GUYLAIN CHRISTIAN DZODJEU TAKOUGANG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 598/2026, 15/7/2026
print
Τίτλος:
GUYLAIN CHRISTIAN DZODJEU TAKOUGANG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 598/2026, 15/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 598/2026 (Κ))

15 Ιουλίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

GUYLAIN CHRISTIAN DZODJEU TAKOUGANG,

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Παναγιώτης Πιερίδης, για τον αιτητή.

Ανδρέας Φιλίππου, για Λώρα Βελίκοβα, Δικηγόρος, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Στις 8.6.2026, ο αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία προσβάλλει την νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 28.5.2026 με την οποία κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα την εναντίον του έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ίδιας ημερομηνίας.

 

  Σύμφωνα με τα γεγονότα που παρατίθενται στην Ένσταση, ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν. Στις 11.3.2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 29.4.2024 και του κοινοποιήθηκε στις 21.5.2024. Κατά της νομιμότητας της προαναφερόμενης διοικητικής αποφάσεως, υπέβαλε την προσφυγή με αρ. 2124/24, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), η οποία απερρίφθη στις 28.1.2025. Στη συνέχεια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, η οποία απερρίφθη, ως απαράδεκτη, στις 22.4.2025 και του κοινοποιήθηκε στις 7.5.2025 με την επιστολή ημερομηνίας 6.5.2025. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, άσκησε, ενώπιον του ΔΔΔΠ, την προσφυγή με αρ. 232/2025, η οποία απορρίφθηκε στις 16.6.2025. Έκτοτε, δεν νομιμοποίησε την παραμονή του στη Δημοκρατία με άλλο τρόπο και στις 27.5.2026, συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία.

 

  Εναντίον του εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 28.5.2026, το δε διάταγμα απέλασης αναστάληκε στις 9.6.2026, ενόψει της καταχώρισης της υπό κρίση προσφυγής.

 

  Διατείνεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή, ότι η διοίκηση δεν έχει εφαρμόσει ορθά τις διατάξεις των άρθρων 18ΠΣΤ, 18ΟΔ και 18ΟΘ του Κεφ. 105, διότι, κατά τις εισηγήσεις, η επιστολή ημερομηνίας 28.5.2026 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση επιστροφής και χωρίς να του δοθεί χρόνος για να αναχωρήσει οικειοθελώς, κάνοντας αναφορά στην Ε.Δ.Δ. 15/2025, Lama ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4.12.2025, ενώ ήγειρε και ζήτημα παράβασης των διατάξεων του Κανονισμού 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972.

 

  Δεύτερον, υποστηρίζει πως εσφαλμένα θεώρησε η διοίκηση πως υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του, καθότι η διεύθυνση του ήταν δηλωμένη στο Τμήμα Μετανάστευσης και εκεί ζούσε με τη συμβία και το παιδί του.

 

  Κατά τρίτον, διατείνεται πως δεν προηγήθηκε της έκθεσης της ΥΑΜ, η ετοιμασία οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που να δηλώνει την αξιολόγηση των όσων εκεί καταγράφονται από τη Διευθύντρια προτού προβεί στην έκδοση των επίδικων διοικητικών αποφάσεων. Επ΄αυτού, αποτέλεσε θέση του πως οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, το γεγονός ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, ήταν εις γνώση της διοίκησης και η Διευθύντρια όφειλε να τα αξιολογήσει, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, προτού λάβει τις επίδικες διοικητικές αποφάσεις, υποβάλλοντας παράλληλα, πως παραβιάζεται και η αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

  Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, υπέδειξε πως οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θα πρέπει να ακυρωθούν, εγείροντας παράλληλα και ζήτημα ελλιπούς αιτιολογίας.

 

  Πλήρως υποστηρικτική υπήρξε η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων που εμφανίστηκαν εκ μέρους της Δημοκρατίας, απορρίπτοντας τις εισηγήσεις, περί του αντιθέτου, στην ολότητά τους.

 

  Στην απαντητική γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής προσθέτει πως η συμβία του έχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, ομοίως και το τέκνο τους, καθότι εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του ΔΔΔΠ η προσφυγή που άσκησε κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

  Κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τόσο ο διοικητικός φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και ο φάκελος του Τμήματος Μετανάστευσης, οι οποίοι σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Υπέδειξε, παράλληλα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, πως ο ίδιος δήλωσε την ύπαρξη οικογένειας, στην μεταγενέστερη αίτηση ασύλου που υπέβαλε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρό 96, Τεκμηρίου 1), ενώ σημειώνεται και η δήλωση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, πως οι δύο Υπηρεσίες (Ασύλου και Μετανάστευσης), έχουν μεταξύ τους επικοινωνία και πως υπάρχει ηλεκτρονική σύνδεση.

 

  Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα ενώπιον μου ζητήματα, υπό το φως και των Τεκμηρίων 1 και 2.

 

  Αρχικά, δεν συμφωνώ με την πρώτη εισήγηση του αιτητή πως η επιστολή ημερομηνίας 28.5.2026 δεν συνιστά απόφαση επιστροφής και πως πεπλανημένα και παράνομα η διοίκηση δεν του έχει δώσει χρόνο για οικειοθελή αναχώρηση.

  Η απόφαση ημερομηνίας 28.5.2026, δεν συνιστά, βεβαίως, απόφαση επιστροφής. Με την διοικητική απόφαση ημερομηνίας 28.5.2026, γνωστοποιείται στον αιτητή πως ο ίδιος έχει καταστεί απαγορευμένος μετανάστης, λόγω παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία, από τις 28.1.2025, ημερομηνία που η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του ΔΔΔΠ, κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, απερρίφθη.

 

  Η απόφαση επιστροφής, είχε εκδοθεί προηγουμένως, από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 29.4.2024 (ερυθρό 72, Τεκμηρίου 1), δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 13(2)(δ) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ως αυτός ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο και δόθηκε παράλληλα και προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση από τη Δημοκρατία, επτά ημερών από την επίδοση της αποφάσεως.

 

  Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18(7Β) ανωτέρω, ως αυτό ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας, διατάσσει την επιστροφή του αιτητή, απόφαση η οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος απέλασης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων αποφάσεων. 

 

  Δεδομένου του γεγονότος πως ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, εξέδωσε στις 29.4.2024 απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ενόψει της απορριπτικής κατάληξης που είχε η αίτηση για καθεστώς διεθνούς προστασίας, η θέση του αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί.

 

  Πέραν της προαναφερθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, σε σχέση με την αρχική αίτηση ασύλου, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ενεργοποίησε εκ νέου, ήτοι στις 22.4.2025 (ερυθρό 110, Τεκμηρίου 1), την ήδη εκδοθείσα ημερομηνίας 29.4.2024, επαναφέροντας προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης επτά ημερών από την επίδοση της απόφασης.

  Επ΄αυτού, θα πρέπει να σημειώσω πως τα δεδομένα στην Lama (ανωτέρω), υπήρξαν εντελώς διαφορετικά. Εκεί, δεν είχε προηγηθεί απόφαση επιστροφής από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Σε εκείνη την περίπτωση, ο αιτητής ήτο φοιτητής και αφού δεν είχε συμπληρώσει με επιτυχία το πρόγραμμα σπουδών του, κλήθηκε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός 14 ημερών, καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα ελαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή του. Στην παρούσα περίπτωση, η αρμόδια Υπηρεσία Ασύλου, εφαρμόζοντας τις νομοθετικές διατάξεων των άρθρων 13(2)(δ) και 18(7Β) του Ν. 6(Ι)/2000, εξέδωσε απόφαση επιστροφής ημερομηνίας 29.4.2024. Τα δεδομένα της παρούσας, είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά της Lama (ανωτέρω).  

 

  Απορριπτέα κρίνεται και η θέση του αιτητή πως εσφαλμένα θεώρησε η διοίκηση πως υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του, καθότι η διεύθυνση του ήταν δηλωμένη στο Τμήμα Μετανάστευσης και εκεί ζούσε με τη συμβία του και το παιδί του. Αντιθέτως, κρίνω εύλογη τη θεώρηση της διοίκησης, ως προς την κράτηση του αιτητή, λαμβανομένης υπόψη της μη συμμόρφωσής του στην απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε στις 29.4.2024 και την εξακολούθησή του να παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας, χωρίς να μεριμνήσει να νομιμοποιήσει το καθεστώς του.

 

  Απορρίπτεται και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι οι καθ΄ων η αίτηση εσφαλμένα δεν εφάρμοσαν τις διατάξεις του Κανονισμού 19 της Κ.Δ.Π. 242/72 περί ειδοποίησής του για την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη. Κατά την νομολογία, ο προαναφερθείς Κανονισμός, δεν συναρτά την νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγούμενη ειδοποίηση περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και η επίδοση τέτοιας προηγούμενης ειδοποίησης, δεν κρίθηκε ως επιτακτική σε σημείο που να επιφέρει ακυρότητα (Islam ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 997/13, ημερομηνίας 9.7.2013).

 

  Κρίνω, όμως, πως ευσταθεί η θέση του αιτητή ως προς την παράλειψη της διοίκησης να εξετάσει τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ως αυτές δηλώθηκαν στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου που υπεβλήθη από τον ίδιο στις 17.3.2025 (ερυθρά 93 και επ. Τεκμηρίου 1), λαμβανομένης υπόψη και της δήλωσης του δικηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, πως υπάρχει ηλεκτρονική σύνδεση και επικοινωνία της βάσης δεδομένων της Υπηρεσίας Ασύλου και του Τμήματος Μετανάστευσης.

 

  Αυτό, συσχετίζεται και με την έτερη θέση του αιτητή, πως η έκθεση της ΥΑΜ, υπήρξε ελλιπής, αφ’ ης στιγμής, δεν τέθηκε ενώπιον της Διευθύντριας το πραγματικό γεγονός της ύπαρξης του τέκνου του αιτητή, γεννηθέντος στις 2.8.2023, ήτοι μετά την αρχική αίτηση ασύλου που είχε υποβάλει ο αιτητής.

 

  Κατά τις προφορικές διευκρινίσεις, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως, τόσο η σύντροφος του αιτητή, όσο και η ανήλικη θυγατέρα του, είναι απορριφθέντες αιτητές ασύλου, οι οποίες όμως έχουν δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, ενόσω εξακολουθεί να εκκρεμεί η εκδίκαση της προσφυγής τους ενώπιον του ΔΔΔΠ.

  Τα όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, απαιτούν την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη και των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού και την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή της Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, απόψεις που προκύπτει να έχουν ζητηθεί από το Τμήμα Μετανάστευσης, μετά την έκδοση των επίδικων διοικητικών αποφάσεων και συγκεκριμένα, στις 17.6.2026, χωρίς να εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο απάντηση και τοποθέτηση.

 

  Στην υπόθεση C-313/25 GB ν. Minister van Asiel en Migratie, ημερομηνίας 4.9.2025, το ΔΕΕ έκρινε πως αυτεπαγγέλτως εξετάζεται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και η οικογενειακή ζωή, σε περίπτωση απομάκρυνσης παρανόμως διαμένοντα υπηκόου τρίτης χώρας, σε εκτέλεση απόφασης επιστροφής, ακόμα και εάν αυτή έχει καταστεί απρόσβλητη.

 

  Μεταφέρω τα εξής, από τη σκέψη 84:-

       «84 Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων λόγων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 5 και 15 της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 7, το άρθρο 24, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο καλείται να ελέγξει τη νομιμότητα της θέσης υπό κράτηση παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας, ενόψει της απομάκρυνσής του σε εκτέλεση απόφασης επιστροφής που έχει καταστεί απρόσβλητη, οφείλει να εξετάσει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, αν η απομάκρυνση προσκρούει σε λόγους που ανάγονται στο υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και στην οικογενειακή ζωή, κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας»[1].

 

  Αυτός ο έλεγχος, δεν γίνεται μετά την εξέταση της βασιμότητας της προσφυγής, ως αποτέλεσε θέση των καθ’ ων η αίτηση, αλλά από το ίδιο το Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να εξετάσει ακόμα και αυτεπάγγελτα, τη νομιμότητα της εκτίμησης της διοίκησης ως προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και της οικογενειακής ζωής, υπό τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

  Επομένως, σε κάθε περίπτωση, προτού επικυρωθεί η απόφαση της διοίκησης για τη νομιμότητα του διατάγματος απέλασης παρανόμως διαμένοντα υπηκόου τρίτης χώρας, θα πρέπει να περιέχεται εντός του διοικητικού φακέλου, για σκοπούς δικαστικού ελέγχου, η έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, έκθεση την οποία θα εξετάσει η διοίκηση και θα λάβει υπόψη της η Διευθύντρια και όχι οι εν λόγω απόψεις να ζητούνται απλώς εκ των υστέρων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει γνώση του περιεχομένου της, προκειμένου να ασκήσει δικαστικό έλεγχο σε σχέση με τη νομιμότητα της προώθησης του διατάγματος απέλασης.  

 

  Σχετικά είναι και τα όσα έχω αναφέρει στις υπόθ. αρ. 911/25(Κ), Ugo ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 31.10.2025 και υπόθ. 1100/25(Κ)(iJ) Tiku ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.11.2025, τα οποία υιοθετώ και επαναλαμβάνω.

 

  Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει.

 

  Τα προσβαλλόμενα διατάγματα ακυρώνονται, βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.

 

  Επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση €1.900.  

 

                       

 

          Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο