ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 937/2020
12 Ιουνίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 30 και 146 του Συντάγματος
LANITIS GOLF LIMITED, H.E. 196800
Αιτήτρια
Και
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 21.01.2026
LANITIS GOLF LIMITED, H.E. 196800
Αιτήτρια
Και
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Αγγέλα Χαραλάμπους με Μαρία Κωνσταντή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Αιτήτρια
Ρούλα Ιάσωνος, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Περί το Μάρτιο του 2017 και κατόπιν αίτησης που υπέβαλε η Αιτήτρια στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για έκδοση πολεοδομικής άδειας με σκοπό τη δημιουργία γηπέδου γκολφ και το διαχωρισμό 501 οικοπέδων στην περιοχή Τσιερκέζ Τσιφλίκ και Ασώματου (η Ανάπτυξη), εκδόθηκε η Γνωστοποίηση Χορηγήσεως Πολεοδομικής Άδειας.
Κατόπιν έκδοσης σχετικών αδειών οικοδομής από την αρμόδια αρχή, οι Καθ’ ων η Αίτηση (τότε Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού) με επιστολή ημερομηνίας 08.10.2019, κάλεσαν την Αιτήτρια να υποβάλει αίτηση για υδροδότηση της Ανάπτυξης και προς τούτο, στις 24.10.2019 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για εγκατάσταση υδρευτικού συστήματος σε διαχωρισμό οικοπέδων, η οποία αφορούσε την υδροδότηση 390 οικιστικών οικοπέδων και 6 οικοπέδων για οργανωμένες αναπτύξεις (οικιστικές και εμπορικές).
Σε συνέχεια της πιο πάνω αίτησης, οι Καθ’ ων η Αίτηση με επιστολή ημερομηνίας 09.12.2019, ενημέρωσαν την Αιτήτρια ότι εγκρίθηκε η αίτηση της, επιβάλλοντας της το ποσό των €4.456.718 ως δικαιώματα παροχής νερού στην Ανάπτυξη.
Στις 07.02.2020 η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή προς τους Καθ’ ων η αίτηση, με την οποία ζήτησε όπως της επεξηγηθεί η μεθοδολογία και η κατηγορία που χρησιμοποιήθηκε για την τιμολόγηση των δικαιωμάτων παροχής νερού σε σχέση με την εν λόγω Ανάπτυξη.
Σε συνέχεια της πιο πάνω επιστολής της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η Αίτηση με επιστολή ημερομηνίας 19.03.2020, πληροφόρησαν την Αιτήτρια ότι τα δικαιώματα παροχής νερού σε σχέση με τα οικόπεδα είχαν υπολογιστεί με βάση τον κανονισμό 17 (1) (α) (ββ) και 17 (2) των περί Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού Κανονισμών του 2012 (Κ.Δ.Π. 159/2012), ενώ τα δικαιώματα παροχής νερού σε σχέση με τους χώρους των Golf Courses (G1 - G9) υπολογίστηκαν στη βάση του κανονισμού 17 (1) (α) (ββ) των Κανονισμών.
Στις 30.04.2020, η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή στους Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία επεξήγησε τους λόγους διαφωνίας της σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των δικαιωμάτων παροχής νερού της Ανάπτυξης και κατ’ επέκταση, το ύψος των δικαιωμάτων υδροδότησης, και τους κάλεσε να αναθεωρήσουν την απόφαση ημερομηνίας 09.12.2019.
Εν συνεχεία της πιο πάνω επιστολής και αφού οι Καθ’ ων η Αίτηση εξέτασαν το πιο πάνω αίτημα της Αιτήτριας, απέστειλαν προς την Αιτήτρια την επιστολή ημερομηνίας 23.07.2020, με την οποία της επέβαλαν το ποσό των €4.033.218 ως δικαιώματα για σκοπούς παροχής υδροδότησης στην Ανάπτυξη.
Την εν λόγω απόφαση η Αιτήτρια προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή και με την αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων της εγείρει σειρά λόγων ακύρωσης, τους οποίους η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, με την αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου τους απορρίπτει.
Με τον πρώτο λοιπόν λόγο ακύρωσης εγείρεται ότι δεν έχουν τηρηθεί πρακτικά της συνεδρίας του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (εφεξής το «Συμβούλιο»), στο πλαίσιο της οποίας αποφασίστηκε η επιβολή των δικαιωμάτων υδροδότησης της Ανάπτυξης. Η έλλειψη πρακτικών οδηγεί σε αδυναμία ελέγχου της σύνθεσης και συγκρότησης και επιφέρει ακυρότητα και επί του ζητήματος αυτού.
Η πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση αντιτείνει ότι η απουσία πρακτικών δεν είναι δικογραφημένη στην αίτηση ακυρώσεως και δεν πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Περαιτέρω ότι δε μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη πρακτικών συνεδρίας συλλογικού οργάνου στη συγκεκριμένη περίπτωση διότι την απόφαση δεν την εξέδωσε το Συμβούλιο αλλά οι Τεχνικές Υπηρεσίες (εφεξής οι «ΤΥ») διά του Διευθυντή του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (εφεξής ο «Διευθυντής») όπως φαίνεται τόσο από τα μεταξύ τους σημειώματα όσο και από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση-επιστολή ημερ. 23.07.2020, την οποία υπογράφει ο Διευθυντής. Συναφώς παραπέμπει και στην εξουσία των άρθρων 13(γ) και 40(1)(στ) του περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικές και Άλλες Περιοχές) Νόμου (Κεφ.350) καθώς και στα σχέδια υπηρεσίας του Διευθυντή όπου εντός των καθηκόντων αναφέρεται η εφαρμογή της σχετικής με τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Νομοθεσίας και Κανονισμών. Εισηγείται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη κατ’ ενάσκηση θέσμιας αρμοδιότητας, και άρα σύμφωνα με την απόφαση Αναστασιάδης κ.ά. ν. Συμβουλίου Υδατ. Λεμεσού (1996) 4 ΑΑΔ 788 πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Διευθυντής νόμιμα μπορούσε να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν των ως άνω υποβολών των Καθ’ ων η αίτηση, η πλευρά των Αιτητών υποβάλλει απαντητικώς ότι πλέον τίθεται ζήτημα έκδοσης της απόφασης από αναρμόδιο όργανο καθότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν ξεκαθαρίζουν ποιο όργανο (ΤΕ ή Διευθυντής ή αμφότεροι ή το Συμβούλιο ως συλλογικό όργανο) εξέδωσε την προσβαλλόμενη υποδεικνύοντας ότι σε αντίθεση με τις ως άνω υποβολές στην αγόρευση των Καθ΄ων η αίτηση, στην ένσταση των Καθ΄ων η αίτηση υπάρχει η δικογραφημένη θέση ότι η απόφαση εξεδόθη από όργανο νομίμως συντεθειμένο (που παραπέμπει άρα σε συλλογικό όργανο) το οποίο άσκησε διακριτική ευχέρεια [δεύτερος λόγος ένστασης και τέταρτος λόγος ένστασης σημεία (γ), (δ) και (ε)] και όχι θέσμια αρμοδιότητα αλλά και σε κάθε περίπτωση οι ΤΕ και ο Διευθυντής δε διαθέτουν/ει βάσει του Κεφ. 350 και των κανονισμών την αρμοδιότητα αυτή, η οποία βάσει του άρθρου 13(γ) του Κεφ. 350 ανήκει στο Συμβούλιο ως συλλογικό όργανο. Παραπέμπομαι συναφώς σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Συμβούλιο Yδατοπρομήθειας Λευκωσίας ν. Mιχαλάκη Tαλιαδώρου (1998) 3 ΑΑΔ 6, Esso Cyprus Inc v. (1997) 4 ΑΑΔ 604 κ.α).
Εξέτασα το όλο ζήτημα σε συνάρτηση με τον διοικητικό φάκελο και με τα όσα οι ευπαίδευτες συνήγοροι υπέβαλαν γραπτώς και προφορικώς κατά την τοποθέτησή τους στις διευκρινίσεις. Σημειώνεται ότι το ζήτημα των πρακτικών των αποφάσεων του Συμβουλίου αποτέλεσε λόγο αναβολής των διευκρινίσεων ημερ. 21.01.2026 ώστε να διερευνηθεί και ενδεχόμενα κατατεθούν τα όποια σχετικά πρακτικά με την παρούσα υπόθεση και δη τα συναφή με τους ισχυρισμούς περί απουσίας πρακτικών και αναρμοδιότητας.
Ξεκινώντας θα απορρίψω την εισαγωγική τοποθέτηση στην αγόρευση Καθ’ ων η αίτηση ότι το ζήτημα απουσίας πρακτικών δεν είναι δικογραφημένο και δεν πρέπει να εξεταστεί. Είναι αντιληπτό ότι τόσο η απουσία πρακτικών όσο και η αναρμοδιότητα είναι ζητήματα εγγενώς συνδεδεμένα εφόσον η έλλειψη των πρώτων καθιστά αδύνατο τον δικαστικό έλεγχο ποικίλων ζητημάτων που αφορούν τη δεύτερη ήτοι την αρμοδιότητα, τη σύνθεση και συγκρότηση συλλογικού οργάνου και άρα είναι ζήτημα που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Στη Στυλιανός Αγαθοκλέους ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας (2016) 3 ΑΑΔ 359 το ζήτημα της πλημμέλειας σύνθεσης δεν είχε καν προωθηθεί πρωτοδίκως από τον Αιτητή παρ’ όλα αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο κατ’ έφεση ασχολήθηκε με αυτό σε σύνδεση με την πλημμέλεια στην τήρηση άρτιων πρακτικών προβαίνοντας σε εκτενή ανάλυση των σχετικών διατάξεων ως προς τα πρακτικά (άρθρο 24 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου και τα σχετικά άρθρα του Κεφ. 350, όπου και εκεί ήταν επίδικος νόμος). Ανέφερε συναφώς:
«Έτερο θέμα το οποίο προέκυψε με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου είναι η σύνθεση του Οργάνου που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση στη συνεδρία του ημερ. 11.6.2009 κατά την οποία απουσίαζαν 5 μέλη του συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του. Να σημειωθεί ότι το θέμα αυτό υπήρξε και αντικείμενο λόγου ακυρώσεως πρωτόδικα πλην όμως δεν προωθήθηκε και δεν εξετάστηκε (..)
Η εξέταση του άνω θέματος προέχει εφόσον η σύνθεση του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ως Διοικητικού Οργάνου, ανατρέχει στη ρίζα της νομιμότητας της ληφθείσας απόφασης, ως ζήτημα Δημόσιας Τάξης. Τυχόν διαπίστωση προβλήματος καθιστά την απόφαση άκυρη και το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα. (Β΄. Σύνδεσμο Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 134, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 3 Α.Α.Δ. 130.)
Συναφές θέμα είναι και η ανάγκη τήρησης άρτιων πρακτικών με σκοπό τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Η ανάγκη αυτή κωδικοποιείται και στο Άρθρο 24 του Περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, άρ. 158(Ι)/99 (…)
Ο Περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικών και Άλλων Περιοχών) Νόμος, Κεφ. 350 (ο Νόμος) προβλέπει τα ακόλουθα στο Άρθρο 10».
Σε κάθε περίπτωση αν και στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως δεν αναφέρεται ρητώς αναφορά περί «απουσίας πρακτικών» εντούτοις υπάρχει ο δικογραφημένος λόγος ακύρωσης αρ. 10 όπου γίνεται αναφορά τόσο σε αναρμοδιότητα όσο και στα σχετικά άρθρα του Ν 158(I)/1999 που αφορούν την αρμοδιότητα (άρθρο 17) και την τήρηση πρακτικών (άρθρο 24). Ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης αναφέρει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος):
«10. Η προσβαλλόμενη απόφαση ή/και οποιαδήποτε απόφαση ενδιάμεση ή/και προπαρασκευαστική αυτής εκδόθηκε υπό καθεστώς μη νομίμως συγκροτημένων ή/και αναρμοδίων ή/και κακώς ή/και παρανόμως ή/και αντικανονικώς συγκροτημένων ή/και συντεθειμένων διοικητικών οργάνων κατά παράβαση των άρθρων 15, 17, 20 έως και 25 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(1)/1999)».
Ο ως άνω λόγος ακύρωσης είναι επαρκής ώστε το ζήτημα να θεωρηθεί ότι καλύπτεται και δικογραφικώς, άλλωστε απασχόλησε εν εκτάσει τις αγορεύσεις των μερών.
Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω θεωρώ ότι ευσταθεί η θέση της Αιτήτριας περί απουσίας δέοντος πρακτικού και, συναφώς, αναρμοδιότητας.
Καταρχάς σημειώνω ότι οι αποφάσεις Mιχαλάκη Tαλιαδώρου, Esso Cyprus Inc και Αναστασιάδης, οι οποίες έτυχαν σχολιασμού από τις ευπαίδευτες συνηγόρους των μερών δε θεωρώ ότι προσφέρουν ευθεία καθοδήγηση στα πραγματικά και νομικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης.
Στη Ταλιαδώρου δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την ταυτότητα του οργάνου ή του προσώπου το οποίο έχει λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση. Υπό αυτό το πρίσμα το ΑΔ ακύρωσε την προσβαλλόμενη.
Στην Esso Cyprus Inc αλλά και στην Αναστασιάδης τις προσβαλλόμενες υπέγραφε ο Διευθυντής και η κρίση περί της αρμοδιότητας αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ’ ερμηνεία του Κεφ. 350 ως όμως είχε τους τότε επίδικους χρόνους άρα τα έτη 1992-1994 (στην Esso Cyprus Inc η προσβαλλόμενη εξεδόθη το 1994 και στην Αναστασιάδης εξεδόθη το 1992).
Στην παρούσα τα δεδομένα είναι διαφορετικά.
Την προσβαλλόμενη υπογράφει ο Διευθυντής (με την όποια προηγηθείσα εμπλοκή των ΤΕ) και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, βάσει των εξουσιών του άρθρου 13, εδάφιο (γ), στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου εμπίπτει η επιβολή δικαιωμάτων ως τα επίδικα. Το ερώτημα όμως είναι αν, κατ’ ερμηνεία του Κεφ. 350, θα μπορούσε και εδώ να κριθεί ότι δεόντως επιβλήθηκαν τα τέλη/δικαιώματα από τον Διευθυντή ως εκτελεστικό το όργανο του Συμβουλίου (ως πχ είχε κριθεί στην Αναστασιάδης).
Θεωρώ ότι από τα ενώπιόν μου έγγραφα δε μπορώ να οδηγηθώ σε αυτό το συμπέρασμα. Αυτό διότι η εδώ επίδικη, αντίθετα με τις προσβαλλόμενες σε όλες τις ανωτέρω αποφάσεις, εξεδόθη το έτος 2020. Το Κεφ. 350 τροποποιήθηκε σημαντικά το έτος 2012 άρα πολύ μετά τις ως άνω αποφάσεις, οι οποίες είχαν εκδοθεί πριν το 2000. Με τον περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικές και Άλλες Περιοχές) (Τροποποιητικό) Νόμο του 2012 [Ν.9(Ι)/2012] προσετέθη, μεταξύ άλλων, το άρθρο 13Γ (με πλαγιότιτλο «Εκχώρηση εξουσιών στο Διευθυντή»), το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:
«13Γ. Το Συμβούλιο δύναται όπως, με έγγραφη εξουσιοδότησή του και κάτω από όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις που το ίδιο θέτει, να εκχωρεί την ενάσκηση οποιασδήποτε, δυνάμει του παρόντος Νόμου, εκτελεστικής φύσεως εξουσίας του, στο Διευθυντή, για να την ασκεί εκ μέρους του Συμβουλίου, από την ημερομηνία και για όσο χρονικό διάστημα καθορίζεται στην εν λόγω εξουσιοδότηση:
Νοείται ότι η εκχώρηση της ενάσκησης εξουσίας, ως ανωτέρω, δεν επιτρέπεται σε περίπτωση, κατά την οποία η ενάσκηση τέτοιας εξουσίας δυνατό να φέρει το Διευθυντή αντιμέτωπο προς τα οικονομικά ή άλλα συμφέροντα του Συμβουλίου:
Νοείται περαιτέρω ότι η εκχώρηση της ενάσκησης οποιασδήποτε εξουσίας ως ανωτέρω, δεν αποκλείει το Συμβούλιο από του να ενασκεί το ίδιο, οποτεδήποτε, την εν λόγω εξουσία».
Άρα είναι εμφανές ότι, σε αντίθεση με το νομοθετικό καθεστώς πριν το 2012, το οποίο είχε ερμηνευτεί από τις ως άνω αποφάσεις, το Κεφ. 350 πλέον προβλέπει συγκεκριμένη διατύπωση για σκοπούς εκχώρησης των εκτελεστικών εξουσιών του Συμβουλίου στον Διευθυντή και δη έγγραφη εξουσιοδότηση που εδώ δε φαίνεται να είχε δοθεί ούτε εν πάση περιπτώσει τέτοια έγγραφη εξουσιοδότηση κατετέθη παρά το ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας κατέστη επίδικο και, μάλιστα ως ανέφερα οδήγησε σε επαναορισμό της υπόθεσης για διευκρινίσεις για σκοπούς διερεύνησης των σχετικών πρακτικών που αφορούσαν την άσκηση αρμοδιότητας για την έκδοση της προσβαλλόμενης.
Σημειώνω μάλιστα παρενθετικά ότι στα πρακτικά της βουλής των αντιπροσώπων κατά την ψήφιση του Ν.9(Ι)/2012 (Συνεδρίαση ημερ. 16.02.2012, σελ. 1339) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«2. Σχετικά με το θέμα της μεταφοράς υπαλλήλων ή εργατών τοπικών αρχών σε συμβούλιο υδατοπρομήθειας, γίνεται εισήγηση να επαναδιατυπωθεί το εδάφιο (5) του άρθρου 14 του πρώτου νομοσχεδίου, που διαμορφώθηκε σε συνεργασία με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ώστε να ισχύουν τα εξής:
α. Το προσωπικό αυτό να τοποθετείται σε ξεχωριστή δομή.
(…)
ε. Όσον αφορά την εκχώρηση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στους διευθυντές των συμβουλίων υδατοπρομήθειας, αυτό θα γίνεται καθαρά για σκοπούς υποβοήθησης του έργου των συμβουλίων αυτών. Τα θέματα των δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων για την παροχή νερού ρυθμίζονται με βάση τους ισχύοντες κανονισμούς από το ίδιο το συμβούλιο».
Άρα η αντίληψη και των ιδίων των Καθ΄ων η αίτηση είναι ότι τα θέματα που αφορούν τα δικαιώματα για την παροχή νερού ρυθμίζονται από το Συμβούλιο και ότι ακριβώς με την τότε νέα τροποποίηση (του 2012) με την προσθήκη δυνατότητας έγγραφης εξουσιοδότησης του Διευθυντή στοχεύθηκε η υποβοήθηση (και) του έργου αυτού του Συμβουλίου.
Με τα ως άνω δεδομένα θεωρώ ότι είναι βάσιμη η θέση της Αιτήτριας περί ανυπαρξίας πρακτικών έκδοσης της προσβαλλόμενης από το Συμβούλιο ούτε άλλωστε διαπιστώνεται η ύπαρξη έγγραφης εξουσιοδότησης εκ μέρους του Συμβουλίου προς έκδοσή της προσβαλλόμενης από τον Διευθυντή. Εκ των πραγμάτων ευσταθεί ο συναφής λόγος ακύρωσης περί την έκδοσης της προσβαλλόμενης αναρμοδίως.
Παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης. Η προσβαλλόμενη ακυρώνεται με 2.000 ευρώ έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της Αιτήτριας.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο