ΙΟΥΛΙΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗ κ.α. ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1362/2019, 4/6/2026
print
Τίτλος:
ΙΟΥΛΙΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗ κ.α. ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1362/2019, 4/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1362/2019)

4 Ιουνίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 1Α, 23, 26, 28, 29, 35 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

1.           ΙΟΥΛΙΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, ΩΣ Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΙΤΗΤΩΝ

Αιτητές,

v.

 

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

Καθ’ ου η αίτηση.

……………………………

Σίμος Αγγελίδης, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους αιτητές.

Ειρήνη Μπριάνα, για Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε., για το καθ’ ου η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Οι αιτητές άσκησαν στις 17.9.2019, την υπό εκδίκαση προσφυγή, με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο τις εξής δύο θεραπείες:-

«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη του Καθ’ ου να εξετάσει και/ή ικανοποιήσει κατά το δεδικασμένο τη νόμιμη και δίκαιη διεκδίκηση των Αιτητών για τερματισμό της αποκοπής του Ειδικού Επιδόματος που εφαρμόστηκε άδικα και αυθαίρετα από το 2013 και συνεχίστηκε έκτοτε όπως επίσης η παράλειψη του Καθ’ ου να επιστρέψει στους Αιτητές όλα τα αποκοπέντα, επιδόματα παρανόμως ή κατά τρόπο αντισυνταγματικό από το 2014 που συνεχίζει να αποκόπτει έκτοτε ανεπίτρεπτα αντίθετα στη Νομιμότητα και τη Νομολογία, είναι άκυρη, γι΄αυτό πρέπει να διαταχθεί πως ότι παραλήφθηκε θα πρέπει να διενεργηθεί.

Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η άνιση και αυθαίρετη επανεξέταση μετά από ακυρωτική απόφαση που διενήργησε ο καθ’ ου, με την οποία αποφάσισε να μην καταβάλει πλήρως κατά το δεδικασμένο και/ή χωρίς αποκοπές και/ή με τους νόμιμους τόκους, το ειδικό επίδομα των Αιτητών για το έτος 2013 είναι άκυρη, αντίθετη στο δεδικασμένο, αυθαίρετη και πως ότι παραλήφθηκε θα πρέπει να διενεργηθεί».

 

  Όλοι οι αιτητές κατέχουν τη θέση Καθηγητή σε διάφορα Τμήματα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το Συμβούλιο του καθ’ ου η αίτηση, είχε αποφασίσει όπως στους όρους εργοδότησής τους, πέραν του ετήσιου βασικού τους μισθού, περιληφθεί και η καταβολή ετήσιου ειδικού επιδόματος, το οποίο καθοριζόταν ειδικώς στην προσφορά διορισμού τους στη συγκεκριμένη θέση.

 

  Για την εν λόγω καταβολή του ετήσιου ειδικού επιδόματος, γινόταν ειδική πρόβλεψη στον εκάστοτε Νόμο περί Προϋπολογισμού του καθ’ ου η αίτηση, κάτω από το Κεφάλαιο 1(01), Άρθρο 122 «Ειδικά Επιδόματα Ακαδημαϊκού Προσωπικού», Πρώτος Πίνακας, Δελτία Δαπανών, μέχρι και το έτος 2011.

 

  Στον περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 2012, Ν. 38(ΙΙ)/2012, κάτω από το ίδιο Άρθρο 122, στις επεξηγήσεις, τέθηκε συγκεκριμένη Σημείωση[1]. Στον περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 2013, Ν. 43(ΙΙ)/2013, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.7.2013, το Άρθρο 122 είχε διαγραφεί.

 

  Όπως αναφέρεται στην Ένσταση, η Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών του καθ’ ου η αίτηση, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 30.7.2013, είχε αποφασίσει τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις του προαναφερθέντος Νόμου και δεν κατέβαλε το εν ειδικό επίδομα στο ακαδημαϊκό προσωπικό. Σε περαιτέρω συνεδρία του Συμβουλίου του καθ’ ου η αίτηση, ημερομηνίας 16.12.2013, ελήφθη απόφαση περί μη ανάκτησης των επιδομάτων που είχαν ήδη καταβληθεί στο ακαδημαϊκό προσωπικό, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2013.

 

  Οι αιτητές στην παρούσα προσφυγή, μαζί με αριθμό άλλων ακαδημαϊκών που υπηρετούν στο καθ’ ου η αίτηση Πανεπιστήμιο, καταχώρισαν στις 9.10.2013 την προσφυγή με αρ. 6182/2013, με την οποία αξίωναν την κήρυξη του περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου, Ν.43(ΙΙ)/2013 ως αντισυνταγματικού, στο μέρος που επέβαλλε την αποκοπή, από την μισθοδοσία τους, του ειδικού αυτού επιδόματος[2].

 

  Με την Χατζηπαναγιώτη κ.ά. ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, υπόθ. αρ. 6182/2013, ημερομηνίας 28.12.2018, η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου, έκρινε πως οι διατάξεις του περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2013, Ν. 43(ΙΙ)/2013, υπήρξαν αντισυνταγματικές, ως παραβιάζουσες το Άρθρο 23 του Συντάγματος, επιβάλλουσες ανεπίτρεπτους περιορισμούς στο περιουσιακό δικαίωμα των αιτητών. Αναφέρεται επίσης πως με σχετική απόφαση ημερομηνίας 24.4.2019, η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου, απέρριψε αίτηση, που είχε υποβάλει το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ημερομηνίας 15.2.2019 για αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης.

 

  Σημειώνεται πως η προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστηρίου με την Ε.Δ.Δ. 25/2019, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Χατζηπαναγιώτη κ.ά., ημερομηνίας 10.1.2025.

 

  Όπως αναφέρεται στην Ένσταση, στο Παράρτημα Στ (Παράρτημα 4.2.1), το αποκοπέν ειδικό επίδομα που αντιστοιχούσε στους μήνες Μάρτιο έως και Δεκέμβριο του 2013, καταβλήθηκε στους 22 αιτητές που αφορούσε η ακυρωτική απόφαση, μεταξύ των οποίων και οι αιτητές στην παρούσα προσφυγή, στις 15.5.2019. Με σημείωμα ημερομηνίας 1.8.2019, οι εν λόγω ακαδημαϊκοί δήλωσαν την παραλαβή του ποσού αυτού, υπό διαμαρτυρία, ενόψει αποκοπών και μειώσεων που έγιναν επί αυτού, ως οι ίδιοι ανέφεραν, υποβάλλοντας πως αναμένουν την καταβολή του και για τα έτη 2014 – 2019. Επί αυτού, το Συμβούλιο του καθ’ ου η αίτηση αποφάσισε όπως απαντήσει στους αιτητές, αφού όμως το θέμα διερευνηθεί περαιτέρω από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

 

  Ακολούθησε στις 17.9.2019 η καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής.

 

  Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, προβάλλει ως πρώτο λόγο ακύρωσης την μη πλήρη συμμόρφωση με το δεδικασμένο και το ακυρωτικό αποτέλεσμα. Κατά τις εισηγήσεις, το καθ’ ου η αίτηση όφειλε να συμμορφωθεί πλήρως με το ακυρωτικό αποτέλεσμα και να επιστρέψει πλήρως και χωρίς αποκοπές τα όσα τους απέκοψε, τόσο για το έτος 2013, όσο και για τα επόμενα έτη, προς αποκατάσταση της νομιμότητας. Υπέβαλε πως παράνομα αποκόπηκαν από το ειδικό επίδομα που τους καταβλήθηκε για το έτος 2013, ποσοστό 15%, πως παράνομα δεν τους καταβλήθηκε το επίδομα για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2013, όπως και για τα έτη 2014 και επόμενα.

 

  Δεύτερος λόγος ακύρωσης που προωθείται, άπτεται ισχυρισμού περί παράβασης της αρχής της χρηστής διοίκησης, αφού δεν υπήρξε απάντηση επί του αιτήματός τους, όπως αυτό εκφράστηκε με την επιστολή τους ημερομηνίας 1.8.2019.

  Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, προβάλλει ως τρίτο λόγο ακύρωσης, ισχυρισμό περί παράβασης των Άρθρων 23, 28 και 35 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υποβάλλοντας πως το ειδικό επίδομα, κρίθηκε ήδη από την ακυρωτική απόφαση πως αποτελούσε περιουσιακό δικαίωμα, παραθέτοντας και νομολογία υποστηρικτική επί των θέσεών του.

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ’ ου η αίτηση Πανεπιστημίου Κύπρου, πρόταξε αριθμό προδικαστικών ενστάσεων. Πρώτον, ότι οι επίδικες δύο θεραπείες (Α) και (Β) απαραδέκτως συμπροσβάλλονται με το ίδιο δικόγραφο, αφού δεν είναι συναφείς και πως εξέτασης θα πρέπει να τύχει η πρώτη προτασσόμενη στο δικόγραφο θεραπεία, τονίζοντας, παράλληλα, ιδιαίτερα, πως οι αιτητές δεν έχουν αμφισβητήσει τον εκάστοτε περί Προϋπολογισμού Νόμο για τα έτη 2014 έως 2019, ενώ οι αιτητές έχουν ήδη λάβει το αποκοπέν ειδικό επίδομα για την περίοδο Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2013.  

 

  Δεύτερη προδικαστική ένσταση, άπτεται ισχυρισμού περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αιτητών να προωθούν την προσφυγή τους, ενόψει της ανεπιφύλακτης αποδοχής της καταβολής των μισθών τους, μισθός που καταβλήθηκε χωρίς την καταβολή του ειδικού αυτού επιδόματος, για τα έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019, χωρίς να προσβάλουν την συνταγματικότητα των εκάστοτε περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμων. Υπέδειξε πως το δεδικασμένο στο οποίο αναφέρονται οι αιτητές, αφορά αποκλειστικά την κήρυξη του Άρθρου 122 του Πρώτου Πίνακα του Ν. 43(ΙΙ)/2013, ως αντισυνταγματικού και δεν επεκτείνεται σε οποιαδήποτε άλλη πρόνοια, οποιουδήποτε άλλου Νόμου.

 

  Ως τρίτη προδικαστική ένσταση, εγέρθηκε το ζήτημα της δέσμιας αρμοδιότητας του καθ’ ου η αίτηση, υποστηρίζοντας πως ακόμα και εάν γίνει δεκτή η προσφυγή, το Πανεπιστήμιο Κύπρου δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ειδικού επιδόματος, αφού δεν υφίσταται πρόνοια στον περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 2019, Ν.41(ΙΙ)/2019 για καταβολή τέτοιου επιδόματος.

 

  Τέλος, η τέταρτη προδικαστική ένσταση, αφορά τους αιτητές με αρ. 8, Γιώργο Σαμάρα και αρ. 3, Παντελή Δαμιανού, οι οποίοι έχουν αποβιώσει, υποβάλλοντας πως τα δύο αυτά πρόσωπα, νομιμοποιούνται να προωθήσουν την προσφυγή τους, μόνον για όσο χρόνο ήταν σε ζωή και ελάμβαναν μισθό, ενόψει της προσωποπαγούς φύσης του ειδικού επιδόματος.

 

  Στην γραπτή αγόρευση του καθ΄ου η αίτηση εγείρεται και πρόσθετη θέση πως οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος να προωθήσουν την προσφυγή τους, μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 177/2018 Δημοκρατίας κ.ά. ν. Αυγουστή κ.ά., ημερομηνίας 10.4.2020.

 

  Εις αντίκρουση των θέσεων των αιτητών, τονίζεται από την ευπαίδευτη συνήγορο του καθ’ ου η αίτηση, πως στις πρόνοιες του εκάστοτε περί Προϋπολογισμού Νόμου και κυρίως του Ν. 41(ΙΙ)/2019 σε σχέση με το έτος 2019, δεν υπάρχει πρόνοια για καταβολή ποσών ειδικών επιδομάτων, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε δικαστικώς, απορρίπτοντας στο σύνολό τους, όλες τις θέσεις των αιτητών.

 

  Απάντηση στις εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις, δίδεται μέσα και από την απαντητική γραπτή αγόρευση των αιτητών. Ως προς την έλλειψη συνάφειας των δύο αιτούμενων θεραπειών, υποβάλλεται η θέση πως δεν αμφισβητήθηκε ο εκάστοτε Προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου Κύπρου που ακολούθησε το 2013, διότι κρίθηκε πλέον ως αντισυνταγματική η πρώτη νομοθεσία για τον Προϋπολογισμό του 2013, υποβάλλοντας πως αρκεί ύπαρξη του δεδικασμένου. Κατά τις εισηγήσεις, η προσφυγή στρέφεται εναντίον του ίδιου διοικητικού οργάνου και αφορά την παράλειψη του καθ’ ου η αίτηση να συμμορφωθεί μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης και να καταβάλει όλα τα αποκοπέντα περιουσιακά δικαιώματα.

 

  Σε σχέση με την δεύτερη και τρίτη προδικαστική ένσταση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών υπέδειξε πως αρκεί η κήρυξη του πρώτου Νόμου, ως αντισυνταγματικού, γεγονός που καλύπτει και κάθε ίδιου περιεχομένου μεταγενέστερο Νόμο, αφού υπερισχύει το δεδικασμένο, ενώ εισηγήθηκε πως ουδέποτε οι αιτητές αποδέχτηκαν και μάλιστα ανεπιφύλακτα τη μη καταβολή του ειδικού επιδόματος. Ως προς το ζήτημα του θανάτου των δύο αιτητών, αρ. 3 και 8, υπεβλήθη η θέση πως η ουσία της προσφυγής, αφορά περιουσιακό δικαίωμα, πραγματοπαγές, ποσά τα οποία θα διεκδικήσουν οι κληρονόμοι των αποβιωσάντων. Ως προς την επίκληση στην Αυγουστή (ανωτέρω), λέχθηκε πως αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, καθότι αφορά σε άλλα ζητήματα.

 

  Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως ακολούθησε η καταχώριση τροποποιημένης αίτησης ακυρώσεως, κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.10.2024, με την τροποποίηση του τίτλου της προσφυγής, ενόψει θανάτου του αιτητή αρ. 3. Ομοίως, καταχωρίστηκαν και συμπληρωματικές γραπτές αγορεύσεις σε σχέση με τη φύση του ειδικού επιδόματος, συναρτώμενο με τον θάνατο των δύο αιτητών, αρ. 3 και 8.

 

  Αφού έχω σκιαγραφήσει όλα τα γεγονότα, καθώς και τους εκατέρωθεν εγειρόμενους ισχυρισμούς, προέχει η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που έχουν προβληθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο του Πανεπιστημίου Κύπρου.

 

  Η πρώτη προδικαστική ένσταση άπτεται ζητήματος απαράδεκτης συμπροσβολής δύο ανεξάρτητων μεταξύ τους διοικητικών αποφάσεων.

 

  Με την θεραπεία υπό παράγραφο (Α), οι αιτητές προσβάλλουν την παράλειψη του καθ’ ου η αίτηση να εξετάσει και να ικανοποιήσει, κατά το δεδικασμένο, τον τερματισμό της αποκοπής του ειδικού επιδόματος που εφαρμόστηκε το έτος 2013, από το έτος 2014 και έπειτα. Με την θεραπεία της παραγράφου (Β), αξιώνεται ακύρωση της απόφασης επανεξέτασης με την οποία υπήρξαν αποκοπές επί του ειδικού επιδόματος που επιστράφηκε και που αφορούσε το έτος 2013, ως η ακυρωτική απόφαση στην Χατζηπαναγιώτη (ανωτέρω).

 

  Αυτό που διαπιστώνω, είναι πως με την θεραπεία της παραγράφου (Α), προσβάλλεται η παράλειψη καταβολής στους αιτητές του ειδικού επιδόματος για τα έτη 2014 και μετέπειτα, ενώ με το αιτητικό της παραγράφου (Β), αξιώνεται δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας της απόφασης που ελήφθη, κατ’ επανεξέταση, μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, σε σχέση με την καταβολή του ειδικού επιδόματος για το έτος 2013.

 

  Τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη θεραπεία, αποτελούν δύο ξεχωριστές και αυτοτελείς διεκδικήσεις από τους αιτητές.

 

  Όπως αναφέρεται στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 274:

«Συγχωρείται η διά του αυτού δικογράφου προσβολή επί ακυρώσει πλειόνων της μιας πράξεων, οσάκις άπασαι αι προσβαλλόμεναι πράξεις είναι συναφείς διότι λ.χ. η μία πράξις αποτελεί προϋπόθεσιν της άλλης: 1821 (53), ή οσάκις διά του αυτού δικογράφου προσβάλλονται πλείονες πράξεις αίτινες αφορώσιν άπασαι τον αιτούντα, ερείδονται εις τας αυτάς διατάξεις του νόμου, φέρουσι ταυτόσημον αιτιολογίαν και εξεδόθησαν παρά του αυτού οργάνου και κατά την ιδίαν διοικητικήν διαδικασίαν:»

 

  Η επιδιωκόμενη θεραπεία της παραγράφου (Α), ήτοι η αξίωση για ακύρωση της παράλειψης επιστροφής του ειδικού επιδόματος για τα έτη 2014 και έπειτα, συνιστά, στην ουσία, μία θετική ξεχωριστή αυτοτελή πράξη, η οποία όμως δεν προσεβλήθη από τους αιτητές εμπρόθεσμα. Και όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, δεν είναι δυνατή η αξίωση από τους αιτητές για τερματισμό της αποκοπής του ειδικού επιδόματος, αφού τέτοια πρόβλεψη για παροχή του ειδικού επιδόματος, δεν υπήρχε στους σχετικούς Νόμους για τα έτη 2014 και έπειτα. Και εν πάση περιπτώσει, αυτή δεν σχετίζεται με το δεδικασμένο, όπως αυτό αποτέλεσε θέση των αιτητών. Το δεδικασμένο αφορούσε μόνον την αξίωση του έτους 2013.

 

  Από την άλλη, η θεραπεία της παραγράφου (Β) αφορά την διαδικασία της επανεξέτασης που ακολούθησε το καθ’ ου η αίτηση Πανεπιστήμιο Κύπρου, μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης στην Χατζηπαναγιώτη (ανωτέρω), σε σχέση μόνον με τον τερματισμό του ειδικού επιδόματος για το έτος 2013.

 

  Οι δύο διοικητικές αποφάσεις, υπό παράγραφο (Α) και (Β), δεν είναι συναφείς μεταξύ τους, καθότι δεν αποτελεί η μία προϋπόθεση της άλλης, αλλά ούτε και σχετίζονται επί των ίδιων διατάξεων του Νόμου, καθότι η μία αφορά παράλειψη καταβολής του ειδικού επιδόματος για τα έτη 2014 έως 2019, αφορώσα σε έξι ξεχωριστά νομοθετήματα, Ν. 40(ΙΙ)/2014, Ν. 31(ΙΙ)/2015, Ν. 6(ΙΙ)/2016, Ν. 39(ΙΙ)/2017, Ν. 38(ΙΙ)/2018 και Ν. 41(ΙΙ)/2019, ενώ η άλλη, αφορά σε διαδικασία επανεξέτασης, βάσει της ακυρωτικής απόφασης στην Χατζηπαναγιώτη (ανωτέρω), που αφορούσε, όμως, μόνον τις διατάξεις του Ν. 43(ΙΙ)/2013 και καμία άλλη νομοθεσία, ούτε και άλλο έτος.

 

  Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω πως με την προσφυγή τους, οι αιτητές προσβάλλουν δύο διοικητικές αποφάσεις, μη συναφείς μεταξύ τους και δεδομένου του γεγονότος πως καίτοι αυτό επισημάνθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του καθ’ ου η αίτηση, εντούτοις ουδέν μέτρο λήφθηκε για την υποβολή αίτησης για διαχωρισμό του δικογράφου, η προσφυγή θα τύχει εξέτασης, μόνον ως προς την πρώτη προτασσόμενη στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως διοικητικής αποφάσεως.

 

  Συνεπώς, η θεραπεία υπό παράγραφο (Β), απορρίπτεται.

 

  Η δεύτερη προδικαστική ένσταση, σχετίζεται με ζήτημα εννόμου συμφέροντος των αιτητών να εγείρουν και να προωθήσουν την προσφυγή τους. Κατά τους ισχυρισμούς του Πανεπιστημίου, οι αιτητές αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα τους μισθούς τους, μέχρι και το χρόνο καταχώρισης της προσφυγής τους, μισθός ο οποίος καταβλήθηκε χωρίς την συμπερίληψη του ειδικού επιδόματος για τα έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019 και χωρίς να προσβάλουν την συνταγματικότητα των εκάστοτε περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμων.

 

  Με βρίσκει απολύτως σύμφωνη η πιο πάνω εγειρόμενη θέση.

 

  Στην προκείμενη περίπτωση, δεν αρκούσε η έκδοση της ακυρωτικής απόφαση στην Χατζηπαναγιώτη (ανωτέρω). Το δεδικασμένο της εν λόγω ακυρωτικής απόφασης, αφορούσε και κάλυπτε αποκλειστικά τις διατάξεις του Πρώτου Πίνακα και τη διαγραφή του Άρθρου 122 του Ν. 43(ΙΙ)/2013, διαγραφή που κρίθηκε αντισυνταγματική, ως παραβιάζουσα το Άρθρο 23 του Συντάγματος.

 

  Δεν επεκτεινόταν, όμως, σε κάθε μεταγενέστερο νομοθέτημα, λαμβανομένου υπόψη πως της δημοσίευσης του περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου, Ν. 43(ΙΙ)/2013, που αφορούσε το οικονομικό έτος 2013, ακολούθησαν, κάθε έτος, ξεχωριστές νομοθεσίες, ενιαύσιες. Ο εκάστοτε προϋπολογισμός κάθε κρατικής αρχής / νομικού προσώπου, στηρίζεται στην αρχή της εναυσιότητας, αφού καταρτίζεται και εγκρίνεται για ένα συγκεκριμένο οικονομικό έτος, επί του οποίου καθορίζονται οι δαπάνες, επί τη βάση των Δελτίων Δαπανών.

 

  Στην περίπτωση του καθ’ ου η αίτηση, έχουν δημοσιευθεί, για την περίοδο που ακολούθησε τον Προϋπολογισμό του έτους 2013 (που αφορούσε η ακυρωτική απόφαση), ο περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμος, Ν. 40(ΙΙ)/2014, για το έτος 2014, στις διατάξεις του οποίου η μόνη πρόβλεψη που υπήρχε ήταν η ρύθμιση του Άρθρου 122, επί του Κεφαλαίου 1(01), αλλά μόνον σε ό,τι αφορούσε την καταβολή του ειδικού επιδόματος ακαδημαϊκού προσωπικού του Πρύτανη και των Αντιπρυτάνεων. Στον εν λόγω Νόμο, δεν υπήρχε καμία απολύτως πρόβλεψη για καταβολή ειδικού επιδόματος στην περίπτωση Καθηγητών, ενώ καμία προσφυγή δεν ασκήθηκε από τους αιτητές, σε σχέση με την συνταγματικότητα της εν λόγω, μη πρόβλεψης. Αυτό φέρνει στο προσκήνιο ζήτημα αποδοχής και μάλιστα ανεπιφύλακτης των διατάξεων του Ν. 40(ΙΙ)/2014, επιπροσθέτως και της καταβολής του μισθού τους για το εν λόγω έτος 2014, χωρίς την καταβολή του ειδικού επιδόματος. Δεν υπήρξε, όμως, καμία αμφισβήτηση της συνταγματικότητας των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, εκ μέρους των αιτητών.

 

  Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και σε σχέση με κάθε μεταγενέστερο νομοθέτημα που αφορά τα επόμενα οικονομικά έτη 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019, ήτοι Νόμους, Ν. 31(ΙΙ)/2015, Ν. 6(ΙΙ)/2016, Ν. 39(ΙΙ)/2017, Ν. 38(ΙΙ)/2018 και Ν. 41(ΙΙ)/2019, στους οποίους επίσης δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόνοια για καταβολή ειδικού επιδόματος.

 

  Πολύ σχετικά κρίνονται τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 82/2018, Μιχαήλ κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου κ.ά., ημερομηνίας 11.1.2024, από την οποία και παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:-

«Προκύπτει κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, στη βάση των επίδικων γεγονότων, πως οι Εφεσείοντες είχαν πλήρη γνώση του γεγονότος της αναστολής καταβολής της μηνιαίας τους σύνταξης, για όσο χρόνο θα ελάμβαναν μισθό με βάση τη σύμβαση εργασίας που είχαν συνάψει με τους Εφεσίβλητους κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 3(β) του Ν.88(Ι)/2011, τόσο με την κοινοποίηση σ’ αυτούς των επιστολών των Εφεσίβλητων ημερ. 10.12.2012 και 2.8.2013 αντίστοιχα, όσο και με την καταβολή του πρώτου μηνιαίου μισθού τους στη βάση της σύμβασης εργασίας, κατά τον οποίο μήνα, δεν τους είχε καταβληθεί η σύνταξη. Ωστόσο, οι Εφεσείοντες αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να ασκήσουν το δικαίωμα τους για έλεγχο της νομιμότητας των πιο πάνω αποφάσεων των Εφεσίβλητων, εντός της προθεσμίας που τάσσει το Άρθρο 146 του Συντάγματος και ταυτόχρονα, για έλεγχο της συμβατότητας των προνοιών του Άρθρου 3(β) του Ν.88(Ι)/2011 με τις διατάξεις του Συντάγματος. Συνεπώς, αποδέχθηκαν τις εν λόγω διοικητικές αποφάσεις ελεύθερα και χωρίς καμιά επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους (βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (2001) 3 ΑΑΔ 282).

 […]

Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε πως καθηκόντως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την προδικαστική ένσταση των Εφεσίβλητων περί έλλειψης έννομου συμφέροντος εκ μέρους των Εφεσειόντων, ως ζήτημα του οποίου η εξέταση προείχε και ορθά κατέληξε ως ανωτέρω, ότι δηλ. συνεπεία της σιωπηρής παραίτησης τους από την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος τους, αυτοί απώλεσαν το έννομο συμφέρον τους να προωθήσουν τις Προσφυγές».

 

  Δεν με βρίσκουν σύμφωνη οι εισηγήσεις των αιτητών πως αρκεί η κήρυξη του πρώτου Νόμου, ήτοι του Ν. 43(ΙΙ)/2013, ως αντισυνταγματικού, γεγονός που καλύπτει και κάθε ίδιου περιεχομένου μεταγενέστερο Νόμο, αφού υπερισχύει το δεδικασμένο.

 

  Έχω ήδη αναφέρει πως το δεδικασμένο αφορούσε μόνον τις συγκεκριμένες διατάξεις του Προϋπολογισμού του 2013 και καμία άλλη μεταγενέστερη. Κάθε επόμενη πρόνοια νομοθεσίας, εφόσον δεν αμφισβητηθεί δικαστικώς και παρέλθει ο χρόνος των 75 ημερών, τεκμαίρεται ως νόμιμη, ομοίως και ως συνταγματική.

  Εξάλλου, ρητώς οι αιτητές παραδέχονται στη γραπτή τους αγόρευση, πως δεν αμφισβητείται ο εκάστοτε Προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου Κύπρου που ακολούθησε το 2013, διότι κρίθηκε πλέον ως αντισυνταγματική η πρώτη νομοθεσία για τον Προϋπολογισμό του 2013, υποβάλλοντας πως αρκεί ύπαρξη του δεδικασμένου. Δεν αρκούσε όμως αυτό, όπως έχω ήδη αναλύσει ανωτέρω.

 

  Ενόψει της κατάληξης, καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τις άλλες δύο προδικαστικές ενστάσεις, αυτή της δέσμιας αρμοδιότητας και της φύσης του ειδικού επιδόματος, ως προσωποπαγούς δικαιώματος, συναρτώμενο, το ζήτημα, με τους δύο αποβιώσαντες αιτητές.

 

  Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας, ακόμα και εάν θεωρηθεί πως το αιτητικό της παραγράφου (Β) είναι συναφές με την πρώτη προτασσόμενη θεραπεία, υπό παράγραφο (Α), κάτι που όπως κρίθηκε ανωτέρω, δεν είναι, πάλιν η προσφυγή θα είχε απορριπτική κατάληξη.

  Το επίδομα για το έτος 2013 παραχωρήθηκε στους αιτητές στις 15.5.2019, όπως φαίνεται από την επιστολή τους, υπό διαμαρτυρία, ημερ. 1.8.2019. Η παρούσα προσφυγή ασκήθηκε στις 17.9.2019. Η διαμαρτυρία που εκφράστηκε στην επιστολή τους ημερομηνίας 1.8.2019, δεν τους χορηγούσε παράταση της προθεσμίας των 75 ημερών. Αντιθέτως, εφόσον υπήρχε εκ μέρους τους διαφωνία ως προς το ποσό που όφειλε να τους καταβάλει το Πανεπιστήμιο Κύπρου, προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση στην Χατζηπαναγιώτη (ανωτέρω), σε σχέση με το ειδικό επίδομα του έτους 2013, όφειλαν να προσβάλουν την εν λόγω καταβολή με προσφυγή, εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας του Άρθρου 146.3 του Συντάγματος.

 

  Στη βάση όλων των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται. Εναντίον των αιτητών και υπέρ του καθ’ ου η αίτηση, επιδικάζονται €2.000 πλέον Φ.Π.Α. 

                       

 

 

 

 

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΙΤΗΤΩΝ

 

2.    ΑΛΕΚΟΣ ΒΙΔΡΑΣ

3.    ΕΛΕΝΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ ΔΑΜΙΑΝΟΥ

4.    ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

5.    ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΚΩΣΤΡΙΚΗΣ

6.    ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΘΩΝΟΣ

7.    ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗΣ

8.    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΟΥ KRASIMIRA VESELINOVA ATANASOVA ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΜΑΡΑ

9.    ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΕΡΤΟΣ

10. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΩΚΙΑΝΟΣ



[1] «* Σημείωση: (Άρθρο 122) Ουδεμία δαπάνη να διενεργηθεί από το άρθρο αυτό, για σκοπούς καταβολής Ειδικού Επιδόματος Ακαδημαϊκού Προσωπικού, τόσο για το μόνιμο ακαδημαϊκό προσωπικό, όσο και για ειδικές ή/και εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες κρίνεται σκόπιμη η καταβολή τέτοιου επιδόματος εκτός εάν εξασφαλιστεί εκ των προτέρων για όλες τις περιπτώσεις η γραπτή συγκατάθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας σε υποβληθέν αρμοδίως σχετικό αίτημα, το οποίο να συνοδεύεται από επαρκή και άλλα δικαιολογητικά στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτό».

[2] «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η αποκοπή εκ της μισθοδοσίας των Αιτητών του Ειδικού Επιδόματος, όπως τούτο προέκυψε στις 31/7/13 (από την αναλυτική κατάσταση απολαβών τους) αντίθετα προς τους όρους εργοδότησης των Αιτητών και το κεκτημένο από μακρού δικαίωμα τους, η οποία επεβλήθηκε κατά δέσμια εφαρμογή των προνοιών του περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Ν.43(ΙΙ)/2013, είναι άνιση και αυθαίρετη μεταχείριση που παραβιάζει κεκτημένα δικαιώματα των αιτητών και άρα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη και άνευ νομικού αποτελέσματος».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο