D. P. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 523/2026, 1/7/2026
print
Τίτλος:
D. P. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 523/2026, 1/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 523/2026(Κ) (iJ))

1 Ιουλίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

D. P.,

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Παναγιώτης Πιερίδης, για τον αιτητή.

Φοίβος Χριστοφίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Δικαστήριο: Λόγω αναφοράς σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του αιτητή, κρίνεται αναγκαία η ανωνυμοποίηση της απόφασης, για σκοπούς διασφάλισης των προσωπικών του δεδομένων.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής είναι υπήκοος Λετονίας. Όπως αναφέρεται στα γεγονότα της αίτησης ακυρώσεως, αφίχθηκε στη Δημοκρατία περί τον Ιανουάριο του 2016, με τους γονείς και τα αδέλφια του και συνέχισε την φοίτησή του σε σχολείο στη Δημοκρατία.

 

  Εναντίον του, ασκήθηκε ποινική δίωξη και στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 5410/2025, το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, με την απόφαση ημερομηνίας 4.3.2026, επέβαλε στον αιτητή, κατόπιν παραδοχής του, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών, για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης εις βάρος μέλους οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και συγκεκριμένα, κατά της μητέρας του, για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία και για έκθεση ή υποβολή ζώου σε πόνο, ταλαιπωρία και φόβο, χωρίς εύλογη αιτία.

  Τα περιστατικά που οδήγησαν στην καταδίκη του αιτητή, περιγράφονται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, αναφορά στα οποία κρίνεται απαραίτητη και για σκοπούς εξέτασης των επίδικων ζητημάτων. Όπως αναφέρεται:-

 «1.Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, κατάγεται από τη Λετονία, είναι ηλικίας 24 ετών και κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε μαζί με την παραπονούμενη μητέρα του, V. J. («η παραπονούμενη») σε οικία στην Λεμεσό.

1. Στις 13/2/2025 και περί ώρα 18:00 μ.μ., ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην προαναφερόμενη οικία, όπου συνάντησε την παραπονούμενη και της ζήτησε, αρχικά, να του ετοιμάσει φαγητό. Έπειτα, αφού εισήλθαν μαζί στην κουζίνα της οικίας, αυτός άρχισε να της φωνάζει και να την κατηγορεί ότι «αυτή έχει τα πάντα» και ότι «αυτή φταίει» που ο ίδιος «δεν έχει τίποτα». Όντας σε έξαλλη και εξαγριωμένη κατάσταση, ο κατηγορούμενος άρπαξε στη συνέχεια με τα χέρια του από το λαιμό το ένα από τα 2 σκυλιά της οικίας και προσπάθησε επίμονα στην παρουσία της παραπονουμένης να το πνίξει.

2. Αφού η παραπονούμενη κατάφερε μετά βίας να απευλευθερώσει το σκύλο από τα χέρια του κατηγορουμένου, εξήλθε στον εξωτερικό χώρο της οικίας και επικοινώνησε με γειτονικά της πρόσωπα ζητώντας βοήθεια. Ο κατηγορούμενος, εκείνη τη στιγμή άρχισε να προκαλεί ζημιές σε οικιακό εξοπλισμό εντός της οικίας, σπάζοντας διάφορα αντικείμενα, συνολικής αξίας περίπου €1000.

3. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος εξήλθε της οικίας και ακολούθησε την παραπονούμενη έχοντας στην κατοχή του ένα μαχαίρι με το οποίο άρχισε να απειλεί την παραπονούμενη αλλά και γειτονικό πρόσωπο που είχε ανταποκριθεί στο κάλεσμα της τελευταίας για βοήθεια και βρισκόταν στο μέρος, ο οποίος αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το σημείο έντρομος, επιστρέφοντας στην οικία του.

4. Ο κατηγορούμενος, έσπρωξε την παραπονούμενη με δύναμη ρίχνοντάς την μέσα στην πισίνα της οικίας. Αμέσως μετά, ανασήκωσε με τα χέρια του ψηλά στον αέρα ένα μεταλλικό παγκάκι που βρισκόταν στην αυλή της οικίας και το πέταξε με δύναμη πάνω στην παραπονούμενη, η οποία κατάφερε να γλιτώσει από σοβαρό τραυματισμό της με τη χρήση του ενός χεριού της και βυθίζοντας ταυτόχρονα (κατά τον χρόνο της ρίψης) το κεφάλι της μέσα στο νερό. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος πήδηξε μέσα στην πισίνα με τα πόδια χτυπώντας την παραπονούμενη πάνω στον αυχένα. Κατά την βουτιά του αυτή, ο κατηγορούμενος απώλεσε την κατοχή του μαχαιριού που κρατούσε προηγουμένως το οποίο έπεσε στον πάτο της πισίνας. Χωρίς χρονοτριβή, ο κατηγορούμενος άρπαξε με τα χέρια του το κεφάλι της παραπονούμενης και άρχισε να το σφίγγει και να το βυθίζει, επανειλημμένα μέσα στο νερό της πισίνας, θέτοντας σε προφανή κίνδυνο τη ζωή της.

5. Η παραπονούμενη, φοβούμενη για τη ζωή της, ζητούσε επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο να σταματήσει προσπαθώντας, παράλληλα, να απελευθερώσει το κεφάλι της από τα χέρια του. Τα κατάφερε, εν τέλει, όταν ανάφερε στον κατηγορούμενο πως θα του έδινε «όσα χρήματα» είχε στο σπίτι. Αφού κατάφερε να εξέλθει από την πισίνα η παραπονούμενη άρχισε αμέσως να καλεί για βοήθεια. Ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε εκεί, αλλά την ακολούθησε εκτός της πισίνας και αυτή για να τον αποφύγει του ανάφερε ότι θα μετέβαινε στο σπίτι γειτονικού προσώπου για να πάρει χρήματα. Στη συνέχεια, αμφότεροι εισήλθαν μαζί εντός της οικίας και στη συνέχεια η παραπονούμενη εξήλθε από αυτήν, αφήνοντας μόνο του τον κατηγορούμενο.

6. Περί ώρα 18:40 μ.μ., μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στο μέρος της οικίας αφού είχαν προηγουμένως ειδοποιηθεί για το επίδικο συμβάν. Εκεί εντόπισαν τους γονείς του κατηγορουμένου αλλά και γειτονικά τους πρόσωπα, που βρίσκονταν στο σημείο. Όταν εντόπισαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν προηγουμένως απομονωμένος σε άλλο χώρο της οικίας, αυτός ήταν σε νηφάλια κατάσταση και ερωτώμενος σε σχέση με το επίδικο συμβάν ανέφερε «is not me is the devil who try to kill my mother».

7. Κατόπιν επιθυμίας της παραπονούμενης όπως ο κατηγορούμενος υποβληθεί άμεσα σε διαδικασία υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης, ένεκα του βεβαρημένου ιστορικού προβλημάτων ψυχικής υγείας που αυτός αντιμετωπίζει, τα μέλη της Αστυνομίας μετέφεραν στη συνέχεια τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Αφού εξασφαλίστηκε εντός της ίδιας ημέρας εις βάρος του κατηγορουμένου διάταγμα υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης/νοσηλείας αυτός μεταφέρθηκε ακολούθως στην Ψυχιατρική Κλινική Αθαλάσσας όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι και την ημερομηνία 8/4/25. Έπειτα, από τις 8/4/2025 - 30/4/25 ο κατηγορούμενος νοσηλεύτηκε οικειοθελώς στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού.

8. Στις 30/4/2025 ο κατηγορούμενος συνελήφθη στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Λήφθηκε απ' αυτόν ανακριτική κατάθεση την 1/5/2025 στο πλαίσιο της οποίας προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς σε σχέση με το επίδικο συμβάν, επικαλούμενος μεταξύ άλλων, τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και τον μεγάλο θυμό που αισθανόταν κατά τον χρόνο του συμβάντος.

9. Ο κατηγορούμενος, δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Τελεί σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης από τις 2/5/2025, ημερομηνία παραπομπής της υπόθεσης».

Ως αναφέρθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου και τελεί σε προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης από τις 2.5.2025.

Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο, έχει ετοιμαστεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών […]. Ως αναφέρεται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 22.7.2025, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 24 ετών και κατάγεται από την Λετονία, αλλά ζει στην Κύπρο από την ηλικία των 15 ετών […] Ο Κατηγορούμενος έχει διαγνωστεί με σχιζοφρένεια και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρείο κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος κατά την περίοδο 27.5.2025 μέχρι 13.6.2025 και την περίοδο 25.6.2025 μέχρι 14.7.2025 […].

Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, […] ο συνήγορος επεσήμανε πως το περιστατικό ήταν μεμονωμένο και ατυχές, απόρροια της κατάστασης της ψυχικής του υγείας και πρόσθεσε πως στο παρόν στάδιο ο Κατηγορούμενος είναι σε σταθερή κατάσταση και ανταποκρίνεται στην θεραπεία η οποία του παρέχεται […].

Τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα και των τριών αδικημάτων αντανακλάται, καταρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή […].

Για προσδιορισμό της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω και την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία αυτά διαπράττονται. Στην προκειμένη περίπτωση οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην οικία του σε έξαλλη και εξαγριωμένη κατάσταση και στη συνέχεια άρπαξε το ένα από τα δυο σκυλιά της οικίας και προσπάθησε επίμονα να το πνίξει στην παρουσία της παραπονούμενης. Ακολούθως, όταν η παραπονούμενη, μητέρα του, κατάφερε μετά βίας να απελευθερώσει τον σκύλο από τα χέρια του, αυτή εξήλθε στον εξωτερικό χώρο της οικίας ζητώντας βοήθεια. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος έσπασε οικιακό εξοπλισμό αξία περίπου €1000. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος εξήλθε της οικίας και ακολούθησε την παραπονούμενη έχοντας στην κατοχή του μαχαίρι, στοιχείο που από μόνο του καθιστά το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό, και άρχισε να την απειλεί. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν τόσης έντασης που γειτονικό πρόσωπο που είχε κληθεί για βοήθεια αποχώρησε έντρομο, επιστρέφοντας στην οικία του. Οι ενέργειες του Κατηγορούμενου δεν σταμάτησαν, όμως, εκεί. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος έσπρωξε την παραπονούμενη με δύναμη, ρίχνοντας της στην πισίνα της οικίας. Αμέσως, έπιασε με τα χέρια του ψηλά στον αέρα ένα μεταλλικό παγκάκι που βρισκόταν στην αυλή της οικίας και το πέταξε με δύναμη πάνω στην παραπονούμενη, η οποία ήταν ευτύχημα που κατάφερε να γλυτώσει από σοβαρό τραυματισμό. Και πάλι, όμως, ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε αφού στη συνέχεια πήδηξε στην πισίνα με τα πόδια χτυπώντας την παραπονούμενη στον αυχένα, ενώ ήταν και πάλι ευτύχημα πως απώλεσε την κατοχή του μαχαιριού του, το οποίο έπεσε στον πάτο της πισίνας. Στη συνέχεια, άρπαξε με τα χέρια το κεφάλι της παραπονούμενης και άρχισε να το σφίγγει και να το βυθίζει στο νερό επανειλημμένα, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή της. Τα χειρότερα αποτράπηκαν όταν η παραπονούμενη κατάφερε να απελευθερώσει το κεφάλι της, αφού του ανέφερε πως θα του έδινε όσα χρήματα είχε στο σπίτι. Όταν δε άρχισε να καλεί σε βοήθεια, ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε εκτός της πισίνας και αφού η ίδια απομακρύνθηκε, ειδοποιήθηκε η Αστυνομία.

Όλα τα πιο πάνω καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής αν και ουδόλως παραγνωρίζουμε πως επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, που είχε, ωστόσο, διάρκεια και ένταση, όπως και το ότι το περιστατικό ήταν απόρροια των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος. Δεν μας διαφεύγει δε πως την ίδια ημέρα ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε διαδικασία υποχρεωτικής εξέτασης και ακολούθως εκδόθηκε διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας του […]»[1].

 

  Όπως αναφέρθηκε, η διάπραξη των αδικημάτων έλαβε χώρα στις 13.2.2025 και ο αιτητής, βάσει διατάγματος υποχρεωτικής νοσηλείας, λόγω βεβαρημένου ιστορικού προβλημάτων ψυχικής υγείας, μεταφέρθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική Αθαλάσσας, όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι τις 8.4.2025 και στη συνέχεια, από τις 8.4.2025 μέχρι τις 30.4.2025, νοσηλεύτηκε οικειοθελώς στη Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού.  Από τις 2.5.2025 τελούσε σε προφυλάκιση και εξέτισε την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε, μέχρι και την 3.5.2026.

 

  Εναντίον του εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 6.4.2026, τα οποία στηρίζονται επί των άρθρων 29(1) και 35 του περί Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισμένων Υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου, Ν. 7(Ι)/2007, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού κρίθηκε πως ο αιτητής αποτελεί πραγματική ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, δυνάμει του άρθρου 29(3)(α) του Ν. 7(Ι)/2007.

 

  Στην επίδικη διοικητική απόφαση που του γνωστοποιήθηκε στις 6.4.2026, επισυνάφθηκε το ακόλουθο έγγραφο:-

«ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΠΕΛΑΣΗΣ

Οι αρμόδιες αρχές, αφού έλαβαν υπόψη όλα τα δεδομένα της περίπτωσής σας, έκριναν ότι η προσωπική σας συμπεριφορά αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.

Συγκεκριμένα:

(α) Επειδή έχετε καταδικαστεί για τα ποινικά αδικήματα της απόπειρας φόνου και της κοινής επίθεσης εις βάρος μέλους της οικογένειάς σας.

The competent authorities, having considered all the facts of your case, decided that your personal conduct constitutes a real, present and sufficiently serious threat to the public order». 

 

  Μέσα στη γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή, υποστηρίζει πως η διαμονή του στη Δημοκρατία για 10 συνεχόμενα έτη, ενεργοποιεί την προστασία που του παρέχει το άρθρο 30(3)(α) του Ν. 7(Ι)/2007 και πως δεν μπορούσε να απελαθεί, παρά μόνον για επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας, ενώ τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, δεν εμπίπτουν στα του άρθρου 83(1) της ΣΛΕΕ αναφερόμενα, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 29 και 35 του Ν. 7(Ι)/2007. Υποβάλλεται πως δεν διερευνήθηκαν οι προσωπικές του περιστάσεις, η οικογενειακή του κατάσταση, οι δεσμοί του με το κράτος, κατά τρόπο που παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και καθίσταται ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος, ενώ πρόσθετα, υποστηρίχθηκε πως δεν εξετάστηκε από τη διοίκηση ούτε το κατά πόσον ο αιτητής εξακολουθεί να αποτελεί υπαρκτή και πραγματική απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, αφού το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν μεμονωμένο και δεν λήφθηκε, περί τούτου, οποιαδήποτε ιατρική γνωμάτευση. Τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί 14 μήνες πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και δεν εξετάστηκε η κατάσταση του αιτητή κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ούτε και δόθηκε προθεσμία για να αναχωρήσει οικειοθελώς. Πρόσθετα, αποτέλεσε θέση του πως δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, αφού μπορούσαν να εφαρμοστούν εναλλακτικά μέτρα. Τέλος, διατείνεται ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 35 και 35ΚΕ του σχετικού Νόμου.

  Η προσέγγιση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, υπήρξε υποστηρικτική της νομιμότητας των επίδικων διοικητικών αποφάσεων. Κατά τις θέσεις του, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 30(3) του σχετικού Νόμου, καθώς η περίοδος κατά την οποία ο αιτητής εκτίει ποινή φυλάκισης, δεν υπολογίζεται ως χρόνος διαμονής στη Δημοκρατία, με παραπομπή στην C-378/2012 Nnamdi Onuekwere ν. Secretary of State for the Home Department, ημερομηνίας 16.1.2014, όπως και στην C-400/12 Secretary for the Home Department ν. M.G., ημερομηνίας 16.1.2014, όπου κρίθηκε πως η περίοδος φυλάκισης Ευρωπαίου πολίτη, δεν υπολογίζεται για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 28(3) της προαναφερόμενης Οδηγίας. Συνεπώς, κατά τις εισηγήσεις, ακόμα και εάν ο αιτητής διέμενε στη Δημοκρατία από τις 3.1.2016, λόγω της 15μηνης ποινής φυλάκισης, δεν έχει συμπληρώσει τα 10 έτη και συνεπώς, δεν εφαρμόζονται τα του άρθρου 30(3)(α) του Νόμου. Ομοίως, δεν εφαρμόζονται ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 35ΚΕ, καθότι οι εν λόγω διατάξεις αφορούν τους δικαιούχους της Συμφωνίας Αποχώρησης και των Μελών των Οικογενειών τους, υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου. Με παραπομπή στην έκθεση της ΥΑΜ, υποβάλλεται η θέση πως έχουν διερευνηθεί όλες οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, ενώ με αναφορά και στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, υπεδείχθη πως ο αιτητής συνιστά σοβαρή απειλή για τα θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας.

 

  Βάσει των ανωτέρω αναφερόμενων γεγονότων, προκύπτει ως ουσιώδες ζήτημα το κατά πόσον έχουν τηρηθεί όλες οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις που αναφέρονται στον Ν. 7(Ι)/2007, ο οποίος εναρμονίστηκε με την Οδηγία 2004/38/ΕΚ, για την απέλαση από τη Δημοκρατία του αιτητή, ευρωπαίου πολίτη, ο οποίος καταδικάστηκε σε ποινικό αδίκημα, εξέτισε ποινή φυλάκισης και κρίθηκε από την Δημοκρατία πως η προσωπική του συμπεριφορά, αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

 

  Στα πλαίσια της Αίτησης 3/2024 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Α.Π., ημερομηνίας 15.1.2025, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ενδιέτριψε επί του ζητήματος, κάνοντας ανασκόπηση, τόσο στην ημεδαπή νομολογία, όσο και σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ, αλλά και στις εφαρμοζόμενες νομοθετικές διατάξεις. Με αναφορά στην Bekefi ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 258, τόνισε πως το δικαίωμα διαμονής ευρωπαίου πολίτη στο κράτος μέλος υποδοχής, δεν είναι απόλυτο, πως υπόκειται σε περιορισμούς και προϋποθέσεις, αφού επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα για απομάκρυνσή τους, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας (και C-331/16 και C-366/16, K. and H.F., ημερομηνίας 2.5.2018). Παράλληλα, επαναλήφθηκε πως, κάθε μέτρο που λαμβάνεται γι΄αυτό το σκοπό, πρέπει να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου, η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, κατά τα αναφερόμενα στις διατάξεις του άρθρου 23(1)(α) του Νόμου. Παράλληλα, αναφορά έγινε και στις διατάξεις του άρθρου 30 του Νόμου, τονίζοντας πως όσο μεγαλύτερη είναι η διαμονή των πολιτών της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής, τόσο μεγαλύτερη προστασία του παρέχεται από το ενδεχόμενο απέλασης.

  Στην προαναφερθείσα Αίτηση (ανωτέρω), υπό το φως των προνοιών του άρθρου 29(3)(β) του Νόμου, κρίθηκε πως η καταδίκη σε ποινικό αδίκημα, δεν συνιστά αφ’ εαυτής λόγο για απέλαση ατόμου και δη ευρωπαίου πολίτη, αλλά μπορεί να δικαιολογήσει την λήψη τέτοιου μέτρου, εφόσον υπό τις περιστάσεις που οδήγησαν σε αυτή:-

«προκύπτει τέτοια συμπεριφορά η οποία να συνιστά πραγματική, εν δυνάμει ενεστώσα, και αρκούντως σοβαρή απειλή σε βάρος θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να συνεκτιμά σωρευτικά, όλα τα σχετικά δεδομένα, για να καταλήξει στο ζητούμενο και δη μεταξύ άλλων, τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και τις συνθήκες τέλεσής του».

 

   Επανερχόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, ο αιτητής καταδικάστηκε, κατόπιν παραδοχής του, από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, σε 15μηνη ποινή φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα της κοινής επίθεσης σε μέλος της οικογένειάς του και συγκεκριμένα της μητέρας του, για το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας σε περιουσία και για το αδίκημα της έκθεσης ή υποβολής ζώου σε πόνο, ταλαιπωρία και φόβο, χωρίς εύλογη αιτία, τα οποία έλαβαν χώρα στις 13.2.2025.

  Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, η μητέρα του αιτητή ζήτησε όπως ο αιτητής υποβληθεί άμεσα σε διαδικασία υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης, λόγω βεβαρημένου ιστορικού προβλημάτων ψυχικής υγείας που αυτός αντιμετωπίζει. Αφού εξασφαλίστηκε διάταγμα υποχρεωτικής εξέτασης και νοσηλείας, μεταφέρθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική Αθαλάσσας, όπου και νοσηλεύθηκε μέχρι τις 8.4.2025. Ακολούθησε οικειοθελής νοσηλεία του στη Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού από τις 8.4.2025 – 30.4.2025 και στις 30.4.2025, ο αιτητής συνελήφθη βάσει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Από τις 2.5.2025 – 3.5.2026, εξέτισε ποινή φυλάκισης.

 

  Ανατρέχοντας στα αναφερόμενα στην έκθεση της ΥΑΜ η οποία τέθηκε υπόψη της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, έκθεση ημερομηνίας 6.4.2026, γίνεται αναφορά στην καταδίκη του αιτητή σε σχέση με τις τρείς προαναφερόμενες κατηγορίες και στην ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε, όπως επίσης και στη νοσηλεία που ακολούθησε στη Ψυχιατρική Κλινική Αθαλάσσας και την Ανοικτή Ψυχιατρική Πτέρυγα του Νοσοκομείου Λεμεσού. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε τηλεφωνική επικοινωνία που υπήρξε με την μητέρα του αιτητή, πως αναμένεται η αποφυλάκισή του, προκειμένου να αναχωρήσουν οικογενειακώς στη Λετονία για σκοπούς της νοσηλείας του σε κλινική.

 

  Στο προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης, επισυνάπτεται η αιτιολογία της απόφασης για απέλαση του αιτητή, με αναφορά στην ποινική του καταδίκη σε απόπειρα φόνου και κοινής επίθεσης εις βάρος της οικογένειάς του. Παρότι η αναφορά που γίνεται στο ποινικό αδίκημα της απόπειρας φόνου, συνιστά πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα, εντούτοις, αυτή δεν κρίνεται ως ουσιώδης. Τούτο, διότι από το σύνολο του διοικητικού φακέλου, όπως και από την απόφαση του Κακουργιοδικείου, προκύπτουν ξεκάθαρα τα αδικήματα για τα οποία ο αιτητής, εν τέλει, καταδικάστηκε.

 

  Λαμβανομένων υπόψη όλων των γεγονότων τα οποία ήταν ενώπιον της διοίκησης κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διοικητικών αποφάσεων, διαπιστώνω πως υπήρξε εύλογη η κατάληξη πως η προσωπική συμπεριφορά του αιτητή συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή και κίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια της Δημοκρατίας. Εξάλλου, όπως ορθά υπέδειξε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, στην απόφαση του Κακουργιοδικείου που ήταν ενώπιον της διοίκησης, καταγράφεται πως ο αιτητής διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και πως τα αδικήματα, την διάπραξη των οποίων ο ίδιος παραδέχθηκε, είναι σοβαρά, λαμβανομένων υπόψη και των περιστάσεων κάτω από τα οποίες αυτά διαπράχθηκαν.

 

  Αυτές οι περιστάσεις, εκδηλώνουν και το ενεστώς, το πραγματικό και επαρκώς σοβαρό της απειλής κατά θεμελιώδους συμφέροντος του κράτους.

 

  Κρίνεται πως οι καθ’ ων η αίτηση έχουν προβεί σε σωρευτική συνεκτίμηση όλων των σχετικών δεδομένων και περιστάσεων, λαμβανομένης υπόψη της φύσης, της σοβαρότητας και των συνθηκών τέλεσης των αδικημάτων, τα οποία καταγράφονται και για σκοπούς αιτιολόγησης λήψης της απόφασης απέλασης του αιτητή από τη Δημοκρατία.

  Ο αιτητής επικαλέστηκε την αυξημένη προστασία από το ενδεχόμενο απέλασης που παρέχει το άρθρο 30(3)(α) του σχετικού Νόμου, υποβάλλοντας πως διαμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας για χρονικό διάστημα πέραν των 10 ετών.

 

  Στην C-378/2012 Onuekwere (ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, η οποία αφορούσε απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα για το κατά πόσον  το χρονικό διάστημα της φυλάκισης μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής, για σκοπούς απόκτησης δικαιώματος μόνιμης διαμονής, βάσει του άρθρου 16 της Οδηγίας 2004/38ΕΚ, που να του επιτρέπει να αθροίσει τα χρονικά διαστήματα διαμονής του πριν και μετά τη φυλάκισή του, προκειμένου να υπολογιστεί η απαιτούμενη περίοδος των πέντε ετών, το ΔΕΕ έκρινε πως τα εν λόγω χρονικά διαστήματα που ο εν λόγω πολίτης τελούσε σε φυλάκιση, δεν μπορούσαν να συνυπολογιστούν γι΄ αυτό το σκοπό και πως η περίοδος φυλάκισης, διακόπτει το αδιάλειπτο της διαμονής του.

 

  Παραθέτω τις ακόλουθες σκέψεις από την προαναφερόμενη απόφαση:-

«26

Η επιβολή εκ μέρους του εθνικού δικαστή στερητικής της ελευθερίας ποινής χωρίς αναστολή μπορεί να αποδείξει την εκ μέρους του ενδιαφερομένου έλλειψη σεβασμού προς τις αξίες που εκφράζει η κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής με το ποινικό δίκαιο του κράτους αυτού, με αποτέλεσμα ο συνυπολογισμός των περιόδων φυλακίσεως για την κτήση, εκ μέρους μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, δικαιώματος μόνιμης διαμονής κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 να αντιβαίνει προδήλως στον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή με τη θέσπιση του ως άνω δικαιώματος.

 

27

Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι οι περίοδοι φυλακίσεως που εκτίει στο κράτος μέλος υποδοχής υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος αυτό κατά τη διάρκεια των ως άνω περιόδων, δεν μπορούν να συνυπολογιστούν για την απόκτηση εκ μέρους του υπηκόου αυτού δικαιώματος μόνιμης διαμονής κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

[...]

Επί του δεύτερου ερωτήματος

28

Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 16, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι διακόπτουν το αδιάλειπτο της διαμονής περίοδοι φυλακίσεως που εκτίει στο κράτος μέλος υποδοχής υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος αυτό κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών.

 

29

Διαπιστώνεται συναφώς ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 η απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής από τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους εξαρτάται, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, από το αν τα εν λόγω μέλη έχουν διαμείνει νομίμως με τον εν λόγω πολίτη για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών.

 

30

Η προϋπόθεση αυτή του αδιαλείπτου της νόμιμης διαμονής διασφαλίζει ότι συντρέχει η αναγκαία ένταξη, στην οποία στηρίζεται η κτήση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 24 και 25 της παρούσας αποφάσεως, και συνάδει προς το συνολικό πλαίσιο της οδηγίας 2004/38, η οποία προβλέπει σύστημα με πλείονες βαθμίδες όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, το οποίο, επαναλαμβάνοντας, κατ’ ουσίαν, τα στάδια και τις προϋποθέσεις που προέβλεπαν οι διάφορες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης και η νομολογία που προηγήθηκαν της οδηγίας αυτής, καταλήγει στο δικαίωμα μόνιμης διαμονής (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C-424/10 και C-425/10, Ziolkowski και Szeja, Συλλογή 2011, σ. I-14051, σκέψη 38, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Alarape και Tijani, σκέψη 46).

 

31

Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, η επιβολή εκ μέρους του εθνικού δικαστή στερητικής της ελευθερίας ποινής χωρίς αναστολή μπορεί να αποδείξει την εκ μέρους του ενδιαφερομένου έλλειψη σεβασμού προς τις αξίες που εκφράζει η κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής με το ποινικό δίκαιο του κράτους αυτού, με αποτέλεσμα ο συνυπολογισμός των περιόδων φυλακίσεως για την κτήση, εκ μέρους μελών οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, δικαιώματος μόνιμης διαμονής κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 να αντιβαίνει προδήλως στον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή με τη θέσπιση του ως άνω δικαιώματος.

 

32

Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 16, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι διακόπτουν το αδιάλειπτο της διαμονής περίοδοι φυλακίσεως που εκτίει στο κράτος μέλος υποδοχής υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος αυτό κατά τη διάρκεια των ως άνω περιόδων.»

 

  Στην C-400/12 M.G. (ανωτέρω), στην οποία επίσης με έχει παραπέμψει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, τέθηκε το ζήτημα απέλασης πολίτη από το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, επί του οποίου το εν λόγω πρόσωπο είχε αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής, στο οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Το ΔΕΕ, έκρινε πως η περίοδος διαμονής του εν λόγω προσώπου, πρέπει να είναι κατ’ αρχήν συνεχής, πως οι περίοδοι φυλάκισης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της δεκαετούς περιόδου διαμονής και πως οι περίοδοι φυλάκισης, διακόπτουν, κατ’ αρχήν, το αδιάλειπτο της διαμονής που είναι αναγκαία για να ισχύσει ο υψηλός βαθμός προστασίας. Παραθέτω το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα:-

«28 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι η δεκαετής περίοδος διαμονής την οποία ορίζει η διάταξη αυτή πρέπει, κατ’ αρχήν, να είναι συνεχής και να υπολογίζεται ανατρέχοντας από τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως απελάσεως του ενδιαφερόμενου στο παρελθόν.

[…]

32 Καθόσον τόσο το δικαίωμα μόνιμης διαμονής όσο και το καθεστώς προστασίας από τα μέτρα απελάσεως που προβλέπει η οδηγία 2004/38 στηρίζονται κατ’ ουσίαν στον βαθμό εντάξεως των ενδιαφερομένων, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν τον μη συνυπολογισμό των περιόδων φυλακίσεως για την κτήση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής ή το ότι οι περίοδοι αυτές διακόπτουν το αδιάλειπτο της διαμονής που απαιτείται για την κτήση του δικαιώματος αυτού ισχύουν επίσης και στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας. ECLI:EU:C:2014:9 9 ΑΠΟΦΑΣΗ της 16.1.2014 — ΥΠΟΘΕΣΗ C-400/12 G.

33 Κατά συνέπεια, οι περίοδοι φυλακίσεως δεν μπορούν να συνυπολογιστούν για να ισχύσει ο υψηλός βαθμός προστασίας που προβλέπει το άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 και διακόπτουν, κατ’ αρχήν, το αδιάλειπτο της διαμονής κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

[…]

36 Ως προς το σημείο αυτό, οι περίοδοι φυλακίσεως, εφόσον διακόπτουν, κατ’ αρχήν, το αδιάλειπτο της διαμονής κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, μπορούν, από κοινού με άλλα στοιχεία που αντιπροσωπεύουν το σύνολο των κρίσιμων πτυχών κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, να ληφθούν υπόψη από τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του άρθρου 28, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 κατά τη συνολική εκτίμηση που απαιτείται για να εξακριβωθεί αν έχουν διαρραγεί οι δεσμοί εντάξεως που είχαν δημιουργηθεί προηγουμένως με το κράτος μέλος υποδοχής, προκειμένου να κριθεί εάν θα ισχύσει ο υψηλός βαθμός προστασίας που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Τσακουρίδης, σκέψη 34).

[…]

38 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο και το τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι περίοδος φυλακίσεως του ενδιαφερομένου μπορεί, κατ’ αρχήν, να διακόπτει το αδιάλειπτο της διαμονής κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και να επηρεάζει τη χορήγηση του υψηλού βαθμού προστασίας που αυτή προβλέπει, ακόμη και στην περίπτωση που το πρόσωπο αυτό έχει διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τα δέκα έτη πριν από τη φυλάκισή του. Η περίσταση αυτή μπορεί όμως να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως που απαιτείται για να εξακριβωθεί αν έχουν διαρραγεί οι δεσμοί εντάξεως που είχαν δημιουργηθεί προηγουμένως με το κράτος μέλος υποδοχής.»

 

  Στην προκείμενη περίπτωση, υπενθυμίζεται πως ο αιτητής αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 3.1.2016, καίτοι τα στοιχεία που κατέχει η διοίκηση, όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση της Δημοκρατίας, τον φέρουν να έχει αφιχθεί τον Νοέμβριο του 2016. Το χρονικό διάστημα, όμως, από 2.5.2025 που ο αιτητής τελούσε σε προφυλάκιση, μέχρι και τις 3.5.2026 που εξέτιε ποινή φυλάκισης, ήτοι 12 μήνες, δεν μπορούν να προσμετρήσουν και να συνυπολογιστούν στην περίοδο διαμονής του στη Δημοκρατία. Επομένως, ο αιτητής μέχρι την 1.5.2025, είχε συμπληρώσει περίοδο διαμονής στη Δημοκρατία 9 χρόνων και 4 μηνών και συνεπώς, δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν, στην περίπτωσή του, οι διατάξεις του άρθρου 30(3)(α) του Ν. 7(Ι)/2007. Συνεπώς, ο  σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

  Διατείνεται ο αιτητής πως τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, δεν εμπίπτουν στα του άρθρου 83(1) της ΣΛΕΕ αναφερόμενα, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 29 και 35 του Ν. 7(Ι)/2007.

 

  Τα όσα όμως αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 83(1) της ΣΛΕΕ, δεν συνιστούν περιοριστικώς αναφερόμενα αδικήματα, ούτε τα μοναδικά αδικήματα τα οποία μπορεί ένα κράτος μέλος να λάβει υπόψη και να θεωρήσει ως άμεση απειλή και/ή ως επιτακτικούς λόγους δημόσιας τάξης ή ασφάλειας. Αυτά, εντάσσονται στην ιδιαίτερα σοβαρή εγκληματικότητα, με διασυνοριακή διάσταση, χωρίς όμως να αποτελούν τα μοναδικά ποινικά αδικήματα για τα οποία μπορεί το κράτος μέλος υποδοχής να λάβει μέτρα απομάκρυνσης πολίτη της Ένωσης από το έδαφός του.

  Δεν συμφωνώ ούτε με τις εισηγήσεις πως δεν έχουν διερευνηθεί οι προσωπικές συνθήκες του αιτητή, η οικογενειακή του κατάσταση και οι δεσμοί του με το κράτος, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Όπως αναφέρεται στην έκθεση της ΥΑΜ, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τον αιτητή, η ίδια η μητέρα του αιτητή, εκδήλωσε επιθυμία να αναχωρήσουν οικογενειακώς για την Λετονία, προκειμένου να νοσηλευτεί ο αιτητής σε κλινική.

 

  Σημειώνεται επίσης πως ο αιτητής δεν απελάθηκε πάραυτα από τη Δημοκρατία, ως η πρόνοια της επιφύλαξης του άρθρου 32(3) του Νόμου, αλλά παρέμεινε υπό κράτηση με την επισήμανση πως Your deportation to the Republic of LATVIA will take place […] as soon as possible and until then you will remain in custody […]” και αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή. Συνεπώς, δεν απαιτείτο να δοθεί προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση.

 

  Τέλος, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 35ΚΕ του σχετικού Νόμου, καθότι τα εκεί διαλαμβανόμενα, αφορούν υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου και ρυθμίζουν το δικαίωμα διαμονής τους, λαμβανομένης υπόψη της Συμφωνίας Αποχώρησης, κάτι που δεν σχετίζεται με τον αιτητή.

 

  Υπό το φως όλων των προαναφερθέντων, οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν, εν προκειμένω, εντός του πλαισίου της νομιμότητας και άσκησαν την διακριτική τους ευχέρεια εύλογα και ορθά. Όλα τα στοιχεία που αφορούσαν το πρόσωπο του αιτητή και τη συμπεριφορά του, ήταν ενώπιον τους. Υπενθυμίζεται πως, η διοίκηση έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και εξουσία για την απέλαση αλλοδαπών προσώπων, εξουσία η οποία όταν συναρτάται με κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, είναι ακόμα πιο ευρεία.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή. Οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.                    

           

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο