Κώστας Μιχαήλ Κωνσταντίνου ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργείου Οικονομικών, Υπόθεση Αρ. 727/2019, 19/6/2026
print
Τίτλος:
Κώστας Μιχαήλ Κωνσταντίνου ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργείου Οικονομικών, Υπόθεση Αρ. 727/2019, 19/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                         

  Υπόθεση Αρ. 727/2019

                                                   19 Ιουνίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

                        ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

                                                 Κώστας Μιχαήλ Κωνσταντίνου

                                                                                                                      Αιτητής,

και

 

Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργείου Οικονομικών

    Καθ' ων η Αίτηση.

   

 __________________

 

Αμφιτρίτη Παναγιώτου, δια Αρτεμίου, Πιερή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Αιτητή.

Έλενα Συμεωνίδου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση.

  ___________________

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται: «Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η διοικητική πράξη ή/και απόφαση που κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 19/03/19 φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην παρούσα αίτηση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του για αναγνώριση της υπηρεσίας του στο Τμήμα Φυλακών της Κυπριακής Δημοκρατίας για σκοπούς μισθοδοσίας και ωφελημάτων συνταξιοδότησης στην παρούσα του θέση είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε εννόμου αποτελέσματος.»

 

Ως καταγράφεται στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει αντίστοιχα από τα σχετικά έγγραφα τoυ διοικητικoύ φακέλoυ του Υπουργείου Οικονομικών (ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ 15.37.003, Θέμα: Αναγνώριση προϋπηρεσίας για σκοπούς σύνταξης) ο οποίος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο κατά τις Διευκρινήσεις, τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής.

 

Ο Αιτητής εργαζόταν ως Κλινικός Ψυχολόγος στο Τμήμα Φυλακών, για τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000. Όπως καταγράφεται σε επιστολή που απεστάλη στον Αιτητή στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας «Αναγνώριση προϋπηρεσίας για σκοπούς σύνταξης», η Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών που ο αιτητής είχε συνάψει με το Διευθυντή Τμήματος Φυλακών, εκ μέρους της Κυβέρνησης, αποτελούσε «απασχόληση με καθεστώς μίσθωσης υπηρεσιών», ενώ περιλάμβανε τα ακόλουθα:

(α)     Η απασχόλησή του αιτητή στις φυλακές είχε την έννοια μίσθωσης υπηρεσιών και δεν συνεπαγόταν τον προσωπικό του διορισμό σε οποιαδήποτε οργανική θέση της Δημόσιας Υπηρεσίας.

(β)     H αμοιβή του αιτητή καθορίστηκε σε συγκεκριμένη ύψος για κάθε ώρα εργασίας, χωρίς προκαθορισμένο ωράριο και ανάλογα με τι ανάγκες της υπηρεσίες.

(γ)     H μίσθωση υπηρεσιών του αιτητή ήταν σε προσωρινή βάση και μπορούσε να τερματισθεί οποτεδήποτε χωρίς να δοθεί η αναγκαία προειδοποίηση

 

Στη συνέχεια ο Αιτητής εργάσθηκε ως Κλινικός Ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας τη περίοδο 2002 - 2004 σε έκτακτη βάση, ενώ στις 5.5.2004, του προσφέρθηκε από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσία διορισμός, στη μόνιμη θέση Κλινικού Ψυχολόγου, τον οποίο και αποδέχτηκε.

 

Με επιστολή ημερ. 7.12.2018, προς το Υπουργείο Οικονομικών και την ΕΔΥ, ο αιτητής υπέβαλε μέσω των δικηγόρων του αίτημα για αναγνώριση της χρονικής περιόδου που προσέφερε υπηρεσίες στο Τμήμα Φύλακών για τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000, ως χρόνου συντάξιμης υπηρεσίας.

 

Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, αφού εξέτασε το αίτημα του αιτητή, απέστειλε σχετική απαντητική επιστολή, ημερ. 19.3.2019, με την οποία απέρριψε το αίτημα των δικηγόρων του αιτητή, επικαλούμενο τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 14(α) της περί Συντάξεων Νομοθεσίας ότι, «όταν περίοδος υπηρεσίας σε μη συντάξιμη θέση ή υπηρεσία πάνω σε προσωρινή βάση ή επί δοκιμασία ή έκτακτη ή ωρομίσθια ακολουθείται είτε αμέσως είτε ύστερα από διακοπή από υπηρεσία σε συντάξιμη θέση και ο διορισμός του υπαλλήλου σε συντάξιμη θέση έχει επικυρωθεί, η περίοδος αυτή λογίζεται συντάξιμη». Τούτου δοθέντος, κρίθηκε πως η χρονική περίοδος απασχόλησης υπό το καθεστώς αγοράς υπηρεσιών δεν μπορεί να λογιστεί ως συντάξιμη, αφού η συγκεκριμένη μορφή απασχόλησης δεν δημιουργεί υπαλληλική σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου.

 

Η επιστολή του αρμόδιου τμήματος ημερομηνίας 19.3.2019 αποτελεί την επίδικη δια της παρούσας προσφυγής πράξη, όπου ο αιτητής, προωθεί ισχυρισμούς ότι, εντοπίζεται έλλειψη  δέουσας  έρευνας  και/ή  ορθής  αξιολόγησης  των  γεγονότων εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση, ύπαρξη πλάνης της διοίκησης περί τα πράγματα και περί το νόμο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά και ότι υφίσταται παράλειψη έκδοσης αιτιολογημένης απόφασης, αφού, είναι η θέση του πως, οι Καθ' ων η αίτηση κάνουν αναφορά σε συμφωνία παροχής υπηρεσιών χωρίς αυτή να προσκομίζεται, ούτε προκύπτει πως ερεύνησαν το καθεστώς εργοδότησης του αιτητή. Τέλος δε, προβάλει ισχυρισμούς για παραβίαση της αρχής της Καλής Πίστης και κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους τη διοίκησης, επικαλούμενος παραβίαση των άρθρων 48, 50 και 51 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου νόμου (Ν.158(Ι)/1999).

 

 

Της εξέτασης των προβαλλόμενων ως λόγων ακύρωσης εκ μέρους του αιτητή, προέχει η εξέταση της προδικαστικής ενστάσεως την οποία εγείρει και προωθεί η κα.Συμεωνίδου μέσω της γραπτής της αγόρευσης περί αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, θέση στην οποία επέμεινε και στο στάδιο τον Διευκρινήσεων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση ότι, το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση της υπηρεσίας του τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000 η οποία ήταν υπό το καθεστώς αγοράς υπηρεσιών στο Τμήμα Φυλακών, για σκοπούς μισθοδοσίας και ωφελημάτων συνταξιοδότησης στην παρούσα του θέση, δεν μπορεί να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου, αφού πρέπει να προηγηθεί εύρημα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών κατά πόσο υπάρχει υπαλληλική σχέση μεταξύ του αιτητή και των Καθ’ ων η αίτηση για τον επίδικο χρόνο.

 

Επί της προδικαστικής τους ενστάσεως, οι Καθ’ ων η αίτηση, στην γραπτή τους αγόρευση αφού παραπέμπουν στα γεγονότα της υπόθεσης, προβάλλουν ότι, το παρόν Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει κατά πόσο υπήρχε υπαλληλική σχέση μεταξύ του αιτητή και του κράτους, κάτι το οποίο μόνο το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί να αποφασίσει, έχοντας ενώπιον του τις συμβάσεις του αιτητή και μαρτυρία για τον τρόπο άσκησης των υπηρεσιών του αιτητή, ώστε να διαφανεί κατά πόσο υπήρχε υπαλληλική σχέση κατά τον επίδικο χρόνο. Ως εκ των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η αίτηση θεωρούν ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας προσφυγής και συνεπώς η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί προδικαστικά.

 

Αντίθετα, ο ισχυρισμός του αιτητή είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν υπό καθεστώς πλάνης όταν αποφάσισαν ότι η απασχόληση του αιτητή για την περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000 αφορούσε καθεστώς αγοράς υπηρεσιών. O αιτητής ισχυρίζεται ότι, η απασχόληση του κατά εκείνη την περίοδο αφορούσε σύμβαση εργασίας και όχι σύμβαση προσφοράς υπηρεσιών. Μέσω της Απαντητικής  Γραπτής Αγόρευσης των δικηγόρων του, υποστηρίζει ότι, η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή λόγω του ότι ο αιτητής τον ουσιώδη χρόνο είναι δημόσιος υπάλληλος ο οποίος υπέβαλε αίτημα στη διοίκηση και το επίδικο ζήτημα είναι, εάν όντως εξετάστηκε ή εξετάστηκε ορθά το εργασιακό του καθεστώς την επίδικη περίοδο και συνακόλουθα εάν ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του περί Συντάξεων Νόμου και ειδικότερα του Άρθρου 14 ώστε να καταλήξουν στην απόρριψη του αιτήματος να αναγνωρισθεί η προηγούμενη υπηρεσία του, τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000, για σκοπούς ωφελημάτων συνταξιοδότησης.   

 

Εξετάζοντας την προδικαστική ένσταση, αναγνωρίζω ότι, παρόλο που δεν εγείρεται οιοδήποτε προδικαστικό ζήτημα στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, εντούτοις το θέμα αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου, αποτελεί ζήτημα θεμελιακού χαρακτήρα και συνεπώς μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, ακόμα και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Razis and Another ν. Republic (1982) 3 C.L.R. 45, Georghiou ν. Republic (1982) 3 C.L.R. 828, Yiangou v. The Republic (1987) 3 C.L.R. 27, Hadjigeorghi ν. The Minister of Finance (1987) 3 C.L.R. 280). Αυτή η τοποθέτηση του Δικαστηρίου απαντά και στη προβληθείσα θέση του αιτητή ότι εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση εγείρεται προδικαστικό σημείο το οποίο δεν δικογραφήθηκε με την καταχώρηση της Ένστασης τους, ως όφειλαν.

 

Έχω διαβάσει με προσοχή τα προβαλλόμενα, εκατέρωθεν, επιχειρήματα. Όπως καταγράφεται στα σχετικά γεγονότα της Ένστασης, ο αιτητής εργαζόταν με μίσθωση υπηρεσιών για τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000, εργάστηκε ως έκτακτος τη περίοδο 2002 – 2004 και από στις 5.5.2004 είναι διορισμένος δημόσιος υπάλληλος, ενώ η προσβαλλόμενη πράξη είναι η απόρριψη της αίτησης του για αναγνώριση της προηγούμενης υπηρεσίας του στο Τμήμα Φυλακών της Κυπριακής Δημοκρατίας για σκοπούς μισθοδοσίας και ωφελημάτων συνταξιοδότησης στην παρούσα του θέση.

 

Όπως υποστηρίζει η κα.Συμεωνίδου, αντίστοιχα ζητήματα κρίθηκαν ήδη από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως οι αποφάσεις τις οποίες επικαλείται στη γραπτή της αγόρευση. Μεταξύ άλλων, επικαλείται την απόφαση Πάρη ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Υπόθεση αρ. 163412017, ημερομηνίας 29.1.2021, όπου το ζήτημα ήταν αν ο εκεί αιτητής τελούσε όντως σε σχέση απασχόλησης ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά και σε άλλες αποφάσεις, όπως και την απόφαση ημερ. 21/01/2008, Αντιγόνη Αβραάμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2008) 3 ΑΑΔ 49, υπόθεση υπ' αρ. 1546/2006,  η οποία αφορούσε τερματισμό υπηρεσιών εκτάκτου υπαλλήλου και όπου η πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθόρισε τις αρχές της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα. Ωστόσο, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σαφώς διαφοροποιούνται από τα γεγονότα των υποθέσεων τις οποίες επικαλείται η δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίες αφορούσαν αποφάσεις διαθεσιμότητας, τερματισμού, απόλυσης συμβασιούχων ορισμένης ή αορίστου διάρκειας.

 

Σημειώνω ακόμα ότι, όπως εύστοχα παρατηρεί η κα.Παναγιώτου σε όλες τις εν λόγω υποθέσεις που επικαλείται η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, οι αιτητές δεν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, όπως εν προκειμένω ο αιτητής. Στη παρούσα δεν αποτελεί αντικείμενο η φύση της απασχόλησης του αιτητή, ως πεπλανημένα ισχυρίζεται η εκπρόσωπος των Καθ’ ων η αίτηση, αλλά εάν το αίτημα του αιτητή μέσω της επιστολής ημερ. 7.12.2018 προς το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικοί και προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, εξετάστηκε με την ορθή διαδικασία και κατ΄επέκταση εάν ερμηνεύθηκαν ορθά οι πρόνοιες του περί Συντάξεων Νόμου και ειδικότερα του Άρθρου 14. Τουτέστιν, το ζήτημα δεν είναι καταπόσον η φύση της  προηγούμενη υπηρεσία του τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000 εμπίπτει εντός της έννοιας της σχέσης δημοσίου δικαίου, αλλά εάν αυτή του η προϋπηρεσία, αναλόγως της ισχύουσας εργασιακής σχέσης, έπρεπε να του αναγνωρισθεί για σκοπούς μισθοδοσίας και ωφελημάτων συνταξιοδότησης στην παρούσα του θέση ως δημόσιος πλέον υπάλληλος.

 

Καταγράφοντας αυτά, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την ευπαίδευτη δικηγόρο του αιτητή ότι, η φύση της επίδικης πράξης εμπίπτει στο δημόσιο δίκαιο, καθιστώντας το παρόν Δικαστήριο αρμόδιο για την επίλυση της. Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.

 

Λέγοντας αυτά θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, ως οι λόγοι ακύρωσης οι οποίοι προωθούντα μέσω της γραπτής αγόρευσης του αιτητή.

 

Κύριος ισχυρισμός του αιτητή είναι ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν νομικής και πραγματικής πλάνης ως προς το κατά πόσο υφίστατο εργασιακή σχέση μεταξύ του κράτους και του αιτητή την περίοδο απασχόλησης του από 16.11.1992 - 27.4.2000, η οποία να τον εντάσσει στις πρόνοιες του άρθρου 14(α) της περί Συντάξεων Νομοθεσία. Σχετικά υποστηρίζει ότι, η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη επειδή οι καθ' ων η αίτηση κάνουν αναφορά σε συμφωνία παροχής υπηρεσιών χωρίς αυτή να προσκομίζεται, ούτε προκύπτει πως ερεύνησαν το καθεστώς εργοδότησης του αιτητή κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.

 

Από τα γεγονότα προκύπτει ότι, το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, αφού εξέτασε το αίτημα του αιτητή ημερ. 7.12.2018, απέστειλε την επιστολή ημερ. 19.3.2019, με την οποία το απέρριψε. Ειδικότερα διατυπώνεται στην εν λόγω επιστολή, το άρθρο 14(α) της περί Συντάξεων Νομοθεσίας, ήτοι πως, «όταν περίοδος υπηρεσίας σε μη συντάξιμη θέση ή υπηρεσία πάνω σε προσωρινή βάση ή επί δοκιμασία ή έκτακτη ή ωρομίσθια ακολουθείται είτε αμέσως είτε ύστερα από διακοπή από υπηρεσία σε συντάξιμη Θέση και ο διορισμός του υπαλλήλου σε συντάξιμη Θέση έχει επικυρωθεί, η περίοδος αυτή λογίζεται συντάξιμη». Τούτου δοθέντος, κατέληξε ότι, η χρονική περίοδος απασχόλησης υπό το καθεστώς αγοράς υπηρεσιών δεν μπορεί να λογιστεί ως συντάξιμη αφού η συγκεκριμένη μορφή απασχόλησης δεν δημιουργεί υπαλληλική σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου αφού κρίθηκε ως «απασχόληση με καθεστώς μίσθωσης υπηρεσιών».

 

Όπως είναι η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση, το αρμόδιο τμήμα αξιολόγησε το αίτημα του αιτητή και κατόπιν μελέτης και έρευνας όλων των σχετικών εγγράφων απέρριψε το αίτημα του να αναγνωριστεί η περίοδος που παρείχε υπηρεσίες στο Τμήμα Φυλακών ως συντάξιμη υπηρεσία. Ακόμα, υποστηρίζει, δεν υπάρχει οτιδήποτε στους όρους που αποδέχθηκε ο αιτητής που να επιβάλλει στους Καθ’ ων η αίτηση να αναγνωρίσουν ότι αυτός είχε σύμβαση εργοδότησης και όχι σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η δε ερμηνεία που δίδει ο αιτητής στο άρθρο 14(α) του περί Συντάξεως Νόμου του 1997, (Ν. 97(Ι)/1997) είναι λανθασμένη.

 

Αντίστοιχα, ο αιτητής υποστηρίζει ότι, ακριβώς επειδή προηγουμένως του διορισμού του στην μόνιμη θέση Κλινικού Ψυχολόγου στην κρατική υπηρεσία, παρείχε προϋπηρεσία στο Τμήμα Φυλακών ως Κλινικός Ψυχολόγος για τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000, καλύπτεται από τη σχετική νομοθεσία ώστε να κριθεί αναλόγως.

 

Η εν λόγω αναφορά την οποία επικαλούνται αμφότερες οι πλευρές, έχει ως εξής:

«14. Μόνο υπηρεσία σε συντάξιμη Θέση λογίζεται συντάξιμη:

Νοείται ότι-

(α) Όταν περίοδος υπηρεσίας σε μη συντάξιμη θέση ή υπηρεσία πάνω σε προσωρινή βάση ή με σύμβαση ή επί δοκιμασία ή έκτακτη ή ωρομίσθια ακολουθείται είτε αμέσως είτε ύστερα από διακοπή από υπηρεσία σε συντάξιμη θέση και ο διορισμός του υπαλλήλου  σε συντάξιμη θέση έχει επικυρωθεί, η περίοδος αυτή λογίζεται συντάξιμη».

 

Όπως γίνεται αποδεκτό από τα μέρη, ο χαρακτηρισμός της σχέσης εργασίας του Αιτητή από 16.11.1992 - 27.4.2000 αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το χαρακτηρισμό της περιόδου αυτής ως συντάξιμης ή όχι, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 14(α) της περί Συντάξεων Νομοθεσία.

 

Εξετάζοντας το περιεχόμενο του φακέλου ο οποίος έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο στο στάδιο των διευκρινήσεων διαπιστώνω τα ακόλουθα.

 

Το πως καθόρισε την σχέσης εργασίας του Αιτητή από 16.11.1992 - 27.4.2000 ως «απασχόληση με καθεστώς μίσθωσης υπηρεσιών», διαπίστωση απόλυτα ουσιαστική για την ένταξη του στο άρθρο 14(α) του περί Συντάξεως Νόμου, δεν προκύπτει από οιοδήποτε έγγραφο. Οι δε αναφορές σε πρόνοιες της συμφωνίας που είχε ο αιτητής με το κράτος για την εν λόγω περίοδο, ως παρατίθενται και στην παράγραφο 2 των Γεγονότων της Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση ουδόλως φαίνεται από ποιο έγγραφο έχουν προκύψει, ούτως ώστε να τυγχάνουν επίκλησης από τη διοίκηση. Όπως ορθά παρατηρεί η κα.Παναγιώτου, δεν φαίνεται το αρμόδιο τμήμα να είχε ενώπιον του τα απαραίτητα στοιχεία, ούτως ώστε να καταλήξει στην απόφαση του. Ειδικότερα, ενώ επικαλούνται σχετικές πρόνοιες της «συμφωνίας παροχής υπηρεσιών» μεταξύ του αιτητή και του κράτους, ώστε να στηρίξουν τη κατάληξη τους στην απόρριψη του αιτήματος, εντούτοις δεν καταδεικνύουν στο Δικαστήριο από ποιο έγγραφο αυτές προέρχονται, ούτε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο εντοπίζεται εντός του διοικητικού φακέλου από το Δικαστήριο. Εντός του φακέλου, διαπιστώνω, χωρίς να υπάρχει οιαδήποτε αρίθμηση στα έγγραφα, βρίσκεται Βεβαίωση η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην επιστολή του δικηγόρου του αιτητή ημερ. 7.12.2018, όπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Τμήμα Φυλακών βεβαιώνει ότι ο αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του ως Κλινικός Ψυχολόγος ως στο Τμήμα Φυλακών για τη χρονική περίοδο 16.11.1992 - 27.4.2000. Ουδέν άλλο έγγραφο εντοπίζεται, ειδικότερα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και/ή το Τμήμα Φυλακών, ούτως ώστε να καταδεικνύεται η εξέταση ακριβώς της φύσης εργασίας του αιτητή τη συγκεκριμένη περίοδο.

 

Όσον αφορά το θέμα της δέουσας έρευνας, πηγή πληροφόρησης της διοίκησης αλλά και στη συνέχεια του Δικαστηρίου και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο φάκελος και το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης (βλ. ΡΟΥΣΟΣ v. ΙΩΑΝΝΙΔΗ Κ.Α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549 και ΡΑΦΤΗ Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Εν προκειμένω, όπως έχω καταγράψει ανωτέρω, προκύπτει από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση η διοίκηση δεν πραγματοποίησε την οφειλόμενη έρευνα. Οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνουν τη θέση του αιτητή περί μη διεξαγωγής της δέουσας έρευνας ούτως ώστε να εντοπιστούν ακριβώς τα απαραίτητα στοιχεία για τον ορθό προσδιορισμό της φύσης της εργασιακής σχέσης που είχε αυτός με την πολιτεία, πριν καταλήξει το ΤΔΔΠ ότι η σχέση του αυτή εντασσόταν στην έννοια της μίσθωσης υπηρεσιών, ούτως ώστε να εφαρμόσει στη συνέχεια το άρθρο 14(α) του Νόμου.

 

Η κατάληξη μου αυτή οδηγεί στην επιτυχία του αντίστοιχου λόγου ακύρωσης. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης παρέλκει.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1800 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.       


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο