Υπόθεση αρ. 761/2020
30 Ιουνίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΡΩΙΜΟΥ
Αιτητή,
και
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ’ ου η αίτηση
__________________________________
Ξ. Ευγενίου (κα), για Α. Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τον αιτητή.
Χ. Γεωργίου (κα), για Γιάννης Κωνσταντινίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για το καθ’ ου η αίτηση.
Σ. Τσαχίδου (κα) για Αχιλλεύς & Αιμίλιος, Κωνσταντίνος Αιμιλιανίδης Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για το ενδιαφερόμενο μέρος.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή προσβάλλεται, πλέον, η νομιμότητα της απόφασης του καθ΄ου η αίτηση να διορίσει το ενδιαφερόμενο μέρος Έφη Κυπριανίδου στη βαθμίδα Επίκουρου Καθηγητή στο Τμήμα Καλών Τεχνών στην ειδικότητα «Φιλοσοφία (περιλαμβανομένης της Αισθητικής) και Θεωρία της Τέχνης με έμφαση στη Νεωτερικότητα και μετά-Νεωτερικότητα (ύστερος 18ος έως ύστερος 20ος αιώνας)» του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου αντί του αιτητή.
Σημειώνεται εξαρχής ότι η πλευρά του αιτητή προέβηκε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων στην απόσυρση της αιτούμενης θεραπείας υπό παράγραφο (Β) της Προσφυγής καθώς και όλων των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης και της συναφούς επιχειρηματολογίας ως αυτή αναπτύχθηκε στη γραπτή και απαντητική αγόρευση του αιτητή. Συνεπώς και με δεδομένη την απόσυρση και απόρριψη του αιτητικού Β της Προσφυγής, απορριπτέες κρίνονται και οι προδικαστικές ενστάσεις που προβλήθηκαν από το καθ΄ου η αίτηση σε σχέση με το υπό αναφορά αιτητικό.
Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου κατά την 108η συνεδρία της ημερομηνίας 6.3.2019 αποφάσισε την προκήρυξη μιας θέσης μέλους ΔΕΠ στις βαθμίδες Επίκουρου Καθηγητή ή Λέκτορα στην ειδικότητα Φιλοσοφία (περιλαμβανομένης της Αισθητικής) και Θεωρία της Τέχνης, με έμφαση στη Νεωτερικότητα και μετα-Νεωτερικότητα (ύστερος 18ος έως ύστερος 20ος) στο Τμήμα Καλών Τεχνών. Σχετική προκήρυξη της θέσης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 19.4.2019. Σημειώνεται ότι κατά την πιο πάνω συνεδρία αποφασίστηκε και η σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Επιλογής με σκοπό την πλήρωση της επίδικης θέσης.
Κατά την 110η συνέδρια της ημερομηνίας 3.4.2019 η Σύγκλητος ενέκρινε τη σύσταση της Ειδικής Επιτροπής για την πλήρωση της επίδικης θέσης, ορίζοντας ταυτόχρονα τα αναπληρωματικά εσωτερικά μέλη και τα αναπληρωματικά εξωτερικά μέλη της εν λόγω Επιτροπής.
Η τελική σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής για την πλήρωση της επίδικης θέσης οριστικοποιήθηκε με απόφαση της Συγκλήτου κατά την 112η συνεδρία της ημερομηνίας 18.6.2019. Η απόφαση αυτή επαναβεβαιώθηκε ομόφωνα από τη Σύγκλητο αφού λήφθηκαν πρώτα υπόψη οι δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων των μελών της Ειδικής Επιτροπής κατά την 115η συνεδρία της ημερομηνίας 23.10.2019.
Η Ειδική Επιτροπή αποφάσισε όπως καλέσει μόνο τρεις εκ των υποψηφίων για προφορική συνέντευξη, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονταν τόσο ο αιτητής όσο και το ΕΜ, οι οποίοι εκατέρωθεν έλαβαν, ως προς τούτο, 4 θετικές ψήφους.
Στις 20.1.2020 έλαβε χώρα η συνεδρία της Ειδικής Επιτροπής στα πλαίσια της οποίας διεξήχθηκαν οι προφορικές συνεντεύξεις των υποψηφίων. Κατά την ίδια δε συνεδρία η Ειδική Επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα και κατόπιν σχετικής αξιολόγησης όπως εισηγηθεί την εκλογή του ΕΜ ως Επίκουρης Καθηγήτριας στην επίδικη θέση.
Ακολούθως το Εκλεκτορικό Σώμα του Πανεπιστημίου σε συνεδρία του ημερομηνίας 3.2.2020 αποφάσισε ομόφωνα και στη βάση της εισήγησης της Ειδικής Επιτροπής όπως εισηγηθεί στη Σύγκλητο την εκλογή του ΕΜ στη βαθμίδα της Επίκουρης Καθηγήτριας στη συγκεκριμένη ειδικότητα.
Η σχετική εισήγηση του Εκλεκτορικού Σώματος έτυχε έγκρισης από τη Σύγκλητο κατά την 122η συνεδρία της ημερομηνίας 12.2.2020.
Στη συνέχεια η Επιτροπή Προσωπικού Προσλήψεων και Προαγωγών και Κανονισμών και Κανόνων σε συνεδρία της ημερομηνίας 8.5.2020 αποφάσισε ομόφωνα την επικύρωση της απόφασης της Συγκλήτου για εκλογή του ΕΜ.
Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς του αιτητή, με τη σειρά που αυτοί προβάλλονται στη γραπτή του αγόρευση προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, υπό το φως της πάγιας νομολογίας και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Στο στάδιο αυτό σημειώνεται ότι η πλευρά του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινήσεων απέσυρε τον ισχυρισμό περί πάσχουσας σύνθεσης του Εκλεκτορικού σώματος και της Συγκλήτου, ο οποίος στηριζόταν στην εισήγηση περί παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας ένεκα της διπλής συμμετοχής των εσωτερικών μελών της Ειδικής Επιτροπής στο Εκλεκτορικό Σώμα και/ή στη Σύγκλητο.
Καταρχάς ο αιτητής εισηγείται ότι πάσχει η συγκρότηση και η λειτουργία της Ειδικής Επιτροπής και τούτο για τρεις ουσιαστικά ξεχωριστούς λόγους.
Πρώτον διοτι, ως ισχυρίζεται η συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής διενεργήθηκε κατά παραβίαση του άρθρου 41Α(4) του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου Ν.198(Ι)/2013 και του Κανονισμού 4(2) της ΚΔΠ 36/96, δια των οποίων προβλέπεται ότι η Ειδική Επιτροπή αποτελείται από τρία εξωτερικά μέλη ήτοι τρία μέλη τα οποία πρέπει να προέρχονται από πανεπιστήμια του εξωτερικού και δυο εσωτερικά. Εμφανώς όμως, συνεχίζει ο αιτητής, η Ειδική Επιτροπή συγκροτήθηκε παρανόμως απο τη Σύγκλητο αφού μόνο δυο -και όχι τρία- από τα μέλη της προέρχονται από πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Δεν θα συμφωνήσω. Ως ορθά υποδεικνύει η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση και του ΕΜ ούτε το άρθρο 41Α του Ν.198(Ι)/2013 αλλά ούτε και ο Κανονισμός 4 (2) της ΚΔΠ 36/96 δεν υπέχουν εν προκειμένω εφαρμογής ώστε η θέση του αιτητή να κρίνεται παντελώς ανεδαφική και αβάσιμη.
Αναφορικά με το άρθρο 41Α του Ν.198(Ι)/2003, ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αρκεί να σημειωθεί ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη συνιστά μέρος των μεταβατικών διατάξεων του Νόμου, η οποία ρύθμιζε την ανέλιξη και αξιολόγηση µέλους του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (εκλελεγµένου) μέχρι όμως την αυτονόμηση του Πανεπιστημίου και δη την παύση της Διοικούσας Επιτροπής. Εξού άλλωστε και η συγκεκριμένη διάταξη αναφέρεται στο διορισμό της Ειδικής Επιτροπής από τη Διοικούσα Επιτροπή. Ως δε παρατηρώ δια του Διατάγματος του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού του 2011 ΚΔΠ 542/11 η παύση της Διοικούσας Επιτροπής έλαβε χώρα αυτομάτως μετά και την εκλογή της πρώτης Συγκλήτου και τη σύσταση του πρώτου Συμβουλίου του Πανεπιστημίου (βλ. σχετικά άρθρο 40 του Ν. 198(Ι)/ 2003) ώστε το εν λόγω άρθρο να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής σε διαδικασίες που έλαβαν, ως η παρούσα, χώρα μετά την αυτονόμηση του Πανεπιστημίου.
Τουναντίον στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 24(3) του Νόμου το οποίο προνοεί ότι τα προσόντα, η εκλογή ή η ανέλιξη του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (εκλελεγµένου) καθώς και άλλα συναφή θέματα, καθορίζονται µε Κανονισμούς. Περαιτέρω το ίδιο το άρθρο προβλέπει ρητώς ότι μέχρι την έκδοση τέτοιων των Κανονισμών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι συναφείς διατάξεις του περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδοθέντων Κανονισμών. Συναφώς δε στο άρθρο 25 (1)(α) και (β) του Ν. 198 (Ι)/2003 προβλέπεται ότι: «Η απόφαση για εκλογή ή ανέλιξη µελών του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (εκλελεγµένου) λαμβάνεται από Εκλεκτορικό Σώμα, αφού προηγουμένως τεθεί ενώπιόν του και ληφθεί υπόψη από αυτό έκθεση Ειδικής Επιτροπής, η οποία εμπεριέχει την εισήγησή της για την κρινόµενη εκλογή ή ανέλιξη. (β) Η συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής και άλλα συναφή µε τη λειτουργία της θέματα καθορίζονται µε κανονισμούς».
Αντίστοιχη δε ρύθμιση περί αναλογικής εφαρμογής των συναφών διατάξεων του περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου και των εκδοθέντων αυτού Κανονισμών, μεταξύ άλλων και για ζητήματα προσωπικού του Πανεπιστημίου, περιλαμβάνεται και στο άρθρο 38 (1) του ίδιου Νόμου.
Είναι καθόλα παραδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχαν εκδοθεί τέτοιοι Κανονισμοί που να διέπουν εκλογή ή η ανέλιξη του ακαδημαϊκού προσωπικού από το καθ΄ου η αίτηση και επομένως εφαρμογής τυγχάνουν οι περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Εκλογή, Ανέλιξη και Ανανέωση Συμβάσεων Ακαδημαϊκού Προσωπικού) Κανονισμοί του 1996 Κ.Δ.Π 36/96 ως αυτοί τροποποιηθήκαν, μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο, με τις ΚΔΠ 145/2001 και ΚΔΠ 65/2015 αντιστοίχως. Από απλή ανάγνωση των Κανονισμών αναδεικνύεται πρόδηλα ότι ο Κανονισμός 4[1] τις πρόνοιες του οποίου ο αιτητής επικαλείται ως το εφαρμοστέο κανονιστικό καθεστώς με σκοπό να θεμελιώσει την παράνομη συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής, αφορά αποκλειστικά την περίπτωση καταρτισμού της Ειδικής Επιτροπής για σκοπούς εκλογής στις βαθμίδες Καθηγητή και Αναπληρωτή Καθηγητή. Τουναντίον ο Κανονισμός 7, στον οποίο ορθά παραπέμπει η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση και το ΕΜ ως εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση Κανονισμό, αφορά την περίπτωση διορισμού της Ειδικής Επιτροπής για σκοπούς εκλογής στις βαθμίδες Επίκουρου Καθηγητή ή Λέκτορα και έχει, ως εδώ ενδιαφέρει, ως ακολούθως:
«(1) Για σκοπούς εκλογής του Επίκουρου Καθηγητή και Λέκτορα η Σύγκλητος διορίζει Ειδική Επιτροπή.
(2) Η Επιτροπή αποτελείται από δύο εξωτερικούς εισηγητές του αυτού ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου που είναι καθηγητές πανεπιστημίου από δυο ξένες χώρες και τρείς εσωτερικούς εισηγητές, ένας εκ των οποίων ορίζεται Πρόεδρος της Επιτροπής».
(η έμφαση προστέθηκε)
Με δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση αφορά στην εκλογή του ΕΜ στη βαθμίδα Επίκουρου Καθηγητή στη συγκεκριμένη ειδικότητα, η συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής όφειλε να διενεργηθεί δυνάμει του Κανονισμού 7 των περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Εκλογή, Αξιολόγηση και Ανέλιξη Ακαδημαϊκού Προσωπικού) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2015, κάτι που ως παρατηρώ, πράγματι έγινε. Ειδικότερα η Σύγκλητος κατά την 115η συνεδρία της ημερομηνίας 23.10.2019 ενέκρινε την τελική σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής ως ακολούθως:
«1.Αναπληρωτής Καθηγητής Αντώνης Δανός, Πρόεδρος (Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου)
2. Καθηγήτρια Κλίτσα Αντωνίου (Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου)
3.Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ασπασία Παπαδήμα (Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου)
4. Professor Olga Taxidou (University of Edinburgh, Scotland)
5. Professor Catherine M. Soussloff (University of British Columbia, Canada).»
Καθίσταται συνεπώς εμφανές ότι η Ειδική Επιτροπή συγκροτήθηκε καθόλα νόμιμα και σε συμμόρφωση με τα όσα ο Κανονισμός 7 επιτάσσει από τρεις εσωτερικούς και δυο εξωτερικούς εισηγητές, ώστε να μην τίθεται βάσιμα ζήτημα περί πασχουσας συγκρότησης της.
Κατά δεύτερον-και πάντα στα πλαίσια του ίδιου ισχυρισμού περί πάσχουσας συγκρότησης της Ειδικής Επιτροπής- αποτέλεσε θέση του αιτητή ότι «δεν προκύπτει εάν το γνωστικό αντικείμενο των εσωτερικών και εξωτερικών μελών, είναι συναφές με το αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης». Εισηγείται δε η πλευρά του αιτητή ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε έρευνα επί τούτου και ότι και δεν παρουσιάστηκαν τα βιογραφικά των μελών της Επιτροπής και ως εκ τούτου δεν χωρεί πρωτογενής κρίση από το Δικαστήριο. Υποβάλλεται δε ότι το γνωστικό αντικείμενο των μελών της Ειδικής Επιτροπής δεν είναι συναφές με το αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης και δη ότι «ο Πρόεδρος της Αντώνης Δανός έχει προπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία και μεταπτυχιακό και διδακτορικό στην ιστορία και θεωρία της τέχνης, το μέλος κα Κλίτσα Αντωνίου είναι καλιτέχνης με διδακτορικό στην ιστορία και θεωρία της τέχνης και η κα Ασπασία Παπαδήμα είναι γραφίστρια. Τέλος η κα Olga Taxidou είναι ειδική καθηγήτρια στο Theatre History και Performance Studies» για να καταλήξει ότι κανένα από τα μέλη δεν έχει διδακτορικό, έρευνα και διδασκαλία στη φιλοσοφία περιλαμβανομένης της αισθητικής ως η προκήρυξη.
Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εν πρώτοις θα πρέπει να αποσαφηνιστεί, ως ορθά υποδεικνύουν εκατέρωθεν το καθ΄ου η αίτηση και το ΕΜ, ότι ο Κανονισμός 7(2), ο οποίος παρατέθηκε ήδη ανωτέρω, δεν απαιτεί όπως οι εσωτερικοί εισηγητές είναι του ίδιου ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου με το αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης. Τέτοια απαίτηση σύμφωνα και με το ρητό λεκτικό του εν λόγω Κανονισμού υφίσταται μόνο σε σχέση με τους εξωτερικούς εισηγητές, θέση η οποία έχει πολλάκις επιβεβαιωθεί από τη νομολογία (Βαλανίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (Υπόθεση αρ.1210/2007, ημερομηνία 9/9/2009 (Μιχάλης Δημητρίου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Υποθ. Αρ. 951/2010, ημερ. 26.7.2013).
Το όλο ζήτημα απασχόλησε εκτενώς την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Παπαλεοντίου v Πανεπιστήμιο Κύπρου (2017) 3Β Α.Α.Δ 807 με αντικείμενο τις αντίστοιχες του εδώ υπό κρίση Κανονισμού 7(2), πρόνοιες του Κανονισμού 4(2) των Κανονισμών. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:
«Πρωτοδίκως, απασχόλησε, εν πρώτοις, η θέση του εφεσείοντα ότι η σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής αντίκειται στον Κανονισμό 4(2) των περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Εκλογή, Αξιολόγηση και Ανέλιξη Ακαδημαϊκού Προσωπικού) Κανονισμών 1996 έως 2001 (στο εξής «οι Κανονισμοί»), αφού κανένα από τα τρία εξωτερικά μέλη, κ.κ. D. Holton, P. Machridge και Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, αλλά ούτε και το εσωτερικό μέλος κ. Αγγελάτος, δεν ήταν σε θέση να τον αξιολογήσουν επειδή δεν είχαν ανάλογα ερευνητικά με τον εφεσείοντα ενδιαφέροντα, του οποίου η ερευνητική και διδακτική δραστηριότητα ήταν η Νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία του 19ου και 20ου αιώνα. Θέση η οποία θα απασχολήσει κατά προτεραιότητα και το Εφετείο, αφού αφορά σε ζήτημα θεμελιακό.
Συμφωνώντας με τη θέση των εφεσιβλήτων, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, ότι εκείνο που απαιτούσαν οι πρόνοιες του Κανονισμού 4(2) ήταν «συνάφεια αντικειμένου σε ευρύ επίπεδο και όχι στο επίπεδο των στενών πλαισίων που τα ειδικά ερευνητικά και διδακτικά αντικείμενα των υποψηφίων…καθορίζουν». Επισήμανε, παράλληλα ότι η επίμαχη θέση προκηρύχθηκε ως θέση στο αντικείμενο της Νεοελληνικής Φιλολογίας, επομένως ο εφεσείων δεν κρινόταν για τις εξειδικευμένες δημοσιεύσεις και έρευνες του «αλλά ως Νεοελληνιστής Φιλόλογος, στοιχείο που καθιστά κάθε διακεκριμένο Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας, ικανό κριτή». Εν προκειμένω, όλοι οι εισηγητές προέρχονταν από το χώρο της Νεοελληνικής Φιλολογίας.
Ο Κανονισμός 4 των ως άνω Κανονισμών προνοεί τα ακόλουθα:
«4.(1) Για κάθε εκλογή του μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού η Σύγκλητος διορίζει Ειδική Επιτροπή.
(2) Η Επιτροπή αποτελείται από τρεις εξωτερικούς εισηγητές του αυτού ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου που είναι καθηγητές πανεπιστημίου και προέρχονται από πανεπιστήμια δύο τουλάχιστον ξένων χωρών και δύο εσωτερικούς εισηγητές, ένας από τους οποίους ορίζεται από τη Σύγκλητο Πρόεδρος της Επιτροπής.»
Προκύπτει από τη νομολογία, ότι το γνωστικό αντικείμενο συναρτάται με την ειδικότητα διδασκαλίας. Ο όρος «του αυτού ή συναφούς αντικειμένου» όπως εμφανίζεται στον Κανονισμό 7(2) των Κανονισμών, ο οποίος προνοεί για τη συγκρότηση Ειδικής Επιτροπής για σκοπούς εκλογής του μη μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού, ερμηνεύτηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Χατζόγλου v. Πανεπιστημίου Κύπρου κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ. 950. Αποτέλεσε εισήγηση των εφεσιβλήτων στην υπόθεση εκείνη ότι ο Κανονισμός 7(2) δεν απαιτεί όπως οι καθηγητές έχουν το ίδιο ή συναφές αντικείμενο με τους υποψηφίους, αλλά αυτό που απαιτείτο ήταν, όπως το γνωστικό αντικείμενο των αλλοδαπών καθηγητών πρέπει να είναι το ίδιο ή συναφές μεταξύ τους. Απορρίπτοντας την εισήγηση, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπέδειξε ότι:
«Η ειδικότητα των προσώπων που συνθέτουν την Επιτροπή άπτεται της κρίσης τους για τους υποψηφίους και επομένως πρέπει να υπάρχει ταυτοσημία και της ειδικότητας των μελών της Επιτροπής και των κρινομένων.»
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη θέση προκηρύχθηκε αρχικά, στο γενικό αντικείμενο του Τμήματος και ως θέση στο γνωστικό αντικείμενο ή ειδικότητα της Νεοελληνικής Φιλολογίας. Καθίσταται δε σαφές από το λεκτικό του Κανονισμού 4(2), ότι εκείνο που απαιτείται όσον αφορά τους εξωτερικούς εισηγητές είναι «αυτό ή συναφές γνωστικό αντικείμενο» σε σχέση με το αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης, εν προκειμένω τη Νεοελληνική Φιλολογία, προϋπόθεση που εδώ ικανοποιείτο, αφού επρόκειτο για χώρο από τον οποίο προέρχονταν οι εξωτερικοί εισηγητές και ο εσωτερικός εισηγητής κ. Αγγελάτος. Δεν προκύπτει από τις πρόνοιες των Κανονισμών οποιαδήποτε απαίτηση για την ίδια ερευνητική ή διδακτική δραστηριότητα. Ούτε προκύπτει από τις πιο πάνω πρόνοιες παρόμοια απαίτηση σε σχέση με τους εσωτερικούς εισηγητές. Στις ίδιες γραμμές βρίσκεται και ο Κώδικας Δεοντολογίας αναφορικά με την Σύσταση και Λειτουργία Ειδικών Επιτροπών για Ανελίξεις και Εκλογές Ακαδημαϊκού Προσωπικού (στο εξής «ο Κώδικας Δεοντολογίας») στον οποίο γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ της έννοιας του γνωστικού αντικειμένου προκήρυξης και της ειδικότητας. Παραθέτουμε τη σχετική πρόνοια (παράγραφος Γ.3):
«Η ειδικότητα εξωτερικού μέλους Ειδικής Επιτροπής θα πρέπει να έχει συνάφεια, με το γνωστικό αντικείμενο προκήρυξης, ή την ειδικότητα του υποψηφίου για ανέλιξη».
(Η υπογράμμιση είναι δική μας)
Στον ίδιο δε Κώδικα προβλέπεται ρητά για τους εσωτερικούς εισηγητές ότι:
«…δεν χρειάζεται να είναι επίσης ειδικότητας με αυτή του υποψηφίου για ανέλιξη ή του γνωστικού αντικειμένου επίσης προκήρυξης. Η απαίτηση είναι για συνάφεια αντικειμένου σε ευρύτερο επίπεδο, και ως εκ τούτου τα γνωστικά αντικείμενα των ακαδημαϊκών μελών του ιδίου Τμήματος, κρίνονται ως αμοιβαία συναφή».
Υπό το φως των πιο πάνω, το παράπονο του εφεσείοντα αναφορικά με την ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 4(2), δεν μας βρίσκει σύμφωνους.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Σχετικά δε είναι και τα όσα λέχθηκαν πρωτοδίκως στην υπόθεση Δρ. Παναγιώτη Χατζηκώστα v Πανεπιστήμιου Κύπρου (Υπόθεση αρ.1078/16, ημερομηνίας 30/4/20) όπου η εκεί επίδικη θέση αφορούσε στη βαθμίδα Καθηγητή στην ειδικότητα «Γενική Χειρουργική» με το Δικαστήριο, υπό αντίστοιχο ισχυρισμό, να κρίνει ότι: «η θέση του αιτητή για παράνομη συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής, λόγω της συμμετοχής σ’ αυτή του Καθ. Δέλτα, από το Τμήμα Βιολογικών Επιστημών, δεν επαληθεύεται ως ορθή. Το γνωστικό πεδίο του Τμήματος Βιολογικών Επιστημών, στο οποίο υπηρετεί ο Καθ. Δέλτας με ανάλογα της θέσης του προσόντα, ευλόγως επιτρεπτά κρίθηκε από το Συμβούλιο (βλ. πρακτικά συνεδρίασης του ημερομηνίας 2.12.2015) ότι, είναι συναφές, σε ευρύτερο επίπεδο, με το αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης.»
Η ορθότητα της κρίσης αυτής, ως και η πρωτόδικη απόφαση στην ολότητα της, επικυρώθηκε προσφάτως με απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.1.2025 στις συνεκδικαζόμενες Εφέσεις κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2020 και 90/2020 Πανεπιστήμιου Κύπρου v Δρ. Παναγιώτη Χατζηκώστα και Χατζηκώστα v Πανεπιστήμιου Κύπρου, όπου επιβεβαιώθηκε ότι δεν υφίσταται η ίδια κανονιστική απαίτηση για τα εσωτερικά μέλη της Ειδικής Επιτροπής ήτοι να είναι του αυτού ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου, ως επιβάλλεται για τα εξωτερικά μέλη. Επί του προκειμένου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Επίσης θεωρούμε ορθή την κρίση ότι ο Καθηγητής Δέλτας, ως εσωτερικός εισηγητής, δεν καλύπτεται από τον Κ.4 του ως άνω Κανονισμού που επιτάσσει πως «η ειδικότητα εξωτερικού μέλους Ειδικής Επιτροπής θα πρέπει να έχει συνάφεια, με το γνωστικό αντικείμενο της προκήρυξης ή την ειδικότητα του υποψηφίου για ανέλιξη». (Βλ. Παπαλεοντίου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε.13/11, 24.10.17).Υιοθετούμε συνεπώς ως ορθά τα λεχθέντα πρωτοδίκως και απορρίπτουμε τον πρώτο λόγο έφεσης.»
Συνεπώς και επί τη βάσει των ανωτέρω αρκεί να αναφερθεί ότι η επίμαχη θέση προκηρύχθηκε ως θέση του Τμήματος Καλών Τεχνών, Σχολή Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών στο γνωστικό αντικείμενο ή ειδικότητα στη Φιλοσοφία (περιλαμβανομένης της Αισθητικής) και Θεωρία της Τέχνης με έμφαση σε συγκεκριμένη περίοδο, τα δε εσωτερικά μέλη της Ειδικής Επιτροπής ανήκαν, ως επιβεβαιώνεται από το ερυθρό 6α του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, στο ίδιο Τμήμα με την υπό πλήρωση θέση και δη προέρχονταν από την Σχολή Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, ώστε να καθίσταται αχρείαστη η περαιτέρω συζήτηση.
Περαιτέρω και σε σχέση με τους εξωτερικούς εισηγητές οφείλει να παρατηρηθεί ότι από τα εκτενή βιογραφικά σημειώματα τους, τα οποία ως ο διοικητικός φάκελος επιμαρτυρεί συνόδευαν την πρόταση για τη συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής και τέθηκαν ενώπιον της Συγκλήτου (ερυθρό 4α), γεγονός που καταρρίπτει ευθέως ως αίολη τη γενική αναφορά του αιτητή ότι δεν παρουσιάστηκαν τα βιογραφικά των μελών της Επιτροπής, φανερώνεται και η ειδικότητα ή οι ειδικότητες εκάστου μέλους, ώστε η κρίση του καθ΄ου η αίτηση περί συνάφειας του γνωστικού τους αντικειμένου να κρίνεται εύλογα επιτρεπτή. Ειδικότερα δε και σε σχέση με το εξωτερικό μέλος Olga Taxidou στην οποία έστω και αποσπασματικά αναφέρεται ο αιτητής παρατηρώ ότι η ειδικότητα της, ως αυτή μάλιστα δηλώθηκε από το ίδιο το μέλος στα πλαίσια της δήλωσης σύγκρουσης συμφέροντος συνίσταται σε «Performance Studies, Modernism/Postmodernism, Aesthetic» ώστε εύλογα κρίθηκε «του αυτού ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου» σε σχέση με το αντικείμενο της προκήρυξης. Το ίδιο βεβαίως, ως παρατηρώ, ισχύει και σε σχέση με το εξωτερικό μέλος C. Soussloff η ειδικότητα του οποίου έγκειται σε «Art History, Visual Arts, Theory». Άλλωστε και με δεδομένο ως επισημάνθηκε και στην Παπαλεοντίου (ανωτέρω) ότι από τις πρόνοιες των Κανονισμών δεν προκύπτει οποιαδήποτε απαίτηση για την ίδια ερευνητική ή διδακτική δραστηριότητα, η θέση του αιτητή ότι τα μέλη της Ειδικής Επιτροπής θα έπρεπε να έχουν διδακτορικό, έρευνα και διδασκαλία στην φιλοσοφία περιλαμβανομένης της αισθητικής απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Καθίσταται δε σαφές ότι τίποτα από τα όσα με γενικό τρόπο αναφέρει ο αιτητής δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα και του καθοριστικού γεγονότος ότι το καθ’ ου η αίτηση κατέληξε στην απόφαση του για διορισμό των συγκεκριμένων μελών έχοντας ενώπιον του τα βιογραφικά σημειώματα των υπό αναφορά Καθηγητών, στα οποία αναλύονται τα ακαδημαϊκά προσόντα, η ειδίκευση και το επιστημονικό και ερευνητικό έργο ενός εκάστου εξ αυτών.
Συνεπώς και στη βάση των ανωτέρω το υπό αυτή τη πτυχή παράπονο του αιτητή για πάσχουσα συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής απορρίπτεται, αφού επιβεβαιώνεται ότι ο διορισμός των μελών της Ειδικής Επιτροπής διενεργήθηκε συμφώνως με τα όσα επιτάσσονται στον Κανονισμό 7(2) των Κανονισμών.
Με την έτερη και τρίτη κατά σειρά εισήγηση του, ο αιτητής διατείνεται περαιτέρω ότι πάσχει η συγκρότηση και η λειτουργία της Ειδικής Επιτροπής διότι κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 20.1.2020 απουσίαζε το ένα εξωτερικό μέλος. Ειδικότερα με τη γραπτή του αγόρευση ο αιτητής ισχυρίζεται ότι αφ΄ης στιγμής το μέλος Professor Catherine M. Soussloff λίγες ημέρες πριν την ημερομηνία των προφορικών συνεντεύξεων ειδοποίησε ότι λόγω προσωπικών λόγων δεν θα μπορέσει να παρευρεθεί, η Ειδική Επιτροπή όφειλε να αναβάλει τις συνεντεύξεις σε μια νέα ημερομηνία και όχι να συνεδριάσει υπό τετραμελή σύνθεση.
Δεν θα συμφωνήσω. Καταρχάς και ως ορθώς υποδεικνύει το καθ΄ου η αίτηση η έννοια της συγκρότησης είναι διακριτή και διάφορη από την έννοια της σύνθεσης. Ως έχει πολλάκις ειπωθεί νόμιμη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου είναι η θεμελίωση του σε έγκυρο κανόνα δικαίου και ο νόμιμος καθορισμός (διορισμός, εκλογή κλπ) όλων των υπό του νόμου προβλεπόμενων μελών (Π. Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η έκδοση, σ. 451, 452 Επιτροπής Ανταγωνισμού και Α.Η.Κ. κ.α Αναθεωρητικές Εφέσεις 2/16 και 7/16, ημερομηνίας 03/03/2017). Στην προκειμένη δε περίπτωση το συγκεκριμένο εξωτερικό μέλος της Επιτροπής είχε διοριστεί καθόλα ορθά αφού ως υποδείχθηκε και ανωτέρω ο διορισμός του πληρούσε την απαίτηση του Κανονισμού 7(2) και συνεπώς δεν δύναται να προωθείται ζήτημα πάσχουσας συγκρότησης της Ειδικής Επιτροπής ένεκα της απουσίας του από τη συνεδρία ημερομηνίας 20.1.2020.
Ούτε και όμως ζήτημα πάσχουσας σύνθεσης της Ειδικής Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση ημερομηνίας 20.1.2020 εντοπίζεται αφού ως παρατηρώ στη σχετική έκθεση ρητώς καταγράφεται ότι και παρά το γεγονός ότι όλα τα μέλη είχαν κληθεί έγκαιρα να παρευρεθούν στη καθορισθείσα συνέδρια και αποδέχθηκαν, ως ρητώς αναγράφεται, την πρόσκληση εντούτοις το εξωτερικό μέλος Prof. Soussloff λίγες μέρες νωρίτερα πριν την καθορισθείσα συνεδρία ενημέρωσε ότι για απρόβλεπτους προσωπικούς λόγους δεν θα μπορούσε να παραστεί. Με δεδομένο μάλιστα ότι οι λόγοι αυτοί αναφέρονται σε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε το ίδιο το μέλος στις 13.1.2020 προς τον Πρόεδρο της Ειδικής Επιτροπής, θα συμφωνήσω με το καθ΄ου η αίτηση ότι η απουσία του εν λόγω μέλους είχε δικαιολογηθεί και ότι ο αιτητής σε κάθε περίπτωση δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης για να καταδείξει ότι το συγκεκριμένο μέλος απουσίαζε αδικαιολόγητα. Τα εναπομείναντα δε τέσσερα μέλη όντως συνιστούσαν απαρτία. Η δε θέση του αιτητή που προβάλλεται για πρώτη φορά στην απαντητική του αγόρευση ότι «ο Νόμος απαιτεί δύο τουλάχιστον ειδικούς στο θέμα, να συμμετέχουν συνεχώς γι’ αυτό και πρόβλεπε να υπάρχουν και αναπληρωτές τους» καθώς και ότι θα έπρεπε να αναβληθεί η διεξαγωγή των συνεντεύξεων ουδόλως συνάδει με το νομοθετικό ή κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τη συγκρότηση, σύσταση και λειτουργία της Ειδικής Επιτροπής σε περιπτώσεις εκλογής ακαδημαϊκού προσωπικού, ως η παρούσα. Εν προκειμένω, ως παρατηρώ, στο εν λόγω νομοθετικό και κανονιστικό πλέγμα, ως αυτό έχει ανωτέρω παρατεθεί και δη στους υπό αναφορά Κανονισμούς ουδόλως έχει περιληφθεί–αλλά ούτε και η πλευρά του αιτητή έχει υποδείξει- οποιαδήποτε ειδική διάταξη που να μην επιτρέπει τη λειτουργιά και/ή τη διεξαγωγή εργασιών της Επιτροπής εκτός και εάν παρίστανται όλα τα μέλη της. Ούτε και όμως έχει περιληφθεί, ως παρατηρώ, οποιαδήποτε διάταξη που να επιβάλλει σε περίπτωση απουσίας μέλους της είτε την αναβολή των προσωπικών συνεντεύξεων είτε την αντικατάσταση μέλους της Επιτροπής ενώ ούτε και προβλέπεται εκ του Νόμου ή του Κανονισμού ο διορισμός αναπληρωματικών μελών προς αναπλήρωση τακτικών μελών σε περίπτωση που αυτά απουσιάζουν ή κωλύονται. Αν και δεν παραβλέπω ότι η Ειδική Επιτροπή συνιστά μια ad hoc επιτροπή η οποία αυτοδικαίως διαλύεται μετά την ολοκλήρωση του σκοπού για τον οποίο έχει συσταθεί καθώς και ότι σύμφωνα με τον Κώδικα η παρουσία των εξωτερικών μελών φαίνεται να επιδιώκει στην εξασφάλιση αντικειμενικότητας της διαδικασίας, καθοριστικό παρά ταύτα παραμένει ότι εν τη απουσία άλλων ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων, το όλο ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που διέπουν τα συλλογικά όργανα[2].
Αντίστοιχο ζήτημα ηγέρθηκε στην υπόθεση Χατζηκώστα ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (Υπόθεση αρ.1078/2017, ημερομηνίας 30/4/2020) ο δικαστικός λόγος της οποίας ως υποδείχθηκε ανωτέρω επικυρώθηκε κατ’ έφεση στις Εφέσεις κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.79/2020 και 90/2020 (ανωτέρω) και στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Όσον αφορά το ζήτημα ορθής σύνθεσης της Ειδικής Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της ημερομηνίας 12.5.2016, ούτε αυτή βρίσκω ότι πάσχει. Ρητώς δηλώνεται στα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης ότι, το εξωτερικό μέλος της Ειδικής Επιτροπής Prof. .... Senninger απουσίαζε από την εν λόγω συνεδρίαση της Ειδικής Επιτροπής ημερομηνίας 12.5.2016. Θα συμφωνήσω με το καθ' ου η αίτηση ως προς το ότι, η απουσία του εν λόγω μέλους είχε δικαιολογηθεί. Τα εναπομείναντα τέσσερα (4) μέλη, επίσης, συνιστούσαν, όντως, απαρτία και άρα, ορθώς, φέρουν τα πρακτικά της συνεδρίασης μόνο τις δικές τους υπογραφές. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ακυρώσεως απορρίπτεται.»
Άλλωστε δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι ακόμη και ο ίδιος ο Κώδικας Καλής Πρακτικής, στον οποίο ουδεμία αναφορά έγινε από την πλευρά του αιτητή και ο οποίος θα σημείωνα δεν συνιστά κείμενο με νομοθετική ή κανονιστική ισχύ, δεν επιβάλλει υποχρεωτικά σε όλα τα στάδια και δη μεσούσης της διαδικασίας εκλογής την αντικατάσταση μέλους, ως εν προκειμένω, αλλά συναρτά την αντικατάσταση αρχικά διορισθέντους μέλους με άλλο αναπληρωματικό μέλος μέχρι και την έγκριση της τελικής σύνθεσης της Ειδικής Επιτροπής από τη Σύγκλητο και αφού βεβαίως έχει προηγηθεί η υποβολή των δηλώσεων σύγκρουσης συμφερόντων των μελών προς διαπίστωση ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε σύγκρουση συμφέροντος.
Είναι δε για όλους τους πιο πάνω λόγους που δεν μπορεί με όλο το σεβασμό να τύχουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Κωντογιώργη v Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (Υπόθεση αρ. 996/15, ημερομηνίας 20/12/19) την οποία επικαλείται ο αιτητής για να καταδείξει ότι, ως αποφασίστηκε και στη Κωντογιώργη, θα ήταν προτιμότερο να αναβληθεί η διενέργεια των προφορικών συνεντεύξεων. Άλλωστε ως ορθά υποβάλλει το καθ’ ου η αίτηση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται σαφώς από αυτά της Κωντογιώργη, όπου εκεί επιλέγηκε ως ημερομηνία για διεξαγωγή των προφορικών συνεντεύξεων ημερομηνία κατά την οποία είχε διαφανεί εκ των προτέρων και ήταν ήδη γνωστό κατά την πρόσκληση για παρουσία μέσω σχετικής αλληλογραφίας ότι δεν θα μπορούσαν να είναι παρόντα όλα τα εξωτερικά μέλη. Τουναντίον, στην προκειμένη περίπτωση, ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης επιμαρτυρεί ότι η Σύγκλητος κατά την 110η συνέδρια της ημερομηνίας 3.4.2019 ενέκρινε την σύσταση της Ειδικής Επιτροπής για την πλήρωση της επίδικης θέσης, ορίζοντας ταυτόχρονα τα αναπληρωματικά εσωτερικά και εξωτερικά μέλη της εν λόγω Επιτροπής. Ένα δε από τα εξωτερικά μέλη της Επιτροπής δήλωσε εξαρχής αδυναμία να ανταποκριθεί και να μετέχει στην Επιτροπή (ερυθρό 6α του διοικητικού φακέλου) και ως εκ τούτου η Σύγκλητος κατά την 112η συνεδρία της ημερομηνίας 18.6.2019 ενέκρινε την τελική σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής προβαίνοντας σε αντικατάσταση του εν λόγω μέλους με ένα εκ των εξωτερικών αναπληρωματικών μελών και συγκεκριμένα με τον Prof. Soussloff. Η τελική σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής για την πλήρωση της επίδικης θέσης, η οποία και παρέμεινε η ίδια, οριστικοποιήθηκε και εγκρίθηκε με απόφαση της Συγκλήτου κατά την 115η συνεδρία ημερομηνίας 23.10.2019 αφού πρώτα ως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό λήφθηκαν υπόψη οι δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων των μελών της Ειδικής Επιτροπής. Σ΄ αυτή δε την απόφαση ουδεμία αναφορά υπήρχε σε διορισμό αναπληρωματικών μελών. Ως δε περαιτέρω καταδεικνύεται από το ενώπιον μου υλικό το εξωτερικό αυτό μέλος ήτοι η Prof. Soussloff έλαβε κανονικά μέρος, ως φανερώνουν τα ερυθρά 9 και 13α του διοικητικού φακέλου, στη ψηφοφορία των μελών για σχηματισμό τελικού καταλόγου των υποψηφίων που θα καλούντο σε προφορική συνέντευξη, η οποία έλαβε χώρα στις 26.11.2019. Ωστόσο και ενώ το εν λόγω μέλος θα παρευρισκόταν στη καθορισθείσα συνεδρία ημερομηνίας 20.1.2020 για διεξαγωγή των προσωπικών συνεντεύξεων και αξιολόγηση των υποψηφίων για απρόβλεπτους προσωπικούς λόγους, ως καταγράφεται και στη σχετική έκθεση της Επιτροπής, οι οποίοι κοινοποιήθηκαν λίγες ημέρες προηγουμένως από την καθορισθείσα ημερομηνία με σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, δεν κατόρθωσε να παραστεί. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης διαφοροποιούνται άρδην από αυτά της Κωντογιώργη τα ευρήματα της οποίας μάλιστα συναρτήθηκαν με τις αρχές της αναλογικότητας και της χρήστης διοίκησης, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν προβάλλονται στην επίδικη περίπτωση.
Περαιτέρω εισηγείται ο αιτητής ότι πάσχει, ως το θέτει, η διαδικασία έρευνας και αιτιολόγησης ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής. Ο ισχυρισμός είναι διττός.
Κατά πρώτον, λοιπόν, ισχυρίζεται ο αιτητής ότι δεν παρουσιάστηκε και δεν τηρήθηκε άρτιο πρακτικό της συνεδρίας της Ειδικής Επιτροπής ημερομηνίας 20.1.2020, ισχυρισμό τον οποίο συναρτά με τη διεξαγωγή των προφορικών συνεντεύξεων. Ειδικότερα ο αιτητής προβάλλει ότι κατά παραβίαση του άρθρου 24 του Ν.158 (Ι)/99 δεν καταγράφονται οι απόψεις των μελών καθώς και η όποια διαβούλευση, προβληματισμός και συζήτηση αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων στη προφορική συνέντευξη καθώς και ότι θα έπρεπε να τηρηθεί ξεχωριστό πρακτικό αναφορικά με τη συνέντευξη των υποψηφίων.
Ούτε και αυτή η εισήγηση με βρίσκει σύμφωνη. Τουναντίον θα συμφωνήσω με τα όσα υπέβαλαν το καθ΄ου η αίτηση και το ΕΜ. Εν πρώτοις οφείλει να υπομνησθεί, ως και οι συνήγοροι των πλευρών αναγνωρίζουν και ως έχει επανειλημμένως νομολογιακά λεχθεί, ότι και στη βάση των όσων νομοθετικώς επιτάσσονται από το άρθρο 24 του Ν.158(Ι)/1999 επιβάλλεται η τήρηση άρτιων πρακτικών που να αποτυπώνουν τις συνεδριάσεις των συλλογικών οργάνων. Τούτο δε αποτελεί υποχρέωση κάθε οργάνου που ασκεί διοικητική λειτουργία (Χρυσάφη v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 550).
Στην παρούσα δε υπόθεση, απλή ανάγνωση του περιεχομένου της έκθεσης της Ειδικής Επιτροπής, ο καταρτισμός της οποίας προνοείται από τον Κανονισμό 5 των Κανονισμών, δεικνύει ότι αυτή πληρεί όλα τα στοιχεία και περιέχει με πληρότητα και λεπτομέρεια όλα τα δεδομένα που αναμενόταν να περιλαμβάνει ένα άρτιο πρακτικό καθιστώντας εφικτό το δικαστικό έλεγχο. Ειδικότερα η εν λόγω έκθεση της Επιτροπής ημερομηνίας 20.1.2020 η οποία φέρει τίτλο «Minutes of the Meeting of the Special Committee held on the 20th of January 2020 for the Appointment of Assistant Professor or Lecturer in the area of Philosophy (including Aesthetics) and Theory of Art, focusing on Modernity and Post-Modernity (late 18th to the late 20th century) at the Department of» δεικνύει ότι η εν λόγω Επιτροπή συνεδρίασε μια και μοναδική φορά στις 20.1.2020, ημερομηνία κατά την οποία καταρτίστηκε η εν λόγω έκθεση και στα πλαίσια της οποίας διενεργήθηκαν τόσο οι προσωπικές συνεντεύξεις των τριών κληθέντων υποψηφίων όσο και η τελική αξιολόγηση και λήφθηκε η απόφαση για επιλογή του ΕΜ. Καταγράφονται δε τόσο τα ονόματα των παριστάμενων τεσσάρων μελών τα οποία υπογράφουν και την έκθεση όσο και το γεγονός της απουσίας του ενός εξωτερικού μέλους καθώς και ο λόγοι της απουσίας του. Πρόσθετα δια του περιεχομένου της αντανακλάται επακριβώς το τι διημείφθη καθώς και τα όσα χρονικά διαδραματίστηκαν και αποφασίστηκαν τόσο σε σχέση με την πλήρωση των απαιτούμενων εκ των υποψηφίων προσόντων όσο και σε σχέση με το αποτέλεσμα της προφορικής εξέτασης και της παρουσίασης του ερευνητικού έργου στην οποία προέβηκαν οι τρεις υποψήφιοι ενώπιον της Επιτροπής καθώς και οι διαπιστώσεις της Επιτροπής.
Ειδικότερα στην έκθεση παρατίθενται τα ακόλουθα ως προς την αιτιολογία της ομόφωνης, ως ρητώς καταγράφεται, απόφασης των μελών της Επιτροπής:
«5. Interviews and evaluation
The remaining three (3) candidätes were invited, for an interview, on the 20th of January 2020, at the premises of the Cyprus University of Technology in Limassol. At the beginning of the interview, each candidate gave a 15-minute presentation of his/her research plans. Based on the documents submitted, the results of the interview, and the presentation given, as well as the criteria for Academic Posts contained in the Law of the Cyprus University of Technology L 198(1)/2003 the Special Committee, after an exhaustive discussion and consideration of the applications of each candidate, concluded the following (candidates in alphabetical order, by first name):
Dr. Efi Kyprianidou. She obtained a BA degree in Educational Sciences from the Aristotle University of Thessaloniki, Greece, in 2003; an MSc degree in Philosophy, History and Methodology of Science from the National & Kapodistrian University of Athens, and the National Technical University of Athens, Greece, in 2007; an MA degree in Cultural Management from the Panteion University of Social and Political Sciences, Greece, in 2009; a Ph.D in Philosophy from the National & Kapodistrian University of Athens, and the National Technical University of Athens, Greece in 2011.
Between 2011 and 2013 she worked as Instructor at the Cyprus Pedagogical Institute (Dept. of Teachers' In-Service Training). Between 2016 and 2018 she was Postdoctoral Research Fellow at the National & Kapodistrian University of Athens (Dept. of History and Philosophy of Science). Since 2014 she is employed as Adjunct Lecturer at the Open University of Cyprus (Faculty of Humanities and Social Sciences), in the MA programme in Cultural Policy and Development. She has been employed as a Special Scientist, during the 2019-20 academic year at the Cyprus University of Technology (Dept. of Fine Arts).
She was involved (bet. 2012-14) in the design and curation of the Virtual Museum for Modern and Contemporary Cypriot Art; (in 2019) in the COST (European Association on Science and Technology) programme (ASIF).
Since 2014 she has been teaching (MA programme in Cultural Policy and Development, Open University Cyprus) modules on Cultural Policy and Cultural Management, Art and Society, and Cultural Communication. In the same programme, she has successfully supervised more than twenty (20) MA dissertations. During the current academic year (2019-20) she has taught undergraduate courses in Philosophy of Art, at the Cyprus University of Technology (Dept. of Fine Arts).At the Open University of Cyprus, she has been engaged in academic duties, as module coordinator and as a contributor in the development of the MA programme in which she has taught.
She specializes in Aesthetics, and in Philosophy and Theory of Art, as well as Philosophy of Perception. She has presented papers (often as invited speakers) in several conferences, in Cyprus and abroad.
She has curated several group (non-commercial) exhibitions, mostly in Cyprus and Greece.
Her publications include the editing (and introduction) of two volumes that intertwine aesthetics and contemporary art and theory; several articles and book chapters, mostly, on contemporary art and theory (including aesthetics); and on philosophy; and texts in exhibition catalogues.
Regarding her application for the position of Assistant Professor or Lecturer, the Special Committee felt that Dr. Efi Kyprianidou gave a very impressive and remarkable interview presentation. She has a clearly defined research project, which she presented with clarity, insight and style. The project itself is interdisciplinary, bringing together classical aesthetic theory, emotion theory and reception, and medical humanities. Her research is in line with current international developments in these fields, is original and has the potential of making substantial contribution to the above fields. Moreover, the committee was impressed with her proposed future research projects, which would greatly benefit the department and the university in general. She has already exhibited the ability to secure external research funding. The committee felt that she fulfils the teaching needs of both the undergraduate and the postgraduate programmes of the department, and furthermore, she exhibited the potential to add to this.
Recommendation: Appoint to the position of Assistant Professor as the primary selection
Dr. Konstantinos Proimos. He obtained a BA degree in Sociology from the Pantion University, Athens, Greece, in 1989; an MA in Philosophy from the New School of Social Research, NY, USA, in 1993; a PhD in Philosophy at the New School of Social Research, NY, USA, in 2001.In 1993-94 he was a Helena Rubinstein Fellow in Critical Art Theory at the Whitney Museum Independent Study Program, New York, USA; between 1995-97 he took courses in Art History and Philosophy at the Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Universite Paris IV, Sorbonne and Universite Paris I. Pantheon-Sorbonne, Paris, France; in 2005 he conducted postgraduate work (on a Greek state scholarship) at the Aristotle University of Thessaloniki, Greece.
He has taught as adjunct faculty member, in various periods, since 2001, at the University of Crete (Dept. of Philosophy and Social Studies), the Open University of Greece and, the past two years, at the Cyprus University of Technology (MA programme in Art History and Theory, Dept. of Fine Arts). He has curated many exhibitions in Greece (mostly, Crete).
He has presented papers in international conferences in many countries.
His research interests include Aesthetics and PhiloSophy of Art, Art History and Theory, ancient Greek philosophy, 20tl-c. French Philosophy (part. Derrida, Levinas and Deleuze), and 20th-c post-war European art (part. Beuys, Klein, Kounellis). His publications include one monograph and several articles, as well as chapters in edited volumes on philosophy (both ancient and modern), aesthetics and art (including architecture); and several art critiques and texts in exhibition catalogues.
Regarding his application for the position of Assistant Professor, the Special Committee felt that Dr. Konstantinos Proimos does not have a strongly focused research profile, compared to the chosen candidate. The committee felt, moreover, that his research was not in par with contemporary developments in the fields of art theory/philosophy and aesthetics. His publication record, although, initially exhibiting potential (after the completion of his PhD), seems to be recycling the same ideas, with very little clear sense of progression.
Recommendation: Do not appoint
6. Summary
The Special Committee found that Dr. Efi Kyprianidou meets the requirements as set out in the Law mentioned above as well as the announcement, concerning the criteria for the post of Assistant Professor.
The present members of the Special Committee unanimously agreed to recommend Dr. Efi Kyprianidou to the position of Assistant Professor at the Department of Fine Arts of the Faculty of Fine and Applied Arts, subject to the approval of the Senate of the University.
In case Dr. Efi Kyprianidou does not accept the offer, the committee does not recommend any of the other candidates as runner up for the reasons outlined in section 5 of this document.»
Συνεπώς δεν θα συμφωνήσω ότι πάσχει η απόφαση της Επιτροπής επειδή ως ο αιτητής εισηγείται «παραμένουν άγνωστες οι απόψεις του κάθε μέλους, όπως επίσης παραμένει άγνωστη και η όποια διαβούλευση, προβληματισμός και συζήτηση που έπρεπε να διεξαχθεί μεταξύ των παρευρεθέντων περί την απόδοση των υποψηφίων στη συνέντευξη.»
Αν και ο Κανονισμός δεν απαιτεί ρητή αιτιολογία της γενικής εντύπωσης εντούτοις από το ίδιο το απόσπασμα που έχει παρατεθεί ανωτέρω προκύπτουν οι διαπιστώσεις της Επιτροπής από την προφορική συνέντευξη και την παρουσίαση του ερευνητικού έργου και ερευνητικού ενδιαφέροντος στη οποία προέβη ο κάθε υποψήφιος κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης τόσο σε σχέση με τον αιτητή όσο και με το ΕΜ καθώς και η αιτιολογία της κρίσης της. Άλλωστε δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 24 του Ν.158 (Ι)/99 δεν απαιτεί ούτε την καταγραφή της προηγηθείσας διαβούλευσης αλλά ούτε την καταγραφή των νοητικών διεργασιών των μελών για τις εκτιμήσεις τους αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων. Εν πάση περιπτώσει ως ήδη υπομνήσθηκε η απόφαση των μελών ήτο ομόφωνη.
Ούτε όμως και η θέση του αιτητή ότι όφειλε να τηρηθεί ξεχωριστό πρακτικό για τις συνεντεύξεις ευσταθεί αφού αυτή παραβλέπει ότι αφενός η προφορική εξέταση των υποψηφίων όπως και η απόφαση για τελική εισήγηση της Ειδικής Επιτροπής διενεργήθηκε στα πλαίσια της ίδιας συνεδρίας της Ειδικής Επιτροπής και αφετέρου ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε νομολογιακή ή νομοθετική απαίτηση για τήρηση ξεχωριστού πρακτικού αποκλειστικά και μόνο για την καταγραφή αποτελεσμάτων των προφορικών συνεντεύξεων.
Αυτό λοιπόν που ουσιαστικά μπορεί να λεχθεί είναι ότι η εν λόγω έκθεση ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις του άρθρου 24 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 υπέχει θέση πρακτικού και συνεπώς το ζήτημα δεν θα μπορούσε να ιδωθεί άλλως πως τυπολατρικά ή μικροσκοπικά.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κοινοπραξία A.D.T. – ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. κ.α v Δημοκρατία (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 42/15, ημερομηνίας 12/1/22), ECLI:CY:AD:2022:C4 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Είναι η θέση της Εφεσείουσας ότι η τήρηση πρακτικών από την Επιτροπή Αξιολόγησης ήταν επιβεβλημένη και δεν μπορούσε να αναπληρωθεί με τη σύνταξη έκθεσης. Επομένως, κατά την εισήγηση της, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να ενεργήσει πάνω στη διαπίστωση ότι δεν υπήρχαν πρακτικά και όχι να χρησιμοποιήσει την έκθεση για να αντλήσει πληροφορίες που θα έπρεπε να προκύπτουν από τα πρακτικά, που θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί[..]
Στην προκειμένη περίπτωση, η σύσταση των Επιτροπών Αξιολόγησης προνοείται στον Καν.9(1) της Κ.Δ.Π.201/2007 και οι ευθύνες τους αναφέρονται στον Καν.9(3). Είναι, επομένως, διαφορετική περίπτωση από την περίπτωση της Επιτροπή Μελέτης Ενστάσεων στην Θεμιστού.
Η Φωτίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ.ά., Αναθ. Εφ. Αρ.191/2012, ημερ.24.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:C186, αφορούσε στην απουσία πρακτικού της συνεδρίας του Ιατροσυμβουλίου που εξέτασε τον εφεσείοντα αστυνομικό καταλήγοντας ότι: «το Ιατροσυμβούλιο φρονεί ότι ο ανωτέρω είναι ανίκανος πλέον να ασκεί τα καθήκοντα εργασίας του». Το ουσιαστικότερο έγγραφο που υπήρχε ήταν επιστολή των τριών ιατρών που αποτελούσαν το Ιατροσυμβούλιο που εξέτασε τον εφεσείοντα, προς το Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών, στο οποίο καταγραφόταν ότι το Ιατροσυμβούλιο συνήλθε σε συγκεκριμένη ημερομηνία, εξέτασε την υπόθεση του εφεσείοντα και σύμφωνα με την ιατρική έκθεση του θεράποντα ιατρού και την κλινική εξέταση διαπίστωσε ότι πάσχει από ψυχωσική διαταραχή. Κρίθηκε ότι στα δεδομένα της υπόθεσης η επιταγή της νομοθεσίας και της νομολογίας για τήρηση άρτιων πρακτικών είχε τηρηθεί. […]
Στην παρούσα περίπτωση η Έκθεση Αξιολόγησης ήταν λεπτομερής και πλήρης και ουσιαστικά περιείχε ό,τι θα αναμενόταν να περιλαμβάνεται σε άρτια πρακτικά. Το περιεχόμενο της ήταν τέτοιο που παρείχε στο δικαστήριο όλα τα εχέγγυα για να ασκήσει τον αναθεωρητικό του έλεγχο. Απουσίαζε μόνο η επικεφαλίδα «Πρακτικά». Στις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε ότι το γεγονός δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα τη μετέπειτα απόφαση του Συμβουλίου Προσφορών. »
(η έμφαση προστέθηκε)
Προχωρώ στο δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του αιτητή. Ο αιτητής εισηγείται ότι πάσχει η απόφαση της Ειδικής Επιτροπής ως προϊόν ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας επειδή ως ισχυρίζεται η Επιτροπή δεν παρείχε καμία αιτιολογία για την απόφαση της να μην συστήσει τον αιτητή ως καταλληλότερη επιλογή αλλά και γιατί έκρινε ότι το ΕΜ κατείχε τα απαιτούμενα εκ του Νόμου προσόντα χωρίς μάλιστα, ως διατείνεται, να υπάρχει σαφές εύρημα της Επιτροπής ως προς τούτο.
Ο ισχυρισμός του αιτητή είναι ανεδαφικός και θα πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς και σε σχέση με την εισήγηση του αιτητή ότι δεν υπάρχει ρητή διαπίστωση της Ειδικής Επιτροπής αναφορικά με την πλήρωση των απαιτούμενων εκ του Νόμου προσόντων, αυτή καταρρίπτεται ευθέως από το περιεχόμενο της ίδιας της έκθεσης της Επιτροπής όπου καταγράφεται ρητώς ότι το ΕΜ πληρεί τις καθοριζόμενες στο Νόμο και στην προκήρυξη της επίδικης θέσης απαιτήσεις και κριτήρια για τη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή.[3]
Ούτε όμως ευσταθεί η θέση του αιτητή ότι το ΕΜ δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα για εκλογή επειδή ως ισχυρίζεται εμφανίζει να έχει διδασκαλία μόνο στο ΤΕΠΑΚ χρονικής διάρκειας δύο ετών και επομένως δεν κατείχε την απαιτούμενη τριετή πανεπιστημιακή διδασκαλία. Το άρθρο 26(2) του Ν. 198(Ι)/2003 στο οποίο καταγράφονται τα απαιτούμενα προσόντα για τη θέση Επίκουρου Καθηγητή προνοεί ότι αυτό που απαιτείται είναι τρία τουλάχιστον έτη αυτοδύναµης πανεπιστημιακής διδασκαλίας ή ερευνητικής εργασίας μετά την απόκτηση διδακτορικού τίτλου σε αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο ή ερευνητικό κέντρο. Καθίσταται δε σαφές ότι από τα όσα η Ειδική Επιτροπή κατέγραψε στην έκθεση της και τα οποία παρατέθηκαν ανωτέρω ότι το ΕΜ και μετά την απόκτηση του διδακτορικού του κατά το έτος 2009 δεν εργάστηκε μόνο στο ΤΕΠΑΚ κατά τα έτη 2019-2020 ως ο αιτητής εσφαλμένα ισχυρίζεται αλλά ήδη από το 2014 δίδασκε στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα πολιτιστική πολιτική και ανάπτυξη σε διάφορες ενότητες, αναλαμβάνοντας, ως καταγράφεται, ακαδημαϊκά καθήκοντα συντονιστή ενότητας και συνεργάτη στην ανάπτυξη του μεταπτυχιακού προγράμματος στο οποίο δίδασκε επιβλέποντας μάλιστα περισσότερες από 20 μεταπτυχιακές διατριβές.
Αναφορικά δε με την έτερη αναφορά του αιτητή ότι το ΕΜ «έχει κάνει επιμέλεια δύο συλλογικών τόμων, έχει 13 άρθρα/κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους εκ των οποίων τα 9 μόνο σχετικά με το γνωστικό αντικείμενο κι έχει 10 επιμέλειες εκθέσεων και 12 εκθεσιακούς καταλόγους και μονογραφίες καλλιτεχνών» αρκεί να σημειωθεί ότι, ως ορθά υποδεικνύουν το καθ΄ου η αίτηση και το ΕΜ, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση του επιπέδου, της ποιότητας και της συνάφειας με το γνωστικό αντικείμενο των επιστημονικών δημοσιεύσεων του ΕΜ το οποίο επεμβαίνει μόνον εφόσον διαπιστωθεί πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση εξουσίας. Αυτό αποτελεί έργο της ειδικά καταρτισμένης Ειδικής Επιτροπής τα μέλη της οποίας διαθέτουν και τις εξειδικευμένες γνώσεις και η οποία εν προκειμένω υπέδειξε, μεταξύ άλλων, ότι οι δημοσιεύσεις του ΕΜ περιλαμβάνουν την επιμέλεια και την εισαγωγή δυο τόμων που συνδυάζουν την αισθητική με τη σύγχρονη τέχνη και θεωρία, αρκετά άρθρα και κεφαλαία σε βιβλία για τη σύγχρονη τέχνη και θεωρία συμπεριλαμβανομένης της αισθητικής.
Στην υπόθεση Μιχάλης Δημήτριου (Υπόθεση αρ. 951/10, ημερομηνίας 26/7/13) καταγράφηκαν τα ακόλουθα σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο:
«Ως προς το ότι η Ειδική Επιτροπή έκρινε ότι ο αιτητής είχε περιορισμένη διεθνή συνεργασία, τούτο, δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο, αφού άπτεται εξειδικευμένων ζητημάτων με ειδικές γνώσεις. Ούτε το Δικαστήριο μπορεί να υπεισέλθει και να αξιολογήσει το επίπεδο των εργασιών και δημοσιεύσεων του αιτητή».
Ούτε και βεβαίως μπορεί να καταδείξει ως εσφαλμένη την κρίση της Ειδικής Επιτροπής ότι το ΕΜ πληρούσε τα εκ του Νόμου απαιτούμενα προσόντα η αποσπασματική αναφορά του αιτητή ότι η διδακτορική διατριβή του ΕΜ (με τίτλο: A philosophical Inquiry of Linguistic Communication) «δεν έπρεπε να κριθεί ότι είναι στην αισθητική ή φιλοσοφία της τέχνης.» Η Ειδική Επιτροπή έχοντας ενώπιον της όλα τα στοιχεία που αφορούσαν το ΕΜ περιλαμβανομένου και του διδακτορικού της διπλώματος έκρινε ομόφωνα προσοντούχο το ΕΜ και επομένως δεν είναι δυνατό με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς να αμφισβητείται αυτή η κρίση. Υπενθυμίζεται δε ως έχει πολλάκις νομολογηθεί ότι η ερμηνεία αναφορικά με το ζήτημα των προσόντων που απαιτούνται είτε από το σχέδιο υπηρεσίας είτε από τη νομοθεσία αποτελεί αποκλειστική ευθύνη και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του αρμοδίου οργάνου και το Δικαστήριο δεν δύναται να διεξάγει πρωτογενή έρευνα και να ασκήσει ουσιαστική κρίση επί του κατά πόσο υποψήφιος κατείχε ή μη το απαιτούμενο προσόν, υποκαθιστώντας το διορίζον όργανο (Χριστοδούλου v Δημοκρατίας Αναθεωρητική Έφεση αρ. 90/15, ημερομηνίας 4/4/22), ECLI:CY:AD:2022:C144. Δικαστική δε παρέμβαση επιτρέπεται μόνο όταν η ερμηνεία που δόθηκε δεν είναι εύλογα επιτρεπτή καθώς και στην περίπτωση που διαπιστώνεται παράλειψη διενέργειας επαρκούς έρευνας ή πλάνης κάτι που εν προκειμένω ουδόλως αποδείχθηκε (Μιχαηλίδης v. Δήμου Αγλαντζιάς (2010) 3 A.A.Δ. 464)Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3ΑΑΔ 47) Χριστοδούλου v Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 90/15, ημερομηνίας 4/4/22, ECLI:CY:AD:2022:C144).
Αυτό που εν προκειμένω παραβλέπουν όλες οι πιο πάνω αναφορές του αιτητή είναι ότι το ακαδημαϊκό υπόβαθρο, η εκπαίδευση, τα προσόντα, η επαγγελματική και διδακτική πείρα, το ερευνητικό έργο καθώς και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνόδευαν την υποψηφιότητα του αιτητή και του ΕΜ ήταν ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής. Η δε αξιολόγηση τους αποτελεί εξειδικευμένη κρίση, για την οποία αρμόδιο όργανο είναι η Ειδική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από πρόσωπα που κατέχουν τις ανάλογες εξειδικευμένες γνώσεις και προσόντα και είναι σε θέση να αξιολογήσουν τους υποψήφιους αναφορικά με το γνωστικό αντικείμενο και τις απαιτήσεις της επίδικης θέσης (Κόρδα Σάββα ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (2000) 4Α Α.Α.Δ. 77). Η δε σύγκριση, ως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Βασίλης Βασιλείου v. Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (Υπόθεση αρ.1568/2010, ημερ. 18/02/2013) «δεν είναι βέβαια πάντα ποσοτική αλλά τόσο οι δημοσιεύσεις όσο και η ερευνητική εμπειρία αξιολογούνται και ποιοτικά».
Ούτε και όμως διαβλέπω οτιδήποτε να παραγνωρίστηκε σε σχέση με τον αιτητή. Τα όσα δε αναφέρει περί της κατοχής του διδακτορικού, μεταδιδακτορικού και μεταπτυχιακων του σπουδών καθώς και σε σχέση με τη διάρκεια και την ποιότητα της αυτοδύναμης διδασκαλίας του συνιστούν δεδομένα τα οποία τέθηκαν ενώπιον της Επιτροπής και λήφθηκαν υπόψη εξού άλλωστε και αποτυπώνονται με ευκρίνεια στα όσα η Ειδική Επιτροπή κατέγραψε αναφορικά με τη διδακτική και επαγγελματική εμπειρία του αιτητή και την ακαδημαϊκή του πορεία.
Η Επιτροπή ως ρητώς καταγράφεται έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά έγγραφα, τα αποτελέσματα της προφορικής συνέντευξης καθώς και τα απαιτούμενα προσόντα ως αυτά διαγράφονται από τον περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Νόμο για την υπό πλήρωση θέση και μετά από, ως ρητώς καταγράφεται, συζήτηση και αξιολόγηση των αιτήσεων παρέθεσε την αξιολόγηση της, ξεχωριστά, για κάθε υποψήφιο όπως και την εισήγηση της για εκλογή του ΕΜ. Από αυτή δε την αξιολόγηση προκύπτει ότι το ΕΜ προτιμήθηκε έναντι του αιτητή λόγω του ότι υπερτερούσε σε ερευνητικό προφίλ αφού το ερευνητικό έργο του αιτητή και σε αντίθεση με του ΕΜ δεν συμβαδίζει, ως διαπιστώθηκε, με τις σύγχρονες εξελίξεις στους τομείς της θεωρίας/φιλοσοφίας της τέχνης και της αισθητικής.
Συνεπώς δεν εντοπίζω οτιδήποτε το μεμπτό. Τουναντίον διαπιστώνω ότι έκθεση της Επιτροπής και σε αντίθεση με τις αιτιάσεις του αιτητή κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη και ότι υπήρξε επαρκής ενασχόληση με κάθε πτυχή που περιβάλλει την υποψηφιότητα τους ήτοι της ακαδημαϊκής τους πορείας και επαγγελματικής τους εμπειρίας καθώς και των δημοσιεύσεων αλλά και του ερευνητικού και μελλοντικού τους έργου ως αυτό παρουσιάστηκε κατά την ενώπιον της Επιτροπής προσωπική συνέντευξη. Ο αιτητής, ο οποίος κατά πάγια νομολογία έφερε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, ουδόλως κατόρθωσε να καταδείξει οποιοδήποτε σφάλμα στην κρίση της Επιτροπής και δη απέτυχε να τεκμηριώσει τις εισηγήσεις του περί ελλιπούς έρευνας κατά τη λήψη της. Υπό αυτές δε τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν δύναται να επέμβει και να υποκαταστήσει τη κρίση της διοίκησης.
Περαιτέρω αποτέλεσε θέση του αιτητή ότι πάσχει η σύνθεση της Συγκλήτου κατά τις συνεδρίες της ημερομηνίας 23.10.2019 και 12.2.2020. Τούτο διότι κατά τον αιτητή η αιτιολογία που καταγράφεται στα πρακτικά για την απουσία τριών εκ των μελών της Συγκλήτου και του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών στη συνεδρία ημερομηνίας 23.10.2019 κατά την οποία η Σύγκλητος αποφάσισε την έγκριση της σύνθεσης της Ειδικής Επιτροπής όσο και τεσσάρων άλλων μελών κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 12.2.2020 κατά την οποία η Σύγκλητος επικύρωσε ομόφωνα την εισήγηση του Εκλεκτορικού Σώματος για τη εκλογή του ΕΜ ήτοι λόγω «ανειλημμένων υποχρεώσεων» δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία αλλά γενικό και αόριστο λόγο απουσίας.
Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του αιτητή. Η μη παρουσία των μελών και στις δυο συνεδρίες της Συγκλήτου δικαιολογήθηκε αφού στα πρακτικά και των δυο συνεδριάσεων ως διαπιστώνεται υπάρχει ρητή καταγεγραμμένη αιτιολογία αναφορικά με το λόγο απουσίας έκαστου μέλους ήτοι «λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων» γεγονός που καθιστά εφικτό το δικαστικό έλεγχο και την απουσία τους αιτιολογημένη. Άλλωστε σε σχέση με τα πλείστα εκ των συγκεκριμένων μελών έχει παρουσιαστεί και μάλλον εκ του περισσού από το καθ΄ου η αίτηση σχετική αλληλογραφία στην οποία έκαστος εξ αυτών των μελών καταγράφει και την ακριβή υποχρέωση την οποία ενείχε.
Απόλυτης εφαρμογής τυγχάνουν στην παρούσα περίπτωση τα όσα λέχθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Πανεπιστήμιο Κύπρου v Thomas Sinclair (Ε.Δ.Δ αρ.24/2021, ημερομηνίας 17/6/25).Τα παραθέτω:
«[..]Αναφέρει συναφώς το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι:
«Παρόλο, δε, που με τις πιο πάνω διαπιστώσεις σφραγίζεται η τύχη της παρούσας προσφυγής, θα πρέπει να λεχθούν και τα εξής: η αναφορά στην απουσία του Μέλους της Συγκλήτου κου Νησιώτη, ως «Έκτακτη υποχρέωση», δεν ικανοποιεί την επιταγή για καταγραφή του συγκεκριμένου λόγου απουσίας, έτσι ώστε το δικαιολογημένο ή μη αυτής, να κριθεί από το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο δικαστικός έλεγχος να μην καθίσταται, υπό τις περιστάσεις, εφικτός.»
Έχουμε ανατρέξει στο σχετικό πρακτικό που αφορά τη συνεδρία της Συγκλήτου ημερομηνίας 10/05/2017. Διαπιστώνεται ότι τέσσερα από τα πέντε απόντα μέλη απουσίαζαν με τη δικαιολογία «Απουσία στο εξωτερικό». Για την απουσία του πέμπτου μέλους, του κου Νησιώτη, αναγράφεται ως λόγος απουσίας του «Έκτακτη υποχρέωση» και είναι για το μέλος αυτό που προέκυψε ζήτημα, αν η απουσία του δικαιολογήθηκε κατά τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος[..].
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η μη παρουσία του μέλους κου Νησιώτη, δικαιολογήθηκε με τη δήλωση του οργάνου περί έκτακτης υποχρέωσης του μέλους. Συνεπώς δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία το όργανο δηλώνει γενικά και αόριστα ότι δικαιολογήθηκε η απουσία του μέλους, χωρίς ο λόγος της απουσίας να εξειδικεύεται. Πρόκειται για περίπτωση στην οποία υπάρχει ρητή καταγεγραμμένη στο πρακτικό, αιτιολογία της απουσίας του μέλους και δεν αναμένεται η περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση από το μέλος της έκτακτης του υποχρέωσης, ζητήματος που ενδεχομένως άπτεται του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων του ατόμου (δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής).
Κατ’ επέκταση, καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος περί του δικαιολογημένου της απουσίας του συγκεκριμένου μέλους, εφόσον στο πρακτικό αναφέρεται ο λόγος της απουσίας του, η οποία κρίνεται εξ αντικειμένου δικαιολογημένη (βλ. Αντέννα Λτδ. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) - ανωτέρω).»
(έμφαση προστέθηκε)
Αναφορικά δε με τη γενική και αποσπασματική αναφορά του αιτητή ότι η σύνθεση της Συγκλήτου δεν παρέμεινε αναλλοίωτη κατά παραβίαση του άρθρου 22 του Ν.158 (Ι)/99 αρκεί να σημειωθεί ότι συμφώνως με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22 του Ν.158(Ι)/99 ότι ακόμη και εάν η σύνθεση του οργάνου διαφοροποιηθεί, δεν απαιτείται επανάληψη της διαδικασίας, όταν πρόκειται για συνεδρία που ασχολήθηκε µε προκαταρκτικά θέματα . Σχετική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου και Ε. Κωνσταντινίδου (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 112/2014, ημερομηνίας 2/11/2020), ECLI:CY:AD:2020:C375 όπου υπό αντίστοιχα δεδομένα λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η πρώτη είναι εκείνη ημερομηνίας 14/7/2011 όπου, εξετάζοντας τα πρακτικά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην ένσταση, παρατηρούμε ότι απουσίαζαν κατά τη συγκεκριμένη συνεδρία πέντε μέλη της Επιτροπής[..] Κατά την συγκεκριμένη συνεδρία αποφασίστηκε ομόφωνα όπως εγκριθούν το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης και οι συνθέσεις των Συμβουλευτικών Επιτροπών για πλήρωση διοικητικών θέσεων μεταξύ των οποίων και της επίδικης.
Η δεύτερη αφορά στη συνεδρία ημερομηνίας 3/1/2012 κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διορισμού. Στα πρακτικά της συνεδρίας αυτής, κάτω ακριβώς από τον τίτλο «ΑΠΟΝΤΕΣ» και πριν την καταγραφή των ονομάτων των απόντων μελών, καταγράφεται η δήλωση «Απουσίαζαν δικαιολογημένα οι πιο κάτω:»[..]
Αν και η κατάληξη μας αυτή είναι καταλυτική για την τύχη της έφεσης εξετάσαμε επιπρόσθετα και κατά πόσο έπασχε επίσης η σύνθεση της Διοικούσας Επιτροπής του εφεσείοντα κατά την πρώτη συνεδρία της, ημερομηνίας 14/7/2011. Η απάντηση μας είναι αρνητική. Δεν φαίνεται να αμφισβητείται αλλά επιβεβαιώνεται και από τα πρακτικά, ότι κατά την συνεδρία της 14/7/2011 το μόνο που αποφασίστηκε ήταν η προκήρυξη της θέσης, το Σχέδιο Υπηρεσίας και τέλος η επιλογή των μελών από τα οποία θα απαρτίζετο η Συμβουλευτική Επιτροπή Επιλογής. Δεν συζητήθηκε κατ’ εκείνη τη συνεδρία ή λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση για ο,τιδήποτε το ουσιαστικό.
Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 2000, Ν. 158(Ι)/2000,
«22. Η διαδικασία συζήτησης και λήψης απόφασης για ορισµένο θέµα πρέπει να διεξάγεται από την αρχή µέχρι το τέλος από τα ίδια µέλη του συλλογικού οργάνου. Αν η διαδικασία παρατείνεται σε περισσότερες συνεδρίες και η σύνθεση του οργάνου µετά την πρώτη συνεδρία αλλάξει µε τη συµµετοχή µελών που ήταν απόντα στις προηγούµενες συνεδρίες, το συλλογικό όργανο δεν µπορεί να λάβει έγκυρη απόφαση στην τελευταία συνεδρία, εκτός αν στη συνεδρία αυτή επαναληφθεί από την αρχή η διαδικασία και η συζήτηση που προηγήθηκε. Αυτό δεν απαιτείται, όταν πρόκειται για απουσία από συνεδρία που ασχολήθηκε µε προκαταρκτικά θέµατα ή όταν τα µέλη τα οποία λαµβάνουν την τελική απόφαση είναι πλήρως ενηµερωµένα σχετικά µε όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη λήψη απόφασης.»
Στην παρούσα περίπτωση αν και το θέμα που μας απασχολεί δεν είναι η διαφορετική σύνθεση της Διοικούσας Επιτροπής στις δύο συνεδρίες της, εφόσον αποτελείτο από τα ίδια μέλη, αλλά από το πιο πάνω άρθρο καθίσταται σαφές ότι η απουσία μελών του συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της σύνθεσης του, αν κατά την συνεδρία το όργανο ασχολήθηκε μόνο με προκαταρκτικά θέματα. Κατά τη συνεδρία της 14/7/2011 τα θέματα που συζητήθηκαν και αποφασίστηκαν ήταν μόνο προκαταρκτικά (βλ. Ορθοδόξου ν. Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση 121/2013, ημερομηνίας 11/5/2020), ECLI:CY:AD:2020:C189 οπότε η σύνθεση της Διοικούσας Επιτροπής κρίνουμε ότι ήταν νόμιμη.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Εν προκειμένω και στην παρούσα περίπτωση δεν φαίνεται να συζητήθηκε ή να διημείφθη οτιδήποτε άλλο καθοριστικό κατά τη συνεδρία της Συγκλήτου ημερομηνίας 23.10.2019 πέραν της οριστικοποίησης της τελικής σύνθεσης της Ειδικής Επιτροπής. Σημειώνω ότι παρά τη θέση του καθ΄ου η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση ότι η Σύγκλητος κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 23.10.2019 ασχολήθηκε με προκαταρκτικά θέματα, ήτοι την έγκριση της τελικής σύνθεσης της Ειδικής Επιτροπής, ο αιτητής τίποτα δεν υπέδειξε και δεν ανέφερε στην απαντητική του αγόρευση ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
Τελικώς εγείρεται εκ μέρους του αιτητή ισχυρισμός ότι το Εκλεκτορικό Σώμα χωρίς έρευνα και αιτιολογία υιοθέτησε παθητικά και κατά δέσμιο τρόπο την απόφαση της Ειδικής Επιτροπής για εκλογή του ΕΜ στην επίδικη θέση, πράγμα το οποίο ως ο αιτητής εισηγείται έπραξε τόσο η Σύγκλητος όσο και η Επιτροπή Προσωπικού Προσλήψεων και Προαγωγών.
Ο ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί. Εξέταση του πρακτικού της συνεδρίας του Εκλεκτορικού Σώματος ημερομηνίας 3.2.2020 δεικνύει ότι το Εκλεκτορικό Σώμα προέβηκε στη δική του έρευνα λαμβάνοντας υπόψη τα ενώπιον του στοιχεία και αιτιολογώντας την κρίση του σε σχέση με την επιλογή του ΕΜ. Ειδικότερα δε και ως καταγράφεται το Εκλεκτορικό Σώμα εξέτασε με λεπτομέρεια και μεταξύ άλλων την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής, το περιεχόμενο του φακέλου που υπέβαλε η προτεινόμενη υποψήφια στην Ειδική Επιτροπή καθώς και τα κριτήρια του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου για εκλογή στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και μετά από διεξοδική συζήτηση του θέματος αποφάσισε ομόφωνα όπως υιοθετήσει την εισήγηση και τα συμπεράσματα της Ειδικής Επιτροπής ως αυτά αποτυπώθηκαν στην έκθεση της, διατυπώνοντας τη θέση ότι το ΕΜ πληρεί όλα τα νομικά και ουσιαστικά κριτήρια για εκλογή.
Ομοίως και η Σύγκλητος κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 12.2.2020, αποφάσισε ομόφωνα την επικύρωση της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος για την εκλογή του ΕΜ στην επίδικη βαθμίδα, όπως και η Επιτροπή Προσωπικού Προσλήψεων και Προαγωγών αποφάσισε ομόφωνα την επικύρωση της απόφασης της Συγκλήτου κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 8.5.2020.
Δεν εντοπίζω οτιδήποτε το μεμπτό. Τα όσα καταγράφονται κρίνονται επαρκή και ως προϊόν δέουσας έρευνας αφ΄ης στιγμής τόσο η Σύγκλητος όσο και η Επιτροπή Προσωπικού προχώρησαν σε επικύρωση των ενώπιον τους αποφάσεων. Ειδική δε αιτιολογία αναμένεται να δίδεται από τα υπόλοιπα όργανα του Πανεπιστημίου που μετέχουν στη διαδικασία, μόνο στην περίπτωση που αυτά δεν συμφωνούν με την υποβαλλόμενη εισήγηση της Ειδικής Επιτροπής (Κόρδα Σάββα (ανωτέρω) (Π.Ν v Πανεπιστημίου Κύπρου (Υπόθεση αρ. 1876/19, ημερομηνίας 19/9/24). Επί τούτου σχετικά είναι τα όσα αποφασιστήκαν από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστάκης Κωνσταντινίδης v Πανεπιστήμιο Κύπρου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 93/2016, ημερομηνίας 11/9/23) τα οποία ισχύουν κατ΄ αναλογία:
«Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποφάνθηκε πως ούτε ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του Εκλεκτορικού Σώματος ευσταθεί. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, το οποίο υιοθετούμε:
«[..]Επιπρόσθετα, από την ανάγνωση του πρακτικού τόσο της συνεδρίας του Εκλεκτορικού Σώματος που αφορά στην ανέλιξη του αιτητή, όσο και της δεύτερης κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση για τερματισμό των υπηρεσιών του, καταδεικνύεται με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία ότι το Εκλεκτορικό Σώμα διερεύνησε και έλαβε υπόψη το σύνολο των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα, περιλαμβανομένων και των παρατηρήσεων του αιτητή. Τα δε μέλη του Εκλεκτορικού Σώματος αιτιολόγησαν και στις δυο περιπτώσεις την ψήφο τους…».
Στην ίδια δε απόφαση απορρίφθηκε ισχυρισμός ότι ήταν εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση συμφωνά με την οποία οι εξουσίες της Συγκλήτου περιορίζονται στην επικύρωση ή μη της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος και ότι από τη στιγμή που επικύρωσε την απόφαση του τελευταίου θα ήταν περιττή η παράθεση οποιασδήποτε αιτιολογίας. Αναφέρθηκαν δε τα ακόλουθα:
« Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση έχει εφαρμογή ο Κανονισμός 9(8), ο οποίος διαλαμβάνει ότι ο Εκλεκτορικό Σώμα εξετάζει την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής και τις τυχόν παρατηρήσεις του υποψηφίου, λαμβάνει απόφαση και υποβάλλει τεκμηριωμένη έκθεση στην Σύγκλητο για επικύρωση.
Τα όσα αναφέρονται σχετικά με τον πιο πάνω λόγο έφεσης από το πρωτόδικο δικαστήριο, μας βρίσκουν σύμφωνους και παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«…Είναι κατά την άποψή μου σαφές ότι η απόφαση για εκλογή ή ανέλιξη του ακαδημαϊκού προσωπικού, μετά την έκθεση της ειδικής επιτροπής, εμπίπτει, σύμφωνα με το Νόμο 144/89 και τους Κανονισμούς, εντός των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Εκλεκτορικού Σώματος, ενώ οι εξουσίες της Συγκλήτου περιορίζονται στην επικύρωση ή όχι της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος… Ενόψει των πιο πάνω, έχω την άποψη ότι, από τη στιγμή που η Σύγκλητος αποφάσισε να επικυρώσει, και επικύρωσε, την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος, η παράθεση οποιασδήποτε περαιτέρω αιτιολογίας θα ήταν περιττή…Παρά ταύτα, θα πρέπει να επισημάνω ότι η απόφαση της Συγκλήτου ημερομηνίας 5.10.2011, όπως προκύπτει από το πρακτικό της σχετικής συνεδρίας του σώματος (παράρτημα 15 στην ένσταση), και προϊόν δέουσας και επαρκούς έρευνας είναι και επαρκώς αιτιολογημένη είναι.»
Έτσι, για τους λόγους που εξηγούνται ο πιο πάνω λόγος έφεσης, απορρίπτεται.»
Επισημαίνεται ότι-και για τους ίδιους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια πανομοιότυπου ισχυρισμού με αναφορά στα απουσιάζοντα μέλη της Συγκλήτου- ο ισχυρισμός του αιτητή ότι έπασχε η σύνθεση της Επιτροπής Προσωπικού Προσλήψεων και Προαγωγών επειδή κατά τον αιτητή «απουσίαζε το μέλος Παντελής Κελίρης για την αόριστη επεξήγηση «λόγω ειλημμένων υποχρεώσεων» κρίνεται απορριπτέος. Αρκεί δε να επαναληφθεί ότι η απουσία του εν λόγω μέλους κατά τη συνεδρία της εν λόγω Επιτροπής ημερομηνίας 8.5.2020, ένεκα και της σχετικής καταγραφής του λόγου απουσίας, έχει επαρκώς αιτιολογηθεί.
Δεν παρέμεινε οτιδήποτε άλλο προς εξέταση. Στη βάση των ανωτέρω διαπιστώνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.700 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, εναντίον του αιτητή και υπέρ του καθ’ ου η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
[1] «4(1) Για σκοπούς εκλογής στις βαθμίδες Καθηγητή και Αναπληρωτή Καθηγητή η Σύγκλητος διορίζει Ειδική Επιτροπή.
(2)Η Επιτροπή αποτελείται από τρεις εξωτερικούς εισηγητές του αυτού ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου που είναι καθηγητές πανεπιστημίου και προέρχονται από πανεπιστήμια δύο τουλάχιστον ξένων χωρών και δυο εσωτερικούς εισηγητές, ένας από τους οποίους ορίζεται από τη Σύγκλητο Πρόεδρος της Επιτροπής».
[2] Παρεμβάλλεται ότι μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο συνεδρίασης της Ειδικής Επιτροπής δεν είχε εισαχθεί νομοθετικά η διεξαγωγή νόμιμης συνεδρίασης οργάνου μέσω τηλεδιάσκεψης.
[3] (βλ. The Special Committee found that Dr. Efi Kyprianidou meets the requirements as set out in the Law mentioned above as well as the announcement, concerning the criteria for the post of Assistant Professor.)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο