ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 1149/2020)
6 Ιουλίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΥΡΟΜΟΥΣΤΑΚΗΣ,
Αιτητής,
v.
ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ’ ης η αίτηση.
……………………………
Ραφαέλλα Ευγενίου, Μ. Ηλιάδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Θάλεια Ραφτοπούλου, για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την καθ’ ης η αίτηση.
Μαρία Αντωνίου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο ακύρωση της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση, που του γνωστοποιήθηκε με την Εγκύκλιο του Διοικητή ημερομηνίας 30.10.2020, σύμφωνα με την οποία προάχθηκαν, από την 1.11.2020, στη θέση Ανώτερου Λειτουργού, αντί και/ή στη θέση του αιτητή, τα ενδιαφερόμενα μέρη αρ. 1. Α. Αδάμου Νικολάου, 2. Χρ. Αργυρίδου, 3. Χ. Ζαννέτου, 4. Κλ. Ιωαννίδης, 5. Κ. Νικηφόρου, 6. Μ. Παπαγεωργίου, 7. Α. Πελεκάνου, 8. Κ. Σπύρου και 9. Γ. Φιλίππου.
Η Επιτροπή Προσωπικού, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 22.10.2020, επιλήφθηκε του θέματος της πλήρωσης κενών θέσεων Ανώτερου Λειτουργού και αποφάσισε να γνωμοδοτήσει προς τον Διοικητή, όπως οι εν λόγω κενές θέσεις πληρωθούν μέσω προαγωγής από το υφιστάμενο προσωπικό που υπηρετεί στην αμέσως προηγούμενη βαθμίδα.
Ο Διοικητής, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 20(1)(δ) του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, Ν. 138(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς επίσης των παραγράφων 7 (Παράρτημα) και 8 των περί Υπαλλήλων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Οδηγιών του 2004, Κ.Δ.Π. 233/2004, ως αυτές έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο, αποφάσισε όπως υιοθετήσει τις συστάσεις της Επιτροπής Προσωπικού, προκειμένου οι κενές θέσεις να πληρωθούν από το υφιστάμενο προσωπικό που κατέχει την αμέσως προηγούμενη βαθμίδα.
Ακολούθησε στις 27.10.2020 η συνεδρία της Επιτροπής Προσωπικού, κατά την οποία εξετάστηκαν τα προσόντα όλων των υποψηφίων, όπου αποφασίστηκε πως αυτά, θεωρούνται ισάξια ή κατάλληλα με αυτά που απαιτούνται στο Σχέδιο Υπηρεσίας των επίδικων θέσεων. Περαιτέρω, η Επιτροπή Προσωπικού, αποφάσισε ότι ο επαγγελματικός τίτλος Certified Internal Auditor, θεωρείται κατάλληλο προσόν για σκοπούς πλήρωσης των επίδικων θέσεων, ως άμεσα σχετικός με καθήκοντα που εκτελούνται σε δύο Τμήματα της καθ’ ης η αίτηση. Αφού ενημερώθηκε η Επιτροπή πως οι κενές θέσεις Ανώτερου Λειτουργού είναι 21, προσδιόρισε το ζήτημα της καταλληλότητας της πείρας που θα μπορούσε να πιστωθεί, αφενός σε συγκεκριμένους τομείς των εργασιών της Κεντρικής Τράπεζας και αφετέρου, λόγω της κατοχής θέσεων Λειτουργού Α΄ και Β’ τάξης, ενώ αποφασίστηκε πως δεν θεωρείται κατάλληλη πείρα, αυτή που αποκτήθηκε από υπηρεσία στις θέσεις Γραφεία, Διοικητικού Βοηθού Β΄ τάξης και Λειτουργού Γ΄ τάξης.
Κατά την εν λόγω συνεδρία, η Επιτροπή Προσωπικού που επιλήφθηκε του θέματος πλήρωσης των επίδικων θέσεων, ανέφερε πως πρόκειται για πλήρωση θέσεων που εντάσσονται ψηλά στην ιεραρχία της Τράπεζας και συνεπώς, ο παράγοντας αξία θα έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Ανέφερε, επίσης, πως η αξία των υποψηφίων, θα μελετάται στο σύνολο της υπηρεσίας τους, με ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της απόδοσής τους για τα τελευταία έτη, ήτοι τα έτη 2015 – 2019. Αναφορά έγινε και στην παράγραφο 1.4 του Παραρτήματος της παραγράφου 7 των σχετικών Κανονισμών, σύμφωνα με την οποία, τα κατάλληλα επιπρόσθετα προσόντα, θα θεωρούνται ως πλεονέκτημα. Τόνισε, τέλος, σε συνάρτηση με την πρόνοια του Σχεδίου Υπηρεσίας, πως δεδομένου ότι όλοι οι υποψήφιοι προσλήφθηκαν πριν τις 15.12.2011, μεταπτυχιακός τίτλος ή ισότιμο επαγγελματικό προσόν ή διδακτορικός τίτλος σε κατάλληλο θέμα, δεν περιλαμβάνονται στα απαιτούμενα προσόντα.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή Προσωπικού, εξέτασε τα προσόντα των υποψηφίων για τις επίδικες θέσεις και αποφάσισε πως όλοι οι υποψήφιοι πληρούσαν τις απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας, ενώ ως προς τον αιτητή και τα ενδιαφερόμενα μέρη (και αριθμό άλλων υποψηφίων), κατέληξε πως κατέχουν επιπρόσθετα προσόντα που θεωρούνται ως πλεονέκτημα. Ειδικότερα, πίστωσε με την κατοχή του πλεονεκτήματος, και τα ενδιαφερόμενα μέρη αρ. 4, Ιωαννίδη, ενόψει του επαγγελματικού τίτλου The Institute of Chartered Accountants in England & Wales, αρ. 7 Πελεκάνου, βάσει του επαγγελματικού τίτλου The Chartered Associate of Certified Accountants και αρ. 1, Αδάμου Νικολάου, λόγω της κατοχής του τίτλου Certified Internal Auditor.
Όπως αναφέρεται στα σχετικά πρακτικά, η Επιτροπή Προσωπικού, αποφάσισε πως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (όπως και άλλοι υποψήφιοι που εδώ δεν ενδιαφέρουν), εκτός του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 5 Νικηφόρου και του αιτητή, υπερέχουν σε αξία, έναντι όλων των υποψηφίων, λόγω του ότι κατά τα έτη 2015 – 2019, αξιολογήθηκαν με «Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση».
Στη συνέχεια, η Επιτροπή Προσωπικού έκρινε ως καταλληλότερους και συστήνει για προαγωγή, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και όχι τον αιτητή. Ειδικότερα, ανέφερε τα εξής:-
«Η ΕΠ, συνεκτιμώντας τα πιο πάνω κριτήρια προαγωγής αξία, πείρα, προσόντα, όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 11 των περί Υπαλλήλων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Οδηγιών και, σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω στοιχεία, παράγοντες και γεγονότα, κατατάσσει τους υποψήφιους με βάση την αξία, την πείρα και τα προσόντα τους ως καταγράφεται στο επισυνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α και κρίνει ως καταλληλότερους και συστήνει για προαγωγή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού τους πιο κάτω υποψήφιους […]»
Στη συνέχεια, συγκρίνοντας τα ενδιαφερόμενα μέρη αρ. 1 - 4, 6 – 9, έναντι του αιτητή, η Επιτροπή Προσωπικού ανέφερε τα εξής:-
«Β. Οι υποψήφιοι με αριθμούς 12, Ιωαννίδης […], 13, Αργυρίδου […], 18, Φιλίππου […], 19, Παπαγεωργίου […], 20, Σπύρου […], 21, Πελεκάνου […], 23, Ζαννέτου […] και 30, Αδάμου Νικολάου κρίθηκαν καταλληλότεροι για τους εξής λόγους:
5. Σε σχέση με τον υποψήφιο με αριθμό 25, Μαυρομουστάκη Κωνσταντίνο κρίθηκε ότι:
(α) Οι υποψήφιοι με αριθμούς […] 12[1], 13[2] […], 18[3], 19[4], 20[5], 21[6], 23[7] και 30[8] έχουν υπεροχή σε αξία κατά τα έτη 2015-2017, ενώ η αξία όλων των υποψηφίων κατά τα έτη 2018-2019 κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα.
(β) […] Η πείρα των υποψηφίων με αριθμούς […] 12, 13, 18, 19, 20, 21, 23, και 30 κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα (κυμαίνεται μεταξύ 0 και 10 μήνες).
(γ) Όλοι οι υποψήφιοι έχουν πλεονέκτημα σε προσόντα.
Η Επιτροπή Προσωπικού λαμβανομένης υπόψη της απόφασής της ότι ο παράγοντας της αξίας θα έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα για σκοπούς πλήρωσης της θέσης του Ανώτερου Λειτουργού, κατέληξε στην απόφαση ότι οι υποψήφιοι με αριθμούς […] 12, 13 […], 18, 19, 20, 21, 23 και 30 είναι καταλληλότεροι για τη θέση, διότι έχουν υπεροχή σε αξία κατά τα έτη 2015 – 2017. Η Επιτροπή Προσωπικού σημείωσε ότι […] η πείρα των υποψηφίων με αριθμούς 25[9] […] ], 12, 13, 18, 19, 20, 21, 23 και 30 κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα. Περαιτέρω θεώρησε ότι η υπεροχή του υποψηφίου με αριθμό 25 σε πείρα σε σχέση με του υποψήφιους με αριθμό 18 και 20 δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρη καθότι κυμαίνεται μεταξύ 6 και 8 μηνών.
[…]
Δ. Ο υποψήφιος με αριθμό 24, Νικηφόρου […] κρίθηκε καταλληλότερος για τους εξής λόγους:
5. Σε σχέση με τον υποψήφιο με αριθμό 25, Μαυρομουστάκη Κωνσταντίνο κρίθηκε ότι:
(α) Ο υποψήφιος με αριθμό 24 έχει υπεροχή σε αξία κατά τα έτη 2016-2017, ενώ η αξία των δύο υποψηφίων κατά τα έτη 2015 και 2018-2019 κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα.
(β) Η πείρα των δύο υποψηφίων κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα.
(γ) Και οι δύο υποψήφιοι έχουν πλεονέκτημα σε προσόντα.
Η Επιτροπή Προσωπικού λαμβανομένης υπόψη της απόφασής της ότι ο παράγοντας της αξίας θα έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα για σκοπούς πλήρωσης της θέσης του Ανώτερου Λειτουργού, κατέληξε στην απόφαση ότι ο υποψήφιος με αριθμό 24 είναι καταλληλότερος για τη θέση, διότι έχει υπεροχή σε αξία κατά τα έτη 2016-2017».
Ο Διοικητής με την απόφασή του ημερομηνίας 27.10.2020, αποφάσισε να υιοθετήσει όλες τις συστάσεις της Επιτροπής Προσωπικού και να θεωρήσει ως τους πιο κατάλληλους για προαγωγή στη θέση του Ανώτερου Λειτουργού από 1.11.2020, τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, προώθησε, ως πρώτο λόγο ακύρωσης, τη θέση πως ο χαρακτηρισμός που αποδόθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη για «Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση» στις υπηρεσιακές τους εκθέσεις, παραβιάζει τις πρόνοιες της Εγκυκλίου του Διοικητή ημερομηνίας 21.12.2007. Σύμφωνα με την εν λόγω Εγκύκλιο, η οποία επαναλαμβάνεται με την Εγκύκλιο ημερομηνίας 26.1.2021, εφόσον αποδοθεί από την Επιτροπή Αξιολόγησης σε υπάλληλο το επίπεδο της «Ιδιαίτερα Εξαιρετικής Απόδοσης», η Επιτροπή θα πρέπει να τεκμηριώνει με συγκεκριμένα παραδείγματα ότι η απόδοση του υπαλλήλου συστηματικά ξεπερνούσε κατά πολύ το εξαίρετο επίπεδο απόδοσης. Με παραπομπή στις συνεκδ. υποθ. 13/2010 κ.ά. Χριστοδουλίδης ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερομηνίας 9.8.2019, υποστήριξε πως για κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία αξιολογήθηκαν με «Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση» δεν δόθηκαν συγκεκριμένα παραδείγματα που να τεκμηριώνουν μία τέτοια απόδοση.
Ο δεύτερος λόγος ακύρωσης, περιστρέφεται γύρω από τη θέση πως υπήρξε υπέρβαση ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής Προσωπικού και παράβαση του ίσου μέτρου κρίσης, καθότι απομόνωσε τα έτη 2015-2017 που τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερτερούσαν του αιτητή σε αξία και δεν έλαβε υπόψη πως, για τα έτη 2018-2019, τόσο τα ενδιαφερόμενα μέρη, όσο και ο αιτητής είχαν αξιολογηθεί σε παρόμοιο επίπεδο. Κατά τις εισηγήσεις, υπήρξε επιλεκτική πρόσδοση βαρύτητας σε συγκεκριμένα έτη που κατά περίπτωση θεωρούσε η Επιτροπή Προσωπικού ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερτερούσαν έναντι του αιτητή, με αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των πιο πρόσφατων αξιολογήσεων των ετών 2018-2019, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία.
Ως τρίτος λόγος ακύρωσης, προωθήθηκε η θέση περί μη δέουσας έρευνας των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, πλάνης ως προς το κριτήριο της αξίας και παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, λόγω του ότι κάποια από τα ενδιαφερόμενα μέρη, είχαν αξιολογηθεί στις υπηρεσιακές τους εκθέσεις και στο σημείο «μ) Αξιολόγηση προσωπικού», είτε με «Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση», είτε με «Εξαίρετη» απόδοση. Αναφορά έγινε και στο ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 9 Φιλίππου, πως για τα έτη 2015 – 2018, αξιολογήθηκε και με «Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση» και με «Εξαίρετη». Ομοίως, τέτοια αξιολόγηση παρουσιάζεται και για τα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία είχαν στη βάση των καθηκόντων τους, υφιστάμενους που θα αξιολογούσαν. Ο αιτητής δεν είχε υφιστάμενους προς αξιολόγηση και συνεπώς, δεν εφαρμοζόταν για αυτόν το εν λόγω σημείο. Κατά τις εισηγήσεις, αυτό δημιούργησε περισσότερα σημεία αξιολόγησης για τα ενδιαφερόμενα μέρη, κατά τρόπο που δεν μπορούσε να γίνει ορθή στάθμιση, αξιολόγηση και σύγκριση μεταξύ τους.
Τέταρτον, ο αιτητής διατείνεται πως υπό πλάνη και ελλιπή έρευνα πιστώθηκε στο ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 4 Ιωαννίδη και αρ. 7 Πελεκάνου το πλεονέκτημα του Σχεδίου Υπηρεσίας, αφού δεν προηγήθηκε έρευνα αναφορικά με τους επαγγελματικούς τίτλους που αυτά κατείχαν.
Υποβάλλεται πρόσθετα η θέση, ότι η Επιτροπή Προσωπικού αγνόησε τη σημαντική υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα και πείρα η οποία επαυξάνει την αξία, λαμβανομένου υπόψη πως ο ίδιος διορίστηκε στην καθ’ ης η αίτηση στις 15.4.2002 και συνεπώς, υπερέχει έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 9 Φιλίππου κατά 6 μήνες, του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 8 Σπύρου κατά 8 μήνες.
Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, υποβάλλει ως έκτο λόγο ακύρωσης, το αναιτιολόγητο της σύστασης της Επιτροπής Προσωπικού, όπως και του Διοικητή της καθ’ ης η αίτηση.
Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ’ ης η αίτηση, υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα της επίδικης διοικητικής απόφασης. Απορρίπτει την εφαρμογή της Εγκυκλίου ημερομηνίας 26.1.2021, ως εκτός ουσιώδους χρόνου και υποβάλλει πως η Εγκύκλιος του 2007, απευθυνόταν προς τους αξιολογούντες λειτουργούς, με σκοπό την καθοδήγηση, ως προς τον καλύτερο τρόπο αξιολόγησης των υπαλλήλων της καθ’ ης η αίτηση, κυρίως σε ό,τι αφορά την απόδοση της «Ιδιαίτερα Εξαιρετικής Απόδοσης». Σε κάθε περίπτωση, παραπέμποντας σε συγκεκριμένες σελίδες της αντίστοιχης υπηρεσιακής έκθεσης, υπέδειξε πως γίνεται σαφής τεκμηρίωση και παραπομπή σε παραδείγματα, όπως απαιτεί η Εγκύκλιος, υποστηρίζοντας πως ακόμα και να μην υπήρξε συμμόρφωση, πρόκειται περί επουσιώδους παρατυπίας. Υποβάλλει ότι τηρήθηκε ενιαίο μέτρο κρίσης, ότι δόθηκε βαρύτητα στο σύνολο της υπηρεσίας τους στην Τράπεζα και κυρίως στα πέντε τελευταία έτη (2015-2019), ότι προηγήθηκε δέουσα έρευνα και δόθηκε επαρκής αιτιολογία.
Ομοίως υποστηρικτική της νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, υπήρξε και η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των ενδιαφερόμενων μερών, η οποία υπέδειξε πως ο ισχυρισμός περί παράβασης των προνοιών της Εγκυκλίου του Διοικητή ημερομηνίας 21.12.2007, δεν περιλαμβάνεται, ούτε εξειδικεύεται στα νομικά σημεία της προσφυγής, κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Ανεξαρτήτως τούτου, υπεβλήθη η θέση πως η Χριστοδουλίδης κ.ά. (ανωτέρω), στην οποία παραπέμπει ο αιτητής, δεν μπορεί να είναι καθοδηγητική, ως πρωτόδικη, ενώ ούτε τα εκεί ενδιαφερόμενα μέρη έχουν οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα διαδικασία. Πέραν τούτου, υποστηρίζεται πως οι επίδικες αξιολογήσεις των ενδιαφερομένων μερών συντάχθηκαν σε συμμόρφωση με τα όσα προνοούνται στην Εγκύκλιο και καταγράφονται με παραδείγματα οι λόγοι που τους αποδίδεται η Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση. Επιπρόσθετα, γίνεται παραπομπή στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χριστοδουλίδης ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, υπόθ. αρ. 1014/2010, ημερομηνίας 30.3.2012, στην οποία κρίθηκε πως, εφόσον η εκάστοτε Επιτροπή Αξιολόγησης κρίνει την απόδοση υπαλλήλου ως εμπίπτουσα στη διαβάθμιση αυτή και αιτιολογείται κατά τα αναφερόμενα στην Εγκύκλιο, τότε δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους ακύρωσης, η ευπαίδευτη συνήγορος των ενδιαφερομένων μερών, επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε και ανέπτυξε η συνήγορος της καθ’ ης η αίτηση.
Βάσει του άρθρου 20(1)(δ) του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, Ν. 138(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Διοικητής έχει, ανάμεσα σε άλλα, αρμοδιότητα για τον διορισμό υπαλλήλων, ενεργώντας σύμφωνα με την γνώμη της Επιτροπής Προσωπικού, όπως αυτό προδιαγράφεται στις διατάξεις του άρθρου 22 του Νόμου.
Σχετικές είναι και οι περί Υπαλλήλων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Οδηγίες του 2004, Κ.Δ.Π. 233/2004, ως αυτές έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο, όπου, βάσει της παραγράφου 11(1), τα αξιολογικά κριτήρια είναι αυτά της αξίας, πείρας και των προσόντων των υπαλλήλων, στη βάση των εκάστοτε ισχύοντων Σχεδίων Υπηρεσίας της επίδικης θέσης, όπως αυτά περιλαμβάνονται στο Παράρτημα της Παραγράφου 7 των προαναφερθέντων Οδηγιών «Όροι και Σχέδια Υπηρεσίας», εν προκειμένω, της παραγράφου 3.4 του Παραρτήματος (θέση Ανώτερου Λειτουργού). Στην παράγραφο 1.5 του Παραρτήματος, η οποία τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 42/2020, που ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο πλήρωσης των επίδικων θέσεων, αναφέρεται πως η Επιτροπή Προσωπικού αποφασίζει για τα προσόντα που θεωρούνται ισάξια ή κατάλληλα για κάθε συγκεκριμένη θέση, καθώς και για την πείρα που θεωρείται κατάλληλη και δύναται να αποφασίζει για τη φύση και τη χρονική διάρκεια της απαιτούμενης πείρας.
Παράλληλα, στην προκείμενη περίπτωση, όλοι οι υποψήφιοι κατείχαν μόνιμη θέση στην καθ’ ης η αίτηση πριν την 15.12.2011 και συνεπώς, ίσχυε για όλους η σχετική σημείωση του Σχεδίου Υπηρεσίας, δηλαδή ο μεταπτυχιακός τίτλος ή ισότιμο επαγγελματικό προσόν ή διδακτορικός τίτλος σε κατάλληλο θέμα, δεν περιλαμβανόταν στα απαιτούμενα προσόντα.
Ο πρώτος λόγος ακύρωσης που προώθησε ο αιτητής, έγκειται στη μη τήρηση των όσων προνοούνται στην Εγκύκλιο του Διοικητή ημερομηνίας 21.12.2007, η οποία επαναλαμβάνεται και στην μεταγενέστερη Εγκύκλιο, ημερομηνίας 26.1.2021, σε σχέση με την απόδοση στα ενδιαφερόμενα μέρη της αξιολόγησης «Ιδιαίτερα Εξαιρετικής Απόδοσης», η οποία αξιολόγηση θα πρέπει να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα παραδείγματα, προκειμένου να δικαιολογείται μία τέτοια, πέραν της εξαίρετης, απόδοση. Στήριξε αυτό του τον ισχυρισμό στην Χριστοδουλίδης (2019) (ανωτέρω).
Εν πρώτοις, θα συμφωνήσω με τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των ενδιαφερομένων μερών, πως δεν εγέρθηκε στα νομικά σημεία της προσφυγής, τέτοιος λόγος ακύρωσης, που να αφορά σε παράβαση των προνοιών της Εγκυκλίου του Διοικητή ημερομηνίας 21.12.2007. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή, όπως αυτή καταγράφεται στην απαντητική γραπτή της αγόρευση, πως ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης, περιλαμβάνεται στον λόγο ακύρωσης που αφορά την ουσιώδη παρατυπία της διαδικασίας αξιολόγησης των υποψηφίων, στη μη αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τις προπαρασκευαστικές πράξεις και εισηγήσεις των συμβουλευτικών οργάνων, οποίες ήταν αναιτιολόγητες και πεπλανημένες.
Η ανάγκη αυστηρής συμμόρφωσης με τις επιταγές του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, επαναλήφθηκε και σχετικά πρόσφατα, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 29/2021, Ankit ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4.10.2021, με αναφορά και στην A.E. 156/2012 Haghilo ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.2.2018, όπου τονίστηκε πως η δικογραφία αποτελεί το μέσο προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων και ότι οι τελικές αγορεύσεις που καταχωρούνται, εξειδικεύουν μόνον τους λόγους της προσφυγής, που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει.
Ανατρέχοντας στα νομικά σημεία της προσφυγής, δεν έχω εντοπίσει να εγείρεται λόγος ακύρωσης που να άπτεται της θέσης περί παράβασης των προνοιών της Εγκυκλίου του Διοικητή. Ακόμα όμως και να ευσταθούσε η θέση του αιτητή πως το ζήτημα προέκυψε μετά την επιθεώρηση του διοικητικού φακέλου, και πάλιν υφίστατο σχετικό δικονομικό διάβημα το οποίο, έγκαιρα, μπορούσε να λάβει, προκειμένου να καλυφθεί το κενό, κάτι όμως που δεν ακολουθήθηκε.
Παρά ταύτα, για σκοπούς πληρότητας, θα προχωρήσω να εξετάσω τον εγερθέντα λόγο ακύρωσης. Θα πρέπει να επισημανθεί πως η μεταγενέστερη Εγκύκλιος του Διοικητή ημερομηνίας 26.1.2021, είναι πράγματι εκτός του ουσιώδους χρόνου. Παρόλα αυτά όμως, η εν λόγω Εγκύκλιος, δεν συνιστούσε κάτι επιπρόσθετο από την ήδη υφιστάμενη ημερομηνίας 21.12.2007, της οποίας ουσιαστικά επαναλαμβανόταν το περιεχόμενό της.
Ανατρέχοντας στα αναφερόμενα της Εγκυκλίου του Διοικητή ημερομηνίας 21.12.2007, προκύπτει πως από τότε, στο Έντυπο Αξιολόγησης Λειτουργών, προστέθηκε στην αξιολόγηση της απόδοσης του αξιολογούμενου λειτουργού, πέραν της Εξαιρετικής Απόδοσης και αξιολόγηση για Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση, προσθέτοντας επί του ίδιου του Εντύπου και ξεχωριστή παράγραφο στην οποία καταγράφονται τα εξής:-
«Για κάθε πτυχή που η απόδοσή της αξιολογείται ως Ιδιαίτερα Εξαιρετική, να τεκμηριωθεί με παραδείγματα ότι η απόδοση του υπαλλήλου συστηματικά ξεπερνούσε κατά πολύ την εξαίρετη απόδοση (μπορεί να επισυναφθεί σχετικό σημείωμα)».
Αυτή η υποχρέωση, βαρύνει την ίδια την Επιτροπή Αξιολόγησης, η οποία έχει την υποχρέωση, σε περίπτωση που αξιολογήσει, συγκεκριμένη πτυχή, με Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση, να προβεί σε τεκμηρίωση με παραδείγματα.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει στην υποκειμενική κρίση της Ομάδας Αξιολόγησης του εκάστοτε λειτουργού, η οποία ήταν στη μοναδική θέση να αξιολογήσει κάθε πτυχή απόδοσης, αξιολόγηση που ανάγεται στην υποκειμενική κρίση των αξιολογούντων.
Αυτό που θα μπορούσε να ελεγχθεί δικαστικώς, είναι το κατά πόσον έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες της υπό αναφορά Εγκυκλίου που απευθύνεται προς τις Επιτροπές Αξιολόγησης και έχει δοθεί τεκμηρίωση, με παραδείγματα, που συνηγορούν στην Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση. Αυτά κρίθηκαν και στην Χριστοδουλίδης (2012) (ανωτέρω), στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των ενδιαφερομένων μερών, με το περιεχόμενο της οποίας και συμφωνώ.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να καταγραφούν σε Πίνακα, οι αξιολογήσεις που συγκέντρωσαν, τόσο ο αιτητής, όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη, σε σχέση με τα έτη 2015 – 2019, έτη που αποφάσισε η Επιτροπή Προσωπικού να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα:
|
|
2015 |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
|
Αιτητής |
12 Ε 1 ΠΚ 1 Δ/Ε |
13 Ε 1 Δ/Ε
|
13 Ε 1 Δ/Ε |
7 ΙΕ 6 Ε 1 Δ/Ε |
8 ΙΕ 5 Ε 1 Δ/Ε |
|
Ε.Μ. 1 |
8 ΙΕ 6 Ε |
8 ΙΕ 6 Ε |
8 ΙΕ 6 Ε |
10 ΙΕ 4 Ε |
12 ΙΕ 2 Ε |
|
Ε.Μ. 2 |
12 ΙΕ 2 Ε |
14 ΙΕ
|
14 ΙΕ
|
14 ΙΕ
|
14 ΙΕ
|
|
Ε.Μ. 3 |
10 ΙΕ 3 Ε 1 Δ/Ε |
10 ΙΕ 3 Ε 1 Δ/Ε |
10 ΙΕ 3 Ε 1 Δ/Ε |
9 ΙΕ 4 Ε 1 Δ/Ε |
12 ΙΕ 1 Ε 1 Δ/Ε |
|
Ε.Μ. 4 |
11 ΙΕ 2 Ε 1 Δ/Ε |
12 ΙΕ 1 Ε 1 Δ/Ε |
12 ΙΕ 2 Ε
|
13 ΙΕ 1 Ε
|
14 ΙΕ
|
|
Ε.Μ. 5 |
13 Ε 1 ΠΚ |
7 ΙΕ 6 Ε 1 Δ/Ε |
8 ΙΕ 5 Ε 1 Δ/Ε |
11 ΙΕ 2 Ε 1 Δ/Ε |
12 ΙΕ 1 Ε 1 Δ/Ε |
|
Ε.Μ. 6 |
7 ΙΕ 6 Ε 1 Δ/Ε |
8 ΙΕ 5 Ε 1 Δ/Ε |
10 ΙΕ 3 Ε 1 Δ/Ε |
11 ΙΕ 2 Ε 1 Δ/Ε |
12 ΙΕ 1 Ε 1 Δ/Ε |
|
Ε.Μ. 7 |
11 ΙΕ 2 Ε 1 Δ/Ε |
11 ΙΕ 2 Ε 1 Δ/Ε |
12 ΙΕ 2 Ε
|
12 ΙΕ 2 Ε
|
12 ΙΕ 2 Ε
|
|
Ε.Μ. 8 |
9 ΙΕ 4 Ε 1 Δ/Ε |
10 ΙΕ 3 Ε 1 Δ/Ε |
10 ΙΕ 3 Ε 1 Δ/Ε |
10 ΙΕ 3 Ε 1 Δ/Ε |
11 ΙΕ 2 Ε 1 Δ/Ε |
|
Ε.Μ. 9 |
9 ΙΕ 5 Ε
|
8 ΙΕ 6 Ε
|
9 ΙΕ 5 Ε
|
9 ΙΕ 5 Ε
|
12 ΙΕ 2 Ε
|
Έχω διεξέλθει όλους τους φακέλους των Υπηρεσιακών Εκθέσεων των ενδιαφερομένων μερών οι οποίοι κατατέθηκαν στη διαδικασία και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις ετήσιες αξιολογήσεις για τα έτη 2015 – 2019 που αποφάσισε η Επιτροπή Προσωπικού να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα, όπως προαναφέρθηκε. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου αποδόθηκε ως βαθμός αξιολόγησης, σε συγκεκριμένες πτυχές, η αξιολόγηση «Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση», για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και για τα πέντε αυτά έτη, η Επιτροπή Αξιολόγησης καταγράφει σε ξεχωριστό σημείωμα, είτε δισέλιδο, είτε μονοσέλιδο, τους λόγους αυτής της αξιολόγησης, για ένα έκαστο έτος αξιολόγησης, με αναφορά σε συγκεκριμένα παραδείγματα, πρωτοβουλίες που αναπτύχθηκαν, στοιχεία και γεγονότα που οδήγησαν σε αυτή την κρίση.
Ενδεικτικά και μόνον, παραπέμπω στο Τεκμήριο 4Β που αφορά τις υπηρεσιακές εκθέσεις του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 3, για το έτος 2017. Εκεί, παρατίθεται ξεχωριστό δισέλιδο σημείωμα από την Επιτροπή Αξιολόγησης, όπου γίνεται τεκμηρίωση κάθε πτυχής απόδοσης που η Επιτροπή θεωρεί ως πέραν της Εξαίρετης Απόδοσης. Για παράδειγμα, για το συγκεκριμένο έτος, αναφέρονται τα εξής:-
«Εργάστηκε εντατικά στη διευθέτηση συνδιαχείρισης του ενοποιημένου χαρτοφυλακίου ΤτΕ – ΚΤΚ και εκπροσώπησε επάξια την ΚΤΚ στην ομάδα εργασίας WGFRA της Επιτροπής MOC», «Διεύθυνε, καθοδήγησε και συντόνισε με αποτελεσματική επιτυχία την Ειδική Ομάδα Δράσης που συστάθηκε με σκοπό τον προγραμματισμό, σχεδιασμό και επιτέλεση των αναγκαίων ενεργειών προκειμένου η ΚΤΚ να είναι σε θέση να δηλώσει συμμόρφωση με τον Παγκόσμιο Κώδικα Δεοντολογίας στην Αγορά Συναλλάγματος (FX Global Code), εντός του τεθέντος χρονικού στόχου».
Ενδεικτικά και πάλι, στο Τεκμήριο 9Β που αφορά τον φάκελο υπηρεσιακών εκθέσεων του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 8, για το έτος 2016, επί παραδείγματι, αναφέρονται από την Επιτροπή Αξιολόγησης τα εξής:-
«Συμβάλει σημαντικά και δυναμικά στον συντονισμό και στον καταρτισμό για τον Προϋπολογισμό Πληροφορικής 2017 και στην αναγνώριση συνεργιών μεταξύ έργων. Βοήθησε / καθοδήγησε άλλους συναδέλφους σε δικά τους έργα (Swift, thin clients για DRS, πιλοτικό για υβριδικά Windows […]».
Ομοίως, δισέλιδα σημειώματα της Επιτροπής Αξιολόγησης εντοπίζω και στο Τεκμήριο 2Β που αφορά το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 2, για τα εν λόγω έτη (2015 – 2019), όπως επίσης και στο Τεκμήριο 8Α, για το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 7, στο Τεκμήριο 7Α, για το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 6, στο Τεκμήριο 3Β, για το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 1, στο Τεκμήριο 5Α, για το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 4, στο Τεκμήριο 10Β, για το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 9, στο Τεκμήριο 6Α, για το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 5.
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω πως ο πρώτος λόγος ακύρωσης, σε σχέση με ισχυρισμό περί παράβασης της Εγκυκλίου του Διοικητή ημερομηνίας 21.12.2007, απορρίπτεται, καθότι, πρώτον, δεν εξειδικεύεται στα νομικά σημεία της προσφυγής και ανεξαρτήτως τούτου, αυτός κρίνεται ως αβάσιμος, για τους προαναφερθέντες λόγους.
Ο δεύτερος λόγος ακύρωσης, άπτεται της θέσης πως υπήρξε παράβαση του ίσου μέτρου κρίσης, λόγω απομόνωσης συγκεκριμένων ετών που τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερτερούσαν του αιτητή και μη λήψης υπόψη των ετών που ο αιτητής υπερτερούσε έναντί τους και κυρίως μη λήψης υπόψη των πιο πρόσφατων αξιολογήσεων των ετών 2018 – 2019.
Προσεκτική εξέταση των πρακτικών συνεδρίας της Επιτροπής Προσωπικού, καταδεικνύει το αβάσιμο του ισχυρισμού. Καταρχήν, ο αιτητής δεν αμφισβητεί πως βαρύνουσα σημασία έχουν οι αξιολογήσεις των πέντε τελευταίων ετών, ήτοι 2015 – 2019, όπως το προσδιόρισε και η ίδια η Επιτροπή Προσωπικού. Ο ισχυρισμός του εκτείνεται στη θέση πως απομονώθηκαν συγκεκριμένα έτη, κατά τα οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερτερούσαν έναντί του.
Οι αξιολογήσεις των διαδίκων, έχουν ήδη παρατεθεί στον Πίνακα που έχω παραθέσει ανωτέρω. Από τον εν λόγω Πίνακα, δεν εντοπίζω καμία υπηρεσιακή έκθεση στην οποία να υπερτερεί ο αιτητής έναντι των ενδιαφερομένων μερών. Αντιθέτως, θα έλεγα. Σε όλα τα επίδικα έτη που έχουν ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή Προσωπικού, εντοπίζω υπεροχή των ενδιαφερομένων μερών. Είτε σε σύνολο αξιολόγησης «Ιδιαίτερα Εξαιρετικής Απόδοσης», είτε σε σύνολο «Εξαίρετης Απόδοσης».
Υποστηρίζει ο αιτητής πως κάποια από τα ενδιαφερόμενα μέρη, είχαν αξιολογηθεί στις υπηρεσιακές τους εκθέσεις και στο σημείο «μ) Αξιολόγηση προσωπικού», είτε με «Ιδιαίτερα Εξαιρετική Απόδοση», είτε με «Εξαίρετη» απόδοση, εάν είχαν στη βάση των καθηκόντων τους, υφιστάμενους που θα αξιολογούσαν, κάτι που δεν ίσχυε για τον αιτητή, γεγονός που, κατά τις θέσεις του, δημιουργούσε περισσότερα σημεία προς αξιολόγηση.
Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Και πάλιν από τον Πίνακα που έχω παραθέσει πιο πάνω, προκύπτει πως στο εν λόγω σημείο «μ) Αξιολόγηση προσωπικού», υπήρχαν και ενδιαφερόμενα μέρη που δεν είχαν αξιολογηθεί, αφού δεν είχαν υφιστάμενο προσωπικό προκειμένου να το αξιολογήσουν και εντούτοις, η συγκέντρωση της αξιολόγησής τους, ήταν και πάλιν υπέρτερη του αιτητή. Αυτό ισχύει για τα ενδιαφερόμενα μέρη αρ. 3, 5, 6, 8 και εν μέρη τα ενδιαφερόμενα μέρη 4 και 7.
Συνοπτικά, διαπιστώνω ο αιτητής να έχει συγκεντρώσει κατά τις αξιολογήσεις των ετών 2015 – 2019, σύνολο 15 ΙΕΑ. Ακόμα και εάν υποθετικά θεωρήσουμε πως θα ελάμβανε ΙΕΑ στο σημείο «μ) Αξιολόγηση προσωπικού», εάν είχε υφιστάμενους προς αξιολόγηση, αυτό θα προσέθετε ακόμα 5 ΙΕΑ (ανά έτος), ήτοι σύνολο 20 ΙΕΑ. Τούτο, εις απάντηση στη θέση του αιτητή πως τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν συνολικά 5 σημεία περισσότερα από τον αιτητή. Και πάλιν, όμως, η αξιολόγησή του θα ήταν κατώτερη όλων των ενδιαφερομένων μερών. Θα ήταν, υποθετικά, 20 ΙΕΑ, έναντι 46 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 1, 68 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 2, 51 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 3, 62 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 4, 38 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 5, 48 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 6, 58 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 7, 50 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 8 και 47 του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 9.
Δεν ευσταθεί ούτε η θέση που προωθήθηκε πως για ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 9 στο εν λόγω σημείο για τα έτη 2015 – 2018 αξιολογήθηκε δύο φορές, ήτοι και ΙΕΑ και Ε. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 10Β, κατά τα έτη 2016, 2017 και 2018, για το εν λόγω σημείο, υπήρχε διαφωνία στην αξιολόγηση από την διμελή Επιτροπή Αξιολόγησης, μεταξύ της Ανώτερης Διευθύντριας και του άμεσα προϊσταμένου, όπου σε τέτοια περίπτωση, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 12(4) της Κ.Δ.Π. 233/2004 υπερισχύει η άποψη του ιεραρχικά ανωτέρου. Συνεπώς, δεν υπήρξε διπλή αξιολόγηση του ενδιαφερόμενου μέρος αρ. 9 εν σχέση με αυτό το σημείο, αλλά υπερίσχυε η αξιολόγηση της Ανώτερης Διευθύντριας.
Ο τέταρτος λόγος ακύρωσης που προώθησε ο αιτητής, άπτεται της θέσης πως πεπλανημένα πιστώθηκε στο ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 4 και αρ. 7 το πλεονέκτημα του Σχεδίου Υπηρεσίας, αφού δεν προηγήθηκε έρευνα αναφορικά με τους επαγγελματικούς τίτλους που αυτά κατείχαν.
Όπως έχω ήδη αναφέρει, όλοι οι διάδικοι τελούσαν σε μόνιμη θέση στην καθ’ ης η αίτηση και συνεπώς, ίσχυαν τα όσα αναφέρονται στη σχετική σημείωση του Σχεδίου Υπηρεσίας. Στα απαιτούμενα προσόντα, δεν περιλαμβανόταν μεταπτυχιακός τίτλος ή άλλο ισότιμο επαγγελματικό προσόν σε κατάλληλο θέμα.
Από τα στοιχεία των φακέλων, καθώς και από το Παράρτημα Α του Παραρτήματος IV της Ένστασης, προκύπτει πως το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 4 είναι Member of the Institute of Chartered Accountants in England and Wales A.C.A. Το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 7, είναι Member of the Chartered Association of Certified Accountants. Όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά της Επιτροπής Προσωπικού, ενεργώντας στη βάση της παραγράφου 1.5 του Παραρτήματος της παραγράφου 7 της Κ.Δ.Π. 233/2004, αφού εξέτασε όλα τα προσόντα των υποψηφίων, έκρινε ότι θεωρούνται ισάξια ή κατάλληλα με αυτά που προβλέπονται στο Σχέδιο Υπηρεσίας της αντίστοιχης θέσης και δεδομένου ότι, πέραν του πρώτου πτυχίου, ήταν κάτοχοι και επαγγελματικού τίτλου ή μεταπτυχιακού, πιστώθηκε το πρώτο πτυχίο, ως το απαιτούμενο και το μεταπτυχιακό ή επαγγελματικός τίτλος, ως πλεονέκτημα.
Αυτή η κρίση της Επιτροπής Προσωπικού, κινείται εντός της ευρείας διακριτικής της ευχέρειας, όπως αυτή καθορίζεται στην παράγραφο 1.5 της Κ.Δ.Π. 233/2004, ως αυτή έτυχε τροποποίησης με την Κ.Δ.Π. 42/2020, η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο πλήρωσης των επίδικων θέσεων, τεθείσα σε ισχύ την 7.2.2020.
Διατείνεται ο αιτητής πως η Επιτροπή Προσωπικού αγνόησε τη σημαντική του υπεροχή σε αρχαιότητα και πείρα η οποία επαυξάνει την αξία, λαμβανομένου υπόψη πως ο ίδιος διορίστηκε στην καθ’ ης η αίτηση στις 15.4.2002 και συνεπώς, υπερέχει έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 9 κατά 6 μήνες, του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 8 κατά 8 μήνες.
Η Επιτροπή Προσωπικού, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 27.10.2020, αποφάσισε πως ο παράγοντας αξία θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για σκοπούς πλήρωσης της επίδικης θέσης που βρίσκεται ψηλά στην ιεραρχία της καθ’ ης η αίτηση.
Στην Ευαγγέλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (1989) 3 Α.Α.Δ. 3051, με παραπομπή στην Republic v. Haris (1985) 3 C.L.R. 106 και Republic v. Roussos (1987) 3 C.L.R. 1217, κρίθηκε πως η αξία έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τα άλλα κριτήρια και στην επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου, η διορίζουσα αρχή οφείλει να συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία, έχοντας την ευχέρεια να αποδώσει περισσότερη ή λιγότερη βαρύτητα σε ένα από τα νομοθετημένα κριτήρια.
Στην παρούσα περίπτωση, δεν συμφωνώ πως ο αιτητής υπερτερούσε σε αρχαιότητα και πείρα έναντι των ενδιαφερομένων μερών. Όπως ανέφερε η Επιτροπή Προσωπικού, η πείρα τόσο του αιτητή, όσο και των ενδιαφερομένων μερών, κυμαίνετο σε παρόμοια επίπεδα, ενώ ανέφερε πως η πείρα του αιτητή έναντι των ενδιαφερομένων μερών 8 και 9, ήτοι πείρα 6 μηνών και 8 μηνών αντίστοιχα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπέρμετρη.
Σε σχέση με την αρχαιότητα, από τα ενώπιον μου στοιχεία, διαπιστώνω πως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, πλην του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 1, είχαν προαχθεί στην αμέσως προηγούμενη, της επίδικης θέση, θέση Λειτουργού Α’ τάξης, πριν από τον αιτητή. Ο αιτητής προήχθη στην εν λόγω θέση την 10.9.2007, ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 2 την 1.1.2005, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 3 την 15.4.2007, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 4 την 1.12.2004, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 5 την 15.4.2007, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 6 την 15.3.2006, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 7 την 1.8.2006, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 8 την 1.4.2006 και το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 9 την 1.9.2005. Το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 1 προήχθη στην εν λόγω θέση τη 1.6.2008.
Κατά τον αρχικό διορισμό τους στη θέση Λειτουργού Β΄ τάξης, ο αιτητής προσελήφθη στις 15.4.2002, ομοίως και τα ενδιαφερόμενα μέρη αρ. 3, αρ. 5 και αρ. 6, ενώ τα ενδιαφερόμενα μέρη αρ. 1, αρ. 4, και αρ. 7, την 1.6.2002, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 2 την 1.5.2002, το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 8 την 1.10.2002, ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος αρ. 9 την 1.2.2003.
Η διαφορά στην πείρα από τον διορισμό του αιτητή στη θέση Λειτουργού Β΄ τάξης, 6 μηνών έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 8 και 10 μηνών, έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους αρ. 9, κυμαίνεται στα ίδια περίπου επίπεδα και δεν θεωρώ πως προσδίδει προβάδισμα έναντι του αιτητή, ούτε και επαυξάνει την αξία του, αφού όπως προαναφέρθηκε, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχαν, έναντι του αιτητή, στο εν λόγω κριτήριο, στο οποίο αποδόθηκε, νομίμως, βαρύνουσα σημασία από την Επιτροπή Προσωπικού.
Στην παρούσα περίπτωση, ο αιτητής δεν ήταν ισάξιος με τα ενδιαφερόμενα μέρη και συνεπώς, έστω μικρή διαφορά στην πείρα που αποκτήθηκε από τον διορισμό των διαδίκων στην αρχική τους θέσης, δεν μπορούσε να του προσδώσει προβάδισμα.
Δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε η θέση του αιτητή περί αναιτιολόγητης σύστασης της Επιτροπής Προσωπικού και του Διοικητή της καθ’ ης η αίτηση. Στα πρακτικά συνεδρίας της Επιτροπής Προσωπικού ημερομηνίας 27.10.2020, καταγράφονται με πληρότητα οι λόγοι για την κατάληξη στην επίδικη διοικητική απόφαση, καταγράφονται τα νομοθετημένα κριτήρια της αξίας, της πείρας και των προσόντων και η λήψη απόφασης πως ο παράγοντας της αξίας θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, προσδιορίστηκε η κατάλληλη πείρα που θα μπορούσε να προσμετρήσει για την επιλογή στην θέση Ανώτερου Λειτουργού, τα προσόντα στη βάση του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης, και εν τέλει, ακολούθησε σύγκριση μεταξύ του αιτητή και των υποψήφιων που κρίθηκαν καταλληλότεροι.
Ομοίως, ο Διοικητής της καθ’ ης η αίτηση, καταγράφει στο σημείωμά του, ημερομηνίας 27.10.2020 πως υιοθετεί όλες τις συστάσεις της Επιτροπής Προσωπικού, που φαίνονται στα σχετικά πρακτικά, κρίνοντας τους επιλεγέντες ως τους καταλληλότερους μεταξύ όλων των υποψηφίων, αιτιολογία της Επιτροπής που ενσωματώνεται στην απόφαση του Διοικητή.
Βάσει όλων των ανωτέρω, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε πεδίο για επέμβαση. Η επίδικη απόφαση κρίνεται ως νόμιμη και εύλογη.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., εναντίον του αιτητή.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.