ΚΥΡΙΑΚΗ ΔΟΥΚΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 91/2022, 19/5/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΡΙΑΚΗ ΔΟΥΚΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 91/2022, 19/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 91/2022)

 

 19 Μαΐου 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΔΟΥΚΑ

 

Αιτήτρια

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

 

Καθ’ ου η Αίτηση

…………………………

Σ. Μαυρομμάτης για Μαυρομμάτης & Χριστοδουλίδου Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

 

Π. Βασιλείου για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια με την υπό κρίση προσφυγή ζητά την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση που λήφθηκε στα πλαίσια διαδικασίας επανεξέτασης της οποίας έλαβε γνώση με επιστολή ημερομηνίας 25.11.2021 να τερματίσει από 1.11.2014 τη σύνταξη ανικανότητας που λάμβανε η αιτήτρια.

 

Πρόκειται για την τρίτη προσφυγή που καταχωρεί η αιτήτρια. Τα γεγονότα είναι ως εξής:

 

Η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση σύνταξης ανικανότητας το 2006 η οποία εγκρίθηκε και της παραχωρήθηκε σύνταξη κατά 75% επειδή κρίθηκε ικανή για ελαφριά εργασία. Στα πλαίσια επανεξέτασης το 2011, κρίθηκε ίδια η κατάσταση της αιτήτριας και εξακολούθησε να λαμβάνει τη σύνταξη. Το 2014 στα πλαίσια νέας επανεξέτασης, η αιτήτρια κρίθηκε ικανή για εργασία και με απόφαση του καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 21.11.2014 τερματίστηκε η παραχώρηση σύνταξης ανικανότητας στην αιτήτρια από 1.11.2014. Κατά της απόφασης η αιτήτρια άσκησε ιεραρχική προσφυγή η οποία απορρίφθηκε στις 12.6.2015. Κατά της απόφασης αυτής η αιτήτρια άσκησε την Προσφυγή Αρ. 1018/2015 η οποία αργότερα αποσύρθηκε επειδή ανακλήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω πάσχουσας συγκρότησης του πρωτοβάθμιου ιατρικού συμβουλίου. Ακολούθησε επανεξέταση της αιτήτριας η οποία οδήγησε στις 7.3.2017 σε νέα απόφαση τερματισμού που ανατρέχει στην αρχική ημερομηνία δηλαδή, την 1.11.2014. Άσκησε και πάλι προσφυγή η αιτήτρια την υπ’ αριθμό 695/2017. Το Διοικητικό Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 7.4.2020 ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθησε δεύτερη διαδικασία επανεξέτασης η οποία οδήγησε στη με την υπό κρίση προσφυγή προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Η αιτήτρια εισηγείται ότι η έκθεση του πρωτοβάθμιου ιατρικού συμβουλίου είναι παράνομη επειδή επανέλαβε και στηρίχτηκε στα ευρήματα του ιατρικού συμβουλίου του 2014, ότι πάσχει η σύνθεσή του διότι απαρτίζεται από νέα μέλη και όχι τα ίδια ως το 2014 και ότι η απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.

 

Το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Προσφυγής Αρ. 695/2017 ακύρωσε την εκεί προσβαλλόμενη απόφαση η οποία ήταν η απόφαση του διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 7.3.2017 με την εξής κρίση:

         

«Αρχίζοντας από τον τελευταίο λόγο ακυρώσεως που προωθήθηκε, ήτοι αυτό της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, βρίσκω ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι βάσιμος. Το εύρημα της έκθεσης του Ιατρικού Συμβουλίου για την αιτήτρια ημερομηνίας 8.2.2017 (βλ. ανωτέρω) στερείται οποιασδήποτε παράθεσης επαρκούς αιτιολογίας του και, ιδιαίτερα, στερείται οποιασδήποτε παράθεσης επεξηγήσεων για την παράκαμψη της εκ διαμέτρου διαφορετικής, στα ευρήματα και κατάληξη, επεξηγηματικής έκθεσης της ρευματολόγου ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ημερομηνίας 28.4.2015, την οποία είχε προσκομίσει η αιτήτρια και η οποία διέγνωσε μόνιμη ανικανότητα της αιτήτριας για εργασία.

[.]

Το Ιατρικό Συμβούλιο, επί του οποίου ο Διευθυντής βάσισε την απόφαση του, δεν παράθεσε τις αναγκαίες επιστημονικές εξηγήσεις για την κατάληξη του, ότι η αιτήτρια είχε καταστεί ικανή για εργασία, κατάληξη η οποία ήταν ευθέως αντίθετη με τη θέση της θεράποντος ιατρού της αιτήτριας (βλ. ανωτέρω), η οποία, μάλιστα, ήταν κυβερνητικός ιατρός. Ως αναφέρθηκε και στην Ευριπίδου (supra) «Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η κατάληξη του ΔΙΣ όσο και αυτή της Υπουργού, είναι γενικές και αόριστες και εκείνο που στην ουσία επικαλούνται είναι το ζητούμενο, δηλαδή κατά πόσον ο Αιτητής ήταν ανίκανος προς εργασία και κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση της σύνταξης ανικανότητας.».

Με βάση τα προαναφερθέντα, ο λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησης της γνωμάτευσης του Ιατρικού Συμβουλίου, ευσταθεί.»

 

Κατά τη διαδικασία επανεξέτασης, ο καθ’ ου η αίτηση υποχρεούται να διορθώσει αυτά που εντόπισε το Δικαστήριο και συγκεκριμένα, το ιατρικό συμβούλιο να αιτιολογήσει τα ευρήματά του και προβεί σε δέουσα έρευνα ιδιαίτερα εν όψει της αντίθετης ιατρικής γνωμάτευσης της θεράπουσας ιατρού της αιτήτριας.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 58 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999 σε διαδικασία επανεξέτασης η διοίκηση ανατρέχει στο πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η αρχική απόφαση δηλαδή, το 2014. Συνεπώς, η εισήγηση της αιτήτριας ότι είναι παράνομη η έκθεση του ιατρικού συμβουλίου επειδή στηρίχτηκε στα ευρήματα του 2014 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.  

 

Απορρίπτεται και η εισήγηση ότι πάσχει η σύνθεση του ιατρικού συμβουλίου επειδή απαρτίζεται από νέα μέλη. Η σύνθεση του ιατρικού συμβουλίου αλλάζει και είναι λογικό και αναμενόμενο ότι το 2021 που έλαβε χώρα η διαδικασία επανεξέτασης απόφασης που λήφθηκε το 2014, η σύνθεση του ιατρικού συμβουλίου θα ήταν νέα τηρουμένης, όμως, της υποχρέωσης να βασιστεί στο πραγματικό καθεστώς που ίσχυε το 2014. Σχετικό είναι το ερυθρό 200 του Τεκμηρίου 1.

 

Προς απάντηση της εισήγησης περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, παραθέτω αυτούσια το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης:

 

«2.    Στα πλαίσια της επανεξέτασης της περίπτωσής σας με βάση την προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, το Ρευματολογικό Ιατρικό Συμβούλιο που σας εξέτασε στις 24/10/2014 συνήλθε εκ νέου στις 12/11/2021 μετά από ορισμό των μελών του από την Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(3) των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ιατρικά Συμβούλια, Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο και Ειδικοί Ιατροί) Κανονισμών του 2010 (Κ.Δ.Π. 286/2010). Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία, το σύνηθες επάγγελμα σας, τις εξετάσεις και τις ιατρικές εκθέσεις τις οποίες προσκομίσατε από το θεράποντα Ιατρό σας, αλλά και την κλινική εξέταση που πραγματοποιήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο (24/10/2014), το εν λόγω Ιατρικό Συμβούλιο γνωμάτευσε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήσασταν ικανή για εργασία.

3.      Συγκεκριμένα, το Ιατρικό Συμβούλιο που σας εξέτασε γνωμάτευσε ότι: «με βάση τις ιατρικές εκθέσεις του θεράποντα ιατρού (ημ/νιες 3/9/2014 και 28/4/2015) και την κλινική εξέταση που πραγματοποιήθηκε από το Ιατρικό Συμβούλιο (24/10/2014) συμφωνούμε με το θεράποντα ιατρό σε ότι αφορά τις παθήσεις της ασθενούς (ινομυαλγία και τενοντίτιδα ώμων άμφω). Στην ιατρική έκθεση ημ/νίας 3/9/2014 η θεράποντος ιατρός αναφέρει τη διάγνωση και δεν αναφέρει ευρήματα κλινικής εξέτασης, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές από που πηγάζει η αξιολόγηση και η διαπίστωση του θεράποντα ιατρού για την ανικανότητα της αιτήτριας προς εργασία. Στην ιατρική έκθεση ημ/νίας 28/4/2015 η θεράποντος ιατρός αναφέρει την ύπαρξη ασβεστοποιού τενοντίτιδας ώμων άμφω με παρουσία ρήξεων τένοντα και αναφέρεται σε φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε στο παρελθόν. Με βάση όλα τα πιο πάνω το Ιατρικό Συμβούλιο γνωμάτευσε ότι: α) απουσιάζουν κλινικά ευρήματα που να σας καθιστούν ανίκανη για εργασία, β) υπάρχει ελλειπής ενημέρωση για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, και γ) η πάθηση της ινομυαλγίας δεν προκαλεί ανικανότητα για εργασία, ενώ η τενοντίτιδα ώμων μπορεί να αντιμετωπισθεί με άλλα ιατρικά / παραϊατρικά μέσα, με αποτέλεσμα να αξιολογείται και να διαπιστώνεται δικαιολογημένα ότι η αιτήτρια δεν έχει σημαντική απώλεια της δυνατότητας της προς εργασία και εκτέλεσης των καθηκόντων του συνήθους επαγγέλματος της».

4.      Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 40 (1)(β) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν. 59(Ι)/2010) και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, πληροφορείστε ότι η αίτηση σας για σύνταξη ανικανότητας τερματίζεται από 1/11/2014.»

Εφόσον πρόκειται για διαδικασία επανεξέτασης και εφόσον η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να διορθώσει την παρανομία που εντοπίστηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Υπόθεσης Αρ. 695/2017 δηλαδή, της αιτιολόγησης των ευρημάτων και της δέουσας έρευνας σε σχέση με τη γνωμάτευση της θεράπουσας ιατρού της αιήτριας, κρίνω ότι από το πιο πάνω απόσπασμα η διοίκηση το έπραξε. Η γνωμάτευση της θεράπουσας ιατρού της αιτήτριας κρίθηκε ελλιπής για τους λόγους που αναφέρονται ενώ η κλινική κατάσταση της αιτήτριας αξιολογήθηκε ότι δεν καθιστά την αιτήτρια ανίκανη για εργασία.

 

Υπενθυμίζεται ότι το Άρθρο 40(5) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν. 59(Ι)/2010 προνοεί ότι:

 

«(5) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «ανίκανος προς εργασία», θεωρείται ο ασφαλισµένος, όταν λόγω ειδικής ασθένειας ή σωµατικής ή πνευµατικής αναπηρίας, η οποία άρχισε ή επιδεινώθηκε ουσιωδώς µετά την ασφάλισή του, δεν µπορεί να κερδίζει από εργασία την οποία εύλογα αναµένεται να εκτελεί, λαµβανοµένων υπόψη των δυνάµεων, των δεξιοτήτων, της µόρφωσης και της συνήθους επαγγελµατικής απασχόλησής του, πέραν από το ένα τρίτο ή, εάν πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας µεταξύ εξήντα (60) και εξήντα τριών (63) ετών, πέραν από το ένα δεύτερο, του ποσού το οποίο κερδίζει συνήθως στην ίδια περιφέρεια και επαγγελµατική κατηγορία σωµατικά και πνευµατικά υγιές πρόσωπο της ίδιας µόρφωσης.»

Συνεπώς, εάν κριθεί ότι η ασθένεια ή σωματική αναπηρία προσώπου τον καθιστά ικανό να μπορεί να κερδίζει πέραν του 1/3 με βάση τις δυνάμεις, δεξιότητες, μόρφωση και τη συνήθη επαγγελματική απασχόλησή του τότε δεν δικαιούται σύνταξη ανικανότητας. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αιτήτρια κρίθηκε ικανή για εργασία κατάληξη που αιτιολογήθηκε επαρκώς.

 

Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Λόγω της φύσης της υπόθεσης, επιδικάζω μειωμένα έξοδα €1.000 υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο