ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 30/2022)
29 Ιουλίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΕΛΕΝΗΣ ΛΟΪΖΙΔΟΥ
Αιτήτριας,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Κωνσταντίνος Καλλής, για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Αλεξία Κουντουρή, για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια κατείχε τη θέση Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, μέχρι τις 30.6.2021, από την οποία και αφυπηρέτησε από την 1.7.2021.
Κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 2018 – Σεπτεμβρίου 2019, έλαβαν χώρα διαβουλεύσεις μεταξύ Υπουργείου Οικονομικών και Νομικής Υπηρεσίας, προς το σκοπό μισθολογικής αναβάθμισης των Κλιμάκων των Λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας. Αποτέλεσμα των συζητήσεων, ήταν η υποβολή Πρότασης με αρ. 1751/2019, ημερομηνίας 10.10.2019, εκ μέρους του Υπουργού Οικονομικών προς το Υπουργικό Συμβούλιο, με θέμα «Εκσυγχρονισμός της Νομικής Υπηρεσίας και αναβάθμισης των μισθολογικών κλιμάκων». Ανάμεσα σε άλλα, η Πρόταση, περιλάμβανε την αναβάθμιση της θέσεως Εισαγγελέα από την Κλίμακα Α16(i) σε Πάγιο μισθό που αντιστοιχεί στη θέση Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου.
Το Υπουργικό Συμβούλιο, με την Απόφαση με αρ. 88.325, ημερομηνίας 15.10.2019, ενέκρινε την υποβληθείσα Πρόταση και τη συμπερίληψη των ανάλογων ρυθμίσεων στον Προϋπολογισμό του 2020. Ειδικότερα, για τη θέση Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, προβλέφθηκε αναβάθμιση στη μισθολογική κλίμακα από Α16(i) σε Πάγιο Μισθό ύψους €[…] (Παράρτημα Γ, Παράρτημα 1 στην Ένσταση). Οι εν λόγω πρόνοιες, περιλήφθηκαν στον περί Προϋπολογισμού Νόμο του έτους 2020, Ν. 89(ΙΙ)/2019.
Η εν λόγω αναβάθμιση στην μισθολογική κλίμακα της αιτήτριας, έλαβε χώρα από την 1.1.2020. Από τότε, μέχρι και τον Αύγουστο του 2021, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, απέκοπτε μηνιαίως από τον μισθό της αιτήτριας, ανάλογο ποσοστό για σκοπούς σύνταξης. Η εν λόγω αποκοπή, γινόταν αναλογικά, τόσο από τον Πάγιο μισθό, όσο και από το επίδομα παραστάσεως που ελάμβανε η αιτήτρια.
Όπως προαναφέρθηκε, η αιτήτρια αφυπηρέτησε από τη θέση Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από την 1.7.2021.
Στις 26.10.2021 γνωστοποιήθηκαν στην αιτήτρια από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, τα εξής:-
«Επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία υπολογισμού των συνταξιοδοτικών σας ωφελημάτων λόγω της αφυπηρέτησής σας από τη θέση Εισαγγελέα της Δημοκρατίας την 1/7/2021.
1. Για την υπηρεσία σας στη Δικαστική Υπηρεσία δικαιούστε:
(α) ετήσια ακαθάριστη σύνταξη ύψους €[…] και πρόσθετα 13η σύνταξη.
(β) φιλοδώρημα ύψους […].
2. Επισυνάπτεται αντίγραφο του εντύπου συνταξιοδότησης Γ.Λ.65 στο οποίο φαίνονται όλοι οι σχετικοί υπολογισμοί των συνταξιοδοτικών σας ωφελημάτων.
[…]»
Στο συνημμένο στην εν λόγω επιστολή έντυπο υπό τίτλο «Στοιχεία και Υπολογισμός Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων», στην παράγραφο 17, αναφέρονται τα ακόλουθα:-
«17. Ετήσιες συντάξιμες απολαβές κατά την ημέρα της αφυπηρέτησης:
(α) Βασικός μισθός επί μισθοδοτικής κλίμακας: F[…] […]
(β) Ποσό επόμενης προσαύξησης: […] /
(γ) Αυξήσεις μισθών 0,00
(δ) Τιμαριθμικό επίδομα 1,270% […]
(ε) Άλλα Συντάξιμα Επιδόματα / /
Σύνολο […]» [1]
Με επιστολή ημερομηνίας 3.12.2021, προς τον Υπουργό Οικονομικών και Γενική Λογίστρια του Κράτους, η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση για τον υπολογισμό, τόσο του εφάπαξ ποσού, όσο και της σύνταξής της, επικαλούμενη επιστολή ημερομηνίας 10.11.2021 που απέστειλαν άλλες υφιστάμενες Εισαγγελείς στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, οι οποίες είχαν διαμαρτυρηθεί σε σχέση με την διαφοροποίηση της θέσης του Γενικού Λογιστηρίου, να θεωρήσει, δηλαδή, το επίδομα παραστάσεως που λαμβάνουν οι Εισαγγελείς, ως μη συντάξιμη απολαβή.
Σημειώνεται, επ’ αυτού, πως αφορμή για την αποστολή της εν λόγω επιστολής από τα τρίτα αυτά πρόσωπα, αποτέλεσε η αποστολή εσωτερικού σημειώματος ημερομηνίας 10.9.2021 προς τις εν ενεργεία Εισαγγελείς της Δημοκρατίας και όχι προς την αιτήτρια – η οποία είχε ήδη αφυπηρετήσει από την 1.7.2021 – πως ενόψει υπολογισμού των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων της αιτήτριας, διαπιστώθηκε ότι δυνάμει του άρθρου 23 του περί Προϋπολογισμού Νόμου του 2021, το επίδομα παραστάσεως, θεωρείτο συντάξιμη απολαβή μόνον για τους κατόχους των θέσεων των οποίων γίνεται ρητή αναφορά στον περί Προϋπολογισμού του 2014, Νόμο του 2013. Εκεί καταγράφεται ευκρινώς πως το επίδομα παραστάσεως ύψους €[…] που λαμβάνουν μηνιαίως, δεν είναι συντάξιμο.
Ακολούθησε στις 7.1.2022, η καταχώριση της υπό κρίση προσφυγής, με την οποία η αιτήτρια αξιώνει την εξής θεραπεία:-
«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση ημερ. 26 Οκτωβρίου (Παράρτημα Α) η οποία παραλήφθηκε 03/11/2021 με την οποία πληροφορούσε την Αιτήτρια ότι για την υπηρεσία της στη Δικαστική Υπηρεσία δικαιούται (α) ετήσια ακαθάριστη σύνταξη ύψους €[…] και πρόσθετα 13η σύνταξη, (β) φιλοδώρημα ύψους €[…] για την υπηρεσία της μέχρι την 31/12/2012 και φιλοδώρημα ύψους €[…] για την υπηρεσία της από την 01/01/2013 μέχρι 30/06/2021, δικαιούται πρόσθετη ετήσια σύνταξη €[…] είναι, άκυρη παράνομη και αντισυνταγματική και χωρίς οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα».
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, προώθησε πέντε λόγους ακύρωσης. Κατά πρώτον, υποστήριξε πως η διοικητική απόφαση ημερομηνίας 26.10.2021, είναι παράνομη, καθότι ελήφθη κατ΄επίκληση Νόμου που εκδόθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και είναι προϊόν άνισης μεταχείρισης. Κατά τις εισηγήσεις του, η Πρόταση που υπεβλήθη προς το Υπουργικό Συμβούλιο από το Υπουργείο Οικονομικών, προέβλεπε την απόλυτη εξομοίωση της θέσης Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με τη θέση Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου, χωρίς καμία διαφοροποίηση και συνεπώς, δεν ήταν δυνατή διαφοροποίηση σε ό,τι αφορά τις συντάξιμες απολαβές τους και συγκεκριμένα στη συνταξιμότητα του επιδόματος παραστάσεως.
Δεύτερος λόγος ακύρωσης που προωθήθηκε, άπτεται του ισχυρισμού πως η επίδικη απόφαση, ελήφθη από αναρμόδιο πρόσωπο και καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Επ΄αυτού, η αιτήτρια αναφέρεται στο σημείωμα ημερομηνίας 10.9.2021, που απευθύνεται προς τις (τότε) εν ενεργεία Εισαγγελείς της Δημοκρατίας, το οποίο συντάχθηκε από την κα Α. Δημητρίου, Λειτουργό Γενικού Λογιστηρίου Α΄ και προωθήθηκε επίσης στο Γενικό Εισαγγελέα και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, υποβάλλοντας πως αυτό, συνιστούσε στην ουσία ανάκληση της απόφασης για τη συνταξιμότητα του επιδόματος παραστάσεως των Εισαγγελέων της Δημοκρατίας, από το οποίο επίδομα απεκόπτετο για 19 μήνες, ποσοστό για σκοπούς σύνταξης.
Υπό αυτόν τον λόγο ακύρωσης, προωθείται και η θέση πως τόσο το Υπουργείο Οικονομικών, όσο και το Γενικό Λογιστήριο, είχαν υποχρέωση να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα για την υλοποίηση της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου που προέβλεψε την εξομοίωση των Εισαγγελέων με τους Προέδρους των Επαρχιακών Δικαστηρίων, ενώ υποστήριξε πως στην πράξη, για όλους τους αξιωματούχους που λαμβάνουν το συγκεκριμένο επίδομα παραστάσεως, αυτό είναι συντάξιμο, κάνοντας επίκληση στο άρθρο 23 του περί Προϋπολογισμού Νόμου του 2021, πως αυτό, στοχεύει σε επιδόματα παραστάσεως άλλων κατηγοριών και όχι στον αποκλεισμό των Εισαγγελέων.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, προωθεί ως τρίτο λόγο ακύρωσης, την παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, ως τέταρτο λόγο πως, εν προκειμένω, υφίσταται παράνομη αναδρομική ανάκληση διοικητικής πράξης, μετά την παρέλευση του εύλογου χρόνου, αφού η αιτήτρια είχε υπόψη της πως το επίδομα παραστάσεως ήτο συντάξιμη απολαβή και δεν μπορούσε η διοίκηση να της το αφαιρέσει μετά την αφυπηρέτησή της.
Ως τελευταίος ισχυρισμός, προωθήθηκε η θέση πως με την επίδικη διοικητική απόφαση, υφίσταται παράνομη παρέμβαση στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος.
Αντίθεση υπήρξε η προσέγγιση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, η οποία ήγειρε, επί της Ενστάσεως και ανέπτυξε στη γραπτή της αγόρευση, ζήτημα απαραδέκτου της προσφυγής, καθότι, κατά την εισήγηση, η επίδικη απόφαση, συνιστά πράξη πληροφοριακού περιεχομένου. Κατά την εισήγηση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική απόφαση, αφού απλώς ενημερώνει και πληροφορεί την αιτήτρια για το ισχύον νομικό και πραγματικό καθεστώς σε σχέση με την επιβολή των συνταξιοδοτικών της ωφελημάτων, ενόψει της αφυπηρέτησής της και πως η μόνη εκτελεστή πράξη είναι η κατάσταση μισθοδοσίας και/ή κατάσταση καταβολής της σύνταξης, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τις Γεναγρίτης ν. Δημοκρατίας (2001) 3Β Α.Α.Δ. 1029 και συνεκδ. υποθ. 1551/2011 κ.ά. Κουσελίνης κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερομηνίας 15.9.2015.
Άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης, η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτοντας όλες τις θέσεις της αιτήτριας τόνισε πως, δια του άρθρου 23 του περί Προϋπολογισμού του 2021 Νόμου, Ν. 2(ΙΙ)/2021, το επίδομα παραστάσεως θεωρείται συντάξιμη απολαβή, μόνον για τους κατόχους των θέσεων για τις οποίες υπάρχει ρητή αναφορά στον περί Προϋπολογισμού του 2014, Νόμο του 2013 και πως η μη αποκοπή ποσοστού σύνταξης από το επίδομα παραστάσεως, συνιστούσε δέσμια αρμοδιότητα της διοίκησης, νομοθεσία που το Κράτος, όφειλε να ακολουθήσει και να εφαρμόσει. Υποστήριξε πως ο δεύτερος λόγος ακύρωσης, περιβάλλεται από αοριστία και γενικότητα, ενώ υπέβαλε πως το σημείωμα της λειτουργού του Γενικού Λογιστηρίου, δεν αποτελεί την επίδικη πράξη, ούτε και απευθύνεται προς την αιτήτρια.
Πρόσθετα, προκειμένου να καταδείξει το αβάσιμο των ισχυρισμών της αιτήτριας, αναφέρθηκε στις διατάξεις του περί Προϋπολογισμού του 2024 Νόμου, Ν. 58(ΙΙ)/2023, στον οποίο γίνεται πλέον ρητή αναφορά πως το επίδομα παραστάσεως αποτελεί συντάξιμη απολαβή και για τους κατόχους των θέσεων Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αναφορά όμως που δεν γινόταν κατά τον επίδικο χρόνο που η αιτήτρια κατείχε την θέση αυτή.
Απέρριψε, τέλος και τους ισχυρισμούς περί παράβασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, αλλά και της θέσης περί παράβασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, όπως και των αιτιάσεων περί παράνομης ανάκλησης διοικητικής απόφασης.
Προχωρώντας να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής, διαπιστώνω πως με την επίδικη απόφαση, παράγονται έννομα αποτελέσματα και γεννώνται εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις που δεν ήταν υφιστάμενα πριν την έκδοσή της.
Και συγκεκριμένα, στην αιτήτρια γνωστοποιήθηκε στις 26.10.2021, ο υπολογισμός των συνταξιοδοτικών της ωφελημάτων, ως η εν λόγω διαδικασία υπολογισμού συντελέστηκε την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία.
Ειδικότερα, στην αιτήτρια γνωστοποιήθηκε για πρώτη φορά πως οι ετήσιες συντάξιμες απολαβές της, κατά την ημερομηνία της αφυπηρέτησής της, υπολογίστηκαν επί τη βάση του βασικού της μισθού, ήτοι του Πάγιου μισθού ύψους €[…], χωρίς να συνυπολογιστούν άλλα συντάξιμα επιδόματα, δηλαδή, χωρίς να συνυπολογιστεί, ως συντάξιμο, το μηνιαίως καταβληθέν επίδομα παραστάσεως, ύψους €[…] που προστίθετο επί της μηνιαίας μισθοδοσίας της.
Η εν λόγω διοικητική απόφαση, αποτελεί τη γενέτειρα πράξη του υπολογισμού των συνταξιοδοτικών της ωφελημάτων, χωρίς να περιλαμβάνεται ποσοστό - που ήδη απεκόπτετο πέραν του Πάγιου μισθού[2] - επί του μηνιαίως καταβληθέντος επιδόματος παραστάσεως. Με αυτήν την πράξη είναι που γεννήθηκαν δικαιώματα και υποχρεώσεις στην αιτήτρια και όχι με την κατάσταση μισθοδοσίας της / κατάσταση καταβολής της σύνταξης, που αποτέλεσε θέση των καθ’ ων η αίτηση. Η μηνιαία κατάσταση καταβολής της σύνταξης, συνιστά την υλοποίηση της γενέτειρας πράξης.
Στην Γεναγρίτης (ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, τα δεδομένα ήταν διαφορετικά. Η διοίκηση, σε εκείνη την περίπτωση, δεν είχε λάβει οποιαδήποτε απόφαση επί του αιτήματος του εκεί Εφεσείοντα για παραχώρηση σύνταξης ή/και συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, αλλά είχε απλώς εκφράσει την πρόθεση και όχι τη βούλησή της, παρέχοντας του μόνον, κάποιες πληροφορίες σε σχέση με παρόμοιες υποθέσεις (παραιτήσεις, όπως ήταν η περίπτωση του Εφεσείοντα) σύμφωνα με γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, η διαδικασία υπολογισμού των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων της αιτήτριας, είχε ολοκληρωθεί, όπως αναφέρεται και στην επίδικη διοικητική απόφαση.
Ούτε κρίνονται ως σχετικά, τα όσα λέχθηκαν στην Κουσελίνης κ.ά. (ανωτέρω). Σε εκείνη την περίπτωση, βάσει σχετικής νομοθεσίας, η οποία τέθηκε σε ισχύ, έλαβαν χώρα αποκοπές από τη μηνιαία μισθοδοσία των αιτητών. Η πρώτη εφαρμογή των όσων προνοούσε η νομοθεσία, εφαρμόστηκε στην πράξη με τις εκεί επίμαχες αποκοπές επί του μισθού των αιτητών, όπως αυτές παρουσιάζονταν στη μηνιαία μισθοδοσία τους και κάθε επόμενης και που σηματοδοτούσαν έννομες υλικές συνέπειες για τους αιτητές, έχοντας εκτελεστό χαρακτήρα.
Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη κρίση της διοίκησης, έλαβε χώρα με την επίδικη διοικητική απόφαση ημερομηνίας 26.10.2021 και υλοποιήθηκε, αυτή κρίση, με την έναρξη καταβολής της σύνταξης.
Βάσει των πιο πάνω, καταλήγω πως η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Επί της ουσίας, όμως, των ισχυρισμών της αιτήτριας, δεν εντοπίζω να υπάρχει έδαφος επέμβασης του Δικαστηρίου, ούτε να ευσταθούν οι θέσεις που έχουν προβληθεί προς ακύρωση.
Πράγματι, με την Πρόταση του Υπουργείου Οικονομικών ημερομηνίας 10.10.2019, κλήθηκε το Υπουργικό Συμβούλιο όπως εγκρίνει την αναβάθμιση των μισθολογικών κλιμάκων των Λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας και τη συμπερίληψή της στον Κρατικό Προϋπολογισμό για το έτος 2020. Η Πρόταση εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο με την Απόφαση με αρ. 88.325. Αποτέλεσμα ήταν η συμπερίληψη των εν λόγω ρυθμίσεων, στον Προϋπολογισμό για το έτος 2020.
Ο Κρατικός Προϋπολογισμός για το έτος 2020, υπεβλήθη στη Βουλή των Αντιπροσώπων και ψηφίστηκε σε Νόμο, ήτοι τον περί Προϋπολογισμού του 2020 Νόμο, Ν. 89(ΙΙ)/2019. Στον εν λόγω Νόμο, όπως παρατηρείται, δεν γίνεται αναφορά σε συνταξιμότητα του επιδόματος παραστάσεως.
Αντιθέτως, στο άρθρο 23 του εν λόγω Νόμου, προνοούνται τα εξής:-
«23. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των περί Συντάξεων Νόμων του 1997 μέχρι (Αρ. 2) του 2012, των περί Συντάξεων του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1987 μέχρι 1991 και των περί Συντάξεων του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων του 1987 μέχρι 1991, το επίδομα παραστάσεως θεωρείται συντάξιμη απολαβή για τους κατόχους των θέσεων αυτών για τις οποίες σχετική ρητή αναφορά προβλεπόταν στον περί Προϋπολογισμού του 2014 Νόμο του 2013».[3]
Ομοίως, για τον Κρατικό Προϋπολογισμό του έτους 2021, ψηφίστηκε ο περί Προϋπολογισμού Νόμος του 2021, Ν. 2(ΙΙ)/2021, στον οποίο περιλαμβανόταν επίσης το προαναφερόμενο άρθρο 23, με την ίδια ακριβώς διατύπωση.
Εκ των πιο πάνω αναφερόμενων νομοθετικών προνοιών, προκύπτει πως το άρθρο 23, τόσο του Ν. 89(ΙΙ)/2019, όσο και του Ν. 2(ΙΙ)/2021, ρύθμιζε ουσιαστικά εξαίρεση – για ορισμένες μόνον περιπτώσεις - από τον κανόνα της μη συνταξιμότητας του επιδόματος παραστάσεως, ως αυτό προνοεί και η γενικότερη νομοθεσία, δηλαδή ο περί Συντάξεων Νόμος, Ν. 97(Ι)/97 και συγκεκριμένα οι διατάξεις του άρθρου 2 αυτού, στις οποίες αναφέρονται τα εξής:-
«"Συντάξιµες απολαβές" σημαίνει τον ετήσιο βασικό μισθό και το τιμαριθμικό επίδομα που καταβάλλονται στον υπάλληλο κατά την ημερομηνία της αφυπηρέτησής του και περιλαμβάνει στην περίπτωση Αστυνομικού το επίδομα καλής διαγωγής και το επίδομα αξίας και στην περίπτωση δεσμοφύλακα το επίδομα καλής διαγωγής, αλλά δεν περιλαμβάνει το δέκατο τρίτο μισθό ή οποιοδήποτε άλλο επίδομα ή άλλες απολαβές οποιασδήποτε μορφής: […]»
Και οι ορισμένες αυτές περιπτώσεις που το επίδομα παραστάσεως θεωρείτο συντάξιμη απολαβή, κατ’ εξαίρεση από τις διατάξεις του Ν. 97(Ι)/97, καθορίζονταν ρητώς στον περί Προϋπολογισμού Νόμο του 2014, Νόμο 52(ΙΙ)/2013, στον οποίο δεν περιλαμβανόταν η θέση Εισαγγελέως της Δημοκρατίας.
Συνεπώς, δεδομένης, αφενός, της μη συνταξιμότητας του επιδόματος παραστάσεως, βάσει της γενικότερης νομοθεσίας, περί Συντάξεων Νόμου, Ν. 97(Ι)/97 (άρθρο 2) και αφετέρου, της μη περίληψης της θέσης Εισαγγελέως της Δημοκρατίας στις εξαιρέσεις που ρύθμιζε ο ειδικότερος περί Προϋπολογισμού Νόμος, τόσο για το έτος 2020, όσο και το έτος 2021 που αφορά την παρούσα περίπτωση, δεν ήτο δυνατός ο συνυπολογισμός του μηνιαίου ποσού των €[…] στις συντάξιμες απολαβές της αιτήτριας. Τούτο, καθότι δεν ήταν νομοθετικά προβλέψιμη αυτή η δυνατότητα.
Το κατά πόσον υπήρχε σκοπός και πρόθεση με την Πρόταση του Υπουργείου Οικονομικών για την μισθολογική εξομοίωση των Εισαγγελέων της Δημοκρατίας με τους Προέδρους των Επαρχιακών Δικαστηρίων, δεν μπορεί να καταστεί υπεράνω της σχετικής νομοθεσίας, όπως αυτή έχει ψηφιστεί από την Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ ούτε και η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 88.325, ημερομηνίας 15.10.2019, προέβλεπε τέτοια ρύθμιση.
Τα πιο πάνω, καταρρίπτουν τις θέσεις της αιτήτριας περί άνισης μεταχείρισης της αιτήτριας και/ή των Εισαγγελέων της Δημοκρατίας σε σχέση με τη συνταξιμότητα του επιδόματος παραστάσεως, έναντι των Προέδρων των Επαρχιακών Δικαστηρίων.
Δεν εντοπίζω ομοιότητα των επίδικων ζητημάτων με τα δεδομένα της Α.Ε. 104/2015 Δημοκρατίας ν. Χριστοφίδη κ.ά., ημερομηνίας 4.7.2022, αναφορά στην οποία έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας στις διευκρινίσεις. Εκείνη η περίπτωση αφορούσε σε ζήτημα αναβάθμισης θέσεων. Είχε ψηφιστεί ο περί Συμπληρωματικού Προϋπολογισμού του 2009 Νόμος, Ν. 53(ΙΙ)/2009, βάσει του οποίου αναβαθμίστηκε μερίδα Υγειονομικών Επιθεωρητών σε Υγειονομικούς Λειτουργούς και συγκεκριμένα, μόνον όσοι υπηρετούσαν κατά την 11.6.2008 και όχι και άλλοι. Ενόψει τούτου, είχε υποβληθεί αίτημα των Εφεσίβλητων για μετονομασία και μεταφορά αριθμού Υγειονομικών Επιθεωρητών (Κλίμακες Α5-Α7-Α8), οι οποίοι κατείχαν πανεπιστημιακό προσόν, σε θέση Υγειονομικού Λειτουργού (Κλ. Α8-Α10-Α11), μετά από την 11.6.2008, αίτημα που απερρίφθη, καθότι θεωρήθηκε πως η συμφωνία που έγινε με την Μικτή Επιτροπή Προσωπικού στις 11.6.2008, αφορούσε μόνον τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν τη δεδομένη χρονική στιγμή της συμφωνίας. Κρίθηκε πως υπήρξε άνιση μεταχείριση των δύο, ανισότητα που, όμως, δεν επήλθε εκ του Νόμου, αλλά εκ της πλημμελούς εφαρμογής του Νόμου από την ίδια τη διοίκηση λόγω του ότι ο Ν. 53(ΙΙ)/2009, καθόριζε απλώς ένα γενικό και απρόσωπο κανόνα για αναβάθμιση υπαλλήλων, νοουμένου ότι αυτοί κατείχαν πτυχίο πριν την ημερομηνία ψήφισης του Νόμου.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο στην παρούσα περίπτωση, που η διοίκηση, όφειλε να εφαρμόσει τις ρητές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, όπως αυτό επεξηγήθηκε ανωτέρω.
Δεν ευσταθεί ούτε και η θέση της αιτήτριας πως η επίδικη απόφαση ελήφθη από αναρμόδιο πρόσωπο. Επίδικα, δεν είναι τα όσα αναφέρονται στο εσωτερικό σημείωμα της Λειτουργού του Γενικού Λογιστηρίου κας Α. Δημητρίου, ημερομηνίας 10.9.2021, το περιεχόμενου του οποίου δεν κοινοποιήθηκε, ούτε και γνωστοποιήθηκε προς την αιτήτρια.
Η εν λόγω Λειτουργός, ενημέρωνε τη Νομική Υπηρεσία για το αποτέλεσμα της διερεύνησης που έλαβε χώρα, με αφορμή τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων της αιτήτριας.
Η απόφαση για μη υπολογισμό του επιδόματος παραστάσεως ως συντάξιμη υπηρεσία, δεν ελήφθη από την προαναφερόμενη Λειτουργό, αλλά κατ’ εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας.
Εξάλλου, η εδώ προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση, δεν ελήφθη από την κα Δημητρίου. Προσβαλλόμενη απόφαση είναι η κοινοποιηθείσα προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 26.10.2021. Όποια και αν ήταν η ενδεδειγμένη διαδικασία για κοινοποίηση του εσωτερικού σημειώματος ημερομηνίας 10.9.2021, δεν επηρεάζει, ούτε και προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στην αιτήτρια, καθότι τα έννομα αποτελέσματα, δεν έχουν παραχθεί από το εν λόγω εσωτερικό σημείωμα, αλλά από τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών της ωφελημάτων, ως αυτά της γνωστοποιήθηκαν στις 26.10.2021. Ούτε και αντλεί οποιαδήποτε ωφέλεια η αιτήτρια από τυχόν ακύρωση του εσωτερικού σημειώματος λόγω αναρμοδιότητας.
Απορριπτέες κρίνονται και οι θέσεις της αιτήτριας σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς περί παράβασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και καλής πίστης, καθότι, αφενός, δεν γίνεται καμία ανάπτυξη των ισχυρισμών, παρά μόνον γενική και αόριστη προβολή και παράθεση γενικών αρχών και νομολογίας, χωρίς υπαγωγή στα δεδομένα της υπόθεσης.
Αφετέρου, ούτε και λόγοι ουσίας υποστηρίζουν τις εγειρόμενες θέσεις. Δεν υπήρχε πρόνοια στη σχετική νομοθεσία, Ν. 89(ΙΙ)/2019, ούτε και στο Ν.2(ΙΙ)/2021 για συνταξιμότητα του επιδόματος παραστάσεως των Εισαγγελέων της Δημοκρατίας. Στην Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191, λέχθηκε πως η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, ωστόσο, δεν υπερφαλαγγίζει και δεν μπορεί να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας. Εξάλλου, αυτή έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα, στις περιπτώσεις που υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως εν προκειμένω.
Η αιτήτρια κάνει, επίσης, λόγο για παράνομη ανάκληση διοικητικής πράξης, προβάλλοντας τη θέση πως ενώ αφυπηρέτησε από 1.7.2021, η ανάκληση έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2021, επηρεάζοντας αναδρομικά τα συνταξιοδοτικά της ωφελήματα που είχε εξασφαλίσει κατά την αφυπηρέτησή της, κατά παρέλευση του εύλογου χρόνου.
Δεν συμφωνώ ούτε με αυτή την θέση. Αναφέρθηκε ήδη πως, πράγματι, απεκόπτετο από την μισθοδοσία της, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος παραστάσεως που ελάμβανε μηνιαίως, συγκεκριμένα ποσοστό για σκοπούς σύνταξης, από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι και τον Αύγουστο του 2021. Τότε ήταν που διαπιστώθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση πως δεν υπήρχε πρόνοια στον εκάστοτε, μέχρι τότε, περί Προϋπολογισμού Νόμο, για συνταξιμότητα του επιδόματος παραστάσεως σε σχέση με τους Εισαγγελείς της Δημοκρατίας. Αυτό διορθώθηκε από το Γενικό Λογιστήριο, κατ΄εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και όπως δηλώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, το ποσό που απεκόπτετο, επιστράφηκε ήδη προς την αιτήτρια.
Βάσει των προαναφερόμενων, στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχουμε να εξετάσουμε ύπαρξη νόμιμης πράξης, η οποία στη συνέχεια ανακλήθηκε παράνομα. Αλλά το αντίθετο. Επήλθε πλήρης τήρηση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων για μη αποκοπή ποσοστού για σκοπούς σύνταξης, σε σχέση με το επίδομα παραστάσεως που η αιτήτρια ελάμβανε μηνιαίως, διότι δεν υπήρχε πρόβλεψη στο Νόμο για συνταξιμότητα του εν λόγω ποσού, σε σχέση με την θέση που η αιτήτρια κατείχε.
Απορριπτέος καθίσταται και ο τελευταίος λόγος ακύρωσης που ήγειρε ακροθιγώς η αιτήτρια, περί παράβασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.
Στην Α.Ε. 95/2012 Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ημερομηνίας 6.7.2018, επισημάνθηκε πως ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, είναι η αντίστοιχη στο διοικητικό δίκαιο πρόνοια της δικογράφησης στην αστική δίκη, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια και πληρότητα σε τί συνίσταται η συγκεκριμένη παραβίαση που προτείνεται στο νομικό σημείο. Ομοίως, στην Α.Ε. 208/2012 Χονδρουλίδου ν. ΚΥΣΑΤΣ κ.ά., ημερομηνίας 8.11.20218, λέχθηκε πως η δικογράφηση των ουσιωδών γεγονότων και των νομικών σημείων της αίτησης είναι απαραίτητη για να γνωρίζει η αντίθετη πλευρά καθώς επίσης και το Δικαστήριο την υπόθεση του αιτητή (Ε.Δ.Δ. 19/2017, Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία Cybarco Ltd – Α. Aristotelous Constructions Ltd, ημερομηνίας 31.10.2023).
Τέτοιος λόγος ακύρωσης, περί παράβασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, δεν περιλαμβάνεται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως και ως μη δικογραφημένος, αλλά εγειρόμενος για πρώτη φορά μέσα στην γραπτή αγόρευση της αιτήτριας δεν μπορεί να εξεταστεί, αφού δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις διατάξεις του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, Α.Ε. 156/2012, Haghilo ν. Δημοκρατίας κ.ά., ημερομηνίας 27.2.2018, The Vegetable Producers and Exporters Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 3.4.2025).
Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψω αναφορά που έγινε από την ευπαίδευτη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, στις διατάξεις του περί Προϋπολογισμού Νόμου του 2024, Ν. 58(ΙΙ)/2023 και ιδίως στις διατάξεις του άρθρου 21 αυτού[4], που καίτοι μεταγενέστερος, εντούτοις, καταδεικνύει την αλλαγή στην νομοθετική ρύθμιση που επήλθε, εκ των υστέρων, για την συνταξιμότητα του επιδόματος παραστάσεως και των Εισαγγελέων της Δημοκρατίας, με ισχύ από τούδε και στο εξής, χωρίς όμως η εν λόγω νομοθετική κάλυψη να καλύπτει αναδρομικά και την περίπτωση της αιτήτριας.
Βάσει όλων των ανωτέρω, καταλήγω πως η προσφυγή θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη.
Η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. εναντίον της αιτήτριας.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.
[2] Από την 1.1.2020 μέχρι και την 1.8.2021.
[3] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.
[4] 21. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Συντάξεων Νόμου, του περί Επαγγελματικού Σχεδίου Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων των Υπαλλήλων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου, του περί Συντάξεων του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, και του περί Συντάξεων του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου, το επίδομα παραστάσεως θεωρείται συντάξιμη απολαβή για τους κατόχους των θέσεων για τις οποίες σχετική ρητή αναφορά προβλεπόταν στον περί Προϋπολογισμού του 2014, Νόμο του 2013, ήτοι: i. Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου, ii. Δικαστών Ανωτάτου Δικαστηρίου, iii. Προέδρων Επαρχιακών Δικαστηρίων, iv. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, v. Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, vi. Προέδρου Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, vii. Προέδρου Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, viii. Γενικού Ελεγκτή, ix. Επιτρόπου Διοικήσεως, x. Γενικών Διευθυντών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, στα Υπουργεία, στα Υφυπουργεία και στη Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης, Υπουργείο Οικονομικών, xi. Αρχιπρωτοκολλητή, xii. Γενικού Λογιστή, xiii. Αρχηγού Αστυνομίας, καθώς και για τους κατόχους των πιο κάτω θέσεων: i. Προέδρου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ii. Δικαστών Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, iii. Προέδρου στο Εφετείο, iv. Δικαστών στο Εφετείο, v. Προέδρου Διοικητικού Δικαστηρίου, vi. Δικαστών Εμπορικού Δικαστηρίου, vii. Δικαστών Ναυτοδικείου, viii. Εισαγγελέων της Δημοκρατίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο