Ahmed Javed ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 491/2026, 30/6/2026
print
Τίτλος:
Ahmed Javed ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 491/2026, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 491/2026 (K) iJustice

                                             

        30 Ιουνίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

   Ahmed Javed

Αιτητή

και

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

2. Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Στέλλα Γρηγοριάδου, για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτήτρια

Ραφαέλα Προδρόμου, Δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής είναι υπήκοος Πακιστάν ο οποίος αφίχθη στη Δημοκρατία στις 14.06.2015 με θεώρηση εισόδου ως φοιτητής σε κολλέγιο. Στις 10.09.2015 υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής ως φοιτητής, η οποία του παραχωρήθηκε και ανανεωνόταν μέχρι τις 21.06.2019. Στις 25.07.2019 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε στις 04.06.2022 όπως απορρίφθηκε στις 19.06.2025 και η προσφυγή του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (στο εξής «ΔΔΔΠ») με αρ. 6987/22, κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης.

 

Στις 27.02.2026 ο Αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον εκδόθηκαν συναφή διατάγματα κράτησης και απέλασης.

 

Με το Αιτητικό Α στην προσφυγή ζητείται ακύρωση της κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και του διατάγματος κράτησής του. Με το Αιτητικό Β ζητείται η ακύρωση του διατάγματος απέλασης. Με το Αιτητικό Γ ζητείται διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή. Με το Αιτητικό Δ ζητείται αναστολή εκτέλεσης των υπό αιτητικά Α και Β προσβαλλόμενων μέχρι την τελεσίδικη εκδίκαση της έφεσης υπ’ αρ. 98/2025. Με το Αιτητικό Ε ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι το διάταγμα κράτησης είναι αναιτιολόγητο και εκδόθηκε υπό ελλιπή έρευνα και πλάνη. Τέλος με το Αιτητικό ΣΤ ζητείται δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απέλαση ή επιστροφή του Αιτητή στο Πακιστάν θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και της αρχής της μη επαναπροώθησης (nonrefoulement).

 

Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση πάσχει λόγω της έκδοσης της κατόπιν ελλιπούς και ανεπαρκούς έρευνας των πραγματικών περιστατικών, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την εμφιλοχώρηση πλάνης περί τα πράγματα καθώς και τη πλημμελή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου σε σχέση με το μέτρο της απέλασης. Η ισχυριζόμενη πλάνη αφορά την επικινδυνότητα της επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του καθότι καταδιώκεται και επανειλημμένα απειλείται λόγω της θρησκευτικής του ταυτότητας ως Ahmadi Muslim, η δε επιστροφή του στο Πακιστάν θα τον εκθέσει σε πραγματικό, προσωπικό και προβλέψιμο κίνδυνο δίωξης λόγω της θρησκείας. Συναφώς δε εγείρεται ότι η απόφαση για απέλαση ή επιστροφή του Αιτητή στο Πακιστάν θα συνιστούσε και παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαικής Ένωσης, τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και της θεμελιώδης αρχής της μη επαναπροώθησης (non refoulement) καθότι η επιστροφή του Αιτητή στο Πακιστάν τον εκθέτει σε πραγματικό, άμεσο και προβλέψιμο κίνδυνο δίωξης, σοβαρής βλάβης, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης λόγω της θρησκευτικής του ταυτότητας.

 

Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης εγείρεται ότι κατά παράβαση των άρθρων 26-32 του Ν. 158(Ι)/99 και του άρθρου 18ΠΣΤ του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105), αναιτιολόγητα και κατόπιν ελλιπούς έρευνας και πλάνης εκδόθηκε η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση για την κράτηση του Αιτητή καθότι δεν υπάρχουν τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία να τεκμηριώνουν βάσιμους λόγους ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή, ενώ υπάρχει παράλληλα παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας του μέτρου καθόσον λήφθηκε χωρίς να εξεταστεί το ενδεχόμενο εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων. Παραπέμπουν συναφώς οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και στο άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105.

 

Με το τρίτο και τελευταίο λόγο ακύρωσης, εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ή/και οποιαδήποτε ενέργεια ενδιάμεση ή/και προπαρασκευαστική αυτής εκδόθηκε από αναρμόδιο διοικητικό όργανο κατά παράβαση του άρθρου 2 του Περί Προσφυγών Νόμου του 2000(6(1)/2000 και του άρθρου 17 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου N.158(I)/99. Υποβάλλεται ότι στη προκείμενη περίπτωση στις 24.02.2021 δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.6(1)/2000-2020, ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Νίκος Νούρης εξουσιοδότησε συγκεκριμένο διοικητικό λειτουργό και στις 25.05.2022 άλλη λειτουργό ώστε να ασκούν «όλες ή οποιαδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελούν όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του προϊσταμένου, περιλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων επί θεμάτων που άπτονται της έκδοσης αποφάσεων αιτήματα διεθνούς προστασίας». Με βάση τα παραπάνω το αρμόδιο όργανο να αποφασίσει για το κατά πόσο ο Αιτητής ικανοποίησε και ικανοποιεί τα κριτήρια για την παραχώρηση σε αυτόν του προσφυγικού καθεστώτος ήταν ο οποιοσδήποτε από τους εν λόγω δύο λειτουργούς όμως η αρνητική απόφαση για παραχώρηση προσφυγικού καθεστώτος και καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας του Αιτητή, λήφθηκε από τρίτο αναρμόδιο πρόσωπο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση από την πλευρά της, με την αγόρευσή της υπερασπίζεται τη νομιμότητα και το ορθό των ενεργειών των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Καταρχάς, το Αιτητικό/θεραπεία υπό Γ (διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης) κείται εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 146(4) του Συντάγματος και το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 (Ν. 131(I)/2015) ως εκ τούτου απορρίπτεται. Το Αιτητικό Δ (αναστολή εκτέλεσης) δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και άρα επίσης απορρίπτεται. Σχετική είναι η απόφασή μου στην Υπόθεση Αρ. 13/2024 AR ν. Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ 14.02.2024, στην οποία, με παραπομπή στη σχετική νομολογία, αναφέρθηκε:

 

«Περαιτέρω, αναφορικά με το αιτητικό Ε της αίτησης, ως αναφέρθηκε στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (Φ. Κωμοδρόμος, ΔΔΔ ως ήταν τότε) στην υπόθεση Αρ. 1835/2022 (Κ) L.T.V. v Κυπριακή Δημοκρατία μέσω 1. Υπουργού Εσωτερικών 2. Αν. Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης 3. Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 25.11.2022 με παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία του [Singh v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 12/2021 (Κ), ημερ. 26.11.2021 (Ευσταθίου-Νικολετοπούλου, ΔΔΔ ως ήταν τότε) και Singh ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 820/2021, ημερ. 6.9.2021 (Ζερβού, ΔΔΔ)]:

 

  «Εν πρώτοις, όσον αφορά στην αιτούμενη στην παράγραφο Ε της αιτήσεως ακυρώσεως θεραπεία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η έκδοση διατάγματος αναστολής των επίδικων διαταγμάτων δεν αναγνωρίζεται μέσω του δικογράφου της προσφυγής. Εφόσον επιθυμούσε την προσωρινή αναστολή των εν λόγω διαταγμάτων, η αιτήτρια θα έπρεπε να είχε προχωρήσει με την καταχώρηση σχετικής αίτησης, συμφώνως του Κανονισμού 13 του περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται βάσει των περί του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015 (βλ. τις αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου στις Singh v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 12/2021 (Κ), ημερ. 26.11.2021 και Singh ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 820/2021, ημερ. 6.9.2021). Συνεπώς η αιτούμενη δια του αιτητικού Ε θεραπεία απορρίπτεται».

 

Περαιτέρω, η αιτούμενη με το Αιτητικό Ε (δήλωση ότι το Διάταγμα κράτησης είναι αναιτιολόγητο και εκδόθηκε υπό ελλιπή έρευνα και πλάνη) και η αιτούμενη με το Αιτητικό ΣΤ θεραπεία (δήλωση ότι η απέλαση στο Πακιστάν θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και της αρχής της μη επαναπροώθησης), ουσιαστικά εμπεριέχονται στα υπό Α και Β Αιτητικά αντίστοιχα, στα οποία ζητείται η ακύρωση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.  Έχει αποφασιστεί σε αρκετές αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικώς Πρ. Αρ. 640/2017 TΗUY ν Δημοκρατίας ημερ. 31.8.2017), ότι η πρακτική να ζητείται η ακύρωση της ίδιας πράξης με πολλαπλά αιτητικά δεν είναι δικονομικώς ορθή και πρέπει να αποφεύγεται. Ασφαλώς, η νομιμότητα των διαταγμάτων θα εξεταστεί εφόσον προσβάλλονται ήδη με τα Αιτητικά Α και Β της προσφυγής.

 

Προχωρώ λοιπόν ως προς τα Αιτητικά Α και Β, όπου, αφού εξέτασα τις υποβολές των ευπαίδευτων συνηγόρων έχοντας υπόψη και τον φάκελο που κατατέθηκε κατά τις διευκρινίσεις, καταλήγω στα εξής:

 

Οι ισχυρισμοί περί πλάνης καθώς και παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και της αρχής της μη επαναπροώθησης (non refoulement) δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Αυτό διότι η αίτηση του Αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος προστασίας, η οποία μάλιστα καταχωρήθηκε 4 έτη μετά τον ερχομό του Αιτητή στη Δημοκρατία και κατόπιν της εκπνοής του χρόνου νόμιμης παραμονής του, απορρίφθηκε από τη διοίκηση και η πράξη αυτή επικυρώθηκε από το αρμόδιο ΔΔΔΠ ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι Καθ΄ων η αίτηση πλανήθηκαν ως προς οποιοδήποτε ουσιώδες δεδομένο του Αιτητή και δη των αφορόντων τους κινδυνους στη χώρα καταγωγής του. Σε κάθε περίπτωση τα όσα αναφέρονται στην αγόρευσή ως προς τους κινδύνους και βία στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και είναι σαφές ότι ισχυρισμοί εντός αγορεύσεων δεν συνιστούν απόδειξη αλλά απλώς επιχειρηματολογία που προϋποθέτει ως βάση την ύπαρξη πρωτογενών δεδομένων [βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (2007) 3 A.A.Δ. 384 και απόφαση εντ. Σεραφείμ, ΔΔΔ ως ήταν τότε, σε Πρ. Αρ. 175/2017 Πέτρου ν. ΕΕΥ ημερ. 02.02.2018].

 

Δε θεωρώ ότι είναι βάσιμος ούτε ο δεύτερος λόγος ακύρωσης περί το αναιτιολόγητο ή παραβιάζον τα άρθρα 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105 αναφορικά με το διάταγμα κράτησης. Στην έκθεση που προπαρασκεύασε τις προσβαλλόμενες (ερ. 98-99-μέρος του Παραρτήματος 4 σε Ένσταση) οι Καθ' ων η αίτηση, πέραν του παράνομου της παραμονής του μετά την απόρριψη της προσφυγής του από το ΔΔΔΠ, σημείωσαν τη πιθανότητα διαφυγής και τη μη συναίνεση του Αιτητή στον επαναπατρισμό του αλλά και τη μη ύπαρξη περιθωρίου εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, συνεπώς θεωρώ εξάσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και θεώρησαν ότι η περίπτωση δεν προσφερόταν. Η κρίση τους αυτή, ως τεκμηριώνεται από τα περιστατικά της παρούσας, είναι αιτιολογημένη, προϊόν δέουσας έρευνας και εντός των πλαισίων των εξουσιών τους και των άρθρων 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105 αλλά και της νομολογίας, η οποία έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και ο Αιτητής, εμπεριέχει λογικά και τον κίνδυνο διαφυγής του και δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης (Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Δημοκρατίας ημ. 09.08.2013). Ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Τέλος, ως προς τον τρίτο λόγο ακύρωσης, ασφαλώς θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ΄ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας δεν αφορά τις εδώ επίδικες διοικητικές πράξεις αλλά προφανώς την απόρριψη της αίτησης ασύλου, πράξη που δεν είναι εδώ προσβαλλόμενη ούτε ελέγχεται παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσας. Παρενθέτω μάλιστα τη διαπίστωσή μου ότι από το κείμενο της απόφασης του ΔΔΔΠ φαίνεται ότι ανάλογος ισχυρισμός  εγέρθη στη διαδικασία ενώπιον του και απορρίφθηκε. 

 

Σχετική ως προς το ανεπίτρεπτο του παρεμπίπτοντος ελέγχου είναι η νομολογία και θεωρία που εκτέθηκε στην Υπόθεση Αρ. 1018/2024 (K) (iJustice) L.Y.O v. Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α ημερ. 06.08.2024, την οποία υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας. Εκεί, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε:

 

«Το παρόν στερείται της δυνατότητας απόφασης επί των ισχυρισμών αυτών στο σύνολό τους. Ούτε άλλωστε έχει σημασία αν η απόφαση ημερομηνίας 06.10.2023 αποτελεί έρεισμα των προσβαλλόμενων, καθότι ούτε συναφείς, ατομικές πράξεις που αποτελούν προϋπόθεση της προσβαλλομένης ή νόμιμο ή άμεσο έρεισμά της ή που συνδέονται μ' αυτή ελέγχονται παρεμπιπτόντως (Γ. Σιούτη, Το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, Εκδ. 1994, σελ. 104).

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Υπόθεση αρ. 997/2013 Mohammad Tajul Islam v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 09.07.2013 (όπου εκεί βέβαια είχαν εγερθεί ισχυρισμοί ως προς την εικονικότητα γάμου αλλοδαπού τρίτης χώρας με ευρωπαία και συναφείς ισχυρισμούς) ανέφερε:

 

«Η κήρυξη του γάμου του αιτητή ως εικονικού έγινε στη βάση του άρθρου 7Α(1)(α) του Κεφ. 105, μια εντελώς ξεχωριστή πρόνοια, που εισήχθη στο Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 22(Ι)/2001,  η ενεργοποίηση της οποίας βασίζεται σε άλλα δεδομένα και γεγονότα, τα οποία και έχουν τη δική τους αυτοτέλεια και τα οποία δύνανται να προσβληθούν ως προερχόμενα από αυθύπαρκτη και διαφορετική πράξη της διοίκησης, σε σχέση με το εκδοθέν, μεταγενέστερα, ένταλμα κράτησης και απέλασης.  (.)

 

Τα όσα εισηγείται στην αγόρευση της η συνήγορος του αιτητή ότι η κήρυξη του γάμου ως εικονικού είναι αλληλένδετη με την έκδοση των επιδίκων διαταγμάτων, με συνακόλουθο να είναι δυνατή και η εξέταση της απόφασης της Διευθύντριας να κηρύξει το γάμο εικονικό, δεν είναι ορθά.  Δεν πρόκειται για σύνθετη διοικητική ενέργεια ώστε προσβαλλομένης της τελικής πράξεως να ελέγχεται η νομιμότητα των ενδιάμεσων κατά τα νομολογηθέντα σε σωρεία αποφάσεων, όπως εξηγήθηκε και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Chrikar Trading Limited κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 541».

 

Ως εκ των ανωτέρω, ουδείς λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με €1.500 έξοδα εναντίον του Αιτητή.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο