KELECHI KINGSLEY OSUJI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 635/2026, 29/6/2026
print
Τίτλος:
KELECHI KINGSLEY OSUJI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 635/2026, 29/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 635/2026 (Κ)

                                                                                   (i-Justice)       

 

                                29 Ιουνίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                     KELECHI KINGSLEY OSUJI

 

                                                                                           Αιτητής,

                                       και

                 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

    1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

    2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Μ. Μαυρονικόλας, για ΛΑΝΑ ΑΛ ΤΑΧΕΡ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον αιτητή.

Ε. Ιωάννου (κα), δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής- και μετά την απόσυρση κατά το στάδιο των διευκρινήσεων της αιτούμενης θεραπείας υπό παράγραφο (Δ) της Προσφυγής-στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 8.6.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, ο οποίος εισήλθε, σε άγνωστο χρόνο, παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Στις 14.11.2022, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 31.8.2023.

 

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.4199/2023 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 25.11.2025.

 

Στις 8.6.2026, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Κατά την ίδια δε ημέρα εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 25.11.2025, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Σημειώνεται ότι ο αιτητής και μετά την παρέλευση τεσσάρων ημερών από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων-και δη στις 12.6.2026- υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία ως δήλωσε η κα Ιωάννου κατά το στάδιο των διευκρινήσεων με παραπομπή στο φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο, έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη με απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24.6.2026.

 

Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 16.6.2026.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενώπιον μου διοικητικών φακέλων της υπόθεσης, περιλαμβανομένου και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Επί της ουσίας, οι πλείστοι εκ των προβαλλόμενων ισχυρισμών του αιτητή που αναπτύσσονται στη γραπτή του αγόρευση και βάλλουν κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων, εδράζονται στην κύρια και κεντρική θέση ότι η υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης ημερομηνίας 12.6.2026 -η εξέταση της οποίας κατά τον αιτητή ακόμη εκκρεμεί- έχει ως αποτέλεσμα ο αιτητής να διατηρεί το καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας και/ή τουλάχιστον, ως αναφέρεται, δικαίωμα νόμιμης παραμονής και ελεύθερης διακίνησης στη Δημοκρατία μέχρι να κριθεί το παραδεκτό ή μη της εν λόγω αιτήσεως. 

 

Είναι δε επί της πιο πάνω θέσης που ο αιτητής εγείρει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: α)τα προσβαλλόμενα διατάγματα εκδόθηκαν υπό πλάνη και με πλημμελή αιτιολογία, β) αφ΄ης στιγμής ο αιτητής συνεχίζει και παραμένει αιτητής ασύλου ενόψει της εκκρεμούσης μεταγενέστερης αίτησης, τα επίδικα διατάγματα παραβιάζουν την αρχή της μη επαναπροώθησης καθώς και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, τη Διεθνή Σύμβαση του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Οδηγία 2013/33 και Οδηγία 2008/115/ΕΚ, γ)εξαιτίας του γεγονότος ότι ο αιτητής είναι αιτητής διεθνούς προστασίας δεν υπόκειται σε διαδικασίες απέλασης και ως εκ τούτου η συνέχιση της κράτησης του παύει να δικαιολογείται δ) οι καθ' ων η αίτηση εσφαλμένα «δεν έχουν επαρκώς αιτιολογήσει την συνέχιση της κράτησης του αιτητή από την στιγμή που ενημερώθηκαν ότι ο αιτητής προχώρησε σε καταχώρηση μεταγενέστερης αίτησης η οποία ακόμη εκκρεμεί» και ε) τα προσβαλλόμενα διατάγματα λήφθηκαν κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης και με κακή άσκηση διακριτικής ευχέρειας και χωρίς δέουσα έρευνα αφού αγνοήθηκε παντελώς το γεγονός ότι ο αιτητής παραμένει αιτητής ασύλου.

 

Η κα Ιωάννου υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων αντιτείνει με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης ότι καθόλα ορθά οι καθ΄ων η αίτηση προέβηκαν στην κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης τους ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Τονίζει δε, ότι η μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων υποβολή μεταγενέστερης αιτήσεως διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα καθότι αυτή αφορά σε μεταγενέστερο του ουσιώδους χρόνου γεγονός καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση η μεταγενέστερη αυτή αίτηση δεν θα μπορούσε να προσδώσει στον αιτητή δικαίωμα παραμονής και καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας.

 

Η όλη εισήγηση του αιτητή είναι παντελώς αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς σωρευτικώς απορριπτέοι κρίνονται και όλοι οι ισχυρισμοί του αιτητή, ως αυτοί καταγράφηκαν ανωτέρω, οι όποιοι στηρίζονται στη θεώρηση ότι ενόψει της υποβληθείσας εκ μέρους του μεταγενέστερης αίτησης διατηρούσε, πλέον, καθεστώς αιτητή ασύλου και δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία.

 

Τούτο διότι τα όσα ο αιτητής εισηγείται εξ αφορμής της υποβληθείσας εκ μέρους του μεταγενέστερης αίτησης ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν στις 8.6.2026. Καθοριστική δε είναι η διαπίστωση, την οποία ο αιτητής εμφανώς παραβλέπει, ότι η μεταγενέστερη αίτηση του υποβλήθηκε, ως επιβεβαιώνεται από τα ερυθρά 91-94 του Τεκμηρίου 2 στις 12.6.2026 ήτοι τέσσερις ημέρες μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και συνεπώς σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης τους. Ως δεδομένο, λοιπόν, εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων ουδόλως δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης του Δικαστηρίου για σκοπούς εξέτασης της  νομιμότητας των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων (Limon ν. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.126/21, ημερομηνίας 20/4/22). Συνεπώς ούτε και τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται με έναυσμα την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του ημερομηνίας 12.6.2026, δύνανται να εξεταστούν αφού αφορούν σε ισχυρισμούς που πραγματεύονται δεδομένα εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων και η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτά δεν θα ήταν ορθή(Δημοκρατία v Singh (Ε.Δ.Δ αρ.66/21, ημερομηνίας 14/1/25). Εν πάση περιπτώσει και για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων και μόνο δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω, ως δεικνύεται άλλωστε και από το ερυθρό 104 του Τεκμηρίου 2, ότι η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε, ως και η κα Ιωάννου υπέδειξε, ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 24.6.2026. Άλλωστε και μάλλον εκ του περισσού επισημαίνω ότι, συμφώνως και με τη νομολογία, ούτε καν η υποβολή πρώτης μεταγενέστερης αίτησης δεν δύναται να προσδώσει στον εκάστοτε αιτητή καθεστώς αιτητή ασύλου ή δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία μέχρι την εξέταση αυτής αλλά ούτε και να επηρεάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν κατά το χρόνο που εκκρεμεί η εξέταση του παραδεκτού της (Nsah ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. αρ.20/2024, ημερομηνίας 22.10.2024) Madber v Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 8/22, ημερομηνίας 17/11/22). 

Καθίσταται δε σαφές ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 8.6.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Ως ήδη υποδείχθηκε και ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης επιβεβαιώνει με τρόπο αναντίλεκτο ήδη από τις 25.11.2025 είχε εκδοθεί επικυρωτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ώστε αυτή, συμφώνως και με τα όσα διαλαμβάνονται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(1)/2000, κατέστη τελική.

 

Τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία συναπαρτίζουν το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή και τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του αιτητή, είναι που αποτυπώνονται και στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 8.6.2026 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, το οποίο, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των διαταγμάτων.

 

Επομένως ο αιτητής και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6(1) του Κεφ.105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 8.6.2026 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 25.11.2025, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε και η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του, ως καταγράφεται ρητώς και στη δοθείσα αιτιολογία του διατάγματος απέλασης. 

 

Συνεπώς καθόλα νόμιμα εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης και το οποίο ως διαπιστώνω είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας  (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).

 

Υπενθυμίζεται δε ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς  απέλασης αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή, της δηλωθείσας άρνησης του για επαναπατρισμό, η οποία επιβεβαιώνεται αναντίλεκτα από την επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 8.6.26 καθώς και της μη συμμόρφωσης του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής του αιτητή χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της.

Απορριπτέοι δε κρίνονται και οι ισχυρισμοί του αιτητή περί κατάχρησης και παραβίασης της αρχής της καλής πίστης. Καταρχάς, οι ισχυρισμοί αυτοί του αιτητή προβάλλονται με παντελώς αόριστο και γενικό τρόπο. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνω ότι αφ΄ης στιγμής οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν δυνάμει συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου και η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των προνοιών του Κεφ.105, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, οι οποίες έχουν μόνο συμπληρωματικό χαρακτήρα εκεί όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191) και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α. (Αναθεωρητική Έφεση αρ.19/11, ημερομηνίας 22/12/2016).

 

Τέλος ούτε η αποσπασματική αναφορά του αιτητή στη γραπτή του αγόρευση ότι η απόφαση των καθ΄ων η αίτηση παραβιάζει τα άρθρα 15 και 22 του Συντάγματος δύναται να τύχει δικαστικής εξέτασης αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται καν στα νομικά σημεία της Προσφυγής κατά παράβαση των απαιτήσεων που θέτει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η πάγια νομολογία (Nestoras Hotels Ltd και Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.169/18, ημερομηνίας 20/3/24) (Χριστοδουλίδης και Πανεπιστημίου Κύπρου (Αναθεωρητική Έφεση αρ.95/12, ημερομηνίας 6/7/18), ECLI:CY:AD:2018:C344 Λεωφορεία Λευκωσίας Λίμιτεδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56). Πρόσθετα και σε ότι αφορά την απλή και μόνο λεκτική αναφορά του αιτητή ότι δια της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάζεται το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επισημαίνεται ότι ο αιτητής ουδέν εξειδίκευσε προς υποστήριξη της θέσης του, την οποία προέβαλε με παντελώς αόριστο και γενικό τρόπο χωρίς οποιαδήποτε, έστω στοιχειώδη ανάπτυξη οποιουδήποτε επιχειρήματος ή άλλη τεκμηρίωση με παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία, με αποτέλεσμα η αναφορά του αυτή, να παρέμεινε ανεπίδεκτη δικαστικού ελέγχου (Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 60/2016, ημερομηνίας 6/9/2013) (Καρατασουσίδης ν. Δημοκρατίας, (Υποθ. Αρ. 836/2016, ημερ.25.9.2020) A.και Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ.601/22(Κ), ημερομηνίας 13/12/22).

 

Καταληκτικά επισημαίνω ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα ήταν προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας και ότι ο αιτητής δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).

 

Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

                                                   Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο