Μαρία Μπάχα Θεοφιλίδου ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού και/ή Επιτροπής Διορισμού Εκτάκτων Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, Υπόθεση Αρ. 90/21, 9/7/2026
print
Τίτλος:
Μαρία Μπάχα Θεοφιλίδου ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού και/ή Επιτροπής Διορισμού Εκτάκτων Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, Υπόθεση Αρ. 90/21, 9/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                         

                                                                   Υπόθεση Αρ. 90/21

                                                   9 Ιουλίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

Μαρία Μπάχα Θεοφιλίδου

Αιτήτρια,

- και –

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού και/ή

Επιτροπής Διορισμού Εκτάκτων Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού

 

Καθ' ων η Αίτηση

 __________________

 

Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. δικηγόροι Αιτητή.

Αλ. Ελευθερίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για τους Καθ' ων η αίτηση.

  ___________________

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια  με την παρούσα προσφυγή ζητά:

«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι, η αντινομική, παράνομη και αντισυνταγματική μακρά μη συμμόρφωση του καθ' ου η αίτηση στο Ακυρωτικό αποτέλεσμα της προηγηθείσης προσφυγής που πέτυχε η Αιτήτρια (60/13 ημερομηνίας 19.10.2016) που έχει ως συνέπεια ότι δεν υπήρξε επανεξέτασης (Άρθρα 146(5), 150 και 35 του Συντάγματος) και αποκατάστασης της Αιτήτριας στην ορθή σειρά προτεραιότητας στον τότε, τελικό κατάλογο για πρόσληψη εργοδοτουμένων για τις θέσεις Εκπαιδευτικών Ψυχολόγων στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, κατάσταση που επιφέρει έκτοτε συνέπειες στην όλη σταδιοδρομία της Αιτήτριας είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και πώς ότι παραλήφθηκε να διαταχθεί να γίνει.

Β. Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κριθεί ότι, η από πλευράς καθ' ου μη συμμόρφωση προς το δεδικασμένο παραβιάζει το Άρθρο 6(1) της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και άρα το Κράτος Δικαίου, οπότε και θα πρέπει να δείξει λόγον γιατί να μην του επιβληθεί τιμωρία.

Γ. Κάθε άλλη αναγκαία διαταγή που ήθελε κριθεί αυτεπάγγελτα αναγκαία υπό τις περιστάσεις»

 

Τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση έχουν ως εξής:

 

Με την Υπόθεση αρ. 60/2013, η Αιτήτρια προσέβαλε την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 14.12.2012, με την οποία αντί να κατατάξει την Αιτήτρια σε νόμιμη σειρά προτεραιότητας στον τελικό κατάλογο για πρόσληψη εργοδοτουμένων καθορισμένης διάρκειας για τις θέσεις εκπαιδευτικών ψυχολόγων στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, την κατέταξε στον αριθμό 12 του σχετικού πίνακα. Το Δικαστήριο, με την απόφαση του αδελφού Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ, Δ.Δ.Δ. (όπως ήταν τότε) ημερομηνίας 19.10.2016, διαπίστωσε πάσχουσα διαδικασία επιλογής των μελών της Επιτροπής, συμπαρασύροντας ωσαύτως σε ακύρωση και την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Εκκρεμούσης της ως άνω δικαστικής διαδικασίας, η Αιτήτρια προσέβαλε με την Υπόθεση αρ. 127/2015 την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 16.01.2015 με την οποία αντί να κατατάξει την Αιτήτρια σε νόμιμη σειρά προτεραιότητας στον τελικό κατάλογο για πρόσληψη εργοδοτουμένων καθορισμένης διάρκειας για τις θέσεις εκπαιδευτικών ψυχολόγων στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, την κατέταξε στον αριθμό 8 της σειράς προτεραιότητας του σχετικού πίνακα. Ωστόσο, η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε με την τελική απόφαση της αδελφής Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ. ως απαράδεκτη, στις 29.11.2019, λόγω της παράλειψης της Αιτήτριας να προσδιορίσει την αιτούμενη με την εν λόγω προσφυγή θεραπεία με συγκεκριμένη αναφορά στους τρίτους που υποχρεωτικά επηρεάζοντο από την καθορισθείσα σειρά κατάταξης.

 

Ανατρέχοντας στα γεγονότα της Ένστασης, τα οποία καταγράφει ο δικηγόρος της Νομικής Υπηρεσίας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, γίνεται παραδοχή ότι δεν έγινε επανεξέταση μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά ότι οι Καθ’ ων η αίτηση και ειδικότερα η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού αρκέστηκαν σε διαβουλεύσεις με το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Σημειώνεται δε στη παράγραφο 5 στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση ότι, ο Νόμος με τον οποίο έγινε η διοικητική διαδικασία που αφορά στην Ακυρωτική Απόφαση καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το Νόμο 70(Ι)/2016. Επιπλέον καταγράφεται ότι, η διαδικασία που αφορούσε την προσβαλλόμενη απόφαση ολοκληρώθηκε και δεν υφίσταται πλέον. Επίσης, τονίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση ότι, η Αιτήτρια κέρδισε την εν λόγω απόφαση στο διαδικαστικό κομμάτι και προβάλλουν μέσω των δικηγόρων τους πως, καμία ενέργεια της Διοίκησης δεν θα διαφοροποιήσει την κατάσταση, αφού καμία Επιτροπή Αξιολόγησης σε οποιαδήποτε διαδικασία όπου ήταν υποψήφια αναγνώρισε το δεύτερο πτυχίο της ως σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, ώστε να της δοθούν επιπλέον μονάδες κάτι που θα βελτίωνε και τη θέση της στη σειρά προτεραιότητας του σχετικού πίνακα.  

 

Η θέση την οποίαν προβάλλει η δικηγόρος της Αιτήτριας, είναι ότι η προσφυγή θα πρέπει να επιτύχει αφού, εντοπίζεται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας ως επιβάλλεται από τα Άρθρα 146(5), 150 και 35 του Συντάγματος, τα άρθρα 57 - 59 του Νόμου 158(Ι)/1999 και τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μέσω της προσφυγής και της σχετικής της αγόρευσης τονίζει πως, η καθυστέρηση συμμόρφωσης με την ακυρωτική απόφαση και επανεξέτασης εκ μέρους της διοίκησης ξεπερνά σε χρονικό διάστημα τα πέντε έτη.

 

Αντίθετα, είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, προς δικαιολόγηση ότι δεν έγινε επανεξέταση ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης, ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ζημιά από την παράλειψη συμμόρφωσης της διοίκησης με την απόφαση, ως προαπαιτούμενο και βασική προϋπόθεση παραδεκτού της παρούσας προσφυγής. Περαιτέρω, παραδόξως, γίνεται επίκληση και του τεκμήριου κανονικότητας της ακυρωθείσας απόφασης, υποστηρίζοντας ο κ.Ελευθερίου ότι, «ο αιτητής δεν καταφέρνει να αποδείξει την έκδηλη υπεροχη του, ώστε να χωρεί ακύρωσης της διοικητικής πράξης».

 

Οι Παράγραφοι (4) και (5) του Άρθρου 146 του Συντάγματος (όπως τροποποιήθηκε) προνοούν τα ακόλουθα:

«4. Επί τοιαύτης προσφυγής το Διοικητικό Δικαστήριο δύναται, δια της αποφάσεως αυτού.

(β) να κηρύξη την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος ή.

5. Η κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.

5Α. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο το οποίο εκδίδει απόφαση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, έχει δικαιοδοσία ως νόμος ήθελε ορίσει, να εξετάζει και να αποφασίζει κατά πόσον υπήρξε ενεργός συμμόρφωση σε απόφασή του δυνάμενο να επιβάλει κυρώσεις εναντίον μη συμμορφουμένου».

 

Στη παρούσα περίπτωση τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι απλά. Στις 19.10.2016 εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή της αιτήτριας Υπόθεση αρ. 60/2013 και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής στις 20.01.2021 δεν μεσολάβησε επανεξέταση εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση της διοίκησης σε κάθε απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση ακυρωτικής απόφασης ως η σχετική απόφαση, η διοίκηση υποχρεούται να ενεργήσει ώστε να διορθωθεί η πλημμέλεια που διαπιστώθηκε, αλλά και να προβεί το ταχύτερο δυνατό σε επανεξέταση και λήψη νέας απόφασης.

 

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση των Καθ' ων η αίτηση πως δεν απαιτείται διενέργεια επανεξέτασης επειδή, ως προβάλλεται, δεν έχει τεκμηριωθεί ζημιά από την παράλειψη συμμόρφωσης της διοίκησης με την  δικαστική απόφαση. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Δικηγόρου της Δημοκρατίας ότι «ο αιτητής δεν καταφέρνει να αποδείξει την έκδηλη υπεροχη του, ώστε να χωρεί ακύρωσης της διοικητικής πράξης», επικαλούμενος ουσιαστικά τεκμήριο κανονικότητας της ακυρωθείσας απόφασης, δεν αφορά το παρόν Δικαστήριο και ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια αυτής της  υπόθεσης.

 

Οι Καθ΄ων η Αίτηση όφειλαν να είχαν συμμορφωθεί στην ακυρωτική δικαστική απόφαση βάσει του άρθρου 146.4 και 5 του Συντάγματος. να προχωρήσουν στην εκ του Συντάγματος υποχρέωση τους για επανεξέταση υπό το φως της ακυρωτικής απόφασης του Δικαστηρίου.

 

Δεδομένης της παραδοχής των Καθ’ ων η αίτηση ότι, ουδέποτε έγινε επανεξέταση μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 60/13 ημερομηνίας 19.10.2016, το Δικαστήριο κρίνει πως αυτή η παράλειψη αντίκειται στις σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος τις οποίες επικαλείται η Αιτήτρια, με αποτέλεσμα η παρούσα προσφυγή, ως προς την πρώτη αιτούμενη θεραπεία, να επιτυγχάνει.

 

Σε σχέση με την δεύτερη αιτούμενη θεραπεία στην προσφυγή, με την οποία η Αιτήτρια αιτείται την διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι παραβιάστηκε η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που προστατεύεται από το άρθρο 6(1) της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ώστε οι Καθ' ων η αίτηση να πρέπει να καταδείξουν λόγο γιατί να μην τους επιβληθεί τιμωρία από το Δικαστήριο, υιοθετώ και επαναλαμβάνω το σκεπτικό της Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Πρόεδρου Διοικητικού Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) στην απόφαση της ημερομηνίας 15.07.2022, στην Υπόθεση Αρ. 990/2018, ΝΙΚΟΣ ΒΑΛΑΝΙΔΗΣ v. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, σε πανομοιότυπη περίπτωση, ως ακολούθως.

«(…) διαφωνώ πως υπάρχουν σήμερα οι μηχανισμοί εκείνοι που επιτρέπουν την εφαρμογή της παραγράφου 5Α του άρθρου 146 του Συντάγματος, χωρίς την ψήφιση Νόμου που να ρυθμίζει το ζήτημα, παρά την επιτακτική κατά το γράμμα του διατάξη («δικαστήριο το οποίο εκδίδει απόφαση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, έχει δικαιοδοσία ως νόμος ήθελε ορίσει, να εξετάζει και να αποφασίζει.») βάσει της οποίας δεν επαφίεται στην ευχέρεια του νομοθέτη η ύπαρξη ή όχι δικαιοδοσίας στα δύο Δικαστήρια, αλλά μόνο η ρύθμιση της δικαιοδοσίας αυτής.

 Ως προς την μη δυνατότητας επιβολής τιμωρίας χωρίς την ψήφιση νόμου που να ρυθμίζει το ζήτημα, σχετική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε 27/2009, Επαμεινώνδας Τάκη Επαμεινώνδα και Άλλοι ν. Δήμου Λεμεσού και Άλλου, ημερομηνίας 28/3/2016, σε Αίτηση των εφεσειόντων αιτητών για τιμωρία του Δήμου Λεμεσού και του Δημάρχου λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με ακυρωτική δικαστική απόφαση, από την οποία παραθέτω σχετικό με τα επίδικα εδώ θέματα απόσπασμα:

«Το άρθρο 146.5 του Συντάγματος, επιβάλλει τη συμμόρφωση.  Εναπόκειται στα διοικητικά όργανα να ενεργήσουν υπεύθυνα, ως θέμα χρηστής διοίκησης, και να συμμορφωθούν προς τις δηλωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου. Η «ενεργός συμμόρφωση», που προνοείται στο εδάφιο 5, του άρθρου146 του Συντάγματος,  παραπέμπει στην υποχρέωση της διοίκησης να επανεξετάζει υπό το φως του ακυρωτικού αποτελέσματος. 

[.]

Η καταδικαστική απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Hornsby v Greece, Application no.18357/91 ημερομηνίας19.3.1997 έφερε στο προσκήνιο το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης των διοικητικών αρχών προς της δικαστικές αποφάσεις.   Κρίθηκε πως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη θα ήταν άνευ περιεχομένου εάν η εθνική έννομη τάξη ενός συμβαλλόμενου κράτους επέτρεπε τη μη εφαρμογή μίας οριστικής δεσμευτικής δικαστικής απόφασης, ενώ υποδείχθηκε παράλληλα η σύμπτωση των συμφερόντων των διοικητικών αρχών, οι οποίες αποτελούν συστατικό στοιχείο κράτους υποκείμενου στο κράτος δικαίου, με την ανάγκη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.  Η αποτελεσματική προστασία ενός διάδικου, ειδικά σε διοικητικές δικαστικές διαδικασίες, και η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτουν την υποχρέωση των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν με τις δικαστικές αποφάσεις.  Όταν οι διοικητικές αρχές αρνούνται ή αποτυγχάνουν ή καθυστερούν να συμμορφωθούν, οι εγγυήσεις, που απολαμβάνει ο διάδικος δυνάμει του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ κατά τη δικαστική φάση της διαδικασίας στερούνται του σκοπού τους (devoid of purpose).  Οι καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ εναντίον της Ελλάδας στην Hornsby και άλλες υποθέσεις που την ακολούθησαν, τελικά οδήγησαν την ελληνική πολιτεία στην αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων και την ψήφιση του εκτελεστικού του Συντάγματος Νόμου 3068/2002 αναφορικά με τη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, ο οποίος καθιερώνει ένα σύστημα ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης. 

Αποτελεί θεμελιακή υποχρέωση του κράτους, δυνάμει του Άρθρου 13 της ΕΣΔΑ[3], να παρέχεται αποτελεσματικό ένδικο μέσο, στην περίπτωση που τα δικαιώματα και οι ελευθερίες ενός ατόμου, με βάση τη Σύμβαση, παραβιάζονται. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών στο δικό μας δικαϊκό σύστημα, σε αντίθεση με κάποια άλλα δικαϊκά συστήματα,[4] δεν επιτρέπει όμως στο δικαστήριο, νομοθετώντας ουσιαστικά, να πληρώσει κενό δικαίου (δέστε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων    (Αρ. 2) (2009) 3 A.A.D. 648).  Εναπόκειται στο νομοθέτη να ενεργήσει στα πλαίσια της δοθείσας προσφάτως ρητής εξουσιοδότησης από το Σύνταγμα, με το άρθρο 146.5Α, σύμφωνα με το οποίο:

«5Α.  Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο το οποίο εκδίδει απόφαση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, έχει δικαιοδοσία ως νόμος ήθελε ορίσει, να εξετάζει και να αποφασίζει κατά πόσον υπήρξε ενεργός συμμόρφωση σε απόφασή του δυνάμενο να επιβάλει κυρώσεις εναντίον μη συμμορφουμένου.»   

Ως εκ των ανωτέρω, η δεύτερη αιτούμενη θεραπεία στην προσφυγή απορρίπτεται.»

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει, βάσει του άρθρου 146.4 του Συντάγματος με €1800 πλέον Φ.Π.Α. έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Σημειώνεται συνεχιζόμενη παράλειψη οφειλόμενης εκ του Συντάγματος ενέργειας για συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, στην προσφυγή της Αιτήτριας με αρ. 60/2013 ημερομηνίας 19.10.2016. Η παράλειψη αυτή κηρύσσεται άκυρη βάσει του άρθρου 146.4 του Συντάγματος και δηλώνεται από το Δικαστήριο πως παν το παραληφθέν έδει να είχεν εκτελεσθεί.

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο