ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1442/2019
15 Ιουνίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος
MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD
Αιτητές
και
Εφόρου Φορολογίας
Καθ’ ου η Αίτηση
.........
Δέσποινα Χριστοδούλου για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Αιτητές
Έλενα Συμεωνίδου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση του Καθ’ ου η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 19.07.2019, με την οποία απερρίφθη η ένσταση των Αιτητών (εφεξής η «ένσταση») αναφορικά με βεβαίωση Φόρου για τη χρονική περίοδο από 01.09.2011 μέχρι 31.08.2018.
Στην αγόρευση των Αιτητών εγείρεται ο λόγος ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη σε χρόνο πέραν των 6 ετών και άρα κατά παράβαση του άρθρου 50(2) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 [Ν. 95(I)/2000 (εφεξής ο Νόμος)] εφόσον, κατά τον ισχυρισμό τους, ο αξιούμενος απ’ τη διοίκηση Φ.Π.Α. δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή εσκεμμένη παράλειψη τους.
Στο σημείο αυτό παρενθέτω ότι, επί των ισχυρισμών του κεφαλαίου Β της ένστασης δεν αναπτύσσεται κάποιος συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης στην αγόρευση των Αιτητών ημερ. 29.09.2022[1], αλλά το ζήτημα περιορίζεται στην ισχυριζόμενη εσφαλμένη έκδοση της προσβαλλόμενης σε χρόνο πέραν των 6 ετών[2]. Αν και στην απαντητική αγόρευση, υπό το κεφαλαίο «ΙV.Γεγονότα» εγείρονται κάποιοι ισχυρισμοί και όχι «γεγονότα», εντούτοις και στις παραγράφους 2-3 της εισαγωγής της, ρητά διατυπώνεται ότι «λαμβανομένων υπόψη τα όσα έχουν ήδη αναπτυχθεί στην αρχική αγόρευση του Αιτητή», η αγόρευση επικεντρώνεται στο αν ο «Έφορος Φορολογίας έχει αποδείξει εσκεμμένη παράλειψη ή δόλο εκ μέρους του Αιτητή ώστε να δύναται να ανατρέξει και να επιβάλει φορολογία μετά τα έξι έτη».
Άρα, είναι σαφές ότι, ο λόγος ακύρωσης που προωθείται είναι ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη σε χρόνο πέραν των 6 ετών κατά παράβαση του άρθρου 50(2) του Νόμου. Στις σελίδες 5-7 της ένστασης τους, οι Αιτητές ανέλυσαν τη θέση τους ως προς το ζήτημα της βεβαίωσης φόρου δυνάμει του άρθρου 50(2) του Νόμου με αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Spiby Terence Menelaos ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 4 ΑΑΔ 930 Πρ. Αρ. 876/2000, Γεώργιου Κωνσταντίνου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Οικονομικών κ.α. ημερ. 17.07.2002, Κακουρής Τάσος Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 4 ΑΑΔ 450 και Πέτρου Δήμητρα Mανώλη ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2004) 3 ΑΑΔ 363], θεωρώντας ότι η περίπτωσή τους διακρίνεται από το τι η εν λόγω νομολογία έχει κρίνει ως «δόλο» ή «εσκεμμένη παράλειψη». Στη σελ. 7 της ένστασης τους καταλήγουν ως εξής (υπογράμμιση του παρόντος):
«Θεωρούμε λοιπόν ότι, το αποτέλεσμα της σύγκρισης των πιο πάνω περιπτώσεων που περιείχαν στοιχεία «δόλου» και «εσκεμμένης» παράλειψης, με την υπόθεση των πελατών μας, διαφέρει στο μέγιστο βαθμό,
(γ) Εάν κάποιος εξετάσει προσεκτικά τα γεγονότα και το αποτέλεσμα, οι δύο πιο πάνω περιπτώσεις μη απόδοσης του σωστού ή του συνολικού φόρου από τους πελάτες μας, αφορούσαν αφενός μεν το ΣΚΣ το οποίο από την συνομιλία μου με τους πελάτες μας, ο τότε λογιστής τους φαίνεται να μην γνώριζε ή/και δεν κατανόησε σωστά, και τη μη ορθή αναπροσαρμογή του φόρου εισροών μετά τη διενέργεια εξαιρούμενων συναλλαγών, κάτι που αποτελεί σύνηθες αντικείμενο αγνοίας πολλών υ.φ.π. Βλέπετε μάλιστα ότι, και οι υπόλοιπες συναλλαγές τις οποίες βεβαιώσατε με βάση το άρθρο 50 (1) του νόμου, αφορούν ακριβώς το ίδιο θέμα, γεγονός που αποδεικνύει απλά την μη κατανόηση του φορολογικού χειρισμού ειδικά των συγκεκριμένων περιπτώσεων. Σημειώνουμε εμφαντικά ότι για όλες τις λοιπές, συνήθη συναλλαγές των πιο πάνω πελατών μας, που αφορούσαν συναλλαγές πολλών εκατομμυρίων αγοραπωλησίας ακινήτων, ο ΦΠΑ είχε αποδοθεί σωστά.
Είναι η θέση των πελατών μας ότι και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, δεν υπήρξε κανένας «δόλος» και καμία «εσκεμμένη» παράλειψη. Εκ των υστέρων, αντιλαμβάνονται πλήρως ότι υπήρξε απλή παράλειψη εκ μέρους τους, λόγω άγνοιας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τους καταλογιστεί είτε «δόλος» είτε «εσκεμμένη» παράλειψη.
Δεδομένου ότι έχουν εκπνεύσει τα έξι έτη που ορίζει το άρθρο 5 0 (1) του Ν9 5(Ι)/2000 (όπως τροποποιήθηκε), και χωρίς να υπάρχει ίχνος αιτιολόγησης «δόλου» ή «εσκεμμένης» παράλειψης, οι πελάτες μας σας υποβάλλουν την παρούσα ένσταση στη βάση ότι, τα δύο ποσά που αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο Γ1 (ακόμα και για το ποσό των €177.989,55 αντί του €306.340,39), αυτά παραγράφονται και δεν συντρέχει κανένας λόγος μα να επικαλεστείτε το άρθρο 50(2) του ίδιου νόμου, προς φορολόγηση των πιο πάνω ποσών, απλά και μόνο επειδή έχουν εκπνεύσει τα έξη έτη και το Τμήμα σας δεν είχε τη δυνατότητα φορολόγησης τους με το άρθρο 50(1) του ίδιου νόμου.
Είμαστε στη διάθεση σας για περαιτέρω πληροφορίες και εξηγήσεις».
Στην προσβαλλόμενη πράξη, οι Καθ΄ων η αίτηση, αφού τοποθετήθηκαν στους ισχυρισμούς του κεφαλαίου Β της ένστασης, απάντησαν στον εν λόγω ισχυρισμό των Αιτητών ως εξής:
«(β) Ο ισχυρισμός σας ότι λανθασμένα έχει γίνει η επίκληση του άρθρου 50(2) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και συνεπώς λανθασμένα η εκδοθείσα προς εσάς βεβαίωση φόρου έχει επεκταθεί πέραν των έξι ετών από το τέλος της φορολογικής περιόδου την οποία αφορά, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Σημειώστε ότι από τον έλεγχο στο Λογαριασμό Φ.Π.Α. εκροών στα βιβλία της επιχείρησης σας εντοπίστηκε με ημερομηνία 29.09.2011 μια αρνητική καταχώρηση με βάση πιστωτική σημείωση με αύξων αριθμό CN100015 συνολικού Φ.Π.Α. €306340,39 με την δικαιολογία ‘ELIZANTRE LTD cancellation Agreement 28.06.2011.
Συνεπώς ενώ είχατε προβεί σε αρνητική καταχώρηση στα βιβλία της επιχείρησης σας μειώνοντας τον φόρο εκροών σας με ένα σχετικά μεγάλο ποσό εντούτοις δεν είχατε προβεί σε καμία απολύτως άλλη ενέργεια για απόδοση είτε φόρου εκροών είτε για επιστροφή του φόρου εισροών ο οποίος αναλογούσε στην ανέγερση του ακινήτου το οποίο αρχικά πωλήθηκε στην εταιρεία ELIZANTRELTD.
Σημειώστε επίσης ότι όπως έχετε καταγράψει στην επιστολή ένστασης σας, το ποσό του φόρου εισροών για το οποίο διεκδικήσατε την έκπτωση του κατά την ανέγερση του συγκεκριμένου ακινήτου το οποίο αρχικά πωλήθηκε στην εταιρεία ELIZANTRE LTD και το οποίο θα έπρεπε να επιστραφεί ανερχόταν σε €177989,55.
Έστω και αν αποδεχτούμε τόσο την ορθότητα του πιο πάνω ποσού όσο και το ότι αυτό θα έπρεπε να επιστραφεί, η παράλειψη επιστροφής τέτοιου μεγάλου ποσού φόρου εισροών δεν δικαιολογείται από οποιαδήποτε άγνοια του λογιστή σας όπως γίνεται αναφορά στην επιστολή ένστασης σας.
Αναφορικά με το ποσό των €67907,24 που αφορούσε το ποσό του φόρου εισροών το οποίο θα έπρεπε να επιστραφεί λόγω της αναπροσαρμογής με χρήση του Σχέδιου Κεφαλαιουχικών Στοιχείων αναφορικά με την πώληση του 4ου ορόφου και του υπογείου στο κτίριο Interlink Tower τα οποία είχατε χρησιμοποιήσει ως γραφεία, σημειώστε ότι ενώ ήταν εις γνώση σας ότι πραγματοποιούσατε εξαιρούμενες συναλλαγές εντούτοις δεν είχατε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για απόδοση και ουσιαστικά σε επιστροφή του φόρου εισροών.
Σημειώστε επίσης ότι η αξία πώλησης του ισογείου καταστήματος, του μεσοπατώματος, του πρώτου ορόφου καθώς και του τέταρτου ορόφου και του υπογείου στο κτίριο Interlink Tower προς την εταιρεία ALPARI DEVELOPMENTS LTD ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €4.800.000,00.
Η παράλειψη σας να αποδώσετε ή και να επιστρέφετε το ανάλογο ΦΠΑ το οποίο αναλογούσε στην συγκεκριμένη συναλλαγή με τέτοιο μεγάλο ποσό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με οποιαδήποτε άγνοια των λογιστών σας όπως γίνεται σχετική αναφορά στην επιστολή ένσταση σας. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι από τον έλεγχο στην επιχείρηση σας διαπιστώθηκε ότι είχατε προβεί σε αναπροσαρμογή του φόρου εισροών που είχατε διεκδικήσει για την ανέγερση άλλων κτιρίων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την πραγματοποίηση εξαιρούμενων συναλλαγών, γεγονός το οποίο αντικρούει τον ισχυρισμό σας περί άγνοιας της περί ΦΠΑ Νομοθεσίας και ενισχύει την θέση ότι για το συγκεκριμένο κτίριο το Δημόσιο έχει απωλέσει σημαντικά ποσά ΦΠΑ ως αποτέλεσμα δόλου ή εσκεμμένης παράλειψης.
2. Ενόψει των πιο πάνω σημείων η ένσταση σας δε γίνεται αποδεκτή και ως εκ τούτου, η εκδοθείσα προς εσάς βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 28.8.2018 συνολικού ύψους €435948,02 παραμένει ως έχει».
Από τα ανωτέρω αντιλαμβάνομαι ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητείται ότι οι Αιτητές δεν κατέβαλαν το ορθό ποσό φορολογίας. Όμως θέτουν ότι, η μη καταβολή δεν πρέπει να αποδοθεί σε εσκεμμένη παράλειψή τους λόγω ενός (αθώου ουσιαστικά) σφάλματος του προηγούμενου λογιστή τους ιδίως δεδομένου ότι σε άλλες περιπτώσεις είχαν καταβάλει κανονικά τον ορθό φόρο με αποτέλεσμα να μην έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 50(2) του Νόμου. Ο Καθ’ ου η αίτηση όμως, λέγουν, δεν «απέδειξε» ως όφειλε το εσκεμμένο της παράλειψή των Αιτητών και άρα κακώς επέβαλε τη φορολογία σε χρόνο πέραν των 6 ετών.
Δε με βρίσκει σύμφωνο η ανωτέρω θέση των Αιτητών.
Καταρχάς η νομολογία, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, έχει ήδη καθορίσει ότι η έννοια της εσκεμμένης παράλειψης στα πλαίσια φορολογικής νομοθεσίας ως η επίδικη, δε προϋποθέτει την «απόδειξη» ενοχής του φορολογουμένου από Δικαστήριο. Δηλαδή ο Έφορος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει «ένοχη διάνοια» του φορολογουμένου αλλά η εσκεμμένη παράλειψη κρίνεται με βάση τα γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του Εφόρου [Ioannides ν. Republic (1985) 3 CLR 1801] με το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η κρίση του αυτή είναι εύλογα επιτρεπτή. Συνεπώς δε ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση όφειλε να είχε αποδείξει με μέτρο απόδειξης ανάλογο πχ ποινικής δίκης το εσκεμμένο της παράλειψής τους, η δε νομολογία στην οποία οι Αιτητές παραπέμπουν δεν ορίζει κάτι διαφορετικό.
Έτσι, στην απόφαση Zωδιάτης ν. Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 3598 το γεγονός ότι ο φορολογούμενος εισέπραττε ενοίκια για τα φορολογικά έτη 1978-1982 και το εισόδημα αυτό δεν περιλαμβανόταν στις δηλώσεις που υπέβαλλε ο ίδιος ο αιτητής για τα εν λόγω έτη αλλά δηλώθηκε από τους ελεγκτές του το 1988, κρίθηκε ότι συνιστούσε τουλάχιστον εσκεμμένη παράλειψη, και γι' αυτό το λόγο ορθά ο Έφορος επέβαλε φορολογία πέραν των 6 ετών. Προφανώς στην εν λόγω υπόθεση η άγνοια του ιδίου του αιτητή ο οποίος δε δήλωνε τα εισοδήματα αλλά το έπραξαν πολύ μετά οι ελεγκτές του, ήταν επαρκής για να εντάξει την περίπτωση σε «εσκεμμένη παράλειψη».
Στη Πρ. Αρ. 414/2007 CHRIKAR TRADING CO. LTD ν. Δημοκρατίας ημερ. 23.10.2010 ο φορολογούμενος δεν είχε υποβάλλει ορθές δηλώσεις παρά τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αυτό και μόνο θεωρήθηκε ως εσκεμμένη παράλειψη ώστε η περίπτωση να δικαιολογήσει την επιβολή της φορολογίας μετά την πάροδο των 6 ετών. Η ως άνω πρωτόδικη κρίση επικυρώθηκε κατ’ έφεση στη CHRIKAR TRADING CO. LTD ν. Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 29 όπου, επίσης χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε που να παραπέμπει σε ένοχη διάνοια του φορολογουμένου αλλά μόνο στην παράλειψη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία, ανέφερε ότι:
«οι φόροι έπρεπε να καταβληθούν κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων, σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο και τους Κανονισμούς, όμως δεν καταβλήθηκαν, ένεκα της παραλείψεως των εφεσειόντων».
Στην απόφαση Zαχαροπλαστικές Eπιχειρήσεις "OKAΠI" Λτδ ν. Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 2312 [η οποία επικυρώθηκε κατ΄έφεση στη Zαχαροπλαστικές Eπιχειρήσεις "OKAΠI" Λτδ ν. Δημοκρατίας (1995) 3 ΑΑΔ 48], η μη τήρηση ορθών βιβλίων λόγω μάλιστα ισχυριζόμενης καταστροφής τους, θεωρήθηκε ότι δε μπορούσε μεν να αποδοθεί σε δόλο εντούτοις ήταν εσκεμμένη παράλειψη και άρα η απόφαση για παράταση των 6 ετών σε 12 ήταν εύλογα επιτρεπτή.
Είναι λοιπόν σαφές, κατά την αντίληψή μου, ότι η σχετική νομολογία δεν υποστηρίζει τις θέσεις των Αιτητών. Προκύπτει και από την ένσταση ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο λόγος που δεν κατεβλήθη η σωστή φορολογία αποδιδόταν σε σφάλμα του προηγούμενου λογιστή τους ενώ σε άλλες περιπτώσεις είχε καταβληθεί ορθώς. Συνεπώς, αν και δε μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή εν πάση περιπτώσει ένοχη διάνοια εκ πλευράς των Αιτητών, εντούτοις δε μπορεί παρά να ενταχθεί σε εσκεμμένη παράλειψη ως έχει καθοριστεί από την ως άνω νομολογία που έχει δεχθεί ως τέτοια παράλειψη και την άγνοια συμμόρφωσης με τη νομοθεσία/φορολογικές υποχρεώσεις του φορολογουμένου.
Η προσφυγή δεν είναι βάσιμη ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η προσβαλλόμενη επικυρώνεται με 1.900 ευρώ έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] Είχε καταχωρηθεί από τον προηγούμενο δικηγόρο τους.
[2] Σε κάθε περίπτωση, παρότι δεν αναπτύσσεται λόγος ακύρωσης, θεωρώ ότι ο Καθ’ ου η αίτηση με την προσβαλλόμενη (και δη τις σελ. 1-2 αυτής) αλλά και την Έκθεση Ελέγχου- Παράρτημα 9 και σημείωμα-Παράρτημα 12 σε ένσταση καθ’ ων η αίτηση (σελ. 2-5) απάντησε επαρκώς στο κεφάλαιο Β της ένστασης και ουδεμία επ’ αυτού πλημμέλεια εντοπίζεται.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο