Υπόθεση Αρ. 741/2019
29 Ιουνίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Χαράλαμπος Παπαδόπουλος
Αιτητής
και
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
1. Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων
2. Τμήμα Οδικών Μεταφορών
Καθ’ ων η Αίτηση
Ρ. Φιλίππου (κα) για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Αιτητή.
Αλ. Καλησπέρα (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής, με την ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή, αιτείται «Α. Δήλωση ή/και Διάταγμα τον Δικαστηρίου ότι η απόφαση ημερομηνίας 05/03//2019 του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων που κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με επιστολή την οποία παρέλαβε την 12/03/2019, με την οποία του αναφέρθηκε ότι απορρίφθηκε η ένσταση που υπέβαλε μέσω Ιεραρχικής Προσφυγής ζητώντας ορισμό ανεξάρτητου εξεταστή για επανεξέταση της γραπτής εξέτασης του, εναντίον της απόφασης του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (TOM) για μη ανανέωση του Πιστοποιητικού Συμβούλου Ασφάλειας ADR (Accord Dangerous Routier) Σύμβουλος Ασφαλούς Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ΣΑ ΜΕΕ) που κατείχε ο Αιτητής, είναι άκυρη ή/και παράνομη ή/και στερείται νόμιμου αποτελέσματος.».
Όπως φαίνεται στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία αποτελούν μέρος του διοικητικού φακέλου, τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα.
Ο Αιτητής παρακάθισε την 21/03/2018 σε γραπτές εξετάσεις που διοργάνωσε το Τμήμα Οδικών Μεταφορών (στο εξής T.O.M.) σχετικά με την ανανέωση της ισχύος του πιστοποιητικού Επαγγελματικής Κατάρτισης Συμβούλου Ασφαλούς Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων, στις οποίες απέτυχε. Αναφορικά με τα αποτελέσματα, κυκλοφόρησε σχετική ανακοίνωση του Τ.Ο.M.. Μετά από αίτημα του Αιτητή, ενημερώθηκε μέσω επιστολής του T.O.M. ημερ. 9/05/2018, για τους επιτυχόντες της εν λόγω εξέτασης.
Στις 8/06/2018, ο Αιτητής μέσω των Δικηγόρων του κατέθεσε Ιεραρχική Προσφυγή ενώπιον της Υπουργού Μεταφορών Επικοινωνιών και Έργων, με την οποία ζητούσε επανεξέταση του γραπτού του. Την 11/10/2018, o κατάλογος με τα στοιχεία των εξουσιοδοτημένων Συμβούλων Ασφαλούς Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων ο οποίος βρίσκεται αναρτημένος στην ιστοσελίδα του T.O.M. επικαιροποιήθηκε.
Κατά της απόφασης ημερομηνίας 06/02/2019 με την οποίαν οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν την Ιεραρχική Προσφυγή (ένσταση) αιτητή, για την οποίαν ο αιτητής έτυχε ενημέρωσης στις 05/03/2019, καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή. Μέσω της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή, προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ως πρώτος λόγος ακύρωσης ότι, η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι προϊόν δέουσας έρευνας και στερείται επαρκούς αιτιολογίας, ενώ, ως ξεχωριστός λόγος, προωθείται η θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει εις βάρος του αιτητή τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης.
Αντίθετα, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του σχετικού Νόμου και των Κανονισμών, αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση. Επί των λόγων ακύρωσης που προωθούνται, η κα.Καλησπέρα απαντά ότι, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης είναι δε επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου.
Προς κρίση των προαναφερθέντων λόγων ακύρωσης και των επιχειρημάτων των δύο πλευρών, έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έγγραφα τα οποία αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο της ενώπιον μου υπόθεσης. Σημειώνω δε ότι, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα θέματα οδικής μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων είναι ο περί Οδικής Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων Νόμος του 2004 (Ν.29(Ι)/2004), που είναι εναρμονιστικός νόμος με Ευρωπαϊκές Οδηγίες όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, οι σχετικοί περί Οδικής Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (Σύμβουλοι Ασφάλειας) Κανονισμοί του 2004 (Κ.Δ.Π.119/2004) καθώς και ο περί της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για τις Διεθνείς Οδικές Μεταφορές Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ADR) (Κυρωτικός) Νόμος του 2004 (Ν.9(ΙΙΙ)/2004).
Σύμφωνα με το άρθρο 16(4) του Ν.29(Ι)/2004, η ανανέωση του πιστοποιητικού επαγγελματικής κατάρτισης συμβούλου ασφαλείας (ΣΑΜΕΕ) εξαρτάται από την επιτυχία στις σχετικές εξετάσεις, όπου αναφέρεται ότι, «(4)Το πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης συμβούλου ασφαλείας έχει διάρκεια ισχύος πέντε ετών και ανανεώνεται αυτομάτως για πενταετή περίοδο, εάν ο κάτοχος, κατά το τελευταίο έτος πριν τη λήξη του, επιτύχει σε εξετάσεις που διενεργούνται από την αρμόδια αρχή ή από εξουσιοδοτημένο από αυτήν εξεταστικό οργανισμό: Νοείται ότι η ανανέωση του πιστοποιητικού λογίζεται ότι αρχίζει από την ημερομηνία συμπλήρωσης των απαιτήσεων που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο.».
Εξετάζοντας τον κυρίως προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης, αναφορικά με μη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας εκ μέρους του Τμήματος με αποτέλεσμα την πάσχουσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης, σχολιάζω τα ακόλουθα.
O Αιτητής παρακάθησε την εξέταση με σκοπό την ανανέωση του Πιστοποιητικού Συμβούλου ADR και όχι για την αρχική έκδοση του και ως προβάλλουν οι δικηγόροι του μέσω της αγόρευσης τους, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα, με προχειρότητα και επιπολαιότητα, αφού το εξεταστικό δοκίμιο έτυχε εξέτασης ως αν να αφορούσε την αρχική έκδοση του και όχι την ανανέωση του πιστοποιητικού.
Ειδικότερα, η πλευρά του αιτητή παραπέμπει στην παράγραφο 1.8.3.16.2 των Παραρτημάτων της Συμφωνίας ADR, η οποία προβλέπει ότι «οι κάτοχοι Πιστοποιητικών, δηλαδή οι εξεταζόμενοι για ανανέωση του Πιστοποιητικού δεν απαιτείται να αναλάβουν Μελέτης Περίπτωσης όπως αυτή ορίζεται στην 1.8.3.12.4(b)». Συνεπώς, τονίζει, βάσει της εν λόγω παραγράφου, ο εξεταζόμενος Αιτητής δεν ήταν υποχρεωμένος να συμπληρώσει το B’ Μέρος του επίδικου γραπτού, κάτι το οποίο εξ’ αρχής γνώριζε ο Αιτητής και σκοπίμως δεν έπραξε.
Ο Αιτητής αμφισβητεί την ορθότητα της βαθμολόγησης του, αμφισβητώντας και την αξιοπιστία και την ικανότητα των φυσικών προσώπων τα οποία εξέτασαν την ένσταση που υπέβαλε για επανεξέταση της γραπτής εξέτασης του, με σκοπό την ανανέωση του Πιστοποιητικού Συμβούλου Ασφάλειας που κατείχε.
Σημειώνεται ωστόσο ότι, είναι παραδεκτό και από τους Καθ’ ων η αίτηση πως ο Αιτητής ενώ παρακάθησε την εξέταση, δεν συμπλήρωσε το «B’ Μέρος» του επίδικου γραπτού (Μελέτης Περίπτωσης) και ότι, δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει αυτό, ώστε να πετύχει την ανανέωση του Πιστοποιητικού του. Ακόμα, υποδεικνύουν ότι, πρόκειται περί ανανέωσης πιστοποιητικού Συμβούλου Ασφάλειας Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ΣΑΜΕΕ) που άπτεται της δημόσιας ασφάλειας, η διασφάλιση της επαρκούς ενημέρωσης του Συμβούλου για τους κινδύνους που ενέχουν οι μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων καθώς και η επαρκής γνώση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τους τρόπους μεταφοράς είναι απαραίτητη.
Εξετάζοντας καταρχήν τη φύση της έρευνας του αρμόδιου οργάνου ήτοι της «Ad hoc Επιτροπής Ενστάσεων» η οποία απασχολήθηκε με την επανεξέταση συγκεκριμένα του γραπτού του αιτητή, κρίνω ότι, η εξέταση του γραπτού του Αιτητή και η επαναξιολόγηση της οποίας αυτό έτυχε από την Ad Hoc Επιτροπή, ειδικότερα επειδή αφορά ένα τόσο εξειδικευμένο ζήτημα το οποίο απαιτεί ειδικές τεχνικές γνώσεις, κατά τη πάγια νομολογία, δεν δύναται να ελεγχθεί από το Δικαστήριο και συνεπώς, το πως αξιολογήθηκε το γραπτό του Αιτητή παραμένει ανέλεγκτο (Stavrinou v. Republic (1986) 3 C.L.R. 1195).
Η διοίκηση σύμφωνα με το Άρθρο 45(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας οφείλει να προβαίνει σε επαρκή έρευνα όλων των σχετικών με την υπόθεση γεγονότων. Η υποχρέωση αυτή της διοίκησης είναι sine qua non προϋπόθεση για την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης (Δημοκρατία (Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας) v. Θεοδούλου Πανταζή (1991) 3 CLR 47). Η δε έρευνα από το αρμόδιο διοικητικό όργανο είναι επαρκής, εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονός που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών και Άλλου (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, 450). Η έκταση και η μορφή της δέουσας έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Σολωμού κ.α. v. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α. (2006) 3 Α.Α.Δ. 271, Αντωνίου v. Δημοκρατίας κ.α. (1995) 3 Α.Α.Δ. 74, Ράφτη κ.α. v. Δημοκρατίας κ.α. (1995) 3 Α.Α.Δ. 345, 366). Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται ακριβώς στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζαμπόγλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, 276). Αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο έχει ερευνηθεί κάθε πτυχή του θέματος που τείνει να αποκαλύψει το διερευνούμενο γεγονός. Εφόσον τα στοιχεία που έχουν συλλεγεί φωτίζουν κάθε πτυχή του διερευνώμενου θέματος, η αξιολόγηση του ανάγεται στην αρμοδιότητα της διοίκησης (Νικολαΐδης κ. ά. ν. Μηνά κ. ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 321).
Εν προκειμένω, εξετάζοντας ακριβώς τη προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 5/03/2019, όπως και τα πρακτικά της διαδικασίας επαναξιολόγησης γραπτού του Αιτητή από την «Ad Hoc Επιτροπή Ενστάσεων» του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ημερ. 6/02/2019, όπως περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο (βλ.Ερυθρά 40 – 43), διαπιστώνω πως τα Μέλη της, υπό πλήρη σύνθεση, εξέτασαν και αξιολόγησαν όλα τα ενώπιόν τους ουσιώδη στοιχεία και δεδομένα πριν να καταλήξουν στην απόφασή τους, μέσα στα πλαίσια των σχετικών Κανονισμών. Τονίζω στο σημείο αυτό ότι, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην κρίση της διοίκησης, αν αυτή είναι εύλογα επιτρεπτή, όπως προκύπτει να είναι στη παρούσα περίπτωση.
Καταλήγοντας, παραπέμπω και στα «Πρακτικά σύσκεψης της Ad hoc Επιτροπής Ενστάσεων για την επανεξέταση του γραπτού του κ. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου» (Κυανούν 43 στο διοικητικό φάκελο), όπου τονίζονται τα εξής:
«1. Το Εξεταστικό Δοκίμιο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το Μέρος A, το οποίο αποτελείται από 20 ερωτήσεις, λαμβάνει 70 μονάδες και το Μέρος Β, το οποίο αποτελείται από ένα θέμα, λαμβάνει 30 μονάδες.
2. H επιτυχία στην εξέταση εξασφαλίζεται εφόσον ο υποψήφιος συγκεντρώσει το 70% των μονάδων όλης της γραπτής εξέτασης.
3. Από την εξέταση του γραπτού του κ. Παπαδόπουλου δεν έχει απαντηθεί καθόλου το Μέρος Β, που αφορά τη Μελέτη Περιπτώσεως, οπόταν οι 30 βαθμοί του μέρους αυτού δεν δίνονται.
4. Σε ότι αφορά το Μέρος A διαπιστώθηκε ότι δεν έχει απαντηθεί η ερώτηση 15 που λαμβάνει 4 μονάδες και οπόταν οι 4 μονάδες αφαιρούνται.
5. Ακόμα και αν οι υπόλοιπες απαντήσεις του υποψηφίου στο Μέρος Α ήταν απόλυτα σωστές δεν θα μπορούσε να επιτύχει στην εξέταση.
6. Με βάση τα πιο πάνω η επιτροπή κρίνει ότι η ένσταση του κ.Παπαδόπουλου πρέπει να απορρίφθεί.»
Διαπιστώνοντας όλα τα πιο πάνω, δεν μπορώ παρά να απορρίψω τη θέση ότι το Τ.Ο.Μ. απέτυχε ως προς τη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας, ως ο επίδικος - κύριος ισχυρισμός του Αιτητή, αφού αυτή δεν επιβεβαιώνεται από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό και συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ομοίως θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτο δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση και αναφορικά με το ζήτημα της πλήρους αιτιολογίας της προσβαλλόμενη πράξης, αφού ως έχω παραθέσει ανωτέρω, στο ίδιο το σώμα της επιστολής που εστάλη στους δικηγόρους του αιτητή παρατίθενται όλα τα στοιχεία που οδήγησαν το Τ.Ο.Μ. στην κρίση του. Σε κάθε περίπτωση, η αιτιολογία συμπληρώνεται και αναπληρώνεται και από τους διοικητικούς φάκελους (Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 A.A.Δ. 270). Ακριβώς από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, προκύπτουν οι ακροαματικές διαδικασίες που προηγήθηκαν της λήψης της επίδικης απόφασης εκ μέρους την «Ad Hoc Επιτροπή Ενστάσεων» του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ημερ. 5/03/2019, καθώς και το πρακτικό λήψης της απόφασης ημερ. 6/02/2019 στο οποίο προβάλλονται σαφώς οι λόγοι για τους οποίους επιβεβαιώθηκε η αρχική απόφαση και απορρίφθηκε η ιεραρχική προσφυγή του Αιτητή με αίτημα την επανεξέταση της ειδικής γραπτής εξέτασης του τμήματος για την ανανέωση του πιστοποιητικού Συμβούλου Ασφάλειας (ADR).
Σε αυτό το σημείο βρίσκει, κρίνω, έρεισμα και η θέση της κας.Καλησπέρα περί επάλληλης αιτιολογίας, δεδομένου ότι, όπως καθίσταται ξεκάθαρο από το πρακτικό της Επιτροπής ανωτέρω, ο Αιτητής δεν πέρασε με επιτυχία ούτε το Μέρος A του Δοκιμίου και συνεπώς η αναφορά ότι δεν έχει απαντηθεί καθόλου το Μέρος Β που αφορά τη Μελέτη Περιπτώσεως δεν θα επηρέαζε το τελικό αποτέλεσμα στην εξέταση του Αιτητή, αφότου ήταν απαραίτητο να επιτύχει στο Μέρος Α των ερωτήσεων, κάτι που δεν έγινε.
Σχετικά παραπέμπω στο απόσπασμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2018, στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 42/12, Δήμος Γεροσκήπου ν. Primetel Public Co Ltd, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα επί του θέματος:
«Σύμφωνα με το άρθρο 31 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/99), εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί και έχει άλλο νομικό έρεισμα. Διαφορετική είναι η προσέγγιση όταν η πράξη έχει πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες και η μια εξ αυτών είναι λανθασμένη. Στην τελευταία περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 32 του ιδίου Νόμου η πράξη είναι ακυρωτέα, εκτός αν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν επικουρική ή δευτερεύουσα της ορθής αιτιολογίας και ως εκ τούτου δεν επηρέασε το αρμόδιο διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης. (βλ. Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών, Μιχ. Δ. Στασινοπούλου, Έκδ. 1964, σελ. 228, Εγχειρίδιον Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, Νίκου Χρ. Χαραλάμπους, 3η Έκδ., σελ. 228 και την υπόθεση Φωτίου ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 501).
Στην περίπτωση ύπαρξης επάλληλων αιτιολογιών η διοικητική πράξη είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη, αν μια από τις αιτιολογίες που προβάλλονται είναι έγκυρη (βλ. Unitex Trading Ltd v. Δημοκρατίας (1992) 4Β ΑΑΔ 1338, το σύγγραμμα «Η Αίτησις Ακυρώσεως Ενώπιον Του Συμβουλίου της Επικρατείας» Θ. Τσάτσου 3η Έκδ., σελ. 251 και Πορίσματα Συμβουλίου Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 189).»
Διαπιστώνοντας ότι, το αρμόδιο όργανο των Καθ' ων η αίτηση έθεσε ενώπιον του και εξέτασε το Εξεταστικό Δοκίμιο του αιτητή υπό το φως τους σχετικού Κανονισμού, καταλήγω ότι, η επίδικη απόφαση απόρριψης της ένστασης είναι αιτιολογημένη κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Τέλος, αναφορικά με τον τελευταίο λόγο ακύρωσης, περί παραβίασης των αρχών της ισότητας και της καλής πίστης εκ μέρους του Τ.Ο.Μ. ενάντια στον αιτητή, καταγράφω τα εξής.
Εν προκειμένω, ο Αιτητής προβάλει μέσω της αγόρευσης του τη θέση ότι στο γραπτό του, όπως και των υπολοίπων εξεταζόμενων, τα ονόματα τους δεν είχαν καλυφθεί δημιουργώντας ανισότητα, υπονοώντας ότι έτυχε δυσμενούς μεταχείρισης από τους εξεταστές, χωρίς όμως να επεκτείνεται επί τούτου καθιστώντας ξεκάθαρη τη θέση του και αντιληπτό το επιχείρημα του από το Δικαστήριο. Επικαλείται τον περί Αξιολόγησης και Διορισμό Υποψηφίων στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμο του 1998 (Ν.6(Ι)/1998) και συσχετίζει την επίδικη διαδικασία της επανεξέτασης του γραπτού δοκιμίου του από το Τ.Ο.Μ. με τις προβλεπόμενες διαδικασίες κατά τις εξετάσεις Εισδοχής των υποψηφίων στα Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ενώ ακόμα επικαλείται παλαιές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που καθιερώνουν την αρχή της Ισότητας, χωρίς να αναφέρει πως αυτά εν προκειμένω υποστηρίζουν τη θέση του στην επίδικη υπόθεση. Αντίστοιχα, η εκπρόσωπος των Καθ' ων η αίτηση αρκείται στην απόρριψη του ισχυρισμού.
Σχολιάζοντας τη θέση του αιτητή, σημειώνω καταρχήν ότι, η εξέταση στην οποίαν αυτός παρακάθησε δεν είχε οποιοδήποτε ανταγωνιστικό χαρακτήρα με άλλους υποψηφίους οι οποίοι επίσης παρακάθησαν στις εξετάσεις του Τ.Ο.Μ., για χορήγηση/ανανέωση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού αναφορικά με τους ίδιους. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι, το ζήτημα αυτό ουδόλως υποδείχθηκε μέσω της Ιεραρχικής Προσφυγής των δικηγόρων του, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από την Ad hoc Επιτροπή Ενστάσεων.
Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως αυτών μου των διαπιστώσεων, ανατρέχοντας στο δικόγραφο της Προσφυγής του Αιτητή, διαπιστώνω ότι, πέραν της γενικής επίκλησης περί παραβίασης των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου (Ν.158(Ι)/1998) και αναφορών ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι αντίθετη με τις Αρχές της Χρηστής Διοίκησης, της Ισότητας και της Καλής Πίστης, ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν δικογραφείται ειδικά και αιτιολογημένα στην Αίτηση Ακυρώσεως, ως αυστηρά επιβάλει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Υπενθυμίζω ότι, ο εν λόγω Κανονισμός θέτει ρητή υποχρέωση σε κάθε διάδικο, δια των εγγράφων προτάσεών του, «να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως».
Σχετικές είναι και οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστήριο Δημοκρατίας ν. Κουκκουρή κ.α. (1993) 3 ΑΑΔ 598, B. Νικολάου και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας (1998) 3 862, Latomia Estate Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 2831, 2832 και 2840 της 13.7.2001, Κυπριακή Δημοκρατία ν. 1. Παναγιώτη Ευγενίου κ.ά. Α.Ε. 3493 ημερ. 15.6.2005, όπου τονίζεται ότι, λόγοι ακυρώσεως οι οποίοι διαφαίνεται πως δικογραφούνται με καταφανή αοριστία, γενικότητα και ασάφεια, απορρίπτονται χωρίς να τύχουν εξέτασης.
Αυτή μου η διαπίστωση οδηγεί στην απόρριψη και του τελευταίου λόγου ακύρωσης τον οποίον προβάλει ο Αιτητής μέσω της αγόρευσης του, ως μη δεόντως δικογραφημένου και αόριστου.
Καταλήγοντας, διαπιστώνω ότι, ουδείς λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να εντοπιστεί από το παρόν Δικαστήριο ούτως ώστε να κλονιστεί το τεκμήριο κανονικότητας το οποίο διέπει τις αποφάσεις της διοίκησης και συνεπεία αυτής μου της κατάληξης, η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα 1800 Ευρώ, υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο