ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 613/2026 (Κ))
(i-Justice)
29 Ιουνίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ELISABETH ADEKEMI ABU
Αιτήτρια,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Νατάσα Χαραλαμπίδου, για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον αιτητή.
Μελίνα Βασιλείου, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια- και μετά την απόσυρση κατά το στάδιο των διευκρινήσεων της αιτούμενης θεραπείας υπό παράγραφο (Γ) της Προσφυγής -στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 4.6.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, η αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας, η οποία εισήλθε περί το 2022 στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών.
Στις 24.3.2022, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 25.7.2023. Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια στις 29.2.2024 κατά της νομιμότητας της οποίας η αιτήτρια δεν άσκησε οποιαδήποτε Προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου.
Ακολούθως και δη στις 30.9.2025 η αιτήτρια υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 9.10.2025.
Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την Προσφυγή αρ.Τ525/25 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 2.2.2026.
Στις 4.6.2026, η αιτήτρια συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Κατά την ίδια δε ημέρα εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά της αιτήτριας, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη της αιτήτριας ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής της στη Δημοκρατία από τις 30.3.2024, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης της αιτήτριας από τη Δημοκρατία.
Σημειώνεται ότι η αιτήτρια και μετά την παρέλευση πέντε ημερών από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων-και δη στις 9.6.2026- υπέβαλε δεύτερη κατά σειρά μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία ως δήλωσε η κα Βασιλείου κατά το στάδιο των διευκρινήσεων με παραπομπή στο φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο, έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη με απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16.6.2026 και αναμένεται να κοινοποιηθεί στην αιτήτρια.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 10.6.2026.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου.
Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί, ότι κατά το στάδιο των διευκρινήσεων της υπόθεσης η πλευρά της αιτήτριας απέσυρε τον εγειρόμενο με τη γραπτή της αγόρευση ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης.
Επί της ουσίας, οι πλείστοι εκ των προβαλλόμενων ισχυρισμών της αιτήτριας που αναπτύσσονται στη γραπτή της αγόρευση εδράζονται στην κύρια και κεντρική θέση ότι η υποβολή αυτής της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης ημερομηνίας 9.6.2026 είχε ως αποτέλεσμα η αιτήτρια να ανακτήσει το προηγούμενο νόμιμο καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας και να διατηρεί δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία.
Οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί της αιτήτριας θα εξεταστούν σωρευτικά. Συγκεκριμένα η πλευρά της αιτήτριας διατείνεται ότι: α) η απόφαση της Διευθύντριας να εκδώσει και/ή να διατηρήσει σε ισχύ τα προσβαλλόμενα διατάγματα μετά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης ημερομηνίας είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας, πλάνης, κατάχρησης εξουσίας και ανύπαρκτης αιτιολογίας β) η Διευθύντρια υπό πλάνη παρέλειψε να εκδώσει μετά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης νέα αιτιολογημένη απόφαση επί του κατά ποσόν θα έπρεπε να συνεχίσει η κράτηση της αιτήτριας, γ) τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν την αρχή της μη επαναπροώθησης καθότι από τη στιγμή που η αιτήτρια καταχώρησε μεταγενέστερη αίτηση οι καθ’ ων η αίτηση εμποδίζονται να την απελάσουν σε χώρα που ισχυρίζεται ότι υφίσταται δίωξη πριν την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης της, δ) τα διατάγματα παραβιάζουν το άρθρο 18ΠΣΤ(1) (6) και (7) του Κεφ. 105 και το άρθρο 15 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ καθότι εξαιτίας της καταχώρησης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια δεν υπόκειται σε διαδικασίες επιστροφής και η κράτηση παύει να δικαιολογείται μέχρι την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και ε) η αιτιολογία που προβάλλεται στα επίδικα διατάγματα ήτοι ότι η αιτήτρια «παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 30/03/2024, όταν παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης της από την Δημοκρατία» είναι λανθασμένη και παραπλανητική καθότι τόσο στις 30.9.2025 που καταχωρήθηκε η πρώτη μεταγενέστερη της αίτηση μέχρι την απόρριψη αυτής όσο και από τις 9.6.2026 που καταχωρίστηκε η δεύτερη μεταγενέστερη της αίτηση, η οποία ως ισχυρίζεται η εξέταση της εκκρεμεί, η αιτήτρια είχε ανακτήσει το νόμιμο καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας με δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία.
Η κα Βασιλείου, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αντιτείνει με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης ότι καθόλα ορθά οι καθ΄ων η αίτηση προέβηκαν στην κήρυξη της αιτήτριας ως απαγορευμένου μετανάστη και στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης τους η αιτήτρια παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Τονίζει δε, με παραπομπή σε συναφή νομολογία, ότι το γεγονός ότι η αιτήτρια μετά την έκδοση των διαταγμάτων προχώρησε στην υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ουδόλως επηρεάζει τη νομιμότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων και ουδόλως προσδίδει στην αιτήτρια καθεστώς νόμιμης παραμονής καθιστώντας την, ως ισχυρίζεται, αιτητή διεθνούς προστασίας.
Η όλη εισήγηση της αιτήτριας είναι παντελώς αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς απορριπτέοι κρίνονται και όλοι ισχυρισμοί της αιτήτριας, ως αυτοί έχουν καταγραφεί ανωτέρω και οι οποίοι εδράζονται επί της πιο πάνω εισήγησης.
Κατά πρώτον διότι τα όσα η αιτήτρια εισηγείται εξ αφορμής της υποβληθείσας εκ μέρους της (δεύτερης κατά σειράς) μεταγενέστερης αίτησης ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν στις 4.6.2026. Τούτο διότι καθοριστική είναι η διαπίστωση ότι η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας υποβλήθηκε, ως επιβεβαιώνεται από τα ερυθρά 83-86 του Τεκμηρίου 2, στις 9.6.2026 ήτοι πέντε ημέρες μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και συνεπώς σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης τους. Ως δεδομένο, λοιπόν, εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων ουδόλως δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης του Δικαστηρίου για σκοπούς εξέτασης της νομιμότητας των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων (Limon ν. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.126/21, ημερομηνίας 20/4/22). Συνεπώς ούτε και τα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται με έναυσμα την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης της ημερομηνίας 9.6.2025, δύνανται να εξεταστούν αφού αφορούν σε ισχυρισμούς που πραγματεύονται δεδομένα εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων και η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτά δεν θα ήταν ορθή(Δημοκρατία v Singh (Ε.Δ.Δ αρ.66/21, ημερομηνίας 14/1/25). Εν πάση περιπτώσει και για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων και μόνο δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ως δεικνύεται και από το ερυθρό 94 του Τεκμηρίου 2, η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε, ως και η κα Βασιλείου υπέδειξε, ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 16.6.2026.
Κατά δεύτερο διότι η όλη εισήγηση παραβλέπει ότι η αιτήτρια κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 4.6.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Ως ήδη υποδείχθηκε η αιτήτρια υπέβαλε στις 24.3.2022 αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 25.7.2023 και η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια στις 29.2.2024. Μάλιστα ως διαπιστώνω από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρό 44 Τεκμήριο 2) η αιτήτρια πληροφορείτο τόσο για το δικαίωμα της βάσει του άρθρου 146 Συντάγματος και του άρθρου 12 Α του Ν.73(Ι)/2018 να προσφύγει εντός προθεσμίας 30 ημερών κατά της νομιμότητας της εκδοθείσας απορριπτικής απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας όσο και για την έκδοση απόφασης επιστροφής της στη Νιγηρία ενώ δια αυτής παρέχετο μάλιστα στην αιτήτρια και χρόνος επτά ημερών για οικειοθελή αναχώρηση της από τη Δημοκρατία. Σημειώνεται δε ότι στη ρηθείσα επιστολή ρητώς κατεγράφετο ότι η εκδοθείσα απόφαση επιστροφής θα αναστέλετο είτε μέχρι την πάροδο άπρακτης της προαναφερθείσας προθεσμίας για άσκηση Προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου είτε σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας Προσφυγής μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο.
Η αιτήτρια δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για ακύρωση της, ώστε αυτή κατέστη τελική συμφώνως και με τα όσα διαλαμβάνονται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(1)/2000 (βλ. σχετικά και άρθρο 8 του ίδιου Νόμου αναφορικά με το δικαίωμα παραμονής).
Αυτό δε το γεγονός το οποίο η αιτήτρια ουδόλως αμφισβήτησε, ήτοι ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 25.7.2023 απεστάλη στην αιτήτρια στις 29.2.2024 καθώς και ότι η αιτήτρια ουδόλως προσέφυγε κατά της νομιμότητας αυτής, είναι που αποτυπώνεται στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 4.6.2026 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, το οποίο, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των διαταγμάτων.
Επομένως η αιτήτρια και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους της διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 4.6.2026 η αιτήτρια αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, από τις 30.3.2024, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης της από τη Δημοκρατία, ως άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στη δοθείσα αιτιολογία της απόφασης για κήρυξη της αιτήτριας ως απαγορευμένου μετανάστη αλλά και του διατάγματος απέλασης.
Τα πιο πάνω απαντούν και στην έτερη θέση της αιτήτριας ότι η αιτιολογία των προσβαλλόμενων αποφάσεων-ήτοι ότι η αιτήτρια παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 30.3.2024-είναι εσφαλμένη καθότι η αιτήτρια στις 30.9.2025 είχε υποβάλει την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση της και επομένως είχε ανακτήσει το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας. Αρκεί να σημειωθεί ότι και πέραν των όσων λέχθηκαν ανωτέρω η θέση αυτή παραβλέπει ότι ούτε καν η υποβολή πρώτης μεταγενέστερης αίτησης δεν δύναται να προσδώσει στον εκάστοτε αιτητή καθεστώς αιτητή ασύλου ή δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία μέχρι την εξέταση αυτής αλλά ούτε και να επηρεάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν κατά το χρόνο που εκκρεμεί η εξέταση του παραδεκτού της (Nsah ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερομηνίας 22.10.2024) (Madber v Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 8/22, ημερομηνίας 17/11/22). Άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω ότι ήδη από τις 2.2.2026 -και πριν από την έκδοση των επίδικων αποφάσεων- είχε εκδοθεί επικυρωτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή που η αιτήτρια άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 9.10.2025 επί της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης της για χορήγηση διεθνούς προστασίας.
Απορριπτέος κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η δοθείσα αιτιολογία του διατάγματος κράτησης είναι ανυπόστατη και δεν συνάδει, ως προϊόν πλάνης, με τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Όπως ρητά αναγράφεται και επεξηγείται και στο ίδιο το διάταγμα κράτησης διαπιστώθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1) (α) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής της αιτήτριας, λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και είναι αρνητική στον επαναπατρισμό της, χωρίς να υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Τα όσα η αιτήτρια αναφέρει στη γραπτή της αγόρευση ήτοι ότι ουδέποτε της κοινοποιήθηκε απόφαση επιστροφής καθώς και ότι η αρνητικότητα της σε επαναπατρισμό οφείλεται στο ότι η ίδια υφίσταται σοβαρή δίωξη εξού και ως ισχυρίζεται καταχώρησε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, ουδόλως αντικρούουν τα όσα νομίμως καταγράφονται στην ίδια την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και τα οποία επιβεβαιώνονται ευθέως από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.
Ως υποδείχθηκε και ανωτέρω, από το Τεκμήριο 2 (ερυθρό 44) προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου με επιστολή της ημερομηνίας 21.2.2024 πληροφορούσε την αιτήτρια τόσο για την απόρριψη της αίτησης πολίτικου ασύλου την οποία είχε υποβάλει όσο και για την έκδοση απόφασης επιστροφής στη χώρα της, το περιεχόμενο της οποίας έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω και δια της οποίας μάλιστα παραχωρείτο και χρονικό διάστημα επτά ημερών για οικειοθελή αναχώρηση της αιτήτριας. Επομένως τα όσα αναφέρονται από τη πλευρά της αιτήτριας περί τούτου ουδόλως ευσταθούν.
Η δε θέση της αιτήτριας ότι η αρνητικότητα στον επαναπατρισμό της, οφείλεται στη δίωξη που υφίσταται στην πατρίδα της, παραγνωρίζει πλήρως το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τόσο η αίτηση ασύλου όσο και πρώτη μεταγενέστερη αίτηση που η αιτήτρια υπέβαλε αλλά ακόμα και η Προσφυγή που καταχώρησε κατά της νομιμότητας της μεταγενέστερης αυτής αίτησης κρίθηκαν και δη προ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων απορριπτέες. Τα πιο πάνω επισφραγίζουν οριστικά το ζήτημα περί υφιστάμενης δίωξης καθώς και περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, εισήγηση την οποία η αιτήτρια άλλωστε στήριξε επί της δεύτερης υποβληθείσας μεταγενέστερης αίτησης της ημερομηνίας 9.6.2026 και η οποία ως ήδη λέχθηκε δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο αφού ερείδεται επί μεταγενέστερου και εκτός του ουσιώδους χρόνου γεγονός.
Υπενθυμίζεται δε ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού της αιτήτριας, της δηλωθείσας άρνησης της για επαναπατρισμό, η οποία επιβεβαιώνεται αναντίλεκτα από την επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 4.6.26 καθώς και της μη συμμόρφωσης της με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής της αιτήτριας χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Επομένως το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).
Απορριπτέα κρίνεται και η θέση της αιτήτριας ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν το άρθρο 18 ΟΘ(1) του Κεφ. 105 και τη χρηστή διοίκηση λόγω του ότι δεν δόθηκε στην αιτήτρια κανένα χρονικό περιθώριο για οικειοθελή αναχώρηση από την Δημοκρατία ενέργεια, η οποία κατά τη συνήγορο της αιτήτριας, αποτελεί υποχρέωση των καθ’ ων η αίτηση πριν την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.
Καθίσταται σαφές ότι οι καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται από τις πρόνοιες της παραγράφου (4) του άρθρου 18ΟΘ του Κεφ.105 να μην χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στην αιτήτρια, εφόσον, όπως νομίμως ήδη κρίθηκε, υπήρχε κίνδυνος διαφυγής της. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:
«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Υπενθυμίζεται δε ότι η αιτήτρια και μετά την απόρριψη της αίτησης της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Η αιτήτρια ουδέποτε νομιμοποίησε τη διαμονή της στη Δημοκρατία στην οποία συνέχιζε να παραμένει παράνομα μέχρι και τη σύλληψη της και έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, παραμένοντας μάλιστα, ως υποδείχθηκε, αρνητική στον επαναπατρισμό της. Συνεπώς και στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, η κρίση της διοίκησης να μην παραχωρήσει στην αιτήτρια χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση, κρίνεται ορθή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας (G.S.D.A.M και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023(Κ) (i-Justice), ημερομηνίας 9/6/23), V.E.Av Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 583/2023 (i-JUSTICE), ημερομηνίας 2/6/23).
Καταληκτικά επισημαίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).
Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο