MYRNA REYES PATARIAGEANU ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 370/2023, 17/7/2026
print
Τίτλος:
MYRNA REYES PATARIAGEANU ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 370/2023, 17/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 370/2023(iJ))

17 Ιουλίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤA AΡΘΡA 146, 28 ΚΑΙ 15 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

MYRNA REYES PATARIAGEANU

Αιτήτρια,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Ελίνα Ταβλαρίδου, για Κασσάνδρα Κουπαρή, για την αιτήτρια.

Σοφοκλής Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Έναυσμα για την καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής, αποτέλεσε η απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε η αιτήτρια στις 13.3.2019 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, απόφαση ημερομηνίας 13.1.2023.

 

  Η αιτήτρια είναι υπήκοος Φιλιππινών. Αφίχθηκε στη Δημοκρατία το 2006 με άδεια εισόδου για σκοπούς εργασίας, ως οικιακή βοηθός και της παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας με ισχύ μέχρι τις 7.6.2010. Στις 7.6.2010, τέλεσε γάμο με υπήκοο Ρουμανίας και λόγω του ότι δεν είχε διευθετήσει την παραμονή της στη Δημοκρατία και διέμενε σε άγνωστη διεύθυνση, τα στοιχεία της καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Ακολούθως, αφού υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής, στις 9.10.2012, της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, άδεια που ανανεώθηκε μέχρι και τις 23.8.2024.

 

  Στις 13.3.2019, υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Η προσωπική συνέντευξη, έλαβε χώρα στις 23.11.2022. Λειτουργός του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ετοίμασε σχετικό σημείωμα, το οποίο και υπέβαλε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, με απορριπτική εισήγηση. Ο Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε στις 4.11.2023, την απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως κι η εν λόγω απόφαση της γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 13.1.2023, με το εξής περιεχόμενο:-

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 13/09/2019 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή σας. Επιπλέον δεν έχετε απαντήσει στις ερωτήσεις σχετικά με την Κυπριακή ιστορία και πραγματικότητα. Επίσης, δεν γνωρίζετε την ελληνική γλώσσα».

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας προέβαλε ισχυρισμό περί ελλιπούς έρευνας εκ μέρους της διοίκησης, αφού κατά τις θέσεις της, δεν λήφθηκε υπόψη το σταθερό εισόδημα που λαμβάνει, πέραν της αιτήτριας και ο σύζυγός της, το οποίο είναι πάνω από το όριο και πως σε καμία περίπτωση θα καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά του κράτους. Διατείνεται πως το γεγονός ότι δεν έχει ψηλές καταθέσεις στην τράπεζα, δεν σημαίνει και την ανυπαρξία πόρων, ότι η γνώση της Ελληνικής γλώσσας δεν είναι προαπαιτούμενο για την πολιτογράφηση και τέλος, αναφέρει πως από τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, γνώριζε τον Υπουργό Εσωτερικών. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, περιστρέφονται γύρω από το αναιτιολόγητο της εισήγησης και της τελικής απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, ενώ προβάλλονται και ισχυρισμοί περί ύπαρξης κακοπιστίας εκ μέρους της διοίκησης.

 

  Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, με αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ιδιαίτερα πως η επίδικη διαδικασία, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας, τονίζει την ευρεία εξουσία του Υπουργού Εσωτερικών να προβεί σε απόφαση για πολιτογράφηση αλλοδαπού προσώπου, υπενθυμίζοντας πως και μόνον η ύπαρξη των τυπικών προϋποθέσεων που προνοούνται στη σχετική νομοθεσία, δεν συνεπάγεται την αυτόματη χορήγηση της κυπριακής υπηκοότητας. Υπέβαλε πως για την έκδοση της επίδικης διοικητικής απόφασης, προηγήθηκε η δέουσα έρευνα και δόθηκε πλήρης αιτιολογία για την απόρριψη της αιτήσεως.

 

  Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, απορρίφθηκε για τρείς λόγους: λόγω μη ύπαρξης επαρκών πόρων διαβίωσης, μη γνώσης της Κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας, καθώς και λόγω του ότι η αιτήτρια δεν ομιλεί την Ελληνική γλώσσα.

 

  Στην Reyes ν. Δημοκρατίας (2018) 3 Α.Α.Δ. 731, στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, αναφέρεται πως η ύπαρξη και μόνον των τυπικών κριτηρίων του Τρίτου Πίνακα του Ν. 141(Ι)/2002, δεν οδηγεί αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση της αιτήσεως, αλλά κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών, διερευνώνται και άλλοι παράγοντες. Όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του εκάστοτε αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής του επιθυμία να καταστεί Κύπριος πολίτης λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής. Αυτά τα στοιχεία, μαζί με άλλα, δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά συσταθμίζονται, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη και των γενικότερων συμφερόντων του κράτους.

 

  Συνεπώς, δεν ευσταθεί η θέση της αιτήτριας πως η γνώση της Ελληνικής γλώσσας δεν είναι προαπαιτούμενο για την πολιτογράφηση αλλοδαπού προσώπου. Αντιθέτως, τόσο η γνώση της Ελληνικής γλώσσας, όσο και η γνώση της Κυπριακής πραγματικότητας και ιστορίας, αλλά και η ύπαρξη επαρκών οικονομικών πόρων διαβίωσης του προσώπου που αιτείται στην απόκτηση της ιδιότητας πολίτη της Δημοκρατίας, ήτοι και οι τρείς λόγοι απόρριψης, αποτελούν παράγοντες που ελέγχονται και σταθμίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, προτού αποδώσει την ιδιότητα πολίτη του Κράτους σε αλλοδαπό πρόσωπο.

 

  Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για την δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, από αλλοδαπό πρόσωπο, είναι πολύ καλά γνωστές. Αυτές περιλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό με τα όσα ορίζονται και στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου.

 

  Οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του θέματος, επαναλήφθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.3.2024, ομοίως και της προσφάτως εκδοθείσας απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.2.2026. Επαναλήφθηκε η διαχρονική νομολογιακή αρχή πως, η πολιτογράφηση συνιστά μία εξουσία, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Σύμφωνα με τα νομολογιακά κριθέντα, δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού προσώπου, παρά μόνον προσδοκία πως δια της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης, κατά την άσκηση της παρεχόμενης προς τη διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, Ε.Δ.Δ. 205/2019 Nagorny ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.10.2024).

 

  Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, υπεδείχθη, εκ νέου, πως η ύπαρξη των τυπικών προσόντων του άρθρου 111 (Τρίτος Πίνακας) του Νόμου, απλώς δημιουργεί το δικαίωμα για την υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και δεν δημιουργεί υποχρέωση χορήγησης υπηκοότητας, καθότι αυτό θα ήταν ασύμβατο με την έννοια της κυριαρχίας του κράτους.

 

  Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν και στην Ε.Δ.Δ. 130/2020, Arakelian ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.3.2025, εκείνο που θα μπορούσε να εκθεμελιώσει το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης διακριτικής ευχέρειας, είναι το κατά πόσον μπορεί ο εκάστοτε αιτητής να καταδείξει ότι υπήρξε κακοπιστία ή αυθαιρεσία της διοίκησης, σε επίπεδο συνολικής αξιολόγησης των δεδομένων του και όχι μεμονωμένων ενεργειών.

 

  Όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε στη διαδικασία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2, κατά την προσωπική συνέντευξη που έλαβε χώρα στις 23.11.2022, καταγράφηκαν τα δεδομένα της αιτήτριας, τόσο εργασιακά, όσο κοινωνικά και οικονομικά. Αναφέρεται πως η αιτήτρια αφίχθηκε ως εργαζόμενη οικιακή βοηθός κατά το έτος 2006, διαμένει σε ενοικιαζόμενο σπίτι, καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο €450, ότι είναι έγγαμη με ευρωπαίο πολίτη, ο οποίος επίσης εργάζεται και από τις εργασίες τους, λαμβάνουν μηνιαίο εισόδημα ύψους €950 και €850 αντίστοιχα. Προσκομίστηκαν από την αιτήτρια αντίγραφα τραπεζικού λογαριασμού, στα οποία δεικνύεται υπόλοιπο ύψους €270 (σελίδωση 21, Τεκμηρίου 2), ενώ στις ερωτήσεις για την Κυπριακή ιστορία και πραγματικότητα, απαντήθηκε μόνον η ερώτηση για τον Υπουργό Εσωτερικών. Επίσης, όπως προκύπτει από το έντυπο προσωπικής συνέντευξης, η ίδια η αιτήτρια δήλωσε πως επιθυμεί να παραμείνει στη Δημοκρατία και να εργάζεται.

 

  Στην έκθεση που υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών, καταγράφονται τα πιο πάνω δεδομένα της αιτήτριας, τόσο ως προς τους οικογενειακούς της δεσμούς με την Δημοκρατία, όσο και τους εργασιακούς, οικονομικούς και κοινωνικούς της δεσμούς. Η απορριπτική εισήγηση που υπεβλήθη, εστιάζεται στο γεγονός ότι η αιτήτρια δεν ομιλεί την Ελληνική γλώσσα, στο ότι δεν απαντήθηκαν οι ερωτήσεις που της είχαν υποβληθεί ως προς τα κυπριακά δεδομένα και στους ελλιπείς οικονομικούς της πόρους. 

 

  Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, διαπιστώνω πως τα οικονομικά, όσο και τα δημογραφικά, αλλά και τα γενικότερα συμφέροντα του Κράτους, αποτελούν στοιχεία που σταθμίζονται και εκτιμώνται ελευθέρως από τον Υπουργό Εσωτερικών, αφού το ζήτημα εγγραφής αλλοδαπού προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το παρόν Δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση αυτής της ευρείας εξουσίας. Όπως λέχθηκε στην Reyes (ανωτέρω), η διακριτική ευχέρεια του Κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος.

 

   Από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της λειτουργού, κατά την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας, η υποβολή απορριπτικής εισήγησης σε σχέση με τους τρείς λόγους απόρριψης, κρίνεται ως εύλογη και συνάδουσα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί κατά την προσωπική συνέντευξη. Υπήρξε πλήρης καταγραφή όλων των δεδομένων της αιτήτριας και τηρήθηκαν άρτια πρακτικά από πλευράς διοίκησης.

 

  Δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που δεν καταγράφηκε, ή που δεν έχει ληφθεί υπόψη.  Όπως άλλωστε είναι νομολογημένο, η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη διοίκηση, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο επεμβαίνει μόνο εάν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του φακέλου, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, που δεν είναι η περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε.

 

    Δεν έχει καταδειχθεί από την αιτήτρια οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να καταδειχθεί ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους της Διοίκησης. Αντιθέτως, κρίνεται πως η εξέταση της επίδικης αίτησης, έγινε χωρίς οποιαδήποτε αυθαιρεσία.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

                                                             Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο