή να αποκόπτουν μηνιαίως από τις απολαβές των Αιτητών υπ’ αρ. 13-16 ποσοστό 3% είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή στερούνται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».

 

Προσφυγή αρ.487/2022:

 

«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις και/ή οι πράξεις των Καθ’ ων η Αίτηση, για τις οποίες έλαβαν γνώση οι Αιτητές μέσω των καταστάσεων μισθοδοσίας του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας για τους μήνες Μάρτιο 2019, Απρίλιο 2019 και Μάιο 2019, των οποίων οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση κατά την 02/04/2019, 01/05/2019 και 02/06/2019 αντίστοιχα (ημερομηνίες εκτύπωσης από το διαδίκτυο και μελέτης των καταστάσεων μισθοδοσίας αντίστοιχα των πιο πάνω μηνών) αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται και σημειώνονται ως Παραρτήματα 2 έως 71, με τις οποίες αποφάσεις οι Καθ’ ων η Αίτηση εφάρμοσαν, παρά την κήρυξη τους ως αντισυνταγματικών τις πρόνοιες του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανόμενων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου του 2012, Ν. 216(Ι)/2012 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, δυνάμει των οποίων οι Καθ’ ων η Αίτηση αποφάσισαν να αποκόψουν και/ή να αποκόπτουν μηνιαίως από τις απολαβές των Αιτητών ποσοστό 3% για σκοπούς διασφάλισης της βιωσιμότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή στερούνται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».

 

Προσφυγή αρ.488/2022:

 

«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις και/ή οι πράξεις των Καθ’ ων η Αίτηση, για τις οποίες έλαβαν γνώση οι Αιτητές μέσω των καταστάσεων μισθοδοσίας του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας για τους μήνες Μάρτιο 2019, Απρίλιο 2019 και Μάιο 2019, των οποίων οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση κατά την 01/06/2019 και για τον μήνα Ιούνιο 2019, του οποίου οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση κατά την 01/07/2019 (ημερομηνίες εκτύπωσης από το διαδίκτυο και μελέτης των καταστάσεων μισθοδοσίας αντίστοιχα των πιο πάνω μηνών) αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Παραρτήματα 2 έως 99, με τις οποίες αποφάσεις οι Καθ’ ων η Αίτηση εφάρμοσαν, παρά την κήρυξη τους ως αντισυνταγματικών τις πρόνοιες του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου του 2012, Ν. 216(Ι)/2012 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, δυνάμει των οποίων οι Καθ’ ων η Αίτηση αποφάσισαν να αποκόψουν και/ή να αποκόπτουν μηνιαίως από τις απολαβές των Αιτητών ποσοστό 3% για σκοπούς διασφάλισης της βιωσιμότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή στερούνται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».

 

          Στις Υποθέσεις Αρ. 391/2022, 403/2022, 487/2022 και 486/2022 οι καθ’ ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση με την οποία εισηγούνται ότι οι αιτητές δεν έχουν έννομο συμφέρον να προωθούν την αιτούμενη θεραπεία Α εφόσον το ζήτημα κρίθηκε τελεσίδικα στη Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α., Ε.Δ.Δ. 177/2018 κ.α., 10.4.2020 και στην Υπόθεση Αρ. 403/2022 εγείρουν επιπρόσθετη προδικαστική ένσταση με την οποία εισηγούνται ότι η αιτούμενη θεραπεία Β εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου δικαίου συνεπώς το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Η αιτούμενη θεραπεία Β στην υπόθεση αρ. 403/2022 αποσύρεται από τους αιτητές στη σελίδα 4 της γραπτής αγόρευσης επομένως δεν υφίσταται λόγος ενασχόλησης με τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση.     Σχετικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση θα ακολουθήσει ανάλυση πιο κάτω.

 

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, όλες οι προσφυγές αφορούν την αποκοπή στη βάση του Άρθρου 4 του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημοσίου περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου, Ν. 216(Ι)/2012 (στο εξής ο «Νόμος») ενώ οι προσφυγές 738/2019 και 1010/2019 αφορούν επιπρόσθετα τον καθορισμό περιοδικών εισφορών στη βάση του Άρθρου 5 του Νόμου. Τη συνταγματικότητα της εν λόγω πρόνοιας αμφισβητούν και οι αιτητές στις υποθέσεις 391/2022, 403/2022, 487/2022 και 488/2022 επειδή, όμως, όπως ορθά υποδεικνύει η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, δεν περιλαμβάνεται στις αιτούμενες θεραπείες δεν μπορεί να εξεταστεί και απορρίπτεται.

 

Οι υπό κρίση προσφυγές καταχωρήθηκαν μετά την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις Φιλίππου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 1713/2011 κ.α., 29.3.2019 στις οποίες κατά πλειοψηφία αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 4 του Νόμου παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος:

 

«Συνεπώς, µε βάση τα ανωτέρω, κρίνουµε ότι, το άρθρο 4 του Νόµου, το οποίο αποτέλεσε τη δικαιοδοτική βάση των εδώ επίδικων αποκοπών, είναι αντισυνταγµατικό, αφού προσκρούει στα άρθρα 23.2 και 23.3 του Συντάγµατος, αφού οι προβλεπόµενες στη µισθοδοσία των αιτητών/αιτητριών αποκοπές στη βάση των προνοιών του επίδικου Νόµου, δεν διενεργούνται στα πλαίσια των ρητά και εξαντλητικά προβλεπόµενων, ως επιτρεπόµενων στο Άρθρο 23.3 του Συντάγµατος περιορισµών του δικαιώµατος του άρθρου 23.1 του Συντάγµατος.»

 

Κατ’ έφεση, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αυγουστή αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι οι αποκοπές δυνάμει των Άρθρων 4 και 5 του νόμου δεν παραβιάζουν το Άρθρο 23 του Συντάγματος:

 

«Αποκοπές για κυβερνητικό σχέδιο συντάξεων (Ν. 113(Ι)/2011). 

Το άρθρο 4 του Νόµου προνοεί ότι ο σκοπός του Νόµου είναι η διασφάλιση της βιωσιµότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων ή Σχεδίου Συντάξεων όµοιου µε αυτό. Σύµφωνα µε το άρθρο 4, ο εργοδότης, από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του Νόµου, αποκόπτει από τις µηνιαίες απολαβές κάθε υπαλλήλου, ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό ίσο µε 3% επί του µισθού του υπαλλήλου. Το άρθρο 5 του Νόµου προνοεί για περιοδικές εισφορές υπαλλήλων σε ποσοστό 2% των ετήσιων συντάξιµων απολαβών τους.

[.]

Ως προς δε τις αποκοπές και εισφορές µε βάση το Ν. 113(Ι)/2011, πέραν του ποσού των συνεπαγοµένων µειώσεων, λαµβάνουµε υπόψιν ότι σκοπός τους είναι η διασφάλιση της βιωσιµότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων ή άλλου Σχεδίου όµοιου µε αυτό. Ο Ν. 113(Ι)/2011 τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2012 και δεν έχει όριο τερµατισµού. Οι αποκοπές και οι εισφορές αφορούν τους µη νεοεισερχόµενους υπαλλήλους, δηλαδή υπαλλήλους που διορίστηκαν πριν την έναρξη της ισχύος του Νόµου. Ο Νόµος ρητά δεν εφαρµόζεται για νεοεισερχόµενους υπαλλήλους (άρθρο 6) εφόσον σκοπό έχει ακριβώς, τη συγκράτηση και σταδιακή κατάργηση των δαπανών των επαγγελµατικών συστηµάτων συνταξιοδότησης του δηµοσίου και ευρύτερου δηµοσίου τοµέα (άρθρο 3(1)). Συνεπώς, πρόκειται για αποκοπές και εισφορές που συνδέονται άµεσα µε τη διασφάλιση µιας κεκτηµένης, πραγµατικής προοπτικής των επηρεαζόµενων, ήδη υπηρετούντων, υπαλλήλων να τύχουν των ωφεληµάτων από τη συµµετοχή τους στο Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάξεων, προοπτική η οποία, άλλως πως, δεν θα ήταν, κατά την κρίση του νοµοθέτη, βιώσιµη.

Υπό το φως όλων των ανωτέρω θεωρούµε ότι οι αποκοπές δια των Ν. 168(Ι)/12, Ν. 31(Ι)/13 και Ν. 94(Ι)/18 και δια του Ν. 113(Ι)/2011, δεν επηρεάζουν τον πυρήνα του δικαιώµατος σε µισθό και σύνταξη, ούτε και θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των εφεσιβλήτων, οι οποίοι, ας σηµειωθεί άλλωστε, όπως και οι προσφεύγουσες στην Κουφάκη, δεν έχουν θέσει τέτοιο ζήτηµα. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, δεν συνιστούν στέρηση περιουσίας και παραβίαση ιδιοκτησιακού δικαιώµατος, εν τη εννοία του Άρθρου 23 του Συντάγµατος.»

 

Στην Αυγουστή καταγράφονται λεπτομερώς τα γεγονότα που οδήγησαν στη θέσπιση αρχικά του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημοσίου περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου, Ν. 113(Ι)/2011, ο οποίος αντικαταστάθηκε αργότερα από τον Νόμο.

 

Ως αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση, τα Άρθρα 4 και 5 είναι πανομοιότυπα και στον αρχικό νόμο (Ν. 113(Ι)/2011) και στον Νόμο που τον αντικατέστησε. Συγκεκριμένα, προνοούν ότι:

 

«4. Για σκοπούς διασφάλισης της βιωσιµότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων ή σχεδίου συντάξεων όµοιου µε αυτό, ο εργοδότης, από την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου, αποκόπτει από τις µηνιαίες απολαβές κάθε υπαλλήλου, ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό ίσο µε 3% επί του µισθού του υπαλλήλου:

Νοείται ότι, οι αποκοπές που γίνονται δυνάµει του παρόντος νόµου δεν καθιστούν το Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάξεων ή οποιοδήποτε σχέδιο συντάξεων όµοιο µ΄ αυτό, ως σχέδιο µε εισφορές, για σκοπούς του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόµου του 2010, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, δεδοµένου ότι ούτε το ύψος ούτε ο τρόπος υπολογισµού των συνταξιοδοτικών ωφεληµάτων στηρίζεται στις εν λόγω αποκοπές ή συνδέεται µ΄ οποιοδήποτε τρόπο µ΄ αυτές.

Νοείται περαιτέρω ότι οι εν λόγω αποκοπές, κατά το πρώτο έτος ισχύος του παρόντος Νόµου, θα κατατίθενται στο Πάγιο Ταµείο της ∆ηµοκρατίας. Μετά το πέρας του πρώτου έτους οι αποκοπές των κρατικών υπαλλήλων θα συνεχίσουν να καταβάλλονται στο Πάγιο Ταµείο της ∆ηµοκρατίας ενώ οι αποκοπές των υπαλλήλων του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα θα καταβάλλονται στις αντίστοιχες υπηρεσίες, αρχές, γραφεία ή οργανισµούς του εν λόγω τοµέα. Ειδικά οι αποκοπές από τις µηνιαίες απολαβές των υπαλλήλων της Αρχής Ηλεκτρισµού Κύπρου και της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου θα καταβάλλονται στην Αρχή Ηλεκτρισµού Κύπρου και την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, αντίστοιχα, από το πρώτο έτος ισχύος του παρόντος Νόµου.

5. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε οικείου νόµου ή Κανονισµών, οι περιοδικές εισφορές υπαλλήλου µε βάση τον εν λόγω Νόµο ή Κανονισµούς καθορίζονται σε ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό ίσο µε 2% των εκάστοτε ετήσιων συντάξιµων απολαβών του.»

 

          Oι αιτητές στις προσφυγές αρ. 738/2019, 1010/2019, 1015/2019 1505/2019, 391/2022, 403/2022, 487/2022 και 488/2022  εισηγούνται ότι η απόφαση Αυγουστή είναι εσφαλμένη και συνεπώς δικαιολογείται απόκλιση έτσι ώστε να διαπιστωθεί παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Στις προσφυγές αρ. 1015/2019, 1505/2019, 391/2022, 403/2022, 487/2022 και 488/2022 οι αιτητές εισηγούνται επίσης ότι η Αυγουστή είναι εσφαλμένη επειδή παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και ο πυρήνας του δικαιώματος ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

          Οι αρχές του δεσμευτικού προηγούμενου και της απόκλισης αναλύονται στη Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (1996) 1 Α.Α.Δ. 315:

 

«ΠΟΤΕ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΣΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ;

Ο λόγος της δικαστικής απόφασης (ratio decidendi) είναι η αρχή δικαίου στην οποία θεμελιώνεται το αποτέλεσμα της απόφασης, σε αντίθεση με αυτό τούτο το αποτέλεσμα για το οποίο δημιουργείται δεδικασμένο (βλ. Chancery Lane Safe Deposit eta ν. I.R.C. [1966] 1 ΑΙΙ. E.R. 1 (Η.L.)∙ Ελευθερίου-Κάγκα ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 494/87-13.2.1989)).

Δεσμευτική είναι η αρχή δικαίου που στηρίζει άμεσα την απόφαση και είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το αποτέλεσμα, σε αντίθεση με το μέρος του σκεπτικού, η ανάπτυξη του οποίου δεν είναι αντικειμενικά απαραίτητη για την απόφαση.

Η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου έχει ως άξονα τη δέσμευση που δημιουργεί προηγούμενη δικαστική απόφαση ως προς το ποίο είναι το δίκαιο σε συγκεκριμένο τομέα και το πεδίο εφαρμογής του. Με αυτή την έννοια, οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν πηγή δικαίου, γιατί σ' αυτές αναζητείται και προσδιορίζεται το ισχύον δίκαιο [βλ. Ο 'Connell ν. R. [1844) 11 CI. & F. 155, στη σελ. 372, ως προς τις πηγές του αγγλικού δικαίου]. Στο αγγλικό δικαιϊκό σύστημα, από το οποίο πηγάζει η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου, οι δικαστικές αποφάσεις διαδραμάτισαν εξέχοντα ρόλο στην αποτύπωση και διατύπωση του κοινού δικαίου, την ανάπτυξη, καθώς και την προσαρμογή των αρχών του αγγλικού δικαίου σε νέα κοινωνικά δεδομένα [βλ. μεταξύ άλλων, de Lasala ν de Lasala [1979] 2 ΑΙΙ ER 1146 (PC)]. Σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζουν, επίσης, οι δικαστικές αποφάσεις στην ερμηνεία των νόμων και τον προσδιορισμό του πεδίου το οποίο καλύπτουν. Στον τομέα αυτό, o ρόλος της δικαστικής απόφασης είναι περιορισμένος, γιατί, εξ αντικειμένου, επικεντρώνεται στην ερμηνεία των νόμων.

Ως προς το Σύνταγμα, αυθεντική πηγή για το περιεχόμενο του αποτελεί το κείμενο του. Τούτο, άλλωστε, επιβάλλεται και από τη συνταγματική επιταγή που καθιστά το Σύνταγμα τον υπέρτατο νόμο. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών στη St Joseph Stock Yards Co. ν. U.S. [1936] 298 U.S. 38 [βλ. επίσης, Basu "COMMENTARY ΟΝ ΤΗΕ CONSTITUTION 0F ΙNDΙΑ" ανωτέρω, σελ. 484]:- "the ultimate touchstone of constitutionality is the Constitution itself and not what the Court may have said about it in any case;…"

Ελληνική μετάφραση: 'Τελικά η λυδία λίθος για τη συνταγματικότητα είναι το ίδιο το Σύνταγμα και όχι εκείνο το οποίο μπορεί να έχει πει το Δικαστήριο αναφορικά με αυτό σε οποιαδήποτε υπόθεση∙ [.]"

[.]

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ότι παρέχεται δυνατότητα απόκλισης από προηγούμενες αποφάσεις του, όπου συντρέχουν, σε γενικές γραμμές, οι προϋποθέσεις που προσδιορίζονται στη Νικολάου κ.α ν. Νικολάου και Άλλου (Αρ. 2).  Οι αρχές αυτές σκιαγραφήθηκαν στη Republic ν. Demetriades (1977) 3 C.L.R. 213, και έτυχαν αναγνώρισης και εφαρμογής έκτοτε σε μεταγενέστερες δικαστικές αποφάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αποφάσεις που άπτονται του δικαστικού προηγούμενου αφορούν κυρίως θέματα ερμηνείας του Συντάγματος και συνταγματικότητας νόμων. Το κείμενο του Συντάγματος και οι αρχές στις οποίες θεμελιώνεται, αποτελούν τον αυθεντικό οδηγό για την κρίση της συνταγματικότητας νόμων.

Στη Δημοκρατία v. Θαλασσινού (1991) 3 Α.Α.Δ. 203, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέτρεψε προηγούμενη απόφαση της αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος.

Στην Kyriacou ν. Minister of lnterior (1988) 3 C.L.R. 643 (απόφαση πλειοψηφίας), το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος καθιστά μη συμμόρφωση με δικαστική απόφαση, που εκδίδεται στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, πράξη καταφρόνησης του δικαστηρίου υποκείμενης σε τιμωρία, βάσει του Άρθρου 150 του Συντάγματος (βλ. επίσης Republic ν. Nissiotou (1985) 3 C.L.R. 1335).

Στη Θαλασσινός ν. Kyriacou κρίθηκε εσφαλμένη. Η διαπίστωση αυτή κρίθηκε ότι παρείχε έρεισμα στο Δικαστήριο να αποστεί από το λόγο της. Η απόκλιση από το λόγο της Kyriacou διατυπώθηκε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο:-

"Εγκαταλείπουμε τα αποφασισθέντα και αφιστάμεθα από αυτά γιατί το θεωρούμε ορθό και επιβεβλημένο να το πράξουμε χάριν της προσήλωσης στην ερμηνεία των συνταγματικών και νομοθετικών κειμένων που ένα δικαστήριο πρέπει να έχει στην άσκηση της ερμηνευτικής του εξουσίας των "νομοθετημάτων και όχι της συμπλήρωσης των."

Στη Νικολάου και οι δέκα Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που απάρτιζαν την Ολομέλεια στην υπόθεση εκείνη, ήταν ομόφωνοι ως προς την ευχέρεια απόκλισης από το λόγο προηγούμενης απόφασης του δικαστηρίου, σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος, στο πλαίσιο του δικαίου της ανάγκης. Οι πέντε από τους δέκα Δικαστές, η απόφαση των οποίων καθόρισε το αποτέλεσμα της Νικολάου με βάση το τεκμήριο της συνταγματικότητας νόμου, απέκλιναν από το λόγο της προηγούμενης απόφασης της Ολομέλειας στην President of the Republic ν. House of R 'ntatives (1986) 3 C.L.R. 1439. Ως προς τη δυνατότητα ανατροπής προηγούμενης απόφασης σε θέματα συνταγματικού δικαίου, έκριναν ότι η ευχέρεια η οποία παρέχεται είναι, όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μεγαλύτερη.

Στην πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας - Δημοκρατία ν. Γιάλλουρου κ.ά. (1995) 3 Α.Α.Δ. 363, το Δικαστήριο απέστη από την απόφαση της Ολομέλειας στη Republic ν. Christoudia (1988) 3 C.L.R. 2622, επειδή έκρινε ότι η αρχή δικαίου στην οποία είχε θεμελιωθεί ήταν εσφαλμένη. Το ακόλουθο απόσπασμα καθορίζει το αιτιολογικό της απόκλισης και την ευχέρεια που παρέχεται για απομάκρυνση από προηγούμενη απόφαση, οποτεδήποτε ο λόγος της συγκρούεται με συνταγματική αρχή:-

"Η απόκλιση ή απομάκρυνση από προηγούμενη δικαστική απόφαση δικαιολογείται οποτεδήποτε διαπιστώνεται ότι η αρχή την οποία ενσωματώνει είναι εσφαλμένη.  Η ελευθερία είναι αναμφιβόλως μεγαλύτερη οποτεδήποτε προηγούμενη δικαστική απόφαση συγκρούεται με θεμελιακή συνταγματική αρχή, όπως η διάκριση των Εξουσιών."

Είναι αυτονόητο ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με επιφύλαξη το ενδεχόμενο ανατροπής πρόσφατης απόφασης. Όμως, η όποια διστακτικότητα υποχωρεί, εφόσον διαπιστωθεί ότι η αρχή δικαίου, την οποία ενσωματώνει, είναι αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη.

[.]

Κρίνουμε ότι παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής προηγούμενης δικαστικής απόφασης, μέσα στο πνεύμα και για τους λόγους που εκτίθενται στο απόσπασμα από τη Νικολάου το οποίο έχει παρατεθεί στην απόφαση μας. Στην κρίση της συνταγματικότητας νόμων, η διαπίστωση σφάλματος σε προηγούμενη απόφαση μπορεί να διαπιστωθεί ευχερέστερα, εφόσον οι πρόνοιες του Συντάγματος αποτελούν σταθερή βάση για την αντικειμενική; διαπίστωση σφάλματος σε προηγούμενη απόφαση.

Εφόσον διαπιστώνεται ότι προηγούμενη δικαστική απόφαση είναι αδιαμφισβήτητα  εσφαλμένη, δικαιολογείται η ανατροπή της και η απόκλιση από το λόγο της.  Το σφάλμα πρέπει να έχει αντικειμενική υπόσταση και να καταφαίνεται ως αυταπόδεικτο. Αν χωρούν περισσότερες της μιας άποψης, ως προς την ύπαρξη αρχής δικαίου την οποία ενσωματώνει, το σφάλμα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αναντίλεκτο, ώστε να παράσχει βάση για την ανατροπή προηγούμενης απόφασης.»

 

          Στην υπό κρίση περίπτωση, ακόμα και εάν δικαιολογείτο απόκλιση από την Αυγουστή δεν μπορεί να προέλθει από Δικαστήριο που ασκεί πρωτοβάθμια δικαιοδοσία αλλά από Δικαστήριο του ιδίου βαθμού ως αυτό που εξέδωσε την απόφαση από την οποία η απόκλιση ζητείται. Σε διαφορετική περίπτωση, θα παραβιαζόταν η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου (stare decisis) η οποία χαρακτηρίζει το σύστημα δικαίου που ακολουθούμε (Ελευθερίου-Κάγκα ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 262). Ούτε διαφοροποίηση μπορεί να γίνει από την Αυγουστή εφόσον ξεκάθαρα αποφάσισε επί της συνταγματικότητας των Άρθρων 4 και 5 του Νόμου αλλά και του επηρεασμού του πυρήνα του δικαιώματος ως η απαίτηση του Άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.. Συνεπώς, η εισήγηση απορρίπτεται.

 

          Κατά λογική ακολουθία, απορρίπτεται και η εισήγηση των αιτητών στις προσφυγές 1015/2019 και 1505/2019 για παραβίαση του Άρθρου 9 του Συντάγματος που προνοεί για την προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης εφόσον ρητώς η Αυγουστή κατέληξε ότι οι αποκοπές «ούτε και θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των εφεσιβλήτων».

 

          Σε όλες τις υπό κρίση προσφυγές γίνεται εισήγηση για παραβίαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος. Το Άρθρο 26 προνοεί ότι:

 

«1.  Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.

2.  Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.»

 

          Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Οι αιτητές δεν εργοδοτούνται από το κράτος στη βάση σύμβασης αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες συγκεκριμένων νόμων ανάλογα με τον τομέα στον οποίο εργάζονται. Είναι στη βάση των προνοιών του αντίστοιχου νόμου (πρωτογενή και δευτερογενή) που ρυθμίζονται οι όροι εργασίας τους χωρίς να προηγείται ούτε η διαμόρφωση μίας σύμβασης, ούτε η δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης. Αντίθετα, ο δημόσιος υπάλληλος δεν έχει κανένα δικαίωμα καταγγελίας της εργοδότησής του με τη γνωστή έννοια της καταγγελίας σύμβασης για παράβαση όρων της (breach of contract).

Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι η προώθηση αυτής της εισήγησης γίνεται χωρίς έννομο συμφέρον από τους αιτητές εφόσον τυχόν αποδοχή της εισήγησης αυτής θα έθετε την επίδικη διαφορά εκτός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου ενώ είναι οι ίδιοι που προσέφυγαν στο Διοικητικό Δικαστήριο.

 

Λόγω της κατάληξης αυτής, οι προσφυγές αρ. 1073/2019 και 1729/2019 στις οποίες εγείρεται μόνο αυτός ο λόγος ακύρωσης αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.

 

Στις εναπομείνασες προσφυγές εγείρεται ως κοινός λόγος ακύρωσης παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος το οποίο προνοεί τα πιο κάτω:

                  

«1.    Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.

2.      Έκαστος απολαύει πάντων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προβλεπομένων υπό του Συντάγματος άνευ ουδεμιάς δυσμενούς διακρίσεως αμέσου ή εμμέσου εις βάρος οιουδήποτε ατόμου ένεκα της κοινότητας, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσης, του φύλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως, του πλούτου, της κοινωνικής τάξεως αυτού ή ένεκα οιουδήποτε άλλου λόγου, εκτός εάν διά ρητής διατάξεως του Συντάγματος ορίζηται το αντίθετον.

3.      Ουδείς πολίτης δικαιούται να χρησιμοποιή τίτλον ευγενείας ή κοινωνικής διακρίσεως ή να απολαύη οιουδήποτε προνομίου εκ ταύτης εντός των εδαφικών ορίων της Δημοκρατίας.

4.      Ουδείς τίτλος ευγενείας ή άλλης κοινωνικής διακρίσεως απονέμεται ή αναγνωρίζεται εν τη Δημοκρατία.».

 

          Στην Εκδοτικός Οίκος «Δίας» ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2001) 4Β Α.Α.Δ. 1113 αναλύθηκε η εφαρμογή της εν λόγω αρχής:

 

«Σε πληθώρα αποφάσεων υπογραμμίσθηκε ότι για να γίνει αποδεκτό ένα επιχείρημα για παραβίαση της αρχής της ισότητας, θα πρέπει να υπάρχει παραβίαση της ίσης ή ομοιόμορφης μεταχείρισης ατόμων που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες. (Βλέπε σχετικά Σεργίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 1 Α.Α.Δ. 119, Θεοχαρίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 63, Χαρίλαος I. Φιλιππίδης και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 378).  Το ζήτημα της έννοιας της ισότητας αναλύθηκε με εύστοχο τρόπο στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 441, όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (σελ. 446-447):

«Ήδη από   την    υπόθεση Argiris Mikrommatis and the Republic 2 R.S.C.C. 125, αποφασίστηκε ότι η έννοια «ίσοι ενώπιον του νόμου» του Άρθρου 28.1 του Συντάγματος, δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά εξασφαλίζει εναντίον των αυθαίρετων διαφοροποιήσεων, ενώ δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις που πρέπει να γίνονται λόγω της ουσιαστικής φύσης των πραγμάτων. Επίσης η έννοια «άνευ διακρίσεως» της παραγρ. 2 του άρθρου 28 δεν αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις.

Στην υπόθεση Republic ν. Maria Christoudia and Another (1988) 3 C.L.R. 2622, τονίστηκε ότι το άρθρο 28 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα ισότητας, ενσωματώνει δε την αρχή της μη δυσμενούς διάκρισης. Δεν απαγορεύει όμως διακρίσεις στη μεταχείριση που θεμελιώνονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών πραγματικών καταστάσεων που βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον [.]

Το Άρθρο 28 δεν απαγορεύει διακρίσεις που βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών αντικειμένων και οι οποίες εδράζονται στο δημόσιο συμφέρον, φέρουν δε ισοζύγιο μεταξύ του γενικού συμφέροντος της πολιτείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη. Η αρχή της ισότητας παραβιάζεται μόνο αν η διάκριση δεν είναι αντικειμενική και εύλογη (Παύλος Παύλου ν. Γενικού Εφόρου Εκλογών και Άλλου (1987) 1 C.L.R. 252). Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι το Άρθρο 28 συναρτά την ισότητα με την ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων και καταστάσεων, σε αντίθεση με τη φαινομενική ή αριθμητική εξίσωσή τους. Η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη είναι πολύ ευρεία.».

 

          Στις υπό κρίση περιπτώσεις, τα άτομα που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες έτσι ώστε να επιβάλλεται η ίση και όμοια μεταχείρισή τους είναι τα άτομα που εργοδοτούνται στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τα άτομα που εργοδοτούνται στον ιδιωτικό τομέα δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες έτσι ώστε να μπορεί να επικαλεστεί κάποιος την αρχή της ισότητας για τη διαφορετική τους μεταχείριση. Χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω σε λεπτομέρεια στις διαφορετικές συνθήκες μεταξύ υπαλλήλων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αρκεί να λεχθεί ότι οι αποκοπές που αποτελούν το αντικείμενο των υπό κρίση προσφυγών έγιναν για να διασωθεί το κυβερνητικό σχέδιο συντάξεων από το οποίο δεν αφορά ούτε εφαρμόζεται στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα αλλά μόνο τους υπαλλήλους του δημόσιου. Συνεπώς, σίγουρα θα υπήρχε παραβίαση της αρχής της ισότητας εάν περιλαμβάνονταν και οι υπάλληλοι του ιδιωτικού τομέα στις αποκοπές για ένα σχέδιο που δεν εφαρμόζεται στην περίπτωσή τους και από το οποίο δεν επωφελούνται καθόλου αλλά όχι στην ανάποδη περίπτωση ως είναι η υπό κρίση.

 

          Αυτή είναι και η διαφορά με τις αποφάσεις του ΣτΕ 2287/2015, 10.6.2015 και 2288/2015, 10.6.2015 τις οποίες επικαλούνται οι αιτητές εφόσον σε εκείνες τις περιπτώσεις αντικείμενο ήταν οι συντάξεις κοινωνικών ασφαλίσεων από τις οποίες επωφελούνται όλοι.

 

          Στη βάση της πιο πάνω κατάληξης σε σχέση με την εισήγηση περί παραβίασης του Άρθρου 28 του Συντάγματος, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται οι προσφυγές αρ. 738/2019 και 1010/2019 στις οποίες οι λόγοι ακύρωσης αφορούσαν απόκλιση από την Αυγουστή και παραβίαση των Άρθρων 26 και 28 του Συντάγματος.

 

          Παραπλήσια με την εισήγηση για παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος είναι η εισήγηση των αιτητών στις εναπομείνασες προσφυγές 1015/2019, 1505/2019, 391/2022, 403/2022, 487/2022 και 486/2022 για παραβίαση του Άρθρου 24 του Συντάγματος. Το Άρθρο 24 προνοεί ότι:

 

«1. Έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρη εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων αυτού.

2. Ουδεμία τοιαύτη συνεισφορά διά καταβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται, ειμή διά νόμου ή κατ’ εξουσιοδότησιν νόμου.

3. Ουδείς φόρος, τέλος ή εισφορά οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται αναδρομικώς. Εισαγωγικοί δασμοί δύνανται να επιβάλλωνται από της ημερομηνίας της καταθέσεως της σχετικής προτάσεως νόμου ή νομοσχεδίου.

4. Ουδείς φόρος, τέλος ή εισφορά οιασδήποτε φύσεως, εξαιρέσει των τελωνειακών δασμών, δύναται να είναι καταστρεπτικής ή απαγορευτικής φύσεως.»

 

          Για να τυγχάνει εφαρμογής το πιο πάνω Άρθρο, προϋπόθεση είναι ο υπό κρίση Νόμος να αποτελεί φορολογία. Όπως ορθά υποδεικνύει η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, ο Νόμος δεν φέρει τα χαρακτηριστικά φορολογίας όπως αυτά διατυπώθηκαν στην απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φυλακτού κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 565 δηλαδή, να επηρεάζει έμμεσα τους μισθούς και να έχει γενική εφαρμογή σε όλο τον πληθυσμό.

         

Οι αποκοπές που προκύπτουν από τον Νόμο δεν επηρεάζουν έμμεσα αλλά αφορούν άμεσες αποκοπές του μισθού και – όπως αναφέρθηκε προηγουμένως στα πλαίσια εξέτασης της εισήγησης για παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος – ο Νόμος δεν έχει γενική εφαρμογή αλλά εφαρμόζεται μόνο σε συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού. Συνεπώς, απορρίπτεται και αυτή η εισήγηση.

 

Στις ίδιες προσφυγές, οι αιτητές εισηγούνται επίσης ότι παραβιάζεται οι αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης ενώ οι αιτητές στις προσφυγές 1015/2019 και 1505/2019 εισηγούνται επίσης ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ανυπόστατες επειδή στηρίζονται σε νόμο που δεν επεξεργάστηκε το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του Άρθρου 54(στ) του Συντάγματος.

 

Σχετικά με την τελευταία αυτή εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση επισυνάπτουν πρακτικό της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 12.12.2012 από το οποίο προκύπτει ότι εγκρίθηκε το νομοσχέδιο.

 

Ως προς την εισήγηση, τέλος, για παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και καλής πίστης όπως ορθά εισηγείται η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περιπτώσεις όπου η απόφαση λαμβάνεται κατά δέσμια αρμοδιότητα. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Παιονίδου ν. Δημοκρατίας (2012) 3 Α.Α.Δ 405 :

 

«Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι η αρχή της χρηστής διοίκησης και η αρχή της καλής πίστης τις οποίες έχει επικαλεστεί η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσείουσας, δεν ισχύουν σε περιπτώσεις άσκησης δέσμιας αρμοδιότητας, αλλά μόνο σε περιπτώσεις όπου αναγνωρίζεται στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια. Στο σύγγραμματου ΠΓΔτΔαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 5η Έκδοση, κάτω από το κεφάλαιο «Όρια και έλεγχος της διακριτικής ευχέρειας», αναλύονται, ανάμεσα σ' άλλα, οι αρχές της χρηστής διοίκησης (βλ. παραγρ. 380, 381, 382 και 383), της καλής πίστης (βλ. παραγρ. 385, 386 και 387), της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη (βλ. παραγρ. 388) και της συνεπούς συμπεριφοράς (βλ. παραγρ. 389). Στο ίδιο σύγγραμμα και συγκεκριμένα στις παραγράφους 390 και 391, διαβάζουμε:

«Τα ανωτέρω ισχύουν όμως μόνο στις περιπτώσεις διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως. Στις περιπτώσεις δέσμιας αρμοδιότητας, καμιά εσφαλμένη πληροφορία δεν μπορεί να απαλλάξει την διοίκηση από την υποχρέωσή της να εφαρμόσει τον νόμο, αν και μπορεί να θεμελιώσει την υποχρέωση του κράτους προς αποζημίωση.

Το Συμβούλιο της Επικράτειας δέχεται (αν και όχι σταθερά) ότι δεν είναι καλόπιστη και επομένως δεν συγχωρείται η ανατροπή μιας παράνομης πραγματικής καταστάσεως, που έγινε ανεκτή επί πολύ χρόνο (ΣτΕ 65/44- αντιθέτως ΣτΕ 725, 726/64), εκτός εάν πρόκειται για θέμα δημόσιας τάξεως (ΣτΕ 654/37) ή αν συντρέχει δόλος του ιδιώτη (βλ. κατ. άρ. 708 επ.).»

Σχετικό με το θέμα που εξετάζουμε είναι και το άρθρο 50 του Νόμου 158(Ι)/99, σύμφωνα με το οποίο:

«50.  Οι αρχές της χρηστής διοίκησης επιβάλλουν στα διοικητικά όργανα, κατά την άσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, να ενεργούν σύμφωνα με το περί δικαίου αίσθημα, ώστε κατά την εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών διατάξεων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να αποφεύγονται ανεπιεικείς και άδικες λύσεις."

Ενόψει των πιο πάνω, το ερώτημα που εύλογα τίθεται και το οποίο θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, είναι κατά πόσο η περίπτωση αφορά άσκηση, από πλευράς διοίκησης, διακριτικής ευχέρειας ή δέσμιας αρμοδιότητας.

Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου (πιο πάνω) (παρ. 342):

«. . Η πλήρης (εντός των ορίων του Συντάγματος και των νόμων) ελευθερία κινήσεως της διοικήσεως καλείται διακριτική ευχέρεια (ή διακριτική εξουσία) και παραχωρείται από τον νόμο με εκφράσεις όπως η διοίκηση «δύναται», «δικαιούται», «επιλέγει», «κρίνει», ενεργεί «κατά την κρίση της» κοκ. Διακριτική ευχέρεια είναι, πρώτα απ' όλα, η νομική δυνατότητα της διοικήσεως να επιλέγει ανάμεσα σε διάφορες εξίσου νόμιμες λύσεις (απόφαση για το αν, πότε και πώς). Είναι όμως επίσης και η νομική δυνατότητα της διοικήσεως να εξειδικεύει αόριστες αξιολογικές έννοιες.»»

 

Οι υπό κρίση περιπτώσεις δεν προκύπτουν κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης αλλά κατόπιν άσκησης δέσμιας αρμοδιότητας δυνάμει νόμου.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, οι προσφυγές αποτυγχάνουν και απορρίπτονται και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται. Επιδικάζονται €200 έξοδα εναντίον των αιτητών σε κάθε υπόθεση και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο