SUHEL DEWAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 346/2026, 2/7/2026
print
Τίτλος:
SUHEL DEWAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 346/2026, 2/7/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

 

(Υπόθεση Αρ. 346/2026 (Κ))

 

2 Ιουλίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                SUHEL DEWAN                                                                                              Αιτητής

                                                 ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Π. Πιερίδης, για Αιτητή

Ι. Κοτζιάπασιη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε στις 9.4.2026, την προσφυγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, δια της οποίας ζητεί-

 

«Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή δήλωση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 11/3/26, με την οποία ανακηρύττουν και/ή δηλώνουν τον αιτητή ως απαγορευμένο μετανάστη είναι άκυρη, παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

B. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 11/3/26, για την έκδοση διατάγματος κράτησης εναντίον του Αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

 

Γ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 11/3/26 με την οποία εκδόθηκε διάταγμα απέλασης εναντίον του αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

Δ. Διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή».

 

Εκκρεμούσης της διαδικασίας, και ενώ οι καθ’ ων η αίτηση είχαν καταχωρήσει ένσταση επί της αιτήσεως ακυρώσεως, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρησε αίτηση ημερομηνίας 5.5.2026, δια της οποίας ζητούσε να προσαγάγει μαρτυρία. Το Δικαστήριο τούτο, με απόφασή του, ημερομηνίας 9.6.2026, απέρριψε την αίτηση.

 

Αναδρομή στα γεγονότα της υπόθεσης, αποκαλύπτει τα εξής:

 

Ο αιτητής είναι υπήκοος Μπαγκλαντές, ο οποίος εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας, στις 7.10.2015.

Στις 11.3.2016, ο αιτητής τέλεσε γάμο με Βουλγάρα υπήκοο και στις 15.4.2016 υπέβαλε αίτηση για έκδοση άδειας διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης.

 

Στις 28.7.2016, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα») εξέδωσε άδεια παραμονής στον αιτητή ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης, με ισχύ μέχρι τις 28.7.2021.

 

Στις 23.12.2019, ο αιτητής καταχώρησε αίτηση διαζυγίου και στις 27.5.2020, λύθηκε ο γάμος του με την Βουλγάρα υπήκοο, δυνάμει δικαστικής απόφασης.

 

Ακολούθως, στις 3.8.2020, ο αιτητής υπέβαλε νέα αίτηση για άδεια παραμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης, η οποία απορρίφθηκε από το Τμήμα, στις 14.6.2021, καθότι η ευρωπαία σύζυγος του αιτητή είχε αναχωρήσει από τη Δημοκρατία προτού ξεκινήσουν οι διαδικασίες διαζυγίου. Κατά της εν λόγω απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή μέσω της δικηγόρου του, στις 29.7.2021, η οποία απορρίφθηκε, όπως στη συνέχεια, στις 20.1.2026, απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο η προσφυγή 1119/2023, που καταχώρησε ο αιτητής κατά της προηγηθείσας απορριπτικής απόφασης.

 

Προηγουμένως, στις 21.7.2021, τα στοιχεία του αιτητή είχαν καταχωρηθεί στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stop-list).

Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα, το Τμήμα, με επιστολή του προς τη δικηγόρο του αιτητή, ημερομηνίας 19.6.2024, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς, ενημέρωσε αυτήν ότι η προηγηθείσα ιεραρχική προσφυγή που είχε καταχωρήσει ο αιτητής εξετάστηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών και απορρίφθηκε καθότι η προαναφερθείσα ευρωπαία σύζυγός του είχε αναχωρήσει από τη Δημοκρατία πριν από την έναρξη των διαδικασιών διαζυγίου. Καλείτο δε η δικηγόρος του αιτητή να ενημερώσει αυτόν όπως αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία.

 

Τελικά, στις 22.2.2026, ο αιτητής συνελήφθη στον αστυνομικό σταθμό Πόλης Χρυσοχούς για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και στις 23.2.2026 εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105, καθότι αυτός, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, ήταν απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 3.7.2020, όταν η αίτησή του ως εξαρτώμενος ευρωπαίας πολίτη απορρίφθηκε. Σχετική είναι η επιστολή της ΥΑΜ Πάφου προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 22.2.2026 (παράρτημα 10 στο δικόγραφο της ένστασης).

 

Ωστόσο, στις 11.3.2026, τα πιο πάνω διατάγματα ακυρώθηκαν και την ίδια μέρα, εκδόθηκαν νέα, δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105, με σωστή αιτιολόγηση. Συγκεκριμένα, ο αιτητής κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα όταν απορρίφθηκε από τον Υφυπουργό η ιεραρχική προσφυγή του κατά της προηγηθείσας απόφασης του Τμήματος.

 

Στις 20.4.2026, το επίδικο διάταγμα απέλασης ανεστάλη, δεδομένου του ανασταλτικού χαρακτήρα της προσφυγής.

 

Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης που προωθείται, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση εφάρμοσαν εσφαλμένα τα άρθρα 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105. Όπως εισηγείται ο κ. Πιερίδης, η ανακήρυξη του αιτητή ως παράνομου μετανάστη, είναι προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Σύμφωνα δε με το λεκτικό του άρθρου 18ΠΣΤ, αυτό εφαρμόζεται σε «υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ, «απόφαση επιστροφής» σημαίνει διοικητική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής. Ως υποβάλλει ο συνήγορος του αιτητή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επιστολή ημερομηνίας 11.3.2026 που επιδόθηκε στον αιτητή μετά την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και χωρίς να δίδεται με αυτήν χρόνος στον αιτητή να αναχωρήσει οικειοθελώς από τη χώρα, αποτελεί απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ. Εφόσον η επιστολή αναγράφει ότι τα διατάγματα κράτησης και απέλασης επισυνάπτονται σε αυτήν, σημαίνει ότι όταν συντασσόταν η επιστολή αυτά είχαν ήδη εκδοθεί. Περαιτέρω, κατά το συνήγορο του αιτητή, η «απόφαση επιστροφής», σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ, δεν είναι απλή ανακήρυξη του αλλοδαπού ως παράνομη, αλλά θα πρέπει αυτή η ανακήρυξη να συνοδεύεται από αναφερόμενη υποχρέωση αναχώρησης.

 

Περαιτέρω, στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, είναι δε αυτή παντελώς αναιτιολόγητη. Κατά το σχετικό ισχυρισμό, δεν λήφθηκε υπόψη ούτε η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη το γεγονός ότι αυτός είναι πατέρας ανήλικων τέκνων, στοιχείο που επέβαλλε να ζητηθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς το βέλτιστο συμφέρον της ευημερίας του παιδιού, ούτε, γενικότερα οι προσωπικές του περιστάσεις, αφού αυτός είχε επαρκή εισοδήματα και ακίνητη ιδιοκτησία στη Δημοκρατία: ως υποβάλλει ο κ. Πιερίδης, αν οι καθ’ ων η αίτηση λάμβαναν υπόψη όλα τα πιο πάνω, θα διαπίστωναν ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

 

Συναφώς, προωθείται και ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105 σε σχέση με το διάταγμα κράτησης του αιτητή, εφόσον δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να τεθεί αυτός υπό κράτηση, η δε απόφαση είναι παντελώς αναιτιολόγητη, αλλά και πεπλανημένη, καθότι θα μπορούσαν εν προκειμένω να ληφθούν άλλα μέτρα επαρκή μεν, αλλά λιγότερο περιοριστικά, δεδομένου ότι δεν υφίστατο κίνδυνο διαφυγής του αιτητή. Με αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο του αιτητή, να παραβιάζεται και η αρχή της αναλογικότητας.

 

Τα πιο πάνω, κατά τον συνήγορο του αιτητή, στοιχειοθετούν και πρόσθετο λόγο ακύρωσης, ο οποίος έγκειται στην έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας. Κατά τη σχετική εισήγηση, δεν υπήρχε κίνδυνος διαφυγής του αιτητή, ως εσφαλμένα αναφέρεται στο επίδικο διάταγμα κράτησης, δεδομένου ότι η διεύθυνση του ήταν γνωστή στις αρχές και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτός διέμενε με την οικογένειά του. Ούτε και εξηγείται που έγκειται ο κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

                 

Ισχυρίζεται, επιπρόσθετα, ο κ. Πιερίδης ότι δεν υπήρχε απόφαση επιστροφής στην υπό κρίση περίπτωση, εν τη εννοία του άρθρου 18ΟΔ του Κεφ. 105, το οποίο προβλέπει ότι «απόφαση επιστροφής» είναι η ανακήρυξη της παραμονής του υπηκόου τρίτης χώρας ως παράνομης. Η «απόφαση επιστροφής», σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΗ(1) του κεφ. 105 εκδίδεται από τη Διευθύντρια του Τμήματος και είναι προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος κράτησης και απέλασης. Εν προκειμένω, ως εισηγείται ο κ. Πιερίδης, ο αιτητής δεν είχε ανακηρυχθεί πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ως παράνομος, ούτε και τού δόθηκε ειδοποίηση να αναχωρήσει. Η μόνη απόφαση επιστροφής που κοινοποιήθηκε στον αιτητή, ήταν αυτή που περιεχόταν στην επίδικη επιστολή ημερ. 11.3.2026, η οποία, όμως, δεν προηγήθηκε της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Περαιτέρω, πάσχει η αιτιολογία και η νομική βάση του διατάγματος κράτησης, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης «καθότι παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα, όταν απορρίφθηκε η ιεραρχική προσφυγή του/της κατά της απόφασης του Τμήματος Μετανάστευσης», δεδομένου ότι ο αιτητής ουδέποτε ενημερώθηκε για την απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής του: η επιστολή απευθύνεται στην τότε δικηγόρο του αιτητή που είχε καταχωρήσει την ιεραρχική προσφυγή και «δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η δικηγόρος αυτή πράγματι παρέλαβε την επιστολή και ότι τρία χρόνια μετά την καταχώρηση της ιεραρχικής προσφυγής εξακολουθούσε να ενεργούσε ως δικηγόρος του αιτητή και ότι τον ενημέρωσε περί της απόρριψης».

 

Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι δεν γίνεται αναφορά και/ή δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε η διαδικασία των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105 και δεν φαίνεται ο αιτητής να υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα. Ούτε και τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΘ που επιτάσσουν την έκδοση απόφασης επιστροφής η οποία να προβλέπει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης που να κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 105 και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους. Κατά την κα Κοτζιάπασιη, λήφθηκαν δεόντως υπόψη όλες οι περιστάσεις και τα γεγονότα της περίπτωσης και δεν στοιχειοθετούνται οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, ούτε και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Σε κάθε δε περίπτωση, υποβάλλει η κα Κοτζιάπασιη, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης.

 

Έχω εξετάσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

Εν πρώτοις, κρίνεται αβάσιμος ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται και ο οποίος έγκειται στον ισχυρισμό ότι οι καθ’ ων η αίτηση εφάρμοσαν εσφαλμένα τα άρθρα 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105, καθότι, ως  υποβάλλει ο συνήγορος του αιτητή, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων δεν υπήρχε απόφαση επιστροφής του αιτητή εν τη εννοία των προαναφερθέντων άρθρων. Στην ίδια την επίδικη επιστολή προς τον αιτητή, ημερομηνίας 11.3.2016, την οποία υπογράφει η Διευθύντρια (παράρτημα 12 στο δικόγραφο της ένστασης), ρητά αναφέρεται ότι ο αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα όταν απορρίφθηκε από τον Υφυπουργό η ιεραρχική προσφυγή του κατά της προηγηθείσας απορριπτικής απόφασης του Τμήματος να τού εκδώσει δελτίο διαμονής ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Όπως επίσης αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, συνεπείαconsequently») της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, η Διευθύντρια προχώρησε στην έκδοση των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπό αναφορά Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972, τον οποίον επικαλείται ο συνήγορος του αιτητή, ουδόλως συναρτά τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με την προϋπόθεση προηγηθείσας ειδοποίησης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη (Mensah ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017, M.S v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 164/2021, ημερ. 12.3.2021). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Islam ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 997/2013, ημερ. 9.7.2013-

 

«Παρατηρείται ότι ο Κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε συσχετίζει την έκδοση του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγηθείσα ειδοποίηση ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε απαγορευμένο μετανάστη. Εκείνο που προνοεί είναι ότι πρέπει να επιδοθεί ειδοποίηση περί του γεγονός ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα της Κ.Δ.Π 242/72. Αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα, αλλά δεν είναι επιτακτική η προηγούμενη ειδοποίηση, θεωρούμενης μάλιστα ως ουσιώδους τύπου».

 

Επομένως, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου του αιτητή ότι όταν εκδίδονταν τα επίδικα διατάγματα, δεν υφίστατο ήδη απόφαση επιστροφής του αιτητή. Η δε υπό του συνηγόρου του αιτητή επίκληση των αποφασισθέντων στην Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, μάλλον απολήγει σε αποδυνάμωση παρά σε επίρρωση των θέσεων του, εφόσον σε εκείνη την περίπτωση, το Διοικητικό Εφετείο διαπίστωσε ότι η απόφαση που περιεχόταν σε σχετική επιστολή προς τον αιτητή, δεν πληρούσε τα υπό του Κεφ. 105 προβλεπόμενα κριτήρια για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση επιστροφής, αφού, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, πουθενά στην εν λόγω επιστολή ο εκεί αιτητής (Εφεσίβλητος) δεν κηρυσσόταν ή αναφερόταν ως παράνομος μετανάστης. Επιπρόσθετα, σε εκείνη την υπόθεση, και πάλι σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση, κρίθηκε ότι η απόφαση επιστροφής είχε εκδοθεί σε χρόνο που ο αιτητής δεν ήταν παράνομος μετανάστης. Είπε σχετικά το Δικαστήριο:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι η απόφαση, η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 13.07.2022 (βλ. ανωτέρω), δεν πληροί όλα τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της ως «απόφαση επιστροφής» εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου, αφού πουθενά σε αυτή  δεν «κηρύσσεται ή αναφέρεται» ο Εφεσίβλητος ως παράνομος μετανάστης. Η θέση της Εφεσείουσας ότι, ο χαρακτηρισμός του Εφεσίβλητου ως παράνομου μετανάστη προκύπτει σιωπηλώς ή εξυπακουόμενα, συγκρούεται ευθέως με την απαίτηση του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου, το οποίο, κατά απλή γραμματική ερμηνεία, σαφώς απαιτεί διακήρυξη και/ή ρητή δήλωση τέτοιου χαρακτηρισμού.

 

Πρόσθετα, σημειώνεται εμφαντικά ότι η απόφαση η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 13.07.2022, εκδόθηκε σε χρόνο που ο Εφεσείων δεν ήταν καν παράνομος μετανάστης, αφού και η ίδια η  Εφεσείουσα τον θεώρησε και θεωρεί ως τέτοιο από τις 20.8.2022, όταν και παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από την Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. Ερ. 185 του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, Τεκμήριο 1).».

 

Επιπρόσθετα, και σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, διαπιστώνω από τα ενώπιον τεθέντα ότι ήδη από το έτος 2021 είχε κληθεί ο αιτητής να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της επιστολής του Τμήματος προς αυτόν, ημερομηνίας 14.6.2021, δια της οποίας είχε απορριφθεί η αίτησή του για χορήγηση δελτίου διαμονής. Αλλά και στη συνέχεια, μετά την απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής του, ο αιτητής, δι’ επιστολής του Τμήματος, είχε κληθεί να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία. Συγκεκριμένα, δια της επιστολής της Διευθύντριας του Τμήματος προς την δικηγόρο του αιτητή, ημερομηνίας 19.6.2024 (παράρτημα 9 στο δικόγραφο της ένστασης), ενημερωνόταν ο αιτητής μέσω της δικηγόρου του για την απόρριψη και τον λόγο απόρριψης της ιεραρχικής προσφυγής του και για την υποχρέωσή του να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία. Η επιστολή εστάλη ως απάντηση στην προηγηθείσα ιεραρχική προσφυγή της, στη δικηγόρο του αιτητή, η οποία βεβαίως ενεργούσε εκ μέρους του αιτητή: στην Miglena Varbanova Kalyova κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 61/2015, ημερ. 8.5.2015, τονίστηκε εκ νέου ότι κοινοποίηση της απόφασης προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή πληρεξούσιο αντιπρόσωπο ενός αιτητή, αποτελεί κοινοποίηση και προς τον ίδιο τον αιτητή (βλ. την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Δ.Μ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2075/2022 (i-Justice), ημερ. 2.6.2025 και την απόφαση Papasavva v. Republic (1979) 3 C.L.R. 563). Σε αυτές τις περιπτώσεις, με βάση το τεκμήριο της κανονικότητας, το οποίο λειτουργεί υπέρ της Διοίκησης, εύλογα αναμένεται ότι ο αιτητής λαμβάνει γνώση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (P. C. και/ή  Z. N. (Προηγούμενο Όνομα) κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1712/2024 (i-Justice), ημερ. 4.4.2025, Θεανώ Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας (2007) Α.Α.Δ.3 σελ. 415). Εν προκειμένω, η επιστολή ημερομηνίας 19.6.2024, όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα αυτής, απεστάλη μέσω ταχυδρομείου σε συγκεκριμένη διεύθυνση, στη δικηγόρο του αιτητή και ενόψει και του τεκμηρίου της νομιμότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, το οποίο και δεν έχει ανατραπεί, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι αυτή έλαβε γνώση του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής και, συνακόλουθα, έλαβε γνώση και ο ίδιος ο αιτητής.

 

Στη συνέχεια όμως, ο αιτητής ουδέν έπραξε, με αποτέλεσμα να καταστεί απαγορευμένος μετανάστης ως παραμένων παράνομα στη Δημοκρατία. Αυτό εξάλλου αναφέρεται και στα επίδικα διατάγματα, ήτοι ότι ο αιτητής είχε καταστεί παράνομος μετανάστης από την ημερομηνία απόρριψης της ιεραρχικής προσφυγής του.

 

Ούτε και είχαν οι καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση παροχής χρόνου στον αιτητή για οικειοθελή αναχώρηση: εν πρώτοις, επαναλαμβάνεται ότι ήδη από το έτος 2024, με την επιστολή των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 19.6.2024, αλλά και προηγουμένως, δια της απορριπτικής απόφασης του Τμήματος, ημερομηνίας 14.6.2021, καλείτο ο αιτητής όπως αναχωρήσει από τη Δημοκρατία, αλλά δεν το έπραξε. Δεδομένου δε ότι στη συνέχεια, με την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 11.3.2026, ο αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και, συνεπώς, εφόσον κρίθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής του, εύλογα δεν δόθηκε σε αυτόν περίοδος οικειοθελούς αναχώρησης από τη Δημοκρατία πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων (Magdalin Mensah v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017). Εν προκειμένω, οι καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν, δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται σε αυτούς από τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΘ(4) του Κεφ. 105, να μην παράσχουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, εφόσον κρίθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:

 

«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δόλια ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»

 

Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στις G.S.D.A.M v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023(Κ), ημερ. 9.6.2023 και S.K. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 946/2023(Κ), ημερ. 31.7.2023,  όπου ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση.

 

Κατά συνέπεια, ενόψει των πιο πάνω, και αυτός ο ισχυρισμός στερείται βασιμότητας και απορρίπτεται, όπως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο να αποφασιστεί ότι ήταν απαγορευμένος μετανάστης.

 

Όπως έχει προαναφερθεί, στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, αφού δεν λήφθηκε υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη το γεγονός ότι αυτός είναι πατέρας ανήλικων τέκνων, στοιχείο που επέβαλλε να ζητηθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς το βέλτιστο συμφέρον της ευημερίας των παιδιών, ούτε και, γενικότερα, λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή και δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΘ(2), λόγω της ύπαρξης παιδιών που φοιτούν σε σχολείο.

 

Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις πιο πάνω θέσεις.

 

Εν πρώτοις, τονίζεται ότι είχε ο αιτητής, από το έτος 2024 που απορρίφθηκε η ιεραρχική προσφυγή του, το χρόνο και τη δυνατότητα να μεριμνήσει και να διευθετήσει τα της νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία. Επέλεξε, ωστόσο, αυτός να συνεχίσει να διαμένει παράνομα στη χώρα.

 

Λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Διοίκηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Αυτό που επιτάσσει η εφαρμογή της εν λόγω αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105, το έπραξαν οι καθ' ων η αίτηση, όπως προκύπτει από τις ενέργειές τους. Πράγματι, όπως προκύπτει και από την επιστολή της ΥΑΜ Πάφου προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 22.2.2026, δια της οποίας υποβάλλεται η εισήγηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, διενεργήθηκε έρευνα, μεταξύ άλλων και αναφορικά με την οικογενειακή ζωή του αιτητή, ο οποίος, όπως καταγράφεται στην παράγραφο 5 της εν λόγω επιστολής, «δεν διατηρεί οποιονδήποτε οικογενειακό δεσμό στη Δημοκρατία, ούτε είναι προστάτης ανήλικων εξαρτώμενων προσώπων» και, συνακόλουθα, δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ούτε στην ιεραρχική προσφυγή που έθεσε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών η δικηγόρος του αιτητή δια της επιστολής της ημερομηνίας 29.7.2021 (παράρτημα 8 στο δικόγραφο της ένστασης), γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη ανήλικων τέκνων του αιτητή, παρά τους ισχυρισμούς του κ. Πιερίδη ότι η κόρη του αιτητή γεννήθηκε στις 14.7.2020. Επιπρόσθετα, και μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ετοιμάστηκε και υποβλήθηκε στη Διευθύντρια του Τμήματος υπηρεσιακό σημείωμα, ημερομηνίας 30.3.2026 (παράρτημα 12 στην ένσταση), στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά στο μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή στη Δημοκρατία και με το οποίο, για τους λόγους που εκεί αναφέρονται, γίνεται εισήγηση να παραμείνει υπό κράτηση ο αιτητής και να προωθηθεί η απέλασή του. Ούτε όμως στο εν λόγω σημείωμα γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη ανήλικων τέκνων του αιτητή, ούτε και στην επιστολή/αίτημα που είχε αποστείλει η συνήγορος του αιτητή ημερομηνίας 26.2.2026, και στην οποία αναφέρεται το εν λόγω σημείωμα, υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε ανήλικα τέκνα του αιτητή

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα και με τα ενώπιον μου τεθέντα, προέβησαν σε εξέταση της περίπτωσης του αιτητή και έλαβαν υπόψη τους όλα όσα είχαν ενώπιον τους προτού προχωρήσουν στην έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων. Με τις πιο πάνω ενέργειες, εξαντλήθηκε το θέμα εξέτασης της αίτησης του αιτητή και δεν είχαν υποχρέωση οι καθ' ων η αίτηση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και/ή σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

 

Και βεβαίως, δεν μπορεί να αναμένεται από τη Διοίκηση να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση ή/και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, χωρίς προηγουμένως να έχει τεθεί οτιδήποτε σχετικό ενώπιον της από την πλευρά του. Πουθενά στον οικείο διοικητικό φάκελο, ούτε και από οποιοδήποτε παράρτημα στο δικόγραφο της ένστασης προκύπτει, ότι τέθηκε οτιδήποτε σχετικό σε σχέση με την ύπαρξη τέκνων ενώπιον των καθ' ων η αίτηση πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης. Τουναντίον, αυτό που προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα, είναι ότι ο αιτητής ουδέποτε ανέφερε το παραμικρό περί της ύπαρξης οικογένειας και ούτε κατά τη σύλληψή του δήλωσε ότι είναι πατέρας ανήλικων τέκνων, τα οποία βρίσκονται στη Δημοκρατία. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ, ημερομηνίας 22.2.2026, αλλά και από την κατάθεση του Αστυφύλακα Φιλίππου (επίσης παράρτημα 10 στην ένσταση, Ερ. 120), αναφορικά με τη σύλληψη του αιτητή, ο οποίος ουδέν σχετικό ανέφερε κατά το χρόνο σύλληψής του. Η πρώτη φορά που ο αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, ισχυρίζεται τα περί ύπαρξης ανήλικων τέκνων και συντρόφου από το Μπαγκλαντές, είναι δια της αίτησης ακυρώσεως, όπου επισυνάπτει, ως παραρτήματα, πιστοποιητικά γέννησης δυο ανήλικων τέκνων και δυο βεβαιώσεις φοίτησης, καθώς και δια της γραπτής του αγόρευσης, η οποία βεβαίως συνιστά ανεπίτρεπτη μαρτυρία και δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος του διοικητικού φακέλου (Ελπινίκη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 4104, Μαρούλλα Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 565, Χριστίνα Τσιαντή κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (2008) 4 Α.Α.Δ. 824). Κατά πάγια νομολογία, μαρτυρία μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο αν γίνει δεκτό σχετικό αίτημα για προσαγωγή (Γιάννης Κώστα Κασάπης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 31/2017, ημερ. 11.10.2023). Εν προκειμένω βεβαίως, το αίτημα δεν έγινε δεκτό και η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο τούτο με την ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 9.6.2026. Στην εν λόγω απόφαση, λέχθηκαν και τα εξής, ειδικά σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή περί της ύπαρξης ανήλικων τέκνων:

 

«Εν πρώτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του αιτητή που περιέχεται στην παράγραφο 4 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης και σύμφωνα με τον οποίο ο αιτητής, κατά τη σύλληψή του, στις 22.2.2026, ανέφερε στον αστυφύλακα που τον συνέλαβε ότι είναι πατέρας δυο παιδιών, δείχνοντάς του και τα σχετικά πιστοποιητικά γέννησης. Όπως προκύπτει από την επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (ΥΑΜ), ιδίας ημερομηνίας (παράρτημα 10 στο δικόγραφο της ένστασης), ο αιτητής δεν ανέφερε, κατά το χρόνο σύλληψής του, σε οποιοδήποτε μέλος της ΥΑΜ οτιδήποτε περί της ύπαρξης ανήλικων εξαρτώμενων προσώπων. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου της νομιμότητας που υπάρχει υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, το οποίο και δεν έχει ανατραπεί, αλλά και υπό το φως της σχετικής νομολογίας, σύμφωνα με την οποία πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία, αποτελεί ο διοικητικός φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο, ιδιαίτερα όταν εγείρεται θέμα ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα (Ρούσος, ανωτέρω, Ράφτη, ανωτέρω, D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, ανωτέρω), η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, τόσο τα δυο πιστοποιητικά γέννησης όσο και οι δυο βεβαιώσεις φοίτησης που περιέχονται ως «Τεκμήριο Α» στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, βρίσκονται καταχωρημένα στον διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1» κατά την ακρόαση της αίτησης (σελιδ. αρ. 143-140), ενώ επισυνάπτονται και στην αίτηση ακυρώσεως.».

 

Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι τα δυο πιστοποιητικά γέννησης και οι δυο βεβαιώσεις φοίτησης που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση ως αμέσως ανωτέρω, περιέχονται ως παραρτήματα στην αίτηση ακυρώσεως που είναι καταχωρημένη εντός του διοικητικού φακέλου και όχι ως ξεχωριστά και/ή αυτοτελή έγγραφα του φακέλου.

 

Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή στο χώρο του Διοικητικού Δικαίου ότι ο έλεγχος τη νομιμότητας της προσβαλλόμενης δια προσφυγής πράξης διενεργείται στη βάση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προσαγωγή μαρτυρίας που διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης, το οποίο συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασης, πηγή δε πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο (Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ράφτη κ.α. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335).

 

Επαναλαμβάνεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ουδέν είχε τεθεί ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις ή/και την ύπαρξη οικογένειας του αιτητή στη Δημοκρατία και, συνεπώς, τα όσα εκ των υστέρων θέτει ο αιτητής ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα και εγκυρότητα των εν λόγω διαταγμάτων, δεδομένης βεβαίως και της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία. Η περί του αντιθέτου θέση του συνηγόρου του αιτητή, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα συνιστούν προϊόν ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας, καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι περιστάσεις της οικογενειακής ζωής του αιτητή, με αποτέλεσμα αυτή να παραβιάζεται, είναι προδήλως εσφαλμένη. Όπως λέχθηκε στην Limon ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 126/2021, ημερ. 20.4.2022, το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας, κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τρόπο που ισχυρίζεται ο αιτητής, ιδιαίτερα δε στην περίπτωση, ως η παρούσα, που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σε αυτήν παράνομα (Kedoum ν. Δημοκρατίας, (2005) 3 Α.Α.Δ. 505, Hasnas Natalia ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 921/2015,  ημερ. 23.7.2015, M.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 990/2023 (Κ), ημερ. 31.8.2023). Όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά στην Kashif v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 144/2008, ημερ. 11.7.2008, «Η οικογενειακή ζωή δεν αποτελεί από μόνη της στοιχείο για να διαφοροποιηθεί υπέρ του αιτητή μια κατά άλλα έκδηλα παράνομη κατάσταση, ιδιαίτερα στον τομέα της απέλασης όπου το κυρίαρχο δικαίωμα του κράτους είναι προεξάρχον στον καθορισμό της πολιτικής, εφόσον ουδείς δικαιούται να παραμένει στην Κύπρο άνευ αδείας. [.] Η Ολομέλεια συμφώνησε επίσης με την πρωτόδικη κρίση ότι η γέννηση παιδιού στην Κύπρο από μόνη της, δεν παρέχει αυτόματο και αυτοτελές δικαίωμα παραμονής του στην Κύπρο» (βλ. και Alan Augustine v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 80/2011  ημερ. 14.6.2013 και την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Β.Π. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 820/2023, ημερ. 20.7.2023).

 

Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή περί πάσχουσας και/ή ανεπαρκούς αιτιολογίας των επίδικων διαταγμάτων.

 

Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, ενώ δεδομένης της απροθυμίας του να επαναπατριστεί, αλλά και της μη συμμόρφωσής του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, δεν υπήρχαν περιθώρια για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στην επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 22.2.2026, όπου γίνεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων εναντίον του αιτητή, λόγω της μακρόχρονης παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία, της μη συμμόρφωσής του σε προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής, του κινδύνου διαφυγής του, της παρεμπόδισης της διαδικασίας απέλασής του και της μη ύπαρξης δηλωθείσας διεύθυνσης διαμονής, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.

 

Είναι σαφές ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν, επειδή ο αιτητής είχε κηρυχθεί και ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής τους, στις 11.3.2026, απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-

 

«6.-(1) Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-

 

[.]

 

(κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·».

 

Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η ευχέρεια των καθ' ων η αίτηση ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της και δεν εντοπίζεται κατάχρηση εξουσίας, ούτε κενό έρευνας και αιτιολογίας, αλλ' ούτε να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η Διευθύντρια του Τμήματος έκρινε ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις T.B.F. ν.  Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024 (Κ), ημερ. 24.2.2025, G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023 (Κ), ημερ. 9.6.2023 και πιο πρόσφατα στην MR PACRAZ REMZI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1136/2025 (Κ), ημερ. 10.2.2026 και MOHAMMAD QASIM HAYAT ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 23/2026 (Κ), ημερ. 11.2.2026). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-

 

«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-

(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής

 

(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».

 

Είναι σαφές από την πιο πάνω διάταξη, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, αν κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί, του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής, αλλά και ότι ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση αναχώρησης από τη χώρα και δεν διευθέτησε το νόμιμο της παραμονής του στη Δημοκρατία, δεν ήταν συνεργάσιμος, δεν επιθυμούσε τον επαναπατρισμό του, αλλ' ούτε και ανέφερε δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής, οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση κρίνονται σύννομες, η δε έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνεται ορθή και εύλογα επιτρεπτή και δεν συμφωνώ με τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του συνηγόρου του αιτητή.

 

Επιπρόσθετα, η απόφαση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον περιέχονται σε αυτήν τόσο οι νομικοί όσο και οι πραγματικοί λόγοι έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης (βλ. ενδεικτικά επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια, παράρτημα 10 στην ένσταση και υπηρεσιακό σημείωμα προς Διευθύντρια, ημερομηνίας 30.3.2026, παράρτημα 12).

 

Τέλος, ως προς τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της οικογενειακής ζωής του αιτητή κατά παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., επισημαίνεται ότι το ίδιο το ΕΔΑΔ τόνισε ότι η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέλθει και να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα (βλ. X and Y v. Germany [1977] 9 DR 219 και Chahal v. U.K. [1997] 23 E.H.R.R. 413). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Limon, ανωτέρω, τονίστηκε ότι το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας κατ’ επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τρόπο που ισχυρίζεται ο αιτητής, ιδιαίτερα δε στην περίπτωση, που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σε αυτήν παράνομα, ως είναι η περίπτωση του αιτητή, ο οποίος δεν έχει σεβαστεί τους νόμους της Δημοκρατίας, εισήλθε και παρέμεινε στη χώρα παράνομα (Kedoum ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505, Hasnas Natalia ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 921/2015  ημερ. 23.7.2015, ECLI:CY:AD:2015:D538, P.M.D. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 427/2025, ημερ. 25.8.2025). Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι ούτε η συμβία του αιτητή από το Μπαγκλαντές, ούτε και τα δυο παιδιά που απέκτησαν μαζί, είναι αιτητές ή δικαιούχοι διεθνούς προστασίας και ούτε έχουν νόμιμη διαμονή στη Δημοκρατία. Ειδικότερα ως προς τη συμβία του αιτητή, με την οποία ο αιτητής, ως προβάλλει, απέκτησε δυο παιδιά, αυτή, όπως αναφέρεται ρητά στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 κατά τις διευκρινίσεις, διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, εφόσον δεν έχει σχετική άδεια διαμονής (βλ. σελ. 191). Συνεπώς, είναι πρόδηλο στη βάση των πιο πάνω ότι δεν μπορεί επ' ουδενί να στοιχειοθετηθεί ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος του αιτητή στην οικογενειακή ζωή. Εν πάση δε περιπτώσει, εναπόκειτο στον αιτητή να συνεργασθεί με τις αρμόδιες αρχές και να παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική και/ή οικογενειακή του κατάσταση, οι οποίες ενδεχομένως να δικαιολογούσαν την, κατά τους ισχυρισμούς του, λήψη απόφασης διαφορετικής από την εδώ προσβαλλόμενη. Ο αιτητής, όμως, δεν το έπραξε (βλ. και την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην BI ZAH CYRILLE GOURE ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 121/2026(Κ), ημερ. 20.4.2026).

 

Ως εκ των πιο πάνω, δε στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί δικαστική παρέμβαση.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο