ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 708/2026 (Κ))
(i-Justice)
17 Ιουλίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MUWANDA BASTIN PAMPHILE
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Α. Ιωάννου προσωπικά και Α. Δημητρίου, δικηγόρος για τον αιτητή.
K. Μιχαηλίδου (κα), για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους, δικηγόροι για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής- και δια των αιτητικών υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Γ)- στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 21.6.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Στο σημείο αυτό οφείλει να επισημανθεί ότι τα όσα επιζητούνται ως θεραπεία με το αιτητικό υπό παράγραφο (Δ) δεν αφορούν άλλη ξεχωριστή διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να προσβληθεί δια ξεχωριστής θεραπείας, αλλά λόγο ακύρωσης που άπτεται της νομιμότητας της ίδιας πάντοτε απόφασης για έκδοση του διατάγματος απέλασης που προσβάλλεται με το αιτητικό υπό παράγραφο (Β). Συνεπώς η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) απορρίπτεται.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο οποίος εισήλθε, σε άγνωστο χρόνο, παράνομα στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας.
Στις 12.4.2022, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 7.10.2024.
Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.4610/2024 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 11.11.2025.
Στις 21.6.2026, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας Αμμοχώστου για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και κατά την ίδια ημέρα εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 11.11.2025, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 6.7.2026 και στις 7.7.2026 με απόφαση της Διευθύντριας αναστάλθηκε το διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της Προσφυγής.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης (Τεκμήριο 1).
Επί της ουσίας, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων συνιστά προϊόν παραβίασης του Κεφ. 105 και της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σε ότι αφορά, κατά τον ισχυρισμό, την αρχή της απαγόρευσης της επαναπροώθησης και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για την έκδοση τους. Προς υποστήριξη της θέσης της η πλευρά του αιτητή διατείνεται ότι υφίσταται διαδικαστική παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης διότι, ως το θέτει, οι καθ' ων η αίτηση σε ουδεμία έρευνα προέβηκαν και δεν αξιολόγησαν το κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων και δη υπό το φως του καθεστώτος που διατηρούσε ο αιτητής, ήτοι το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας. Πρόσθετα υποβάλλεται ότι εάν ο αιτητής απελαθεί στη χώρα καταγωγής του υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και συνεπώς, κατά τον αιτητή, υφίσταται και ουσιαστική παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης επαναπροώθησης.
Οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι παντελώς αβάσιμοι και ως συναφείς και αλληλένδετοι απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους.
Εν προκειμένω αποτελεί ενώπιον μου αναντίλεκτο γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται ευθέως και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και δη από το ερυθρό 6 του Τεκμηρίου 1, το οποίο αποτελεί μέρος των εγγράφων από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου και από το οποίο προκύπτει ότι η νομιμότητα της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας12.4.2022, δια της οποίας απορρίπτετο η αίτηση του αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, επικυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας με απόφαση ημερομηνίας 11.11.2025 στα πλαίσια της καταχωρηθείσας Προσφυγής του αιτητή αρ.4610/2024.
Έκτοτε δε ως προκύπτει από το ενώπιον μου υλικό αλλά και ως ρητώς καταγράφεται στην επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 21.6.2026, ο αιτητής σε ουδέν άλλο διάβημα προέβηκε για νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία.
Συνεπώς παραμένει ενώπιον μου ως καθοριστικό γεγονός ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είχε γίνει τελική. Επί τούτου σχετικά είναι τα όσα διαλαμβάνονται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Περί Προσφύγων.
Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 6(1)/2000, ορίζεται ότι:
«"αιτητής" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή· η έννοια του αιτητή περιλαμβάνει και ανήλικο·».
«"τελική απόφαση" σημαίνει απόφαση η οποία ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή ως πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου κα
(α) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της εν λόγω απόφασης, ή
(β) ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή και εκδόθηκε πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής, ανεξάρτητα από το αν μέσω της άσκησης τέτοιας προσφυγής ο αιτητής αποκτά τη δυνατότητα να παραμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση».
Περαιτέρω και σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ίδιου Νόμου (ως εδώ ενδιαφέρουν) στις οποίες εύστοχα παραπέμπει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, αναφορικά με το δικαίωμα παραμονής:
«8.-(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1Α) του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι-
(i) την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου για άσκηση προσφυγής κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρησε ενώπιόν της, ή
(ii) σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ’ αυτής».
Αυτό δε το γεγονός ήτοι ότι η Προσφυγή του αιτητή στο Δ.Δ.Δ.Π απορρίφθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο είναι που αποτυπώνεται στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 21.6.2026 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, το οποίο, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί (ερυθρά 44-45 Τεκμηρίου 1), ήταν ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των διαταγμάτων. Επομένως και υπό τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, ο αιτητής κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων ουδόλως διατηρούσε, ως η πλευρά του αιτητή εσφαλμένα διατείνεται, καθεστώς αιτητή ασύλου και ουδόλως διατηρούσε δικαίωμα νόμιμης παραμονής. Ούτε δε θα πρόσθετα- και μάλλον εκ του περισσού αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή, πόσο δε μάλλον δικογραφείται ως η παγία νομολογία και ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου απαιτεί- η άσκηση Έφεσης κατά της απόφασης του Δ.Δ.Δ.Π μπορεί να παρατείνει το δικαίωμα διαμονής και να προσδώσει καθεστώς αιτητή ασύλου στον αιτητή σύμφωνα πάντα και με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 ( βλ. «τελική απόφαση») και 8 του Ν. 6 (Ι)/2000. Άλλωστε είναι ορθή η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι δεν είχε εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής της ισχύος της πρωτόδικης απόφασης καθώς και ότι η άσκηση έφεσης δεν επενεργεί ως αναστολή της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου.
Στη βάση των ανωτέρω, λοιπόν, και σε πλήρη συμφωνία με τη θέση των καθ’ ων η αίτηση διαπιστώνω ότι ο αιτητής νομίμως κρίθηκε και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105, απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 21.6.2026 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, από τις 11.11.2025, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Τα πιο πάνω καθιστούν εμφανώς απορριπτέο τον ισχυρισμό του αιτητή περί διαδικαστικής παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης επειδή δήθεν, ως η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται, ο αιτητής διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας, κάτι που ως υποδείχθηκε ανωτέρω, στερείται πραγματικού ερείσματος.
Ούτε και βεβαίως ευσταθεί η έτερη γενική αναφορά του αιτητή ότι δεν εξετάστηκε και δεν απασχόλησε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων το κατά πόσο εφαρμόζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης και δη ως αυτή προνοείται στο άρθρο 18ΟΖ του Κεφ 105. Τουναντίον από το σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 26.1.2026, το οποίο τέθηκε ενώπιον της Διευθύντριας του Τμήματος προς λήψη των επίδικων αποφάσεων, προκύπτει σαφώς ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη έρευνα περιλαμβανόμενων και των περιστάσεων του αιτητή με σκοπό να εξακριβωθεί κατά ποσό παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης. Ως δε ρητώς- και μεταξύ άλλων- καταγράφεται «ο αλλοδαπός ανάφερε ότι είναι άγαμος και δεν έχει παιδιά». Περαιτέρω -και αφού πρώτα διενεργείται αναδρομή σ’ όλο το ιστορικό του αιιτητή μέχρι και την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του Δ.Δ.Δ.Π - ρητώς καταγράφεται ότι «δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης». Άλλωστε οι πιο πάνω καταγραφές και πέραν του γεγονότος ότι συνάδουν με τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο του αιτητή, ως αυτά εμπεριέχονται στα σχετικά έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου, ουδόλως και κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αμφισβητηθήκαν από την πλευρά του αιτητή.
Ούτε και όμως με βρίσκει σύμφωνη ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δια των προσβαλλόμενων διαταγμάτων υφίσταται ουσιαστική παραβίαση της αρχή της μη επαναπροώθησης καθότι, ως υποβάλλεται, σε περίπτωση απέλασης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του αυτός θα «υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση ή/και κινδυνεύει επίσης με παραβίαση του δικαιώματος του στη ζωή».
Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι κατά πάγια νομολογία για να εμπίπτει μία περίπτωση στο πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (ΔΕΕ C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερ. 6/7/23). Για να εφαρμοστεί δε το άρθρο 3 ΕΣΔΑ πρέπει να συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι πέραν των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα προορισμού, ο επικαλούμενος κίνδυνος μεταχείρισης είναι πραγματικός και εξατομικευμένος (βλ. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ΄ άρθρο, 2η έκδοση, του Λίνου -Αλέξανδρου Σισιλιανού σελ.145, 146). Ο δε προσφεύγων είναι αυτός που φέρει το βάρος να προσκομίσει στοιχεία ικανά που να αποδεικνύουν τον κίνδυνο κακομεταχείρισης στη χώρα προορισμού (ΕΔΔΑ Ν. κ. Φιλανδίας, 26.7. 2005) Dogan v Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ 716) Αίτηση του Rechtbank C-69/21, ημερομηνίας 22/11/22).
Τα όσα δε διατείνεται ο αιτητής ουδόλως μπορούν με τη γενικότητα και αοριστία που προβλήθηκαν και χωρίς οποιαδήποτε, έστω στοιχειώδη, τεκμηρίωση να αποδείξουν κατά ένα ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας την ύπαρξη πραγματικού κίνδυνου να υποστεί ο αιτητής σε περίπτωση απέλασης στη χώρα καταγωγής του μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, ο οποίος υπενθυμίζεται πρέπει να βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε γενικούς ισχυρισμούς ή θεωρίες και να είναι πραγματικός και εξατομικευμένος αλλά και ούτε διαφοροποιούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα που τόσο η Υπηρεσία Ασύλου είχε ενώπιον της κατά την εξέταση της αίτησης του για πολιτικό άσυλο όσο και το Δ.Δ.Δ.Π κατά την εξέταση της Προσφυγής του. Άλλωστε ως ήδη υποδείχθηκε τα πιο πάνω ήταν ενώπιον της Διευθύντριας, ενώπιον της οποίας ουδέν άλλο τέθηκε προς αυτή την κατεύθυνση εκ του αιτητή. Ως δε υποδείχθηκε από το Εφετείο στην πολύ πρόσφατη απόφαση B.M.F v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ. 2/26, ημερομηνίας 14/7/26) εναπόκειται, σύμφωνα και με τη πάγια νομολογία, στον ίδιο τον αλλοδαπό να προβάλει και στοιχειοθετήσει ενώπιον των αρχών την σε βάρος του παράβαση της πιο πάνω αρχής, λόγω της απομάκρυνσης του από την ημεδαπή (βλ. Αίτηση 26417/10 OUABOUR c. BELGIQUE, απόφαση Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημερομηνίας 2.6.2015, παράγραφος 64).
Επομένως δεν διαπιστώνω οιονδήποτε σφάλμα στο πώς ενήργησαν οι καθ΄ων η αίτηση, ούτε διαπιστώνω ότι παραβίασαν την αρχή της μη επαναπροώθησης, ως εισηγείται ο αιτητής, δεδομένων των αδιαμφισβήτητων δεδομένων που είχαν ενώπιον τους κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων.
Περαιτέρω η πλευρά του αιτητή διατείνεται ότι το διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ.105, είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας καθότι στηρίχθηκε μόνο στο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, χωρίς να υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του και χωρίς να εξεταστούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα και η αρχή της αναλογικότητας.
Δεν θα συμφωνήσω. Όπως ρητά αναγράφεται και επεξηγείται και στο ίδιο το διάταγμα κράτησης διαπιστώθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1)(α) του Κεφ.105 ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή, λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και είναι αρνητικός στον επαναπατρισμό του, χωρίς να υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Συνεπώς τα όσα ο αιτητής αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση περί ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας και περί του ότι δεν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής καθώς και ότι η διοίκηση στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή για να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα κράτησης, ουδόλως ευσταθούν και ουδόλως αντικρούουν τα όσα νομίμως καταγράφονται στην ίδια την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και τα οποία επιβεβαιώνονται ευθέως από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.
Άλλωστε η πλευρά του αιτητή ουδόλως αμφισβήτησε είτε το γεγονός της μη συμμόρφωσης του αιτητή με προηγούμενη απόφαση επιστροφής αλλά ούτε και το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν αρνητικός στο επαναπατρισμό του.
Παρεμβάλλεται δε ότι ούτε και η γενική αναφορά του αιτητή ότι δεν ελλόχευε κανένας κίνδυνος διαφυγής του διότι, κατά τον ισχυρισμό, ο αιτητής έχει εφεσιβάλλει την εκδοθείσα απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π και δεν «εξαφανίστηκε από τις αρχές» μπορεί να αναιρέσει τη νομιμότητα των πιο πάνω διαπιστώσεων των καθ΄ων η αίτηση και να επηρεάσει τη νομιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος. Άλλωστε ως καταγράφετο και στο σχετικό σημείωμα της ΥΑΜ ο αλλοδαπός ουδέποτε αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές για να νομιμοποιήσει από τις 11.11.2025 την παραμονή του, παραμένοντας παράνομα στη Δημοκρατία και διαμένοντας, ως καταγράφηκε, σε άγνωστη διεύθυνση, διαπίστωση που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του αιτητή.
Συναφώς επισημαίνεται ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης, αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή καθώς και της δηλωθείσας άρνησης του για επαναπατρισμό, η οποία επιβεβαιώνεται αναντίλεκτα από το περιεχόμενο της επιστολής ΥΑΜ ημερομηνίας 21.6.2026, στην οποία καταγράφεται ρητώς ότι ο αιτητής «ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να επαναπατριστεί» καθώς και της συναφούς διαπίστωσης ότι «εάν αφεθεί ελεύθερος υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, λόγω της άρνησης του να αναχωρήσει». Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής του αιτητή χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας, έρευνας ή πλάνης ή παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Επομένως το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).
Καταληκτικά επισημαίνω ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα ήταν προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας και ότι ο αιτητής ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ουδόλως κατόρθωσε, ως η υποχρέωση του, να καταδείξει με επαρκή στοιχεία οποιοδήποτε σφάλμα στην κρίση των καθ’ ων αίτηση και να κλονίσει το τεκμήριο της νομιμότητας που περιβάλλει τη διοικητική πράξη (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).
Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο