Irina Ryshkova ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθεση Αρ. 790/2023, 2/6/2026
print
Τίτλος:
Irina Ryshkova ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθεση Αρ. 790/2023, 2/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                   Υπόθεση Αρ. 790/2023 iJustice

                                             

        2 Ιουνίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

ΑΝΑΦOΡΙΚΑ ΜΕ ΤA ΑΡΘΡA 146, 28 και 15 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

             

Irina Ryshkova

Αιτήτρια

                          Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

 

......... 

 

Κασσάνδρα Κουππαρή, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Σίλια Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Ρωσίας, η οποία στις 14.08.2009 αφίχθη στη Δημοκρατία ως επισκέπτρια. Στις 23.05.2019 υπέβαλε αίτηση πολιτογράφησής της (εφεξής η «αίτηση»), η οποία απερρίφθη και οι Καθ’ ων η αίτηση την ενημέρωσαν με επιστολή ημερ. 21.04.2023 αναφέροντάς της τα ακόλουθα:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτηση σας ημερ. 23/05/2019 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτηση σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι:

 

2. δεν πληροίτε τα τυπικά προσόντα για πολιτογράφηση όπως καθορίζονται από την παράγραφο 1(α) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν. 141(Ι)/2002. Συγκεκριμένα, τον τελευταίο χρόνο πριν την υποβολή της αίτησης σας απουσιάζατε από τη Δημοκρατία για διάστημα 29 ημερών.

 

3. δεν έχετε ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο αφού δεν γνωρίζεται την ελληνική γλώσσα παρόλο που διαμένετε στην Κύπρο από το 2010. Επιπλέον, δεν έχετε απαντήσει πλήρως στις ερωτήσεις που αφορούν την προσαρμογή σας στη νοοτροπία και στα έθιμα της Κύπρου».

 

Την πράξη αυτή η Αιτήτρια προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας εγείρει ότι υπό πλάνη, χωρίς δέουσα έρευνα, καταχρηστικά και αναιτιολόγητα οι Καθ΄ ων η αίτηση απέρριψαν την Αίτηση. Επικεντρώνει την αγόρευσή της πρώτα στο ότι η αιτιολογία περί απουσίας 29 ημερών είναι αντιφατική με την πρακτική να αποδέχονται τέτοιες αιτήσεις ενώ έχουν και έντυπο αναφέροντας ότι οι αιτητές έχουν δικαίωμα να ταξιδέψουν μέχρι και 90 ημέρες. Περαιτέρω ότι υπάρχει πλάνη περί τα γεγονότα και τον νόμο καθότι οι Καθ΄ων η αίτηση στο ερ. 13 του διοικητικού φακέλου ανέφεραν ότι η Αιτήτρια πληροί τα τυπικά προσόντα παραμονής ενώ υπάρχει πλάνη και καθότι δεν είναι προαπαιτούμενο η Αιτήτρια να γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και ότι εν πάση περιπτώσει δήλωσε ότι μαθαίνει ελληνικά με την κόρη της, στοιχείο το οποίο δεν λήφθηκε υπόψιν από τους Καθ’ ων η αίτηση. Υποβάλλει επιπροσθέτως ότι είναι ανεπαρκής η δοθείσα αιτιολογία ως προς την προσαρμογή της Αιτήτριας στη νοοτροπία και έθιμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ δεν καταγράφηκαν οι απαντήσεις της Αιτήτριας στις ερωτήσεις της λειτουργού που διενήργησε την προφορική συνέντευξη. 

 

Από την πλευρά της η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ων η αίτηση, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Εξέτασα τις υποβολές των μερών ως εκτέθηκαν στις αγορεύσεις των συνηγόρων τους και η κατάληξή μου είναι η ακόλουθη:

 

Καταρχάς σημειώνω ότι στα πλαίσια της παρούσας δεν εγείρεται παράβαση συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας αλλά οι λόγοι ακύρωσης αναπτύσσονται, στη βάση των θέσεων που ανέφερα ανωτέρω (πλάνη, ανεπαρκής αιτιολογία, κατάχρηση). Δεν αμφισβητείται ότι εκ των νομοθετημένων προσόντων για πολιτογράφηση είναι η «Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης» ούτε ότι η Αιτήτρια απουσίασε για 29 ημέρες από τη Δημοκρατία για το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών πριν την αίτηση της. Συνεπώς ως προς τούτο το συμπέρασμα δεν τίθεται ζήτημα πλάνης των Καθ΄ων η αίτηση.

 

Το εν λόγω σκέλος της δοθείσας αιτιολογίας δε θεωρώ ότι συγκρούεται ή είναι αντιφατικό με το ερ. 13 του διοικητικού φακέλου, στο οποίο αναφέρεται η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, καθότι το έγγραφο αυτό αναφέρεται στο προσόν για πολιτογράφηση υπό 1 (β) και όχι υπό 1(α) του Τρίτου Πίνακα του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως είχε (στο εξής «ο Νόμος»). Για πληρέστερη εικόνα τα εν λόγω προσόντα υπό (1)(α) και 1(β) είχαν ως εξής:

 

«(α) Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, και

(β) κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων από το πιο πάνω αναφερόμενο δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα επτά ετών, είτε διέμενε στη Δημοκρατία, είτε διετέλεσε στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, είτε μερικώς το ένα και μερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήματα που αθροισμένα να μην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών: Νοείται ότι οι φοιτητές, επισκέπτες και αυτοεργοδοτούμενοι, καθώς και οι αθλητές, προπονητές, τεχνικοί αθλημάτων, οικιακοί βοηθοί, νοσοκόμοι και οι εργαζόμενοι σε Κύπριους ή (ξένους εργοδότες ή σε υπεράκτιες εταιρείες, που διαμένουν στη Δημοκρατία αποκλειστικά με σκοπό την εργασία, όπως επίσης και οι σύζυγοι, τα τέκνα ή άλλα εξαρτώμενά τους πρόσωπα, πρέπει, κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων τουλάχιστον επτά ετών να συγκεντρώνουν συνολική διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον επτά ετών, από την οποία το ένα έτος αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους η διαμονή του να είναι συνεχής»

 

Οι υπολογισμοί των Καθ’ ων η αίτηση επί των αφορόντων το εδώ σχετικό προσόν της παραγράφου 1(α) του Τρίτου Πίνακα του Νόμου δεν βρίσκεται στο ερ. 13 αλλά στο ερ. 11 του διοικητικού φακέλου όπου, κατόπιν της καταγραφής των σχετικών ημερομηνιών αφιξοαναχωρήσεων της Αιτήτριας, υπάρχει η καταγραφή «Η ΑΙΤΗΤΡΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕ 29 ΜΕΡΕΣ ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΜΗΝΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ» αναφορά που συμπίπτει απόλυτα με το παρασχεθέν πρώτο σκέλος αιτιολογίας της προσβαλλόμενης. Άρα ουδέν αντιφατικό εντοπίζεται εν προκειμένω. Ούτε βεβαίως έχω ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο που να φανερώνει πρακτική των Καθ’ ων η αίτηση να δέχονται τέτοιες αιτήσεις, παρέχοντας έντυπο που αναφέρει στους αιτητές ότι έχουν δικαίωμα να ταξιδέψουν μέχρι και 90 ημέρες.

 

Συνεπώς οι ως άνω ισχυρισμοί της Αιτήτριας απορρίπτονται.

 

Δε με βρίσκει σύμφωνο ούτε ο ισχυρισμός ότι είναι ανεπαρκής η δοθείσα αιτιολογία ως προς την προσαρμογή της Αιτήτριας στη νοοτροπία και έθιμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή ότι δεν καταγράφηκαν οι απαντήσεις της Αιτήτριας επί των σχετικών ερωτήσεων στην προφορική συνέντευξη.  Καταρχάς σημειώνω ότι πράγματι δεν ήταν προαπαιτούμενο, ως ρητή νομοθετική διατύπωση, η Αιτήτρια να γνώριζε την ελληνική γλώσσα, όμως η παράμετρος αυτή ήταν εξεταστέα ως μέρος της κρίσης των Καθ’ ων η αίτηση περί της ενσωμάτωσης με την κυπριακή πραγματικότητα, ήθη και κοινωνία του εκάστοτε αιτούντος πολιτογράφησης. Στην Α.Ε.181/12 Reyes v. Δημοκρατίας ημερ. 29.10.2018 αναφέρθηκε (η υπογράμμιση και έμφαση του παρόντος):

 

«Η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί βεβαίως αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση. Εκτός από τη βούληση του ατόμου, η οποία εκφράζεται με την υποβολή αίτησης, απαιτούμενο στοιχείο είναι και η έκφραση κυρίαρχης βούλησης της πολιτείας που δύναται να προσδώσει την ιθαγένεια. Συνεπώς, δεν επαρκεί μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου, όπως αναλύονται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής, βλ. Δίκαιο Ιθαγένειας, Ζωή Παπασιώπη Πασιά, 7η  Έκδοση, σελ.124-126. Τα ως άνω δε στοιχεία, εκτιμούνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα. Εντός του εν λόγω πλαισίου, εντάσσεται και φυσικά δεν αναιρείται, η υποχρέωση καλόπιστης εξέτασης του αιτήματος και διεξαγωγή δέουσας έρευνας».

 

Είναι άρα σαφές και νομολογημένο ότι μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου, όπως αναλύονται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου δεν είναι αρκετή αλλά επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας προς εξέταση αιτήσεως ως η επίδικη, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, περιλαμβανομένης της ικανοποιητικής γνώσης Ελληνικής γλώσσας, τις γνώσεις για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή στον ντόπιο τρόπο ζωής.

 

Αν και στη προσωπική συνέντευξη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι «μαθαίνει λίγο Ελληνικά με την κόρη της» (ερ. 32), διαπιστώθηκε ότι δεν ομιλεί καθόλου ελληνικά διαπίστωση που πράγματι είναι ενδεικτική ότι δεν έχει ενταχθεί πλήρως στο κοινωνικό σύνολο ιδίως σε συνάρτηση με το ότι διέμενε στη Δημοκρατία από το 2010, το δε γεγονός ότι και η ίδια η συνέντευξη ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση καταγράφηκε ότι έγινε πλήρως στην Αγγλική γλώσσα (ερ. 31) επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Άρα ουδεμία εν προκειμένω αντιφατικότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης εφόσον τα στοιχεία του φακέλου υποστηρίζουν το συμπέρασμα της.

 

Δε συμφωνώ ούτε ότι υπάρχει πλημμελής έρευνα ή αιτιολογία ως προς τους κοινωνικούς δεσμούς της Αιτήτριας. H Αιτήτρια παραπέμπει στα συμπεράσματα αποφάσεων του ΔΔ (Πρ. Αρ. 913/2014 Harb v. Δημοκρατίας ημερ. 25.04.2018 και Πρ. Αρ. 616/2015 Kozak ν. Δημοκρατίας ημερ. 06.05.2019), τα δεδομένα όμως των οποίων ουδόλως προσομοιάζουν με τα εδώ κρινόμενα. Παρέλκουν οι επιμέρους συγκρίσεις όμως στην παρούσα, τα πρόσωπα που στην αίτηση της Αιτήτριας δηλώθηκαν ως εγγυητές (ερ. 300) δεν αναφέρθηκαν καν στην προφορική της συνέντευξη (ερ. 35) ως πρόσωπα, με τα οποία «συνδέεται φιλικά/κοινωνικά». Αντιθέτως η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε τρία άλλα πρόσωπα μόνο με τα ονόματά τους (χωρίς επώνυμο), καταγράφοντας μάλιστα τα δύο ως γονείς φίλων της θυγατέρας της και το τρίτο απλά ως ιατρό. Άρα με αυτά τα δεδομένα δε βρίσκω οποιαδήποτε πλημμέλεια έρευνας ούτε η σχέση με τους εγγυητές έχριζε οποιασδήποτε περαιτέρω διερεύνησης εφόσον και η ίδια η Αιτήτρια δεν τους κατέγραψε ως πρόσωπα με τα οποία συνδέεται με φιλικούς ή κοινωνικούς δεσμούς παρά απλά ότι «τους γνωρίζει» χωρίς περαιτέρω αναφορά ότι υπάρχει φιλική ή άλλη στενή σχέση.

 

Δεν ευσταθεί όμως ούτε ότι δεν έγινε καταγραφή των απαντήσεων της Αιτήτριας, αντιθέτως στο κεφάλαιο 10 του ερ. 34 φαίνεται ότι καταγράφησαν οι απαντήσεις της επί των 5 ερωτήσεων των Καθ΄ων η αίτηση, απαντήσεις οι οποίες δεν καταγράφονται ως προσωπικά συμπεράσματα της λειτουργού αλλά ως οι ίδιες οι απαντήσεις της.

 

Δε διαπιστώνω τέλος οποιαδήποτε καταχρηστικότητα εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, σε κάθε δε περίπτωση, πέραν των ισχυρισμών περί πλάνης και πλημμελούς έρευνας/αιτιολογίας, οι οποίοι απορρίφθηκαν πιο πάνω, δεν εξηγείται για ποιο λόγο η προσβαλλόμενη ήταν καταχρηστική. Δεν εντοπίζω οποιαδήποτε κατάχρηση αλλά θεωρώ ότι από τα ενώπιόν μου δεδομένα οι Καθ΄ων η αίτηση άσκησαν την αρμοδιότητά τους καλόπιστα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, η οποία είναι εν προκειμένω ευρεία. Στην πρόσφατη απόφαση του ΑΣΔ στην ΕΔΔ Αρ. 5/21 Ahmed Ali Nastrat v. Δημοκρατίας ημερ. 11.02.2026 (οπού, μάλιστα, επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση ως προς τη έρευνα για τη γνώση της ελληνικής γλώσσας) έγινε αναφορά στη σχετική νομολογία αναφορικά με πράξεις επί αιτήσεων ως η επίδικη και αναφέρθηκε για την ευρεία αυτή εξουσία:

 

«Στην Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 66,  η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισήμανε και  τα ακόλουθα :

 

«...  Η παραχώρηση πολιτογράφησης είναι στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού και το ζήτημα εγγραφής κάποιου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα το ακυρωτικό δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση της εξουσίας.  Έτσι, η διακριτική ευχέρεια του κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος.  Όταν η διακριτική ευχέρεια ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση.  Επίσης, το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224) και η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη Διοίκηση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, που μπορεί να επέμβει μόνο αν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία στο σύνολό τους, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της Διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα. (Republic v. Georghiades (1972) 3 C.L.R. 594)...» (Βλ. Rahimzadeh v. Δημοκρατίας κ.α. ΕΔΔ 119/2020 ημερ. 25.2.2025 και Hamdan v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 141/2018, ημερ. 6.3.2024).

(…)

Όπως αναφέρθηκε, το Ενωσιακό δίκαιο ρητά ορίζει ότι ο καθορισμός των κριτηρίων και των προϋποθέσεων κτήσης της εθνικής ιθαγένειας υπάγονται στην απόλυτη κυριαρχία του κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Δεν επιβάλλει την πολιτογράφηση αλλοδαπών.  Συνεπώς, ορθή  ήταν η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως και η αναφορά του ότι η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους».

 

Δε θεωρώ λοιπόν βάσιμους τους λόγους ακύρωσης. Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη επικυρώνεται με έξοδα 1.800 ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο