ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 521/2026 (Κ))
30 Ιουνίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
GURSEWAK SINGH
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Π. Πιερίδης, για Πιερίδης & Πιερίδης Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Ν. Κουρσάρης, για Νικόλας Κουρσάρης Δ.Ε.Π.Ε., για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής, υπήκοος Ινδίας, στρέφεται κατά της νομιμότητας και ζητά την ακύρωση της, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ληφθείσας απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ημερομηνίας 14.5.2026.
Ο αιτητής εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 16.1.2012, με άδεια εισόδου ως εργάτης κτηνοτροφίας και τού παραχωρήθηκε σχετική άδεια παραμονής και εργασίας από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), με ισχύ μέχρι τις 27.4.2016.
Στις 4.12.2015, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 16.3.2016. Κατά της εν λόγω απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η οποία απορρίφθηκε στις 9.2.2017. Ακολούθησε επιστολή του Τμήματος προς τον αιτητή, ημερομηνίας 18.5.2017, με την οποία αυτός ενημερωνόταν ότι, μετά την απορριπτική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχή Προσφύγων, όφειλε να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία. Ωστόσο, ο αιτητής συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία.
Στις 27.6.2017, τα στοιχεία του αιτητή καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων, καθότι αυτός συνέχισε να παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας, σε άγνωστη διεύθυνση.
Όπως αναφέρεται σε σχετική επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Λευκωσίας προς τον Διοικητή ΥΑΜ, ημερομηνίας 21.7.2017 (παράρτημα 7 στο δικόγραφο της ένστασης), ο αιτητής, στις 13.5.2017, προσπάθησε να περάσει από το οδόφραγμα της οδού Λήδρας, προσκομίζοντας πλαστή ρουμανική ταυτότητα. Αυτός συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας. Εναντίον του διερευνήθηκε ποινική υπόθεση για τα αδικήματα πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού. Η υπόθεση εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και επιβλήθηκε στον αιτητή ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
Ακολούθως, στις 26.7.2017, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία ακυρώθηκαν στις 25.8.2017, λόγω καταχώρησης της προσφυγής αρ. 756/2017, ενώ στις 25.8.2017, ο αιτητής αφέθηκε ελεύθερος.
Στις 15.9.2020, απορρίφθηκε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, που είχε καταχωρήσει ο αιτητής, ενώ στη συνέχεια, με επιστολή του δικηγόρου του, ημερομηνίας 20.2.2023, ο αιτητής ζητούσε όπως τού παραχωρηθεί άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΗ (4) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (Κεφ. 105).
Το αίτημα απορρίφθηκε από τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και ο αιτητής έλαβε γνώση της απορριπτικής απόφασης δι’ επιστολής του Τμήματος προς τον δικηγόρο του αιτητή, ημερομηνίας 16.10.2024. Στην ίδια επιστολή αναφερόταν επίσης ότι αυτή η απόφαση ήταν τελική και καλείτο ο αιτητής όπως αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία και, εν πάση περιπτώσει, εντός 15 ημερών.
Τελικά, στις 13.5.2026, ο αιτητής εντοπίστηκε από μέλη της ΥΑΜ Λευκωσίας και συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και στις 14.5.2026 εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105, καθότι αυτός, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, ήταν απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Νόμου, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα. Σχετική είναι η επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 14.5.2026 (παράρτημα 13 στο δικόγραφο της ένστασης).
Στις 26.5.2026, το επίδικο διάταγμα απέλασης ανεστάλη, δεδομένου του ανασταλτικού χαρακτήρα της προσφυγής, η οποία είχε καταχωρηθεί στις 22.5.2026.
Όσον αφορά την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, ο συνήγορος του αιτητή προβάλλει εν πρώτοις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από αναρμόδιο προς τούτο όργανο, καθότι η συγκεκριμένη Λειτουργός του Τμήματος, η οποία και υπογράφει τα επίδικα διατάγματα, ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο να εκδίδει διατάγματα κράτησης και απέλασης, όπως επιτάσσει ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2025 (Ν. 4(Ι)/2025). Εν πάση δε περιπτώσει, «απόφαση επιστροφής», η οποία και συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, δύναται να εκδίδει, σύμφωνα με το Νόμο 4(Ι)/2025, μόνο η Διευθύντρια. Από τη στιγμή δε που η επίδικη επιστολή προς τον αιτητή ημερομηνίας 14.5.2026, δεν υπογράφεται από τη Διευθύντρια, δεν μπορεί αυτή να θεωρηθεί ότι αποτελεί απόφαση επιστροφής.
Περαιτέρω, στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του κ. Πιερίδη βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, είναι δε αυτή παντελώς αναιτιολόγητη. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, δεν λήφθηκε υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, η οποία προκύπτει και από τον διοικητικό φάκελο και δη η ύπαρξη ανήλικου τέκνου του αιτητή και της μητέρας του στη Δημοκρατία, στοιχεία που επέβαλλαν να ζητηθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς το βέλτιστο συμφέρον της ευημερίας του παιδιού.
Προωθείται επίσης και ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105 σε σχέση με το διάταγμα κράτησης του αιτητή, εφόσον δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να τεθεί αυτός υπό κράτηση, η δε απόφαση είναι παντελώς αναιτιολόγητη.
Επιπρόσθετα, ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης, προωθείται ο ισχυρισμός ότι η αιτιολογία και η νομική βάση των επίδικων διαταγμάτων είναι εσφαλμένες, κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου.
Εγείρονται, επίσης, ισχυρισμοί περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και του δικαιώματος του αιτητή στο γάμο και στην ίδρυση οικογένειας.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 105 και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους. Κατά τον συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, λήφθηκαν δεόντως υπόψη όλες οι περιστάσεις και τα γεγονότα της περίπτωσης και δεν στοιχειοθετούνται οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, ούτε και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Σε κάθε δε περίπτωση, υποβάλλει ο κ. Κουρσάρης, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης.
Έχω εξετάσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.
Εν πρώτοις, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση, διαπιστώνω ότι, πράγματι, υφίσταται σχετική εκχώρηση εξουσίας του Υπουργικού Συμβουλίου προς την Διευθύντρια και προς Ανώτερους Λειτουργούς του Τμήματος, περιλαμβανομένης ρητά και της Λειτουργού που εν προκειμένω υπογράφει τα επίδικα διατάγματα, να αποφασίζουν και/ή να εκδίδουν αποφάσεις στη βάση συγκεκριμένων διατάξεων του Κεφ. 105, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4(1)(α) και (β) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ως αυτός τροποποιήθηκε με το Νόμο 4(Ι)/2025. Η εν λόγω εκχώρηση εξουσίας λήφθηκε με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 26.3.2025, με την οποία παρέχεται η σχετική εκχώρηση εξουσιών στην Διευθύντρια του Τμήματος. Η εν λόγω Απόφαση δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Μέρος Τέταρτο), ημερομηνίας 28.3.2025 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δια σχετικής ανάρτησης του εγγράφου στο σύστημα i-Justice, ημερομηνίας 29.6.2026, από τον συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν εξαντλείται στα πιο πάνω, καθότι η εν λόγω απόφαση ανάθεσης και/ή εκχώρησης αρμοδιοτήτων στη συγκεκριμένη Λειτουργό (άρθρο 4(1)(β)) δεν καλύπτει και την περίπτωση αποφάσεων που λαμβάνονται στα πλαίσια του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105. Με αποτέλεσμα να υφίσταται πράγματι ζήτημα αναρμοδιότητας του αποφασίζοντος οργάνου. Άμεσα σχετική επί του υπό συζήτηση ζητήματος είναι η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025, όπου εξετάστηκε το ίδιο ακριβώς ζήτημα και λέχθηκαν συναφώς τα εξής:
«Ο τέταρτος λόγος Έφεσης συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάνθηκε ότι η λειτουργός (κα Α. Παπαγεωργίου) που εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 28.03.2025 είναι αναρμόδιο πρόσωπο, γιατί δεν της έχει εκχωρηθεί η συγκεκριμένη εξουσία που παρέχεται στο άρθρο 18ΟΗ του Νόμου από την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης.
Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί.
Όπως η ίδια η Εφεσείουσα στο περίγραμμα αγόρευσης της ορθώς επισημαίνει, υπήρξε μεν, από το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 28.3.2025 (ίδιας ημερομηνίας λήψης των επίδικων αποφάσεων), απόφαση ημερομηνίας 26.3.2025 για εκχώρηση σειράς εξουσιών που προβλέπονται με τον Νόμο (ως αυτός τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό Ν. 4(Ι)/2025, με το Άρθρο 4 (α) του Νόμου να διαμορφώνεται ως εξής: «(α) To Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός δύναται να μεταβιβάζουν γραπτώς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, καθώς και την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος, που οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών τους χορηγούν ή αναθέτουν, αντίστοιχα, στον Διευθυντή ή και σε άλλα πρόσωπα που υπηρετούν στο Τμήμα, υπό τέτοιους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, ως τo Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, ήθελαν αποφασίσουν και η απόφαση καθορίσει· σε περίπτωση δε της μεταβίβασης αυτής, το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, διατηρούν την εξουσία να ασκούν την ούτω μεταβιβαζόμενη εξουσία και να εκτελούν το ούτω μεταβιβαζόμενο καθήκον από και κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταβίβασης.») στη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης και σε λειτουργούς, της κας Α. Παπαγεωργίου συμπεριλαμβανομένης.
Ωστόσο, ως η ίδια η Εφεσείουσα παραδέχεται και ορθά, η εν λόγω απόφαση ανάθεσης αρμοδιοτήτων στη συγκεκριμένη λειτουργό δεν κάλυψε την περίπτωση αποφάσεων που λαμβάνονται στα πλαίσια των Άρθρων 6(1)(κ) και 18ΠΓ του Νόμου (βλ. παράγραφο 39 στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας). Από την εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ως προς το μέρος που αφορά την ανάθεση αρμοδιοτήτων στη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης καλύπτεται μεν, (και) η περίπτωση αποφάσεων ληφθέντων στη βάση του Άρθρου 18ΠΓ(1) του Νόμου, αλλά δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο η κα Παπαγεωργίου να την αναπληρούσε.
Σημειώνεται ότι από το σύνολο των Άρθρων 6 και 18ΠΓ του Νόμου, αλλά και από το Άρθρο 54(β) του Συντάγματος σε συνδυασμό με το Άρθρο 50 Ι. Α. (ε) του Συντάγματος, η εξουσία προς λήψη των σχετικών αποφάσεων ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο, εκτός αν αυτή εκχωρηθεί στη βάση του Άρθρου 4 (α) του Νόμου.
Ουσιαστικά, ο σχετικός ισχυρισμός της Εφεσείουσας εξαντλείται στη θέση ότι δεν απαιτείτο οποιαδήποτε εξουσιοδότηση διότι η κα Παπαγεωργίου δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση (ημερομηνίας 28.3.2025) κήρυξης του Εφεσίβλητου ως απαγορευμένου μετανάστη, αλλά απλά τον ενημέρωσε περί τούτου. Η θέση αυτή έχει ήδη αρνητικά απαντηθεί υπό τον τρίτο λόγο Έφεσης (ανωτέρω). Η κα Παπαγεωργίου έλαβε απόφαση κήρυξης του Εφεσίβλητου ως απαγορευμένου μετανάστη και ελλείψει οποιασδήποτε εξουσιοδοτήσεως προς τούτο, είτε από τον Νόμο είτε δια αρμόδιας εκχωρήσεως, έπραξε αυτό αναρμόδια.».
Υπό το φως των πιο πάνω, ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου ευσταθεί. Ελλείψει οποιασδήποτε εξουσιοδοτήσεως προς τούτο, είτε από το Κεφ. 105 είτε δια αρμόδιας εκχωρήσεως, αναρμόδια η συγκεκριμένη Λειτουργός έλαβε την απόφαση κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη. Αυτή η διαπίστωση επηρεάζει βεβαίως και την εγκυρότητα των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, τα οποία εκδόθηκαν στη βάση της απόφασης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη.
Παρόλο που με την πιο πάνω διαπίστωση σφραγίζεται η τύχη της υπό κρίση προσφυγής, προχωρώ, για σκοπούς ολοκλήρωσης του σκεπτικού του Δικαστηρίου, και στην εξέταση του βασικού άξονα της επιχειρηματολογίας του αιτητή, ήτοι του ισχυρισμού περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι προχώρησαν στην έκδοση των επίδικων διαταγμάτων χωρίς να λάβουν υπόψη τους την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου του αιτητή, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, το οποίο απαιτεί, κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ αυτού, να τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης και να λαμβάνονται υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Συναφής είναι και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Κρίνω ότι και ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης ευσταθεί.
Στην Karsang Dorje Lama, ανωτέρω, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«[.] η Εφεσείουσα όφειλε, σύμφωνα με το Άρθρο 18ΟΖ του Νόμου (αρχή της μη επαναπροώθησης), να λάβει υπόψη, κατά την λήψη των αποφάσεων της ημερομηνίας 28.3.2025, στοιχεία, τα οποία υπήρχαν ήδη στο φάκελο της και αφορούσαν την οικογενειακή κατάσταση του Εφεσίβλητου (συμπεριλαμβανομένου και του τέκνου του). Δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης να έπραξε τούτο. Το Άρθρο 18ΟΖ του Νόμου, συγκεκριμένα, προνοεί τα ακόλουθα οι υπογραμμίσεις δικές μας):
«18ΟΖ. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη -
(α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και
(β) την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και
(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.»
Τονίζεται ότι η υποχρέωση τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης οφείλει να τυγχάνει, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και αυτεπάγγελτης εξέτασης από τα ημεδαπά δικαστήρια όταν εξετάζουν τη νομιμότητα απόφασης επιστροφής (βλ. Υπόθεση Αρ. C-156/23 Ararat, απόφαση ΔΕΕ ημερομηνίας 17.10.2024) ή/και διατάγματος κράτησης προς επιστροφή/απέλαση (βλ. Υπόθεση Αρ. C-313/25 PPU Adrar, απόφαση ΔΕΕ ημερομηνίας 4.9.2025).».
Παρομοίως, και στην υπό κρίση περίπτωση, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, δεν φαίνεται οι καθ’ ων η αίτηση, πριν από την απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ημερομηνίας 14.5.2026, να έλαβαν υπόψη τους, ως όφειλαν να πράξουν, στοιχεία που ήδη υπήρχαν εντός του διοικητικού φακέλου του Τμήματος, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1» κατά τις διευκρινίσεις και τα οποία αφορούσαν στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή. Ειδικότερα, στον διοικητικό φάκελο περιέχεται επιστολή των δικηγόρων του αιτητή προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 20.2.2023, δια της οποίας ο αιτητής ζητούσε όπως τού παραχωρηθεί άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής, για ανθρωπιστικούς λόγους. Στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής απέκτησε στις 5.2.2018 ανήλικο τέκνο μαζί με την Ινδή σύζυγό του, το οποίο διαμένει μαζί τους. Επισυναπτόταν δε στην υπό αναφορά επιστολή σχετικό πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου τέκνου. Μάλιστα, η εν λόγω επιστολή μαζί με το συνημμένο πιστοποιητικό περιέχεται και στο δικόγραφο της ένστασης ως παράρτημα 10. Πρόκειται για στοιχεία που προδήλως είχαν τεθεί και ήσαν εν γνώσει της Διοίκησης ήδη από το έτος 2023, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Τα εν λόγω στοιχεία, αν και υπήρχαν στον διοικητικό φάκελο κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη από τους καθ’ ων η αίτηση κατά παράβαση του εκ του Νόμου απορρέοντος καθήκοντός τους και, κατ’ επέκταση, δεν φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και η οικογενειακή ζωή του αιτητή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ως επιτάσσει το άρθρο 18ΟΖ του Νόμου. Ούτε και στον διοικητικό φάκελο εντοπίζεται οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου: στο υπηρεσιακό σημείωμα ημερομηνίας 7.10.2024 (παράρτημα 11 στο δικόγραφο της ένστασης), το οποίο ετοιμάστηκε στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος του αιτητή για παροχή δικαιώματος διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, ουδεμία αναφορά γίνεται στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και στην ύπαρξη τέκνου. Παρομοίως, ούτε στην επιστολή της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια, ημερομηνίας 14.5.2026 (παράρτημα 13 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου εκτίθεται το ιστορικό του αιτητή και υποβάλλεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, αλλ’ ούτε στην κατάθεση του Αστυφύλακα [.], ο οποίος συνέλαβε τον αιτητή στις 13.5.2026 (επίσης παράρτημα 13), γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και στην ύπαρξη τέκνου.
Ως εκ των πιο πάνω, και υπό το φως και της Karsang Dorje Lama, ανωτέρω, διαπιστώνεται και εν προκειμένω παράβαση των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, μη διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση και εμφιλοχώρηση ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης στην κρίση τους (βλ. και την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Munish Kumar v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 997/2025(Κ), ημερ. 8.1.2026, καθώς και την απόφαση στην T.S. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 693/2024 (Κ), ημερ. 4.6.2024, οι οποίες και δεν εφεσιβλήθηκαν).
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αποβαίνουν καθοριστικές για την έκβαση της παρούσας.
Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενες αποφάσεις ακυρώνονται με €1900 έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο