Africanos Real Estate & Business (Brokers) Ltd ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Εφοριακού Συμβουλίου, Υπόθεση Αρ. 843/2020, 17/6/2026
print
Τίτλος:
Africanos Real Estate & Business (Brokers) Ltd ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Εφοριακού Συμβουλίου, Υπόθεση Αρ. 843/2020, 17/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                           Υπόθεση Αρ. 843/2020

                                                   17 Ιουνίου, 2026

                                             

[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

                        ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

Africanos Real Estate & Business (Brokers) Ltd

                                                                                                                     Αιτήτρια

και

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Εφοριακού Συμβουλίου

                                                                            Καθ' ων η Αίτηση 

 __________________

 

Σίμος Αγγελίδης για Α. Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ, δικηγόροι για την Αιτήτρια.

Σ. Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα για τους Καθ’ ων η Αίτηση. 

___________________

                                                ΑΠΟΦΑΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με την υπό κρίση προσφυγή η Αιτήτρια, ζητά ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση την οποία της κοινοποίησαν μέσω επιστολής του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 16.7.2020, και με την οποία αποφάσισε την απόρριψη της Ιεραρχικής της Προσφυγής και παράλληλα επικύρωσε την αμφισβητηθείσα απόφαση του Εφόρου Φορολογίας. 

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως προκύπτουν από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου και καταγράφονται στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, έχουν ως εξής.

 

H Αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ιδρύθηκε στις 28 Φεβρουάριου 1995 και εγγράφηκε στο Μητρώο Φ.Π.A. την 1η Μαρτίου 1995 με οικονομική δραστηριότητα κτηματομεσίτη. Στις 28 Φεβρουάριου 2009, έγινε μεταβίβαση δρώσας οικονομικής μονάδας χωρίς τη μεταβίβαση φορολογικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στην εταιρεία Africanos Real Estate Ltd. Την  1η Ιουλίου 2012, επανεγγράφηκε στο Μητρώο Φ.Π.A. λόγω μεταβίβασης δρώσας οικονομικής μονάδας με τη μεταβίβαση φορολογικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την Africanos Real Estate Ltd. H δηλωθείσα οικονομική δραστηριότητα είναι η λειτουργία κτηματομεσιτικού γραφείου στη Λάρνακα.

 

Στις 5 Απριλίου 2019, η Αιτήτρια καταχώρισε εμπρόθεσμα Ιεραρχική Προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο, εναντίον της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 21 Φεβρουάριου 2019 να εκδώσει βεβαίωση φόρου εκροών ύψους €12.773,10 (πλέον πρόσθετος φόρος 10% και τόκοι) για την περίοδο 1/12/2014 - 8/2/2017, δυνάμει του άρθρου 51Α των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων (Ν.95(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε), εφόσον δεν δικαιολογήθηκε η διαφορά ύψους €80.000 που εντοπίστηκε μεταξύ των καταθέσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Αιτήτριας και των δηλωμένων εκροών.

 

Στις 18 Απριλίου 2019, το Εφοριακό Συμβούλιο συνήλθε για να εξετάσει κατά πόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 53(α), (β) και (γ) των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων (Ν.95(Ι)/2000), όπως τροποποιήθηκε) για εξέταση της Ιεραρχικής Προσφυγής και αποφάσισε ομόφωνα όπως καλέσει ενώπιόν του τα ενδιαφερόμενα μέρη σε ακρόαση για τις προϋποθέσεις της Ιεραρχικής Προσφυγής. Mε επιστολή του ημερομηνίας 23 Απριλίου 2019, κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη όπως παρουσιαστούν προς διευκρίνιση κάποιων γεγονότων και/ή στοιχείων, προτού πάρει την τελική απόφαση για το νομότυπο καταχώρησης της Ιεραρχικής Προσφυγής. Στις 17 Μαΐου 2019, πραγματοποιήθηκε η ακρόαση ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου για το νομότυπο καταχώρησης της Ιεραρχικής Προσφυγής και αφού τα δύο μέρη εξέθεσαν τις απόψεις τους στα θέματα, τα οποία ήγειρε το Εφοριακό Συμβούλιο, τo Εφοριακό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις, για να προχωρήσουν στην εξέταση της ουσίας της Ιεραρχικής Προσφυγής. Το Εφοριακό Συμβούλιο, με επιστολή του ημερομηνίας 27 Μάϊου 2019, ζήτησε από τον Έφορο Φορολογίας όπως υποβάλει Έκθεση Γεγονότων μαζί με όλα τα αναγκαία στοιχεία της υπόθεσης, ως επίσης και τον σχετικό φορολογικό φάκελο. Στις 25 Οκτωβρίου 2019, ο Έφορος Φορολογίας υπέβαλε στο Εφοριακό Συμβούλιο Έκθεση Γεγονότων μαζί με όλα τα αναγκαία στοιχεία, όπως του είχαν ζητηθεί.

 

Στις 30 Ιανουάριου 2020, το Εφοριακό Συμβούλιο όρισε ως ημερομηνία ακρόασης της Ιεραρχικής Προσφυγής την 5η Μαρτίου 2020 και με επιστολή του κάλεσε την Αιτήτρια και τον Έφορο Φορολογίας να παρουσιαστούν για να εκθέσουν τις απόψεις τους αναφορικά με την εξεταζόμενη προσφυγή. Στις 5 Μαρτίου 2020, πραγματοποιήθηκε η ακρόαση της Ιεραρχικής Προσφυγής ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου, όπου ο Έφορος Φορολογίας, διά των αντιπροσώπων του, κατέθεσε αντίγραφα των παραστάσεών του και, ακολούθως, τα δύο μέρη, διά των αντιπροσώπων τους, εξέθεσαν τις απόψεις τους αναφορικά με την εξεταζόμενη Ιεραρχική Προσφυγή. Κατά το τέλος της ακρόασης, ζητήθηκε από την Πρόεδρο του Εφοριακού Συμβουλίου και συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο μερών όπως συνεχιστεί η ακρόαση στις 7 Απριλίου 2020. Στις 30 Μαρτίου 2020, το Εφοριακό Συμβούλιο συνήλθε, λόγω της νέας κατάστασης πραγμάτων που δημιουργήθηκε με την έξαρση της νόσου του κορωνοϊού στην Κύπρο και αποφάσισε ομόφωνα όπως η υπόθεση οριστεί για συνέχιση της ακρόασης στις 14 Μαΐου 2020, με την επιφύλαξη ότι πιθανόν να χρειαστεί να επαναοριστεί, ανάλογα με την εξέλιξη της νόσου. Εντέλει, μετά από εξέταση αιτήματος,  η δεύτερη ακρόαση της Ιεραρχικής Προσφυγής ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαΐου 2020, όπου τόσο η Αιτήτρια όσο και ο Έφορος Φορολογίας, δια των αντιπροσώπων τους, ενημέρωσαν το Εφοριακό Συμβούλιο για τα επιπρόσθετα στοιχεία που προσκομίστηκαν στον Έφορο Φορολογίας κατά το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο ακροάσεων και εξέθεσαν τις απόψεις τους αναφορικά με την εξεταζόμενη Ιεραρχική Προσφυγή.  

 

Το Εφοριακό Συμβούλιο συνήλθε στις 7 Ιουλίου 2020 και εξέτασε όλα τα Θέματα που αφορούσαν στην Ιεραρχική Προσφυγή. Αφού έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του, τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις των δυο πλευρών, καθώς και τις σχετικές ρυθμίσεις της νομοθεσίας και τη σχετική νομολογία, αποφάσισε ομόφωνα να επικυρώσει την απόφαση του Εφόρου Φορολογίας. H σχετική απόφαση εκδόθηκε στις 15 Ιουλίου 2020 και κοινοποιήθηκε με διπλοσυστημένη επιστολή και στα δύο μέρη στις 16 Ιουλίου 2020.

 

Η αιτήτρια εταιρεία προχώρησε στη καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης προσβάλλοντας την νομιμότητα της προαναφερόμενης διοικητικής απόφασης, όπου, προς ακύρωση της επίδικης διοικητικής απόφασης, εγέρθηκαν τέσσερις λόγοι ακύρωσης.

 

Ο πρώτος σχετιζόταν με ισχυρισμό περί έκδοσης της φορολογίας από αναρμόδιο όργανο, λαμβανομένου υπόψη πως ο διορισμός του Εφόρου Φορολογίας, κ.Γ.Τσαγκάρη που είχε εκδώσει τις ειδοποιήσεις επιβολής φορολογίας, κρίθηκε αντισυνταγματικός στα πλαίσια των Συνεκδ. Υποθ. 541/16 κ.α., Ποταμίτου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 16.3.2020, απόφαση η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση (Δημοκρατία ν. Ποταμίτου, Συνεκδ. Εφέσεις αρ. 59/2020 και 104/2020, ημερομηνίας 7.6.2021).

 

Παρόλη την πρόσφατη νομολογία, αφού το ζήτημα, έχει σχετικά πρόσφατα εξεταστεί από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στις υποθέσεις Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 141/19, ημερ. 9.10.2024, Δημοκρατία ν. JH Views Ltd, Ε.Δ.Δ. 192/20, ημερ. 18.7.2025, Δημοκρατία ν. Οικογενειακής Ταβέρνας Ν.Α.Π.Ρ. «Υπάρχω» Λτδ, Ε.Δ.Δ. 179/20, ημερ. 18.7.2025 και Δημοκρατία v. ΗΜ Properties Ltd, Ε.Δ.Δ 29/21, ημερ. 18.2.2026, στις οποίες κρίθηκε πως ο Έφορος Φορολογίας θεωρείται de facto όργανο και συνεπώς η κήρυξη του διορισμού του ως αντισυνταγματικού, δεν επιδρά στο κύρος των αποφάσεων που αυτός εξέδωσε, πριν την ακύρωση του διορισμού του, εντούτοις η Αιτήτρια δεν απέσυρε τον σχετικό ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να παραμένει αντικείμενο της παρούσας προς εκδίκαση.

 

Ο δεύτερος λόγος ακύρωσης που προωθήθηκε, άπτεται της θέσης της αιτήτριας εταιρείας περί παράλειψης του Εφοριακού Συμβουλίου να προβεί σε επαρκή και δέουσα έρευνα των νομικών αλλά και πραγματικών ζητημάτων που ήταν επίδικα, καθώς και ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα και τον Νόμο. Ως τρίτο λόγο ακύρωσης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η απόφαση  πάσχει λόγω έλλειψη πειστικής αιτιολογίας ενώ διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Ως τέταρτο, τέλος, λόγο ακύρωσης, η Αιτήτρια προωθεί ισχυρισμό για έλλειψης άρτιου πρακτικού λήψης της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου.

 

Στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και όπου έγινε λεπτομερής καταγραφή των γεγονότων, εγέρθηκαν και οι ακόλουθες τρείς προδικαστικές ενστάσεις. Πρώτον, πως η Αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος για προώθηση της εν λόγω προσφυγής, επειδή κατέβαλε όλο το αμφισβητούμενο διά της ιεραρχικής προσφυγής ποσό για το οποίο εκδόθηκε βεβαίωση φόρου, πλέον τόκους, ανεπιφύλακτα. Δεύτερον, ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει λόγο ακύρωσης της επίδικης απόφασης που άπτεται της αντισυνταγματικότητας του διορισμού του Εφόρου Φορολογίας, καθώς τέτοιος λόγος δεν ηγέρθη ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου και τρίτον, πως οι λόγοι ακύρωσης της Αιτήτριας δεν δικογραφούνται δεόντως στο δικόγραφο της προσφυγής κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 και για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να εξεταστούν.

 

Της εξέτασης των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, προέχει η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων τις οποίες εγείρουν μέσω της Ένστασης και προωθούν  μέσω της γραπτής τους αγόρευσης οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Εξετάζοντας την πρώτη προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση, διαπιστώνω ότι το ίδιο το Εφοριακό Συμβούλιο ουσιαστικά εξέτασε το ζήτημα και απέρριψε το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να στερείται εννόμου συμφέροντος για προώθηση της εν λόγω προσφυγής, επειδή κατέβαλε όλο το αμφισβητούμενο διά της ιεραρχικής προσφυγής ποσό για το οποίο εκδόθηκε βεβαίωση φόρου, πλέον τόκους, χωρίς να επιφυλάξει τα δικαιώματα της. Συγκεκριμένα, στις σελίδες 4 και 5 της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου καταγράφεται ακριβώς ότι, η Αιτήτρια ακριβώς κατέβαλε στις 21 Μαρτίου 2019 ολόκληρο το ποσό του αμφισβητούμενου φόρου προς αποφυγή επιβολής επιπρόσθετου τόκου ή/και επιβαρύνσεων. Σε κάθε περίπτωση, στις 17 Μαΐου 2019, πραγματοποιήθηκε η ακρόαση ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου για το νομότυπο καταχώρησης της Ιεραρχικής Προσφυγής και αφού τα δύο μέρη εξέθεσαν τις απόψεις τους στα θέματα, τα οποία ήγειρε το Εφοριακό Συμβούλιο, αυτό αποφάσισε ομόφωνα ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις, για να προχωρήσουν στην εξέταση της ουσίας της Ιεραρχικής Προσφυγής. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση της Καθ’ ης η αίτηση διοικητικής αρχής ουσιαστικά απαντά στον ίδιο τον δικηγόρο της αλλά και στο ερώτημα το οποίο μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ήτοι καταπόσον η αιτήτρια εταιρεία στερείται εννόμου συμφέροντος για προώθηση της παρούσας προσφυγής, λόγω της πληρωμής στην οποία προχώρησε εντός της προθεσμίας, ολόκληρου του ποσού του αμφισβητούμενου φόρου. Τουτέστιν διαπιστώνω ότι, η Αιτήτρια προέβη εύλογα στη πληρωμή, ώστε να περιορίσει την επιβολή επιπρόσθετου τόκου ή/και επιβαρύνσεων και υπέβαλε εμπρόθεσμα την Ιεραρχικής Προσφυγή της ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου η οποία και εξετάστηκε.

 

Διαπιστώνοντας το έννομο συμφέρον της Αιτήτριας να στρέφεται δια της παρούσης εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτω τη πρώτη προδικαστική ένσταση την οποία προβάλει ο Καθ’ ου η Αίτηση, ως αβάσιμη.

 

Ομοίως απορρίπτω και τις άλλες δύο προδικαστικές ενστάσεις, αφού, εξετάζοντας τους λόγους ακύρωσης οι οποίοι δικογραφούνται στη Προσφυγή, εντοπίζω ότι ακριβώς γίνεται αναφορά εκ μέρους του συντάκτη της στα νομικά σημεία τα οποία προωθούνται από την αιτήτρια εταιρεία στη συνέχεια μέσω της αγόρευση της.

 

Συγκεκριμένα, στην Αίτηση κυρώσεως δικογραφείται ως δεύτερος λόγος ακύρωσης πως «2. Αγνοήθηκε η προηγηθείσα Νομολογία που δέσμευε τον καθ΄ου αφού ο Έφορος που επέβαλε την υπό αμφισβήτηση νομολογία είχε κριθεί ως διορισθείς παράνομα και αντισυνταγματικά και άρα οι αποφάσεις του υπό έλεγχο ενώπιον του καθ΄ου, έπασχαν από αναρμοδιότητα και έπρεπε να ακυρωθούν με αυτεπάγγελτη κρίση του καθ΄ου.». Αυτό απαντά στο ερώτημα καταπόσον δικογραφείται δεόντως το ζήτημα της, αρχικά κριθείσας από τα Δικαστήρια, αντισυνταγματικότητας του διορισμού του Εφόρου Φορολογίας.

 

Αντίστοιχα, διαπιστώνω, δικογραφούνται και οι άλλοι λόγοι ακύρωσης περί παράλειψης του Εφοριακού Συμβουλίου να προβεί σε επαρκή και δέουσα έρευνα των νομικών αλλά και πραγματικών ζητημάτων που ήταν επίδικα, καθώς και ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα (Νομικά Σημεία 4, 5, 6 και 9 στη Προσφυγή). Ως προς τον τρίτο λόγο ακύρωσης, ότι δηλαδή η απόφαση  πάσχει λόγω έλλειψη πειστικής αιτιολογίας, ενώ διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, αυτός αναφέρεται στα Νομικά Σημεία υπό αριθμό 3 και 8. Ο δε τέταρτος, λόγος ακύρωσης, περί έλλειψης άρτιου πρακτικού λήψης της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου αναφέρεται στα Νομικά Σημεία υπό αριθμό 3 και 8 στη Προσφυγή.

 

Λέγοντας αυτά, προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των ισχυρισμών κατά τη σειρά που προωθούνται  στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας.

 

Καταρχήν, επαναλαμβάνοντας τις προηγούμενες αναφορές μου στην πρόσφατη Νομολογία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και ακολούθως του Εφετείου, στις οποίες κρίθηκε πως ο Έφορος Φορολογίας θεωρείται de facto όργανο και συνεπώς η κήρυξη του διορισμού του ως αντισυνταγματικού δεν επιδρά στο κύρος των αποφάσεων που αυτός εξέδωσε πριν την ακύρωση του διορισμού του, απορρίπτω τον πρώτο λόγο ακύρωσης τον οποίον προωθεί η Αιτήτρια.

 

Με τον δεύτερο λόγο τον οποίο προωθεί Αιτήτρια, προβάλλεται ότι, η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε χωρίς επαρκή και δέουσα έρευνα των νομικών αλλά και πραγματικών ζητημάτων που ήταν επίδικα, καθώς και ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο.

 

Έχω μελετήσει το κείμενο της πολυσέλιδης απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου όσο και των πρακτικών τα οποία περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο ο οποίος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο. Πριν την παράθεση των συμπερασμάτων μου, κρίνω σκόπιμο να παρατεθεί καταρχήν η κατάληξη από την απόφαση του Εφοριακού Συμβουλίου, με την οποία ομόφωνα απέρριψε την ενώπιον του προσφυγή και επικύρωσε την απόφαση του Εφόρου Φορολογίας, ως το ακόλουθο απόσπασμα.  

 

«Όμως δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία για αυτό το διακανονισμό, δεν δίνεται καμία εξήγηση για το πώς κατέληξαν στο ποσό των €155.000, δεν δίνεται καμία εξήγηση τι απέγινε η οφειλή από την Big Five Ltd προς τον κ. Ιακωβίδη και δεν δίνεται καμία συμφωνία ή/και πρακτικά αποφάσεων των μετόχων και διευθυντών για την μεταβίβαση και την τιμή πώλησης των μετοχών του κ. Ιακωβίδη προς τον κ. Ττόουλο. Επίσης, όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, με βάση τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών δεν έγινε καμία αλλαγή στους μετόχους της εταιρείας Big Five Ltd αλλά ούτε και φαίνεται να ήταν μέτοχος στην εταιρεία ο κ. Ιακωβίδης. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, δεν εξηγείται για ποιο λόγο έγιναν οι καταθέσεις στην Αιτήτρια, εφόσον ισχυρίζονται ότι το υπόλοιπο ήταν μεταξύ του κ. Ττόουλου και του κ. Ιακωβίδη και πως συνδέονται οι καταθέσεις που έγιναν στον τραπεζικό λογαριασμό του κ. Ιακωβίδη με τις υπό εξέταση καταθέσεις.

Όσον αφορά τη θέση της Αιτήτριας ότι η έρευνα του Εφόρου έγινε επί λανθασμένης βάσης και/ή ήτο ελλιπής και/ή δεν έλαβε υπόψιν τα γεγονότα τα οποία είχαν παρατεθεί ενώπιον του, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

Πριν την έναρξη του φορολογικού ελέγχου, ο Έφορος, πολύ ορθά ζήτησε γραπτώς από την Αιτήτρια την υποβολή λογαριασμών Φ.Π.Α. εκροών και εισροών, τιμολογίων και αποδείξεων πωλήσεων για την περίοδο από 1η Ιουλίου 2012, μέχρι και την 30η Νοεμβρίου 2017, τιμολογίων αγορών/εξόδων για τις περιόδους από 1η Μαρτίου, μέχρι 31η Αυγούστου 2016 και από 1η Ιουνίου, μέχρι 31η Αυγούστου 2017 και τελικούς λογαριασμούς για τα έτη από 2013, μέχρι και 2017. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου.

·        Ελέγχθηκαν οι λογαριασμοί Φ.Π.Α. εισροών και εκροών για την περίοδο από ι η Ιουλίου 2012, μέχρι και την 30 η Νοεμβρίου 2017, και διαπιστώθηκε ότι συμφωνούσαν με τις δηλώσεις Φ.Π.Α. που υποβλήθηκαν.

·        Πραγματοποιήθηκε δειγματολογικός έλεγχος των τιμολογίων Και αποδείξεων για τις περιόδους που ζητήθηκαν και επιβεβαιώθηκε ότι ορθά η Αιτήτρια είχε εκπέσει το φόρο εισροών ή/και αποδόθηκε ο ανάλογος Φ.Π Α

·        Ζητήθηκαν τραπεζικές καταστάσεις της Αιτήτριας για την περίοδο από 2015 μέχρι και 2017, όπου προέκυψαν οι διαφορές ύψους €80.000 ε σύγκριση με το περιεχόμενο των φορολογικών δηλώσεων.

·        Λήφθηκαν υπόψη όλοι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας και τα στοιχεία που υποβλήθηκαν προς υποστήριξή τους, τα οποία ελέγχθηκαν από τους Λειτουργούς για επιβεβαίωση τους.

·        Έγινε συνάντηση στα γραφεία του Τμήματος Φορολογίας μεταξύ αντιπροσώπων της Αιτήτριας και τους Λειτουργούς που χειρίζονταν την υπόθεση προς συζήτηση των υπό εξέταση θεμάτων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου.

·        Στάλθηκε επιστολή στο δικηγόρο των κ.κ. Ιακωβίδη και Ττόουλου ζητώντας επιβεβαίωση των ισχυρισμών που προέβαλε ο κ. Ιακωβίδης κατά την συνάντηση αναφορικά με την αποχώρησή του από την εταιρεία Big Five Ltd  χωρίς γραπτή απάντηση και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μαζί του οι Λειτουργοί ανέφερε ότι δεν είχε τέτοια στοιχεία.

·        Ζητήθηκε από το Τμήμα Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Τμήματος Φορολογίας να εξετάσει τα στοιχεία που προσκομίστηκαν αναφορικά με την πώληση του ακινήτου στην Λάρνακα.

·        Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της εξέτασης της ένστασης, λήφθηκαν υπόψη και ελέγχθηκαν ξανά όλα τα στοιχεία που είχαν υποβληθεί και παρουσιαστεί από ενέργειες των λειτουργών καθώς επίσης και τα επιπρόσθετα στοιχεία που υποβλήθηκαν και νέους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.

Με βάση τα πιο πάνω, θεωρούμε ότι ο τρόπος που διεξήγαγε την έρευνα ο Έφορος ήταν ορθός και προέβηκε σε επαρκή έρευνα όλων των σχετικών με την υπόθεση γεγονότων, έλαβε υπόψη όλες τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν από την Αιτήτρια και αξιολόγησε και εκτίμησε ορθά όλα τα στοιχεία και ισχυρισμούς που είχε ενώπιον του όπως προβλέπεται από τα άρθρα 45 και 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου.

Το βάρος της απόδειξης το φέρει η Αιτήτρια (βλέπε Θεοδόσης Θεοδοσίου V. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ, 1620) ως επίσης και την ευθύνη της καταγραφής ή λήψης όλων των απαραίτητων πληροφοριών που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και πληρωμή του ΦΠΑ (βλέπε Nicolas Tyrimos Tavern Restaurant Ltd V. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 679), η οποία έπρεπε με κάθε δυνατό τρόπο να προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες προς απόδειξη των ισχυρισμών της.».

 

Κατά τη πάγια νομολογία, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3ΑΑΔ 151, Χωματένος v. Δημοκρατίας κ.ά. 3 ΑΑΔ 120). H έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.ά. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα. Το κρίσιμο ζήτημα το οποίο απασχολεί το Δικαστήριο είναι εάν οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε δέουσα έρευνα ώστε η απόφαση στην οποία κατέληξαν να θεωρηθεί εύλογα επιτρεπτή.

 

Εν προκειμένω,  εξετάζοντας ακριβώς την απόφαση, όπως και τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας του Εφοριακού Συμβουλίου, διαπιστώνω πως τα Μέλη του εξέτασαν και αξιολόγησαν όλα τα ενώπιόν τους ουσιώδη στοιχεία και δεδομένα πριν να καταλήξουν στην απόφασή τους.

 

Ειδικότερα, προκύπτει από την Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια εταιρεία είχε υποβάλει ένσταση κατά της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας για έκδοση της βεβαίωσης φόρου προσκομίζοντας συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία ωστόσο δεν ικανοποίησαν τον Έφορο Φορολογίας για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή κοινοποίησης της απόφασης. Οι ίδιοι λόγοι φαίνονται συγκεκριμένα και στην έκθεση γεγονότων που υπέβαλε ο Έφορος Φορολογίας ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου (Ερυθρά 225-219 του διοικητικού φακέλου). Το Εφοριακό Συμβούλιο εντόπισε το επίδικο θέμα το οποίο αναφέρεται στο πρακτικό λήψης της απόφασης. Συγκεκριμένα, στο ερυθρό 445 του διοικητικού φακέλου εντοπίζονται οι εξής αναφορές της Προέδρου του Εφοριακού Συμβουλίου: «Η παρούσα Ιεραρχική Προσφυγή στρέφεται εναντίον της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας (στο εξής «ο Έφορος») ημερομηνίας 21/02/2019, να εκδώσει βεβαίωση φόρου εκροών ύψους €12.773,10 (πλέον πρόσθετος φόρος 10% και τόκοι μέχρι 23/09/2019 ύψους €1.122,31) για την περίοδο από 01/12/2014 μέχρι 28/02/2017, επειδή δεν δικαιολογήθηκε με σαφήνεια και ακρίβεια η διαφορά που εντοπίστηκε μεταξύ των καταθέσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Αιτήτριας και των δηλωμένων εκροών ύψους €80.000 κατά την υπό εξέταση περίοδο». Αυτό το ζήτημα και όλες τις παρεμφερείς πράξεις των εμπλεκομένων με την εταιρεία κλήθηκαν να εξετάσουν οι Καθ’ ων η αίτηση όπως και έπραξαν δεόντως, λαμβάνοντας υπόψιν τα ενώπιον τους διαθέσιμα στοιχεία, όπως φαίνεται στα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας του Εφοριακού Συμβουλίου. Από την στιγμή που οι Καθ' ων η αίτηση διερεύνησαν όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, με τους οποίους είτε διαφώνησαν είτε δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν, δεν μπορεί να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα. Ούτε το Δικαστήριο επεμβαίνει στην κρίση της διοίκησης, αν αυτή είναι εύλογα επιτρεπτή, όπως προκύπτει να είναι στη παρούσα περίπτωση.

 

Σημειώνοντας τα πιο πάνω, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση ότι, ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν επιβεβαιώνεται από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό και απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Ομοίως θα συμφωνήσω και αναφορικά με το ζήτημα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενη πράξης. Όπως έχω παραθέσει ανωτέρω, στο ίδιο το σώμα της απόφασης παρατίθενται λεπτομερώς όλα τα στοιχεία που οδήγησαν το Συμβούλιο στην εύλογη κρίση του. Σε κάθε περίπτωση, η αιτιολογία συμπληρώνεται και αναπληρώνεται και από τους διοικητικούς φάκελους (Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 A.A.Δ. 270). Ακριβώς από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, προκύπτουν οι ακροαματικές διαδικασίες που προηγήθηκαν της λήψης της επίδικης απόφασης εκ μέρους του Εφοριακού Συμβουλίου καθώς και το πρακτικό λήψης της απόφασης στο οποίο φαίνεται η αιτιολογία της απόφασης. Στην λεπτομερή επίσης απόφαση του Εφοριακού Συμβουλίου, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια, προβάλλονται σαφώς οι λόγοι που απορρίφθηκε η ιεραρχική της προσφυγή. Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση καταγράφονται τα γεγονότα της προσφυγής και οι εκατέρωθεν θέσεις οι οποίες αξιολογήθηκαν από το Εφοριακό Συμβούλιο, το οποίο εντόπιζε και το ουσιώδες υπό εξέταση ζήτημα, ήτοι εάν ο Έφορος έκρινε ορθώς ότι τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του δεν δικαιολογούσαν επαρκώς τους ισχυρισμούς που έθεσε η Αιτήτρια ως προς την προέλευση του ποσού που εντοπίστηκε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της και φορολογήθηκε, το οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν προέρχεται από τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Επομένως, το Εφοριακό Συμβούλιο έθεσε και εξέτασε το πλήρες υπόβαθρο των γεγονότων. Καταλήγοντας διαπιστώνω ότι, η επίδικη απόφαση είναι αιτιολογημένη κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, ούτε διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Επόμενος προς εξέταση λόγος ακύρωσης αποτελεί ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι, το Εφοριακό Συμβούλιο όφειλε να προβεί σε νέα διερεύνηση όλων των δεδομένων ώστε να εξεταστούν όλα εξ υπαρχής, καθώς και ότι παραγνώρισε νέα στοιχεία ως να μην υπήρξαν.

 

Σημειώνοντας την εύστοχη παρατήρηση του δικηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι, οι αναφορές της Αιτήτριας είναι αόριστες και δεν ξεκαθαρίζει σε ποια δεδομένα ή νέα στοιχεία αναφέρεται, διαπιστώνω πως ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν υποστηρίζεται από τη σχετική νομοθεσία η οποία συνηγορεί ακριβώς στην αντίθετη θέση, ότι δηλαδή δεν είναι επιτρεπτή η υποβολή και η εξέταση νέων στοιχείων τα οποία δεν είχαν τεθεί αρχικά, όταν καταχωρήθηκε η ένσταση της αιτήτριας εταιρείας στον Έφορο Φορολογίας.

 

Το νομικό πλαίσιο της αρμοδιότητας και εξουσίας του Εφοριακού Συμβουλίου κατά την εξέταση αποφάσεων του Εφόρου Φορολογίας στο πλαίσιο ιεραρχικής προσφυγής που υποβάλλονται ενώπιον του καθορίζεται στον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο (Ν.95(Ι)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί. Ειδικότερα αναφέρομαι στα Άρθρα 52 μέχρι 54Α της σχετικής νομοθεσίας, όπου τίθεται το πλαίσιο λειτουργίας του Εφοριακού Συμβουλίου. Είναι προφανές, από τις εν λόγω πρόνοιες της νομοθεσίας ότι, κανένα από τα μέρη στην ιεραρχική προσφυγή δεν μπορεί να υποβάλει νέα στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί αρχικά, όταν καταχωρήθηκε η ένσταση στον Έφορο Φορολογίας. Συνεπώς και αυτός ο προβαλλόμενος λόγος τυγχάνει απόρριψης ως αβάσιμος.

 

Τέλος, θα απορρίψω και τον τέταρτο λόγο ακύρωσης για έλλειψη άρτιου πρακτικού λήψης της απόφασης. Συγκεκριμένα, στην αγόρευσή της η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει το πρακτικό όπου ζητήθηκε και αποφασίστηκε η απόφαση του Εφοριακού Συμβουλίου. Ωστόσο, το Παράρτημα 15 που επισυνάπτεται στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση (αντίστοιχα Ερυθρά 451 – 440 του διοικητικού φακέλου) αφορά έγγραφο το οποίο φέρει τον τίτλο «Πρακτικό απόφασης ιεραρχικής προσφυγής Africanos Real Estate & Business (Brokers) Ltd με αρ. 4/2019 που πραγματοποιήθηκε στην 7η Ιουλίου 20202 και ώρα 10:00 π.μ.» όπου αναγράφεται η ημερομηνία κατά την οποία συνήλθε το Εφοριακό Συμβούλιο για λήψη απόφασης στην Ιεραρχική Προσφυγή, οπότε αποφασίστηκε η επικύρωση της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας και η απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής. Ακόμα, καταγράφονται οι θέσεις των μελών του Εφοριακού Συμβουλίου και η λογική τους διεργασία η οποία οδήγησε στην λήψη της επίδικης απόφασης. Επίσης, από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, προκύπτει ότι τηρήθηκαν πλήρη και λεπτομερή πρακτικά των ακροάσεων που προηγήθηκαν της λήψης της απόφασης από το Εφοριακό Συμβούλιο. Συνεπώς και αυτός ο τελευταίος λόγος κύρωσης απορρίπτεται ως παντελώς αβάσιμος.

 

 

Τούτων λεχθέντων, θα συμφωνήσω με το καταληκτικό σχόλιο της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση ότι, ουδείς λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να εντοπιστεί από το παρόν Δικαστήριο ούτως ώστε να κλονιστεί το τεκμήριο κανονικότητας το οποίο διέπει τις αποφάσεις της διοίκησης και συνεπεία αυτής μου της κατάληξης, η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. 

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με 2000 ευρώ έξοδα, υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

 

                                                                 Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.                                


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο