MANGALI TAMANG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 1159/2021, 11/6/2026
print
Τίτλος:
MANGALI TAMANG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 1159/2021, 11/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1159/2021)

11 Ιουνίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 15, 28, 30, 35 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

MANGALI TAMANG

Αιτήτρια,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Τούλα Άνιφτου, για την αιτήτρια.

Γεώργιος Χατζηπροδρόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή της, η αιτήτρια αξιώνει από το Δικαστήριο ακύρωση της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, όπως αυτή της γνωστοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 10.8.2021, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 11.6.2018, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

  Η αιτήτρια κατάγεται από το Νεπάλ. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 14.8.2005, προκειμένου να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Εγκατέλειψε την εν λόγω οικία, δέκα ημέρες αργότερα, σύμφωνα με επιστολή της εργοδότριάς της, ημερομηνίας 24.8.2005 και τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Στις 30.8.2005, υπέβαλε αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ενώ κατόπιν αιτήσεως που υπέβαλε, της ανανεώθηκε το καθεστώς προσωρινής παραμονής στη Δημοκρατία, με ισχύ μέχρι την 26.3.2009.

 

  Στις 16.10.2008 τέλεσε πολιτικό γάμο με υπήκοο Σλοβακίας και στις 26.4.2010, εκδόθηκε δελτίο διαμονής ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, το οποίο ανανεώθηκε, κατόπιν σχετικών αιτήσεων, μέχρι και την 16.9.2024. Από τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν για σκοπούς εξέτασης της γνησιότητας του γάμου του ζεύγους, προέκυψε πως αυτοί διέμεναν μαζί, ενώ απέκτησαν και δύο τέκνα.

 

  Την επίδικη αίτηση για παραχώρηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, υπέβαλε η αιτήτρια στις 11.6.2018. Το Τμήμα Μετανάστευσης, ζήτησε και έλαβε τις απόψεις της Αστυνομίας, από τις οποίες δεν προέκυπτε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Κατά την εξέταση της περιόδου παραμονής της στη Δημοκρατία, προέκυψε πως συμπλήρωνε σύνολο νόμιμης παραμονής, 7 χρόνια, 7 μήνες και 18 ημέρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάστηκαν, η αιτήτρια πληρούσε τα τυπικά προσόντα παραμονής στην Κύπρο, ως οι παράγραφοι 1(α) και (β) του Τρίτου Πίνακα του Ν. 141(Ι)/2002.

 

  Στις 28.6.2021, πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας και υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών, απορριπτική εισήγηση ημερομηνίας 29.6.2021. Ο Υπουργός Εσωτερικών ενέκρινε την υποβληθείσα εισήγηση, στις 9.7.2021 και η απορριπτική απόφαση της γνωστοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 10.8.2021, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:-

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 11/06/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί, καθότι δεν έχετε κοινωνικούς δεσμούς στη Δημοκρατία και δεν έχετε ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο. Επιπλέον, δεν έχετε επαρκείς πόρους συντήρησης στη Δημοκρατία».

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, μέσα στη γραπτή της αγόρευση, προκειμένου να καταδείξει την πλάνη και ελλιπή έρευνα της διοίκησης, τονίζει ιδιαίτερα τις προσωπικές και οικογενειακές της συνθήκες, αναφερόμενη στην απόκτηση δύο τέκνων με τον Σλοβάκο σύζυγό της, ένα υιό 14 ετών που φοιτά στο Γυμνάσιο και μία θυγατέρα που είναι 3 ετών. Αναφέρει πως εργαζόταν στη Δημοκρατία για χρονικό διάστημα πέραν των 12 ετών πριν την υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως, αλλά όταν εγκυμονούσε το δεύτερο της τέκνο, κατά το έτος 2019, δεν μπορούσε να εργαστεί και παρέμεινε στο σπίτι για να το προσέχει. Αναφέρει πως έχει μάθει την ελληνική γλώσσα και έχει αποκτήσει φίλους, έχει επαρκείς πόρους συντήρησης, διότι από την εργασία του συζύγου της, έχουν μηνιαίο εισόδημα ύψους €1.500 και επιπλέον €20.000, ποσό το οποίο κληρονόμησε ο σύζυγός της από τον πατέρα του. Προκειμένου να καταδείξει την ελλιπή έρευνα, υποβάλλεται η θέση πως η διοίκηση όφειλε να ρωτήσει τους εγγυητές που δήλωσε στην αίτησή της, σε ό,τι αφορά την ενσωμάτωσή της στην Κυπριακή κοινωνία, οι οποίοι είχαν δηλώσει πως γνώριζαν την αιτήτρια 12, και 15-16 χρόνια και επομένως, ήταν σε θέση να αναφερθούν προς το πρόσωπό της. Αναφέρθηκε επίσης στις καταθέσεις που παρουσιάζει ο λογαριασμός της, ύψους €12.289,83 προκειμένου να καταδείξει πως δεν υπήρξε επαρκής διερεύνηση.

  Πρόσθετα, αποτέλεσε θέση της πως ο Υπουργός Εσωτερικών, δεν άσκησε αποφασιστική αρμοδιότητα, αλλά απλώς ενέκρινε την υποβληθείσα εισήγηση της λειτουργού. Εγέρθη επίσης ο ισχυρισμός πως η επίδικη απορριπτική απόφαση, είναι αναιτιολόγητη.

 

  Αντίθετη υπήρξε η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, ο οποίος επανέλαβε στην πάγια νομολογία σε σχέση με την ευρεία εξουσία του κράτους, που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του, να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα, με μόνο περιορισμό την επίδειξη καλής πίστης, υποστηρίζοντας την νομιμότητα της απορριπτικής επίδικης διοικητικής απόφασης.  

 

  Οι νομοθετικές διατάξεις για την δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, από οποιοδήποτε αλλοδαπό πρόσωπο, είναι γνωστές. Περιλαμβάνονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό με τα όσα ορίζονται και στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ιδίως, στην παράγραφο 1(γ) αυτού, αναφέρεται πως ο αλλοδαπός που αιτείται την παραχώρηση υπηκοότητας με πολιτογράφηση, θα πρέπει να είναι καλού χαρακτήρα.

 

  Στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.3.2024, ομοίως και της προσφάτως εκδοθείσας απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.2.2026. επαναλήφθηκαν εκ νέου, από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του θέματος. Ειδικότερα, τονίστηκε εκ νέου, η διαχρονική νομολογιακή αρχή πως, η πολιτογράφηση συνιστά μία εξουσία, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Όπως υποδείχθηκε από το Δικαστήριο, δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού προσώπου, παρά μονάχα προσδοκία πως δια της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης, κατά την άσκηση της παρεχόμενης προς τη διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, Ε.Δ.Δ. 205/2019 Nagorny ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.10.2024).

 

  Σχετική επίσης είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, στην οποία υπεδείχθη πως η ύπαρξη των τυπικών προσόντων του άρθρου 111 (Τρίτος Πίνακας) του Νόμου, απλώς δημιουργεί το δικαίωμα για την υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και δεν δημιουργεί υποχρέωση χορήγησης υπηκοότητας, καθότι αυτό θα ήταν ασύμβατο με την έννοια της κυριαρχίας του κράτους.

 

  Από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφαίνεται πως η αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, απερρίφθη για τρεις λόγους. Πρώτον, λόγω της μη ύπαρξης κοινωνικών δεσμών στη Δημοκρατία, δεύτερον, λόγω μη επαρκούς ένταξής της στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο και τρίτον, λόγω μη ύπαρξης επαρκών πόρων συντήρησης στη Δημοκρατία.

 

  Σημαντικά κρίνονται τα όσα καταγράφονται στο Έντυπο προσωπικής συνέντευξης της αιτήτριας, που έλαβε χώρα στις 28.6.2021, το οποίο υπέγραψε και η ίδια, ως σύμφωνο με τα όσα αναφέρθηκαν κατά τη συνέντευξη.

 

  Όπως η ίδια ανέφερε κατά την συνέντευξη, διαμένει με τον σύζυγο και τα παιδιά της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, η καθημερινή της ασχολία είναι το σπίτι και τα παιδιά της και μερικές φορές την εβδομάδα, πηγαίνει στο πάρκο με τα παιδιά και τον σκύλο της. Αναφέρει πως η μητρική της γλώσσα είναι τα Νεπαλέζικα και ότι γνωρίζει λίγα αγγλικά. Κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η συνέντευξη, η ίδια δεν εργαζόταν, ενώ παλαιότερα, μερικές φορές καθάριζε σπίτια. Από το έτος 2005 – 2008 εργαζόταν ως οικιακή βοηθός σε Κύπρια υπήκοο. Σε σχέση με τον σύζυγό της, αναφέρθηκε πως εργάζεται με μισθωτή απασχόληση σε διανομέας φαγητού, αλλά και σε εστιατόριο, με μηνιαίες απολαβές ύψους €1.100. Στην Τράπεζα, διαθέτουν με τον σύζυγό της, καταθέσεις ύψους €12.289,53.

 

  Στο Μέρος 8 του Εντύπου, «Κοινωνικοί δεσμοί στην Κύπρο και προσαρμογή στην κυπριακή πραγματικότητα», η αιτήτρια ανέφερε πως της αρέσει το «boxing», πως πήγαινε μαθήματα για δύο μήνες, αλλά σταμάτησε λόγω του ότι δεν είχε χρόνο και χρήματα, ενώ η ίδια δήλωσε πως δεν έχει σχέσεις, ούτε Κύπριους φίλους. Ανέφερε συγκεκριμένα πως, όλοι οι φίλοι της είναι ομοεθνείς της και πως λέει μόνον «γεια» σε Κύπριους. Επιπλέον, ανέφερε πως μερικές φορές, φτιάχνει κυπριακά φαγητά. Στο Μέρος 12 του Εντύπου, «Προθέσεις του αιτητή μετά την απόκτηση της Κυπριακής Ιθαγένειας», η ίδια δήλωσε πως έχει στο μυαλό της να ανοίξει ένα μικρό σουπερμάρκετ με φαγητά από το Νεπάλ, εάν έχει λεφτά. 

 

  Στην έκθεση που υπέβαλε η Λειτουργός προς τον Υπουργό Εσωτερικών, έκθεση ημερομηνίας 29.6.2021, καταγράφονται όλα τα πιο πάνω, υποβάλλοντας απορριπτική εισήγηση ως προς την έγκριση της αιτήσεως. Όπως καταγράφεται, η αιτήτρια δεν έχει ενταχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην Κυπριακή κοινωνία. Παρά το γεγονός ότι διαμένει στη Δημοκρατία από το έτος 2005, εντούτοις, δεν ομιλεί την Ελληνική γλώσσα. Καταγράφεται η αναφορά της ίδιας της αιτήτριας, πως δεν έχει φιλικές και κοινωνικές σχέσεις με Κύπριους, παρά μόνον με ομοεθνείς της. Κατά την εισήγηση, η αιτήτρια δεν γνωρίζει την Κυπριακή κουλτούρα και έθιμα, δεν έχει ούτε εργασιακούς δεσμούς, αφού τα τελευταία χρόνια δεν εργάζεται και δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στη Δημοκρατία.

 

  Από τα πιο πάνω αναφερόμενα, προκύπτει πως η αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, εξετάστηκε και αξιολογήθηκε δεόντως, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προσωπικές της περιστάσεις. Η ίδια η αιτήτρια δήλωσε στην προσωπική της συνέντευξη, την οποία υπογράφει πως συμφωνεί με ό,τι καταγράφηκε, πως δεν έχει φιλικές, ούτε και κοινωνικές σχέσεις με Κύπριους πολίτες. Δεν έκανε εξάλλου καμία αναφορά στους εγγυητές που υπέγραψαν την αίτησή της, ούτε ανέφερε πως έχει με αυτούς οποιεσδήποτε σχέσεις. Συνεπώς, δεν θεωρώ πως η διοίκηση όφειλε να στρέψει την προσοχή της προς αυτή την κατεύθυνση, ως αποτελεί εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της, από τη στιγμή που η ίδια η αιτήτρια, ουδέν ανέφερε για διατήρηση σχέσης, φιλικής, κοινωνικής ή άλλης, με αυτά τα πρόσωπα. Η ίδια δήλωσε στη συνέντευξή της, πως όλοι της οι φίλοι είναι ομοεθνείς της και ότι οι σχέσεις της με Κύπριους, είναι ουσιαστικά τυπικές.

 

  Τα πιο πάνω, καταδεικνύουν πως υπήρξε εύλογη η κατάληξη πως η αιτήτρια δεν έχει κοινωνικούς δεσμούς στη Δημοκρατία και δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο. Δεν εντοπίζω, ούτε ελλιπή διερεύνηση, αλλά ούτε και ελλιπή αιτιολογία, αφού καταγράφεται ευκρινώς ο λόγος της απορριπτικής κατάληξης.

 

  Ομοίως και ως προς τον τρίτο λόγο της απόρριψης, ήτοι αυτόν της μη ύπαρξης επαρκών οικονομικών πόρων, καταλήγω πως τα δεδομένα της αιτήτριας, συνηγορούν στην κατεύθυνση περί εύλογης διαπίστωσης, λαμβανομένου υπόψη πως η αιτήτρια δεν εργάζεται και ο σύζυγος της λαμβάνει μηνιαίο μισθό ύψους €1.100. Το γεγονός της ύπαρξης των συγκεκριμένων καταθέσεων, ύψους περίπου €12.000, δεν συνιστά στοιχείο ύπαρξης σταθερών και τακτικών οικονομικών πόρων, όπως αυτοί διαφαίνονται από την λήψη του μηνιαίου εισοδήματος που μόνο ο σύζυγος της κερδίζει από την εργασία του, έχοντας παράλληλα υπόψη την ύπαρξη δύο τέκνων και τη διαμονή της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα.

 

  Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Reyes ν. Δημοκρατίας (2018) 3 A.A.Δ. 731, το Δικαστήριο επανέλαβε πως η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί αυτομάτως κι άνευ ετέρου σε έγκριση, αλλά επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν κι άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του εκάστοτε αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής. Ως κρίθηκε από την Ολομέλεια, τα πιο πάνω στοιχεία, εκτιμώνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα.

 

   Από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της λειτουργού, κατά την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας, η υποβολή απορριπτικής εισήγησης, κρίνεται ως εύλογη και συνάδουσα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί κατά την προσωπική συνέντευξη.

 

  Εγέρθηκε από την αιτήτρια και ισχυρισμός περί μη άσκησης εκ μέρους του Υπουργού Εσωτερικών της αποφασιστικής του αρμοδιότητας, ο οποίος περιορίστηκε μόνον στο να εγκρίνει την υποβληθείσα εισήγηση. Όπως διαφαίνεται από της σελιδώσεις 172 – 155 του Τεκμηρίου 1, η εν λόγω έκθεση, μαζί με τους σχετικούς φακέλους, απεστάλη προς τον Υπουργό Εσωτερικών. Επ΄αυτών τέθηκε η σημείωση «Εγκρίνεται», υπογραφή και ημερομηνία. Εξ’ αυτών και μόνον, διαπιστώνω πως δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο νομιμότητας, ως προς το ποιος υπέγραψε το υπό αναφορά σημείωμα, που δεν ήταν άλλος από τον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος δεν έχει εκχωρήσει σε οποιονδήποτε άλλο λειτουργό τις εξουσίες του, αλλά αντιθέτως, έχει ασκήσει την αποφασιστική του αρμοδιότητα, εκφράζοντας τις θέσεις του, επί των όσων του παρουσιάστηκαν από την λειτουργό που εξέτασε την υποβληθείσα αίτηση.

 

  Πρέπει, επιπροσθέτως, να γίνει αναφορά και στις διατάξεις του άρθρου 17(8) του Ν. 158(Ι)/99, όπου αναφέρονται τα εξής:-

«(8) ∆ε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.»

  Στη βάση των πιο πάνω, ο ισχυρισμός περί μη άσκησης της αποφασιστικής αρμοδιότητας του Υπουργού Εσωτερικών,  απορρίπτεται, ως αβάσιμος.

 

  Καταληκτικά, δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που δεν καταγράφηκε, ή που δεν έχει ληφθεί υπόψη. Αντιθέτως, διαπιστώνω πως τα δεδομένα της αιτήτριας, τέθηκαν υπόψη του Υπουργού Εσωτερικών, τα οποία σταθμίστηκαν και εκτιμήθηκαν νομίμως και εντός της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών (Nagorny (ανωτέρω)). Εξάλλου, το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας, παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).

 

  Τέλος, σημειώνεται πως η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη διοίκηση, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο επεμβαίνει μόνο εάν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του φακέλου, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, που δεν είναι η περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε.

 

 Για τους προαναφερόμενους λόγους διαπιστώνω πως δεν υπήρξε παράβαση, ούτε της καλής πίστης, ούτε και της χρηστής διοίκησης, η δε κατάληξη, κρίνεται πως είναι αποτέλεσμα δέουσας και επαρκούς έρευνας.

 

  Βάσει όλων των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

                       

 

 

                                                                  Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο