ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 511/2023)
26 Ιουνίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΒΡΑΧΙΜΗΣ Ι. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά
Μ. Κοτσώνη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 28.3.2023, ο αιτητής ζητεί-
«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, που περιέχεται στην επιστολή της, ημερ. 20.1.2023 προς τον αιτητή και με την οποία, κατόπιν επανεξέτασης, μετά από Επιτυχή Απόφαση, υπέρ του Αιτητή, στην Έφεσή του (ΕΔΔ 33/16, ημερ. 20.7.22), απέρριψε εκ νέου το αίτημά του για αναδρομική αποκατάστασή του, ως οι επιστολές του με ημερομηνίες 14.9.2011 30.9.2022, 21.1.2022 και 9.1.2023, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και παράλληλα, αφού η απάντηση αυτή αποτελεί παραβίαση αποκατάστασης νομιμότητας κατά ενεργό συμμόρφωση με βάση το Άρθρο 146(5) του Συντάγματος, ως οφειλόμενη ενέργεια σε ακυρωτικό δεσμευτικό αποτέλεσμα, παν το παραλειφθέν και οφειλόμενο θα πρέπει να εκτελεσθεί/πραγματοποιηθεί».
Αναδρομή στα γεγονότα της υπόθεσης, αποκαλύπτει τα εξής:
Με απόφασή του, ημερομηνίας 20.7.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου (Ε.Δ.Δ.) 33/2016, με την οποία παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, ημερομηνίας 30.5.2016, στην Προσφυγή αρ. 727/2012. Με την εν λόγω απόφασή του, το Διοικητικό Δικαστήριο είχε απορρίψει το αίτημα του αιτητή για επανεξέταση όλων των διαδικασιών Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής ή Προαγωγής, στις οποίες αυτός ήταν υποψήφιος, μετά από την αναδρομική προαγωγή του στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού.
Είχε προηγηθεί η ακυρωτική δικαστική απόφαση στην Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 3/2009, ημερ. 26.5.2011, προς συμμόρφωση με την οποία και κατόπιν επανεξέτασης, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.), με απόφασή της ημερομηνίας 8.7.2011, προήγαγε τον αιτητή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, αναδρομικά από 15.12.1990. Ο αιτητής, ωστόσο, δεν ικανοποιήθηκε πλήρως και, με επιστολή του ημερομηνίας 14.9.2011, ζήτησε από την Ε.Δ.Υ. να επανεξετάσει όλες τις διαδικασίες διορισμού και προαγωγής ή προαγωγής, στις οποίες ήταν υποψήφιος.
Η Ε.Δ.Υ. απάντησε στον αιτητή με επιστολή της, ημερομηνίας 13.3.2012, λέγοντας ότι «αναφορικά με τις υποθέσεις για τις οποίες δεν εκκρεμεί οιαδήποτε δικαστική διαδικασία, η Επιτροπή δεν πρόκειται να προχωρήσει σε οιαδήποτε ενέργεια». Αυτή η απάντηση προσβλήθηκε από τον αιτητή και αποτέλεσε το αντικείμενο της προσφυγής αρ. 727/2012. Το Διοικητικό Δικαστήριο εξέτασε και έκανε δεκτή προδικαστική ένσταση της καθ’ ης η αίτηση στην εν λόγω προσφυγή, με την οποία εγειρόταν ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε καμία παράλειψη από πλευράς της Διοίκησης που να μπορούσε να προσβληθεί, εφόσον δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, στην οποία η Διοίκηση να έπρεπε να συμμορφωθεί. Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίφθηκε, μαζί βεβαίως και η θέση του αιτητή ότι η Διοίκηση είχε, στη βάση της ακυρωτικής απόφασης, περαιτέρω υποχρέωση, η οποία απορρέει από το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος, να προβεί σε πλήρη αποκατάσταση της επαγγελματικής του ανέλιξης, ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που δεν εκκρεμούσε δικαστική διαδικασία.
Μετά την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, ο αιτητής, με επιστολή του προς την Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 30.9.2022, αναφερόμενος στην εν λόγω απόφαση, αιτήθηκε να εξεταστούν οι διαδικασίες διορισμού/προαγωγής που ήταν υποψήφιος μετά την 15.12.1990, ημερομηνία που είχε προαχθεί στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, με βάση το περιεχόμενό της επιστολής του ημερομηνίας 14.9.2011, στην οποία ο κ. Χατζηχάννας παρέθετε τις θέσεις που είχε διεκδικήσει ή έπρεπε να θεωρηθεί υποψήφιος μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Εις απάντηση, ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Υ., με επιστολή του ημερομηνίας 21.10.2022, ενημέρωσε τον αιτητή ότι το περιεχόμενο της προαναφερθείσας επιστολής του σημειώθηκε και ότι το θέμα μελετάται από την Επιτροπή. Ακολούθησε δε και δεύτερη επιστολή του Προέδρου της Ε.Δ.Υ. προς τον αιτητή, ημερομηνίας 9.11.2022, με την οποία ο αιτητής ενημερώθηκε ότι το αίτημά του εξεταζόταν και ότι θα ενημερωνόταν αυτός σχετικά, όταν η Επιτροπή θα ελάμβανε απόφαση επί του θέματος.
Η απάντηση του αιτητή επί των πιο πάνω, εστάλη με την επιστολή του προς την Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 21.11.2022, στην οποία αναφέρονταν και τα εξής (παράρτημα 6 στο δικόγραφο της ένστασης):
«1. Η πρώτη Διευθυντική θέση που διεκδίκησα, μετά τις 15.12.1990, ήταν η θέση Διευθυντή Συντονισμού, Γραφείο Προγραμματισμού. Στις 15.8.1992 πληρώθηκε αυτή η θέση.
[.]
16. Για τις θέσεις Γενικού Διευθυντή Υπουργείου, ΟΥΤΕ καν κλήθηκα σε συνέντευξη από την τότε ΕΔΥ. Αποκλείστηκα ευθύς εξ’ αρχής και από τις δύο διαδικασίες, για τις θέσεις Γενικών Διευθυντών, με το αιτιολογικό ότι δεν είχα δέκα χρόνια πείρας σε θέση Ανώτερου Λειτουργού. Υπέβαλα αιτήσεις για τις θέσεις Γενικού Διευθυντή στις 18.6.2002 και στις 12.7.2004.
[.]
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πιστεύω ότι πρέπει να προαχθώ στη θέση Διευθυντή Συντονισμού από το 1992 (είναι η πρώτη θέση που διεκδίκησα μετά το 1990) ή σε μία από τις θέσεις Διευθυντή Διοίκησης το 1992 και ακολούθως στη θέση Διευθυντή Τμήματος Γεωργίας από το 1997
[.]
Τελικά, με όλο το σέβας, πιστεύω ότι η πλήρης δικαίωσή μου πρέπει να είναι η προαγωγή μου στη θέση Γενικού Διευθυντή Υπουργείου, σε μια από τις δύο διαδικασίες πλήρωσης των θέσεων, που ήμουν υποψήφιος (α/α 16, πιο πάνω) [.]».
Ακολούθησε η συνεδρία της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 16.12.2022 (παράρτημα 7 στο δικόγραφο της ένστασης), κατά την οποία η καθ’ ης η αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της τελευταίας επιστολής του αιτητή, προέβη σε εξέταση του αιτήματός του για κάθε μία από τις διαδικασίες που αφορούσαν την πλήρωση των εν λόγω θέσεων, στις οποίες ο αιτητής είχε κάνει ειδική αναφορά στην προαναφερθείσα επιστολή του ημερομηνίας 21.11.2022, ήτοι για (α) την διαδικασία πλήρωσης της θέσης Διευθυντή Συντονισμού, Γραφείο Προγραμματισμού, (β) την διαδικασία πλήρωσης θέσεων Διευθυντή Διοίκησης, Γενικό Διοικητικό Προσωπικό, Γενικές Κατηγορίες Προσωπικού, (γ) την διαδικασία πλήρωσης της θέσης Διευθυντή Τμήματος Γεωργίας και (δ) τις διαδικασίες πλήρωσης θέσεων Γενικού Διευθυντή, Υπουργικό Συμβούλιο.
Η Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο πρακτικό της συνεδρίας της, ημερομηνίας 16.12.2022, έκρινε ότι ο αιτητής σε καμιά από τις θέσεις αυτές δεν θα μπορούσε να είχε επιλεγεί. Επιπρόσθετα, η καθ’ ης η αίτηση ανέφερε στην απόφασή της ότι η μοναδική θέση, την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο αιτητής ως θέση προαγωγής, ήταν αυτή του Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (από 31.1.2003 έως 8.3.2006, ήτοι κατά την περίοδο που η εν λόγω θέση θεωρούνταν ως θέση προαγωγής), σε σχέση την οποία όμως, όπως είχε αναφερθεί στον αιτητή με επιστολή του Προέδρου της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 19.10.2016, η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει σε αποκατάστασή του σε θέση Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, αφού, κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο (30.5.2003) της πλήρωσης της θέσης Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (ως θέσης Προαγωγής), ο αιτητής δεν κατείχε τη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, που θα τον καθιστούσε προάξιμο για τη θέση Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, αλλά τη θέση Πρώτου Λειτουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, στην οποία έχει διοριστεί αναδρομικά από 15.1.2003 και μέχρι την ημερομηνία αφυπηρέτησής του από τη Δημόσια Υπηρεσία, ήτοι την 1.1.2008.
Ο αιτητής ενημερώθηκε για την πιο πάνω απόφαση, με επιστολή του Προέδρου της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 20.1.2023 και κατ’ αυτής της απόφασης, καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή στις 28.3.2023.
Στη συνέχεια, με επιστολές του ημερομηνίας 9.3.2023 και 24.5.2023, ο αιτητής επανήλθε, ζητώντας όπως η Ε.Δ.Υ. μελετήσει όλες τις διαδικασίες που αυτός ήταν υποψήφιος και όπως του δοθεί εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη απόφαση.
Η Ε.Δ.Υ., στη συνεδρία της, ημερομηνίας 2.6.2023, αφού μελέτησε το περιεχόμενο της προαναφερθείσας επιστολής ημερομηνίας 9.3.2023, αποφάσισε όπως διευκρινιστεί στον αιτητή ότι η Επιτροπή, συμμορφούμενη με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, εξέτασε τη δυνατότητα να τού προσφερθεί προαγωγή σε θέση από αυτές που με την επιστολή του ημερομηνίας 21.11.2022 είχε θεωρήσει ότι ήταν θέσεις που έπρεπε να επανεξεταστεί η υποψηφιότητά του και ότι επί του θέματος αυτού, τού εστάλη ήδη εμπεριστατωμένη απάντηση στις 20.1.2023. Ως εκ τούτου, όπως αναφέρεται στα σχετικά πρακτικά της συνεδρίας της, ημερομηνίας 2.6.2023 (παράρτημα 11 στην ένσταση), η Ε.Δ.Υ. «θεωρεί ότι δεν έχει υποχρέωση να επανέλθει σε οποιαδήποτε επανεξέταση του θέματος».
Ο αιτητής ενημερώθηκε για τα πιο πάνω, με επιστολή του Προέδρου της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 6.6.2023 (παράρτημα 12 στην ένσταση).
Τα ως αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα δυο παραρτήματα (11 και 12) αφορούν σε πράξεις της Διοίκησης, οι οποίες είναι μεν μεταγενέστερες του ουσιώδους χρόνου της προσφυγής (η οποία καταχωρήθηκε στις 28.3.2023 και βάλλει κατά της απόφασης της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 20.1.2023), ωστόσο εκτίθενται στην παρούσα για σκοπούς πληρότητας, ενώ, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, αυτά ουδόλως επηρεάζουν την έκβαση της παρούσας. Ούτε και τίθεται ζήτημα παρανομίας σε σχέση με την συμπερίληψή τους στα παραρτήματα της ένστασης, ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτητής.
Με τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης που προωθείται, εγείρονται ισχυρισμοί περί παραβίασης των παραγράφων 1, 4, 5 και 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ωστόσο, στη συνέχεια, η σχετική επιχειρηματολογία εστιάζει στην κατ’ ισχυρισμόν παραβίαση του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Κατά τον αιτητή, η καθ’ ης η αίτηση, μη συμμορφούμενη με το Άρθρο 146.5, αρνήθηκε να επανεξετάσει όλες τις διαδικασίες διορισμού/προαγωγής, στις οποίες ο αιτητής ήταν υποψήφιος, σε άλλες θέσεις, μεταγενέστερες της αναδρομικής πράξης και στις οποίες υπό πλάνη η Ε.Δ.Υ. τον θεωρούσε ως υποψήφιο από άλλη θέση και με χαμηλότερο βαθμό. Ως εκ τούτου, ως προβάλλει ο κ. Χατζηχάννας, η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση είναι αντισυνταγματική και παραβιάζει τα έννομα συμφέροντά του
Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό περί παραβίασης του δεδικασμένου και των αρχών που διέπουν την επανεξέταση. Εντός αυτού του πλαισίου, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση είναι αόριστη, αναιτιολόγητη, πλανημένη, λήφθηκε δε αυτή χωρίς τη δέουσα έρευνα και παραβιάζει το δεδικασμένο της Ε.Δ.Δ. 33/2016, καθώς και τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας.
Περαιτέρω, ο αιτητής προβάλλει ισχυρισμούς περί παραβίασης του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) και δη των άρθρων 13, 24, 26, 28, 42, 46, 50, 51, 52 και 58 αυτού. Εντός αυτού του πλαισίου, ο αιτητής εγείρει και ζήτημα παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας, κατά τη συνεδρία της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 16.12.2022.
Επιπρόσθετα δε, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, υπήρξε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση, η οποία, μετά την απόφαση στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, δεν επανεξέτασε τις υποθέσεις που τον αφορούσαν, ως όφειλε.
Τέλος, ως αυτοτελείς λόγοι ακύρωσης, εγείρονται και ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση, έλλειψης επαρκούς και/ή της δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, μη τήρησης άρτιων πρακτικών και εμφιλοχώρησης πλάνης στη διαμόρφωση και λήψη της επίδικης κρίσης.
Αντικρούοντας όλους τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται, η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και σύννομη, επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε αυτή μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της. Ούτε και μπορεί βάσιμα να εγείρονται ισχυρισμοί είτε περί παραβίασης του δεδικασμένου και των αρχών που διέπουν την επανεξέταση, είτε περί παραβίασης των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου και δη της αρχής της αμεροληψίας.
Σε κάθε περίπτωση, υποβάλλει η συνήγορος για την καθ’ ης η αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε εύλογα επιτρεπτή και δε χωρεί δικαστική παρέμβαση.
Έχω εξετάσει με τη δέουσα προσοχή την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας αυτής.
Ως έχει προαναφερθεί, με τον πρώτο λόγο ακύρωσης που προωθείται, εγείρονται ισχυρισμοί περί παραβίασης του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Κατά τον αιτητή, η καθ’ ης η αίτηση, μη συμμορφούμενη με το Άρθρο 146.5, αρνήθηκε να επανεξετάσει όλες τις διαδικασίες διορισμού/προαγωγής, στις οποίες αυτός ήταν υποψήφιος, σε άλλες θέσεις, μεταγενέστερες της αναδρομικής πράξης.
Ο πιο πάνω ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος. Είναι σαφές και αρκούντως συγκεκριμενοποιημένο από την ίδια την απόφαση στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την Έφεση του αιτητή και ακύρωσε την απάντηση της Ε.Δ.Υ. ότι δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε οιαδήποτε ενέργεια, «στην έκταση που αναφερόταν στις υποθέσεις για τις οποίες δεν εκκρεμούσε οιαδήποτε δικαστική διαδικασία» και για τις οποίες η καθ’ ης η αίτηση είχε αναφέρει στην επιστολή της ημερομηνίας 13.3.2012, ότι δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια (πρόκειται για την επιστολή, η οποία, ως ήδη ελέχθη πιο πάνω, αποτέλεσε το αντικείμενο της προσφυγής αρ. 727/2012). Κρίθηκε, συναφώς, από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εν λόγω απάντηση της Ε.Δ.Υ. αποτελούσε παραβίαση αποκατάστασης της νομιμότητας, στη βάση του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, ως οφειλόμενη ενέργεια σε ακυρωτικό δεσμευτικό αποτέλεσμα.
Συνεπεία της πιο πάνω απόφασης, και για σκοπούς συμμόρφωσης προς αυτήν, η καθ’ ης η αίτηση συνεδρίασε στις 16.12.2022. Όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό (παράρτημα 7 στην ένσταση), η Ε.Δ.Υ. προχώρησε με τις απαραίτητες προεργασίες για έλεγχο της υποψηφιότητας του αιτητή, στη βάση της επιστολής του, ημερομηνίας 14.9.2011.
Ωστόσο, ενόψει της νέας επιστολής του αιτητή προς την Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 21.11.2022, με την οποία ζήτησε και/ή εισηγήθηκε ουσιαστικά την προαγωγή του σε συγκεκριμένες θέσεις, για τις οποίες έκανε ειδική αναφορά στην εν λόγω επιστολή και οι οποίες έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω, η καθ’ ης η αίτηση προέβη σε εξέταση του αιτήματος του αιτητή για κάθε μια από τις διαδικασίες που αφορούσαν την πλήρωση των εν λόγω θέσεων. Όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό-
«Η Επιτροπή, μετά την αποδοχή από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αναθεωρητικής Έφεσης αρ. 33/2016, με την οποία παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην προσφυγή με αρ. 727/2012 αναφορικά με το αίτημα του Χατζηχάννα Βραχίμη για επανεξέταση όλων των διαδικασιών Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής ή Προαγωγής στις οποίες ήταν υποψήφιος και που αφορούν σε ημερομηνία μετά από την 15.12.1990, ημερομηνία κατά την οποία προάχθηκε αναδρομικά στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, και λαμβάνοντας υπόψη σχετική επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα με αρ. φακ.: Γ.Ε./Υποθ./Αριθ. Ε.Δ.Δ. 33/16, και ημερομηνία 25.07.2022, προχώρησε με τις απαραίτητες προεργασίες για έλεγχο της υποψηφιότητάς του στη βάση της επιστολής που απέστειλε στις 14.09.2011. Ο Χατζηχάννας στις 21.11.2022 απέστειλε νέα επιστολή, με την οποία ζήτησε:
«Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πιστεύω ότι πρέπει να προαχθώ στη θέση Διευθυντή Συντονισμού από το 1992( είναι η πρώτη θέση που διεκδίκησα μετά το 1990) ή σε μια από τις 5 θέσεις Διευθυντή Διοίκησης το 1992 και ακολούθως στη θέση Διευθυντή Τμήματος Γεωργίας από το 1997…
Τελικά, με όλο το σέβας, πιστεύω ότι η πλήρης δικαίωσή μου πρέπει να είναι η προαγωγή στη θέση Γενικού Διευθυντή Υπουργείου, σε μια από τις δύο διαδικασίες πλήρωσης των θέσεων που ήμουν υποψήφιος (α/α 16, πιο πάνω)….
16. Για τις θέσεις Γενικού Διευθυντή Υπουργείου, ΟΥΤΕ καν κλήθηκα σε συνέντευξη από την τότε ΕΔΥ. Αποκλείστηκα ευθύς εξ΄αρχής και από τις δύο διαδικασίες, για τις θέσεις Γενικών Διευθυντών, με το αιτιολογικό ότι δεν είχα δέκα χρόνια πείρας σε θέση Ανώτερου Λειτουργού. Υπέβαλα αιτήσεις για τις θέσεις Γενικού Διευθυντή στις 18.6.2002 και στις 12.7.2004.».
Όπως επίσης καταγράφεται στο πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 16.12.2022, η Ε.Δ.Υ., αφού ενημερώθηκε για τα ακαδημαϊκά προσόντα του αιτητή και την όλη υπηρεσιακή του πορεία στη Δημόσια Υπηρεσία (εκτίθενται αναλυτικά στο υπό αναφορά πρακτικό), προέβη σε εξέταση του αιτήματός του για κάθε μια από τις διαδικασίες που αφορούσαν την πλήρωση των θέσεων για τις οποίες είχε κάνει ειδική αναφορά στην επιστολή του ημερομηνίας 21.11.2022 και για τις οποίες εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να είχε διοριστεί/προαχθεί σε αυτές. Για κάθε μια δε εκ των εν λόγω θέσεων, σύμφωνα πάντα με το εν λόγω πρακτικό, η Ε.Δ.Υ. παρέθεσε αιτιολογημένη απόφαση, η οποία στη συνέχεια γνωστοποιήθηκε στον αιτητή διά της επιστολής του Προέδρου της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 20.1.2023 (παράρτημα 8 στο δικόγραφο της ένστασης). Μάλιστα, τόσο στο πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 16.12.2022, όσο και στην επιστολή ημερομηνίας 20.1.2023, ρητά αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη από την Ε.Δ.Υ., ως νέο στοιχείο, η από 15.12.1990 αναδρομική προαγωγή του αιτητή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, ωστόσο έκρινε ότι σε καμία από τις προαναφερθείσες θέσεις δεν θα μπορούσε να είχε επιλεγεί ο αιτητής. Πρόσθεσε δε η καθ’ ης η αίτηση και τα εξής για τον αιτητή:
«Πέραν των πιο πάνω, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι η μοναδική θέση την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ως Θέση Προαγωγής είναι αυτή του Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, (από 31.01.2003 έως 08.03.2006, κατά την περίοδο δηλαδή που η εν λόγω θέση θεωρούνταν ως θέση προαγωγής), για την οποία όμως, όπως του απαντήθηκε με επιστολή του Προέδρου της Επιτροπής ημερ. 19.10.2016, η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει σε αποκατάστασή του σε θέση Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, αφού, κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο (30.05.2003) της πλήρωσης της θέσης Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (ως Θέση Προαγωγής), δεν κατείχε τη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, που θα τον καθιστούσε προάξιμο για τη θέση Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, αλλά τη θέση Πρώτου Λειτουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, στην οποία έχει διοριστεί αναδρομικά από 15.01.2003 και μέχρι την ημερομηνία αφυπηρέτησής του από τη Δημόσια Υπηρεσία, ήτοι την 01.01.2008.».
Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε πλημμέλεια στην υπό της καθ’ ης η αίτηση εκπλήρωση της υποχρέωσής της για ενεργό συμμόρφωση προς την δικαστική απόφαση στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, ως το Άρθρο 146.5[1] του Συντάγματος επιτάσσει. Όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό, η Ε.Δ.Υ., σε συμβατότητα με τα ευρήματα και το διατακτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 33/2016[2], εξέτασε τη δυνατότητα να προσφέρει στον αιτητή προαγωγή σε κάθε μια από τις θέσεις που ο αιτητής είχε εισηγηθεί με την επιστολή του ημερομηνίας 21.11.2022 και παρέθεσε αναλυτικά το σκεπτικό και τους λόγους, για τους οποίους έκρινε ότι ο αιτητής σε καμία από τις θέσεις αυτές δεν θα μπορούσε να είχε επιλεγεί.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, περί παραβίασης του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Παρομοίως, κρίνω ότι ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δεδικασμένου και των αρχών επανεξέτασης. Ειδικότερα, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 20.1.2023, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, τις αρχές της επανεξέτασης, είναι δε αυτή αόριστη, αναιτιολόγητη, πλανημένη, λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα, ενώ παραβιάζει και τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας.
Αφετηρία για την εξέταση και του συγκεκριμένου εγειρόμενου λόγου ακύρωσης, αποτελεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 33/2016. Ως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον ο αιτητής διορίστηκε αναδρομικά στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού από 15.12.1990, η Διοίκηση είχε, σύμφωνα με το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος, υποχρέωση να επανεξετάσει τις διαδικασίες διορισμού/προαγωγής, για τις οποίες δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Μάλιστα, αυτό το γεγονός, ήτοι η από 15.12.1990 αναδρομική προαγωγή του αιτητή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, ως καταγράφεται ρητά τόσο στο πρακτικό της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 16.12.2022, όσο και στην επιστολή του Προέδρου της Ε.Δ.Υ. προς τον αιτητή, ημερομηνίας 20.1.2023, λήφθηκε υπόψη από την καθ’ ης η αίτηση, ως νέο στοιχείο. Προς συμμόρφωση με τα ευρήματα της δικαστικής απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, αλλά και με τις αρχές της επανεξέτασης, η Ε.Δ.Υ. προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες εξέτασης της υποψηφιότητας του αιτητή, στη βάση της επιστολής του ημερομηνίας 14.9.2011, αλλά και της επιστολής ημερομηνίας 21.11.2022 που εν συνεχεία απέστειλε ο αιτητής, σε σχέση με τη διαδικασία επανεξέτασης και στην οποία κατέγραψε ειδικά τις θέσεις, στις οποίες θεωρούσε ο ίδιος ότι θα έπρεπε να είχε προαχθεί. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, στο πλαίσιο εξέτασης του πρώτου λόγου ακύρωσης, αλλά και όπως προκύπτει από το πρακτικό της συνεδρίας της, ημερομηνίας 16.12.2022, η Ε.Δ.Υ., στη βάση του συνόλου των στοιχείων που είχε συλλέξει και/ή είχε ενώπιον της, προχώρησε σε επανεξέταση στη βάση του δεδικασμένου στην Ε.Δ.Δ. 33/2016. Εντός αυτού του πλαισίου, η καθ’ ης η αίτηση εξέτασε το αίτημα του αιτητή για κάθε μια από τις διαδικασίες που αφορούσαν στην πλήρωση των θέσεων, στις οποίες αυτός είχε κάνει ειδική αναφορά, με την επιστολή του ημερομηνίας 21.11.2022.
Στη βάση των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται ούτε παραβίαση του δεδικασμένου, αλλ’ ούτε των αρχών της επανεξέτασης. Αντίθετα, όπως ορθώς επισημαίνεται και από τη συνήγορο της καθ’ ης η αίτηση, υπήρξε συμμόρφωση της Διοίκησης εντός των ορίων που ο ίδιος αιτητής διαμόρφωσε, μεταγενέστερα της ακυρωτικής απόφασης, δια της επιστολής του ημερομηνίας 21.11.2022, με την οποία ο ίδιος προσδιόρισε τις θέσεις στις οποίες θεωρούσε ότι θα έπρεπε να είχε προαχθεί και/ή διοριστεί. Όπως δε έχει αναφερθεί, η Ε.Δ.Υ., στη βάση της εν λόγω επιστολής, προέβη σε επανεξέταση και απάντησε αιτιολογημένα στον αιτητή σε σχέση με κάθε μια εκ των θέσεων που αυτός ανέφερε στην προηγηθείσα επιστολή του.
Κατά συνέπεια, και ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, στερείται ερείσματος και ο, αυτοτελώς προβαλλόμενος, λόγος ακύρωσης περί παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση. Εν προκειμένω υιοθετούνται όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω κατά την εξέταση των δυο πρώτων εγειρόμενων λόγων ακύρωσης, τα οποία καταδεικνύουν το αβάσιμο του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά επί του συγκεκριμένου θέματος, θα αποτελούσε περιττολογία.
Περαιτέρω, ο αιτητής εγείρει ζητήματα παραβίασης των διατάξεων του Νόμου 158(Ι)/1999: όπως ισχυρίζεται ο κ. Χατζηχάννας, με την παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από την καθ’ ης η αίτηση, παραβιάστηκαν τα άρθρα 13, 24, 42, 46, 50, 51, 52 και 58 του εν λόγω Νόμου. Η δε σύνθεση της Ε.Δ.Υ., κατά τη συνεδρία της, ημερομηνίας 16.12.2022, δεν ήταν νόμιμη και παραβιάστηκε η αρχή της αμεροληψίας, λόγω της συμμετοχής του Προέδρου της, κ. Παπαγεωργίου, ο οποίος και όφειλε να αυτοεξαιρεθεί, «καθότι σε αρκετές περιπτώσεις ήταν ανθυποψήφιος μου και είχαμε δικαστικές διαμάχες». Συνεπώς, κατά τη σχετική εισήγηση, ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Υ. είχε ίδιον, άμεσο, προσωπικό συμφέρον.
Εν πρώτοις, δεν εντοπίζω ζήτημα μη τήρησης άρτιων πρακτικών, ούτε άλλωστε και ο ίδιος ο αιτητής υπέδειξε που στηρίζει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Αντίθετα, από το περιεχόμενο των πρακτικών των συνεδριών της Ε.Δ.Υ., διαπιστώνεται ότι τηρήθηκαν πλήρη και άρτια πρακτικά.
Ούτε και στοιχειοθετείται με την απαιτούμενη επάρκεια ο ισχυρισμός του αιτητή περί παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση, στη βάση των προεκτεθέντων άρθρων του Νόμου 158(Ι)/1999. Εν πάση δε περιπτώσει, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απαντάται στη βάση των όσων έχουν προεκτεθεί κατά την εξέταση των δυο πρώτων προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης. Δεν εντοπίζεται παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση, η οποία, κατ’ ορθήν εφαρμογή των αρχών που διέπουν την επανεξέταση και προς συμμόρφωση με το δεδικασμένο στην Ε.Δ.Δ. 33/2016, εξέτασε τη δυνατότητα να προσφερθεί στον αιτητή προαγωγή σε θέση από αυτές που είχε εισηγηθεί με την επιστολή του ημερομηνίας 21.11.2022.
Μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του αφιέρωσε ο κ. Χατζηχάννας, ισχυριζόμενος παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, ως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 42 του Νόμου 158(Ι)/1999, επειδή, ως λέγει ο αιτητής, ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Υ., σε αρκετές περιπτώσεις ήταν ανθυποψήφιός του, είχαν δικαστικές διαμάχες σε προγενέστερες διαδικασίες και, ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε ίδιον, άμεσο και προσωπικό συμφέρον και όφειλε να αυτοεξαιρεθεί.
Εξ’ αρχής θα πρέπει να τονιστεί ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί από τον ίδιο αιτητή εξετάστηκαν από το Δικαστήριο τούτο και απορρίφθηκαν στην Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 931/2017, ημερ. 30.11.2020. Η δε απόφαση στην εν λόγω υπόθεση κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Έφεσης που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατ’ αυτής (Ε.Δ.Δ. 4/2021, ημερ. 24.10.2025). Λέχθηκαν σχετικά τα εξής στην 931/2017:
«Επιπρόσθετα, ως προς τον ισχυρισμό περί προκατάληψης και/ή έντονης έχθρας, επισημαίνονται τα εξής:
Κατά τον αιτητή, ως ήδη ελέχθη, ο τότε Διευθυντής Γεωργίας δεν παρείχε την εγγύηση της αμερόληπτου κρίσης και δεν θα έπρεπε να ήταν μέλος της Σ.Ε. που είχε διενεργήσει τις συνεντεύξεις, «καθότι αιτητής και Διευθυντής ήταν προσωπικά αντίδικοι σε πολλές Προσφυγές, για χρόνια πολλά». Αναφέρεται, συναφώς, ο αιτητής σε σειρά περιστατικών, τα οποία καταδεικνύουν, κατά τους ισχυρισμούς τους, την έντονη έχθρα και προκατάληψη. Μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά σε μείωση των υπηρεσιακών εκθέσεων του αιτητή, ιδιαίτερα αυτήν του 1999, και σε διάφορες καταγγελίες, γραπτές και προφορικές, του αιτητή από τον Διευθυντή.
Υπενθυμίζεται ότι ζήτημα παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας, σύμφωνα και με το άρθρο 42 του Νόμου 158(Ι)/1999, υφίσταται αναφορικά με πρόσωπα που συμμετέχουν στην παραγωγή της διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του εν λόγω άρθρου-
«(1) Κάθε διοικητικό όργανο που µετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχει τα εχέγγυα της αµερόληπτης κρίσης.
(2) Δε µετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα σχέση ή συγγενικό δεσµό εξ' αίµατος ή εξ αγχιστείας µέχρι και του τέταρτου βαθµού ή βρίσκεται σε οξεία έχθρα µε το άτοµο που αφορά η εξεταζόµενη υπόθεση ή που έχει συµφέρον για την έκβασή της.».
Στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του αιτητή περί έλλειψης αμεροληψίας δεν στοιχειοθετείται και σε κάθε περίπτωση δεν θεμελιώνεται επαρκώς. Ούτε και έχει ο αιτητής αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι κάθε έλλειψη αμεροληψίας πρέπει να αποδεικνύεται με επαρκή και/ή ικανοποιητική βεβαιότητα από γεγονότα που εμφαίνονται στους διοικητικούς φακέλους ή από λογικά συμπεράσματα που τεκμαίρονται από τα γεγονότα αυτά (βλ. Φειδίας Εκτωρίδης ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 922 και Όθωνος ν. Δημοκρατίας (1989) 3 C.L.R. 475). Το δε βάρος απόδειξης σε τέτοιες περιπτώσεις φέρει ο διάδικος που επικαλείται την ύπαρξη μεροληψίας ή προκατάληψης (βλ. Νεοφύτου ν. ΕΔΥ (2007) 3 Α.Α.Δ. 8 και Medcon Construction Co Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 441).
Στην σχετικά πρόσφατη απόφασή της στην Γιαννακού Κωνσταντινίδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 231/2012, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:C463, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε παρόμοιους ισχυρισμούς, για μεροληψία και έλλειψη αντικειμενικότητας και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό με αναφορά στην Παπαδοπούλου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 526, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα, άμεσα σχετικά με το υπό συζήτηση ζήτημα:
«.ισχυρισμοί περί έλλειψης αμεροληψίας θα πρέπει να αποδεικνύονται και η προβολή τέτοιων ισχυρισμών στην αγόρευση του αιτητή δεν είναι αρκετοί (βλέπε μεταξύ άλλων Soteriadou & Others v. Republic (1983) 3 C.L.R. 921, Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 28 και Πετρίδου ν. Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 636, για να περιοριστούμε μόνο στις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται το πρωτόδικο δικαστήριο).
Στην υπόθεση Κοντεμενιώτης ν. C.B.C (1982) 3 Α.Α.Δ. 1027 αποφασίστηκε ότι η τεταμένη σχέση μεταξύ ιεραρχικά ανώτερου και κατώτερου υπαλλήλου που βασίζεται σε αξιολόγηση ή κρίση για την απόδοση του τελευταίου, μπορεί να μην είναι αρεστή αλλά δεν θεμελιώνει προκατάληψη. Εξ άλλου, στην υπόθεση Καψοσιδέρης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 176, τονίστηκε ότι η έλλειψη αμεροληψίας θα πρέπει να αποδεικνύεται με ικανοποιητική βεβαιότητα, είτε από γεγονότα που παρουσιάζονται στους σχετικούς διοικητικούς φακέλους ή με ασφαλή συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων. Η σύνταξη μη ευνοϊκής εμπιστευτικής έκθεσης δεν θεωρείται από μόνη της ως ικανοποιητική απόδειξη έλλειψης αμεροληψίας (Christou v. Republic (1980) 3 C.L.R. 437, 449). Ούτε η ύπαρξη τεταμένων σχέσεων μεταξύ προϊστάμενου και υπαλλήλου που προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση και που πηγάζουν από την κακή εντύπωση που ο προϊστάμενος σχημάτισε για τις υπηρεσίες ή τη συμπεριφορά του υφιστάμενου του, μπορούν να θεμελιώσουν προκατάληψη.».
Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χατζηχάννας κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1096/2000 και 1414/2000, ημερ. 22.7.2002, όπου, αφού τονίστηκε ότι «η έλλειψη αμεροληψίας από τον Α δημόσιο υπάλληλο έναντι του Β δημόσιου υπάλληλου πρέπει να αποδειχθεί με επαρκή βεβαιότητα, είτε από γεγονότα που αναδύονται από τα σχετικά διοικητικά έγγραφα ή από ασφαλή συμπεράσματα που θα συναχθούν από την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων», λέχθηκαν και τα εξής:
«Για να αποδειχθεί η έλλειψη αμεροληψίας του Α έναντι του Β δεν είναι αρκετό, από μόνο του το γεγονός ότι ο Α έχει στο παρελθόν και στη διάρκεια της εκτέλεσης των επίσημων καθηκόντων του, κάμει δυσμενείς εμπιστευτικές εκθέσεις για τον Β, ή ότι ο Α έχει με άλλο τρόπο εκφράσει επισήμως μια δυσμενή άποψη σε σχέση με τον Β με αποτέλεσμα ο Β να είχε καταχωρήσει σχετική αγωγή εναντίον του Α, ή ότι ο Β είχε στο παρελθόν δώσει μαρτυρία είτε σε ποινική δίκη ή σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Α (βλ., ανάμεσα σ' άλλα, αποφάσεις του Στ.Ε. 2905/65, 1014/69 και 975/1970 καθώς και Σολέας ν. Δημοκρατίας (1974) 3 Α.Α.Δ. 498).».
Παρομοίως, και στην παρούσα υπόθεση, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων και γεγονότων, δεν μπορεί να λεχθεί ότι αποδεικνύεται με επαρκή και/ή ικανοποιητική βεβαιότητα έχθρα και έλλειψη αμεροληψίας του Διευθυντή απέναντι στον αιτητή, ούτε και λογικό συμπέρασμα περί τέτοιας έχθρας και/ή έλλειψης αμεροληψίας μπορεί να τεκμηριωθεί.
[.]
Ενόψει των πιο πάνω λοιπόν, καταλήγω ότι και ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης είναι αβάσιμος και, συνακόλουθα, απορρίπτεται.».
Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής και στην υπό εξέταση περίπτωση, με αποτέλεσμα και αυτός ο εγειρόμενος λόγος ακύρωσης να στερείται βασιμότητας. Ούτε και στην υπό κρίση περίπτωση έχουν στοιχειοθετηθεί με την απαιτούμενη επάρκεια ισχυρισμοί περί προκατάληψης ή μεροληπτικής στάσης. Αυτοί οι ισχυρισμοί, κατά πάγια νομολογία, πρέπει να αποδεικνύονται με βεβαιότητα και τέτοια προκατάληψη ή μεροληπτική στάση πρέπει να προκύπτει αβίαστα είτε από τα γεγονότα που παρουσιάζονται, είτε από τα έγγραφα που περιέχονται στους διοικητικούς φακέλους, είτε από ασφαλή συμπεράσματα που τεκμαίρονται από το περιεχόμενο τέτοιων εγγράφων ή την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων. Το δε βάρος απόδειξης σε τέτοιες περιπτώσεις, φέρει πάντοτε το πρόσωπο το οποίο επικαλείται την ύπαρξη μεροληψίας ή προκατάληψης (Δημοκρατία ν. Χατζηχάννας κ.α., Α.Ε. 142/2005, ημερομηνίας 13.3.2007). Επιπρόσθετα, για να διαπιστωθεί κατά πόσον παραβιάζεται η αρχή της αμεροληψίας, θα πρέπει να εξετάζεται πάντοτε, κατά τρόπο αντικειμενικό, εάν αυτή η ιδιάζουσα σχέση ή οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες, που δημιουργούν αμφιβολίες σε κάποιον ουδέτερο παρατηρητή για το αμερόληπτο της κρίσης του διοικητικού οργάνου. Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί αντιδικίας του και ιδίου συμφέροντος του Προέδρου της Ε.Δ.Υ., επειδή ήταν κάποτε ανθυποψήφιοι σε κάποιες θέσεις, τίθενται κατά γενικό τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύουν ότι θίγεται και/ή συνδέεται ίδιον συμφέρον του Προέδρου της Ε.Δ.Υ. από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και/ή από τυχόν επιτυχή κατάληξη της εξέτασης του αιτήματος του αιτητή, ώστε να στοιχειοθετείται μεροληπτική στάση του. Σε κάθε δε περίπτωση, οι προσφυγές στις οποίες ήσαν αντίδικοι ο αιτητής με τον Πρόεδρο της Ε.Δ.Υ., σε σχέση με προγενέστερες διαδικασίες, δεν υφίστανται πλέον. Η δε απλή αντιδικία δεν αποτελεί ιδιάζουσα σχέση, ειδικότερα όταν αυτή έχει παύσει να υφίσταται και ο αποκλεισμός επιβάλλεται μόνον όπου υπάρχει το στοιχείο του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ως προς την έκβαση της υπόθεσης, στοιχείο που εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει (Ανδρέας Δημοσθένους v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 137/2010, ημερομηνίας 19.7.2016). Κατά πάγια νομολογία, οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αμεροληψίας και προκατάληψης πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά, είτε από τα στοιχεία που παρουσιάζονται στους διοικητικούς φακέλους ή με ασφαλή συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων (Κλεάνθους κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α., Α.Ε. 22/2013 και 23/2013, ημερ. 8.5.2020), το δε βάρος το φέρει ο επικαλούμενος την προκατάληψη και/ή την μεροληψία (Ευθύμιος Τσιβιτανίδης κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Ε.Δ.Δ. 220/2019, ημερ. 27.11.2024, Χαράλαμπος Καττιμέρη ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 65/2019, ημερ. 22.11.2023, Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 8).
Επιπρόσθετα, όμως, οι ισχυρισμοί του αιτητή επί του συγκεκριμένου ζητήματος, είναι απορριπτέοι και για το λόγο ότι αυτός, παρότι είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πλήρη γνώση της σύνθεσης της Ε.Δ.Υ., δεν έθεσε κανένα σχετικό αίτημα εξαίρεσης του Προέδρου της για λόγους μεροληψίας, τους οποίους σαφώς και γνώριζε. Συνεπώς, και υπό το φως της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, δεν δύναται ο αιτητής στο στάδιο τούτο να προωθεί ισχυρισμό περί μεροληψίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επίκληση προκατάληψης, όταν το πρόσωπο που την επικαλείται ήταν γνώστης όλων των γεγονότων, πρέπει να γίνεται πριν από την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας. Η δε σιωπή του ενδιαφερόμενου, παρά την πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών, ως εν προκειμένω, ισοδυναμεί με εγκατάλειψη του δικαιώματος να εγείρει τέτοιον ισχυρισμό ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο και δεν θα πρέπει να τον εξετάζει (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Ε.Δ.Δ. 146/2021, ημερ. 15.3.2024). Προηγουμένως, στην Δημοκρατία ν. Χατζηχάννα κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 116, τονίστηκε πως «Δεν νοείται ο ενδιαφερόμενος να μένει σιωπηλός και ανάλογα με την τελική απόφαση του διοικητικού οργάνου όταν π.χ. δεν τον ευνοεί, να επιλέγει σε μεταγενέστερο στάδιο, και ειδικότερα ενώπιον του Δικαστηρίου να την προβάλει. Σε τέτοια περίπτωση ο ισχυρισμός δεν θα εξεταστεί.». Συνεπώς, όπως λέχθηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ανωτέρω, «είναι βασικό ότι το Δικαστήριο για να δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι διάδικος εγκατέλειψε το δικαίωμα του να εγείρει θέμα παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας, πρέπει να βεβαιώνεται, το ίδιο, ότι αυτός είχε πλήρη γνώση των γεγονότων, που δικαιολογούσαν την έγερση του σε προηγούμενο στάδιο, ενώπιον του διοικητικού οργάνου». Εν προκειμένω, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι ο αιτητής είχε πλήρη γνώση των γεγονότων και μπορούσε να εγείρει έγκαιρα θέμα παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας ενώπιον της Ε.Δ.Υ.. Ωστόσο, δεν το έπραξε.
Ως εκ των πιο πάνω, και αυτός ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Επιπρόσθετα, ο αιτητής εγείρει ζήτημα μη διενέργειας δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης. Και τούτο, σύμφωνα με τον κ. Χατζηχάννα, διότι η καθ’ ης η αίτηση δεν έλαβε υπόψη της την έκδηλη υπεροχή του σε αρχαιότητα, σε προσόντα, στα στοιχεία αξίας των διοικητικών φακέλων και στο συνδυασμό των προσόντων.
Ούτε αυτός ο ισχυρισμός με βρίσκει σύμφωνο. Από τα πρακτικά των συνεδριών της Ε.Δ.Υ., αλλά και από τις επιστολές που εστάλησαν στον αιτητή, προκύπτει ότι η καθ’ ης η αίτηση προέβη στην απαιτούμενη διερεύνηση των αιτημάτων του και εξέτασε δεόντως όλα τα δεδομένα της περίπτωσής του. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στο παράρτημα 7 του δικογράφου της ένστασης, όπου περιέχονται τα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 16.12.2022. Από τα εν λόγω πρακτικά, προκύπτει ότι η καθ’ ης η αίτηση είχε ενώπιον της το σύνολο των στοιχείων που αφορούσαν τον αιτητή και δη τα ακαδημαϊκά του προσόντα, την υπηρεσία του σε διάφορες θέσεις στη Δημόσια Υπηρεσία, καθώς και την αρχαιότητά του και υπό το φως του συνόλου των ενώπιον της τεθέντων, προέβη σε εξέταση του αιτήματός του για κάθε μια από τις διαδικασίες που αφορούσαν στην πλήρωση των εν λόγω θέσεων, για τις οποίες ο αιτητής είχε κάνει ειδική αναφορά στην επιστολή του προς την Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 21.11.2022 και, για κάθε μια από τις διαδικασίες, η Επιτροπή κατέγραψε με επάρκεια και λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να διοριστεί/προαχθεί αναδρομικά στις εν λόγω θέσεις. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, η Ε.Δ.Υ. έλαβε υπόψη της, ως νέο στοιχείο, και την από 15.12.1990 αναδρομική προαγωγή του αιτητή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, η οποία ωστόσο, δεν θα μπορούσε να είναι καθοριστική για την επιλογή του αιτητή σε οποιαδήποτε εκ των εν λόγω θέσεων.
Ειδικότερα, σύμφωνα πάντα με το πρακτικό ημερομηνίας 16.12.2022, η Ε.Δ.Υ., σε σχέση με τη θέση Διευθυντή Συντονισμού, προέβη σε αναφορά και σύγκριση σε σχέση με την αξία, προσόντα και αρχαιότητα των υποψηφίων και σε σχέση και με την πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων, καταγράφοντας και το σκεπτικό της γιατί το πιστωθέν πλεονέκτημα του αιτητή, δεν μπορούσε να υπερακοντίσει την υπεροχή συγκεκριμένου άλλου υποψηφίου, ο οποίος υπερείχε έναντι του αιτητή σε πείρα, σε αξία και σε αρχαιότητα, η οποία, ως ανέφερε η Ε.Δ.Υ., ήταν περιορισμένης σημασίας, αφού η υπό πλήρωση θέση ήταν πρώτου διορισμού και προαγωγής και διευθυντική.
Παρομοίως και για τις υπόλοιπες θέσεις (θέση Διευθυντή Διοίκησης, Γενικό Διοικητικό Προσωπικό, θέση Διευθυντή Τμήματος Γεωργίας, θέση Γενικού Διευθυντή, Υπουργικό Συμβούλιο), προκύπτει από το υπό αναφορά πρακτικό η διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση, η οποία έλαβε υπόψη της την υπηρεσιακή εικόνα του αιτητή στα θεσμοθετημένα στοιχεία επιλογής, αλλά και τα δεδομένα που είχαν επέλθει με τον αναδρομικό διορισμό του. Καταγράφεται, μεταξύ άλλων, η θέση της Ε.Δ.Υ. ότι η μοναδική θέση, την οποία ο αιτητής μπορούσε να διεκδικήσει ως θέση Προαγωγής, ήταν αυτή του Πρώτου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (από 31.1.2003 έως 8.3.2006, περίοδος που η εν λόγω θέση θεωρείτο θέση προαγωγής), για την οποία όμως η Επιτροπή τον ενημέρωσε, με επιστολή της ημερομηνίας 19.10.2016, ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει σε αποκατάστασή του, αφού κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο πληρωσης της θέσης, δεν κατείχε τη θέση του Ανώτερου Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού που θα τον καθιστούσε προάξιμο, αλλά τη θεση Πρώτου Λειτουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, στην οποία είχε διοριστεί αναδρομικά από 15.1.2003 μέχρι και την αφυπηρέτησή του από τη Δημόσια Υπηρεσία (βλ. Βραχίμης Ι. Χατζηχάννας v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 132/2019, ημερ. 30.4.2024, όπου επικυρώθηκε αυτή η θέση της Ε.Δ.Υ.).
Ως εκ των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται κενό έρευνας. Είναι δε, θεωρώ, εδώ το κατάλληλο σημείο να υπομνησθεί ότι το ακυρωτικό Δικαστήριο ασκεί έλεγχο νομιμότητας και όχι έλεγχο ουσίας και δεν υποκαθιστά τις αποφάσεις της Διοίκησης, ούτε προβαίνει σε επανεκτίμηση γεγονότων, εφόσον κρίνει ότι η έρευνα, την οποία διενήργησε το διοικητικό όργανο, ήταν σε κάθε περίπτωση επαρκής. Επαρκής θεωρείται η έρευνα εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447). Η δε έκταση και η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένες με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων, τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Ράφτης ν Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, Χουλιώτης ν Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 524). Το κατά πόσον μια έρευνα είναι ή όχι επαρκής είναι θέμα γεγονότων και συνεπώς κρίνεται στη βάση των εκάστοτε ενώπιον του Δικαστηρίου περιστατικών (Χρίστος Ηροδότου ν Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220). Το ουσιώδες που εξετάζεται σε κάθε περίπτωση, είναι το κατά πόσον έχει ερευνηθεί κάθε πτυχή του θέματος που τείνει να αποκαλύψει το διερευνώμενο γεγονός (Ευαγόρας Νικολαΐδης και Άλλοι ν. Δρα. Μιχαλάκη Μηνά και Άλλων (1994) 3 Α.Α.Δ. 321). Συναφώς, και σε άμεση συνάρτηση με τα αμέσως πιο πάνω, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν εξετάζει, ούτε αποφασίζει πρωτογενώς γεγονότα, ούτε βεβαίως και υποκαθιστά την κρίση της Διοίκησης, αλλά η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εξαντλείται στην εξέταση τυχόν πλάνης περί τα πράγματα, κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας και έλλειψης αιτιολογίας (Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147, Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543, LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ, 21.12.2016, Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017, η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα. Εν προκειμένω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, κρίνω ότι η Ε.Δ.Υ., εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας, εξέτασε το σύνολο των στοιχείων που είχε ενώπιον της και η απόφασή της κρίνεται ως εύλογα επιτρεπτή.
Ενόψει των πιο πάνω, και αυτός ο λόγος ακύρωσης στερείται βασιμότητας και απορρίπτεται.
Περαιτέρω, ο αιτητής εγείρει ισχυρισμούς περί ελλιπούς αιτιολογίας και μη τήρησης άρτιων πρακτικών. Κατά τη σχετική εισήγηση, η καθ’ ης η αίτηση δεν παρέσχε καμία αιτιολογία για τη μη επανεξέταση όλων των επόμενων θέσεων, για τις οποίες αυτός ήταν υποψήφιος, αλλά μόνο μερικές.
Εν πρώτοις, ο ισχυρισμός περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών διατυπώνεται γενικόλογα και αόριστα, μη δυνάμενος ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο. Δεν έχει υποδειχθεί, έστω με στοιχειώδη επάρκεια, σε ποια πρακτικά αναφέρεται ο αιτητής. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Ούτε κενό αιτιολογίας εντοπίζεται. Τόσο στο πρακτικό της συνεδρίας της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 16.12.2022 (παράρτημα 7 στην ένσταση), όσο και στην επιστολή του Προέδρου της Ε.Δ.Υ. προς τον αιτητή, ημερομηνίας 20.1.2023 (παράρτημα 8 στην ένσταση), καταγράφονται αναλυτικά και με την απαιτούμενη επάρκεια οι λόγοι και το σκεπτικό λήψης της επίδικης απόφασης, κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτή η διενέργεια του δικαστικού ελέγχου (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Σύμφωνα με το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999, «η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης». Με άλλα λόγια, η αιτιολογία πρέπει να παρέχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εκείνα, ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία, που να οδηγούν στη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης. Πρέπει να εκτίθενται σε αυτήν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και να παρατίθενται τα κριτήρια με βάση τα οποία λήφθηκε η εν λόγω απόφαση, ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023).
Επιπρόσθετα, στην υπό κρίση περίπτωση, η επίδικη απόφαση συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου κατά τρόπο που να προκύπτει με σαφήνεια τι είχε υπόψη του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασής του (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371) και να καθίσταται εντέλει ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. Ιδιαίτερη αναφορά μπορεί να γίνει στα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 16.12.2022, όπου με σαφήνεια παρατίθενται οι λόγοι που απέληξαν στη διαμόρφωση της επίδικης κρίσης.
Συνακόλουθα, και αυτός ο λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Τέλος, ο αιτητής προωθεί ως αυτοτελή λόγο ακύρωσης και τον ισχυρισμό περί εμφιλοχώρησης πλάνης στην επίδικη κρίση. Κατά τον κ. Χατζηχάννα, η πλάνη στην κρίση της καθ’ ης η αίτηση είναι δεδομένη, λόγω των τεσσάρων αναδρομικών προαγωγών του, αλλά και της παραγνώρισης της έκδηλης υπεροχής του σε αρχαιότητα, σε πείρα και στα στοιχεία αξίας των διοικητικών φακέλων.
Στη βάση των όσων έχουν προεκτεθεί, κρίνω ότι και αυτός ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης στερείται βασιμότητας. Υπενθυμίζεται εν πρώτοις ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου η πλάνη να επιφέρει ακύρωση μιας πράξης, αυτή θα πρέπει να είναι ουσιώδης. Το βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού, ως επίσης και το βάρος απόδειξης του γεγονότος ότι η πλάνη ήταν ουσιώδης, το έχει ο αιτητής (Μολέσκη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 118/2014, ημερ. 2.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:C190). Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα, η καθ’ ης η αίτηση έλαβε υπόψη της όλα όσα είχε ενώπιον της σε σχέση με την υπηρεσιακή εικόνα του αιτητή και προχώρησε στην επανεξέταση των σχετικών διαδικασιών, λαμβάνοντας υπόψη της, όπως προκύπτει από την απόφασή της, αλλά και τα σχετικά πρακτικά της συνεδρίας της ημερομηνίας 16.12.2022, όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είχαν προκύψει από τον αναδρομικό διορισμό του αιτητή. Στη βάση δε των νέων αυτών δεδομένων ή/και στοιχείων, η Ε.Δ.Υ. επανεξέτασε τις σχετικές διαδικασίες σε σχέση με κάθε θέση. Προκύπτει από την επίδικη απόφαση ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, καταγράφονται δε σε αυτήν με λεπτομέρεια, και κατόπιν σύγκρισης που έγινε με τους λοιπούς υποψηφίους, οι λόγοι που δεν κατέστη δυνατό να επιλεγεί ο αιτητής, στα πλαίσια επανεξέτασης του αιτήματος για αποκατάστασή του. Συνεπώς, ούτε και εμφιλοχώρηση πλάνης στην επίδικη κρίση εντοπίζω.
Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση. Δεν εντοπίζεται λόγος ακύρωσής της, με αποτέλεσμα να μη χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1600 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
[1] Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης, η οποία εκδίδεται στο πλαίσιο της παραχωρουμένης στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή στο Διοικητικό Εφετείο δικαιοδοσίας, δυνάμει της παραγράφου 1, δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.».
[2] Όπως αυτολεξεί αναφέρεται στην απόφαση, «Η έφεση επιτυγχάνει και η απάντηση της Ε.Δ.Υ., με επιστολή της ημερ.13.3.2012, στην έκταση που αναφερόταν στις υποθέσεις για τις οποίες δεν εκκρεμούσε οιαδήποτε δικαστική διαδικασία, ότι δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε οιαδήποτε ενέργεια ακυρώνεται.».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο