ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 611/2026)
24 Αυγούστου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
LAMBROU & POUTZIOURIS CONSTRUCTION LTD Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ
Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10.6.2026
ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ
Α. Χρίστου (κα), για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτήτρια
Σ. Χατζηστεφάνου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
Γ. Χατζηγιώργης, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της προσφυγής αρ. 611/2026, με την οποία ζητείται-
«Απόφαση και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση ημερομηνίας 05.06.2026 με την οποία η Καθ’ ης η Αίτηση αποφάσισε να απορρίψει την Ιεραρχική Προσφυγή της Αιτήτριας με αρ. 05/2026, δια της οποίας προσβάλλετο η απόφαση του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος ημερομηνίας 05.02.2026, απόρριψης της προσφοράς της Αιτήτριας και ανάθεσης του Διαγωνισμού με αρ. ΤΑΥ 48/2024 και τίτλο «Αποκατάσταση και μετέπειτα φροντίδα των χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων (ΧΑΔΑ) της Επαρχίας Λεμεσού (εκτός του ΧΑΔΑ στο Βατί)» στην εταιρεία CYFIELD ENGINEERING AND CONTRACTING PUBLIC LIMITED για το ποσό των €6.332.838,73 πλέον ΦΠΑ (εφεξής «η προσβαλλόμενη απόφαση»), είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».
Με την υπό κρίση αίτηση, ζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου, με το οποίο «να αναστέλλεται η εκτέλεση πράξη και/ή η εφαρμογή και/ή οι έννομες συνέπειες της απόφασης της Καθ’ ης η Αίτηση ημερομηνίας 05.06.2026, δια της οποίας η Καθ’ ης η Αίτηση απέρριψε την Ιεραρχική Προσφυγή της Αιτήτριας με αρ. 05/2026 και επικύρωσε την απόφαση του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων ημερομηνίας 05.02.2026 να απορρίψει την προσφορά της Αιτήτριας και να κατακυρώσει τον Διαγωνισμό με αρ. ΤΑΥ 48/2024 στην εταιρεία CYFIELD ENGINEERING AND CONTRACTING PUBLIC LIMITED για το ποσό των €6.332.838,73 πλέον ΦΠΑ, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Προσφυγής και/ή την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής». Ζητείται επίσης η έκδοση δικαστικού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος («η αναθέτουσα αρχή»), ημερομηνίας 5.2.2026, με την οποία ο ως άνω αναφερόμενος Διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην εταιρεία CYFIELD ENGINEERING AND CONTRACTING PUBLIC LIMITED, καθώς και να απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια από πλευράς της αναθέτουσας αρχής για την υπογραφή και/ή υλοποίηση της σχετικής σύμβασης, μέχρι την εκδίκαση της υπό αναφορά προσφυγής και/ή την έκδοση απόφασης επ’ αυτής.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Ι. Λ., Διευθύντριας της αιτήτριας εταιρείας, η οποία, ως αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της ιδιότητας και εμπλοκής της σε αυτήν, ενώ, πρόσθετα, έλαβε γνώση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και από σχετική πληροφόρηση των δικηγόρων της αιτήτριας.
Αρχικά, η ομνύουσα αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, ξεκινώντας από την απόφαση της αναθέτουσας αρχής, ημερομηνίας 25.7.2025, για κατακύρωση στην αιτήτρια του Διαγωνισμού με αρ. ΤΑΥ 48/2024 και τίτλο «Αποκατάσταση και μετέπειτα φροντίδα των χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων (ΧΑΔΑ) της Επαρχίας Λεμεσού (εκτός του ΧΑΔΑ στο Βατί)» («ο Διαγωνισμός»), η οποία, κατόπιν καταχώρησης της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025 εκ μέρους του ενδιαφερόμενου μέρους («Ε.Μ.»), ήτοι της εταιρείας CYFIELD ENGINEERING AND CONTRACTING PUBLIC LIMITED, ακυρώθηκε με την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 8.10.2025. Αναφέρεται εν συνεχεία η ενόρκως δηλούσα, στην επανεξέταση που έγινε από την αναθέτουσα αρχή, η οποία απέληξε στην απόφαση ημερομηνίας 5.2.2026, με την οποία απορρίφθηκε η προσφορά της αιτήτριας και ο Διαγωνισμός κατακυρώθηκε στο Ε.Μ.. Κατά της εν λόγω απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση την Ιεραρχική Προσφυγή αρ. 5/2026, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 5.6.2026. Η νομιμότητα και εγκυρότητας αυτής της απόφασης, αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής αρ. 611/2026.
Σύμφωνα με τους περιεχόμενους στην ένορκη δήλωση ισχυρισμούς, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι έκδηλα παράνομη, καθότι-
(α) Η καθ’ ης η αίτηση αρνήθηκε να εξετάσει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, με την αιτιολογία ότι αυτοί συνιστούν απόπειρα αναθεώρησης της προηγούμενης απόφασής της επί της Ιεραρχικής Προσφυγής 16/2025 και, συνακόλουθα, δεν προέβη σε καμία αξιολόγηση των νέων στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιόν της, ούτε εξέτασε τη βασιμότητα των ισχυρισμών της αιτήτριας σχετικά με την εφαρμογή του όρου 6.4.1 στα δεδομένα της περίπτωσης. Ενώ είχε υποχρέωση να εξετάσει τη νομιμότητα της απόφασης της αναθέτουσας αρχής ημερομηνίας 5.2.2026, η οποία και αποτελούσε νέα, διακριτή και εκτελεστή διοικητική πράξη και το αντικείμενο της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 5/2026, η καθ’ ης η αίτηση παραιτήθηκε από την υποχρέωση ουσιαστικού ελέγχου, «καθιστώντας κενό περιεχομένου το δικαίωμα έννομης προστασίας που κατοχυρώνει το άρθρο 19 του Νόμου 104(Ι)/2010 και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης»·
(β) η καθ’ ης η αίτηση παρέβλεψε εντελώς τη βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου, σύμφωνα με την οποία στις περιπτώσεις σύνθετης διοικητικής ενέργειας, ο διοικούμενος μπορεί να προσβάλλει την τελική πράξη και ο έλεγχος επεκτείνεται στο σύνολο των δεδομένων που τη διαμόρφωσαν, συμπεριλαμβανομένων όλων των προηγούμενων αποφάσεων, εν προκειμένω, τόσο αυτής της αναθέτουσας αρχής, όσο και αυτής της καθ’ ης η αίτηση, εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση επανεξέτασης της αναθέτουσας αρχής ημερομηνίας 5.2.2026, ενσωματώνει την προηγηθείσα απόφαση της καθ’ ης η αίτηση επί της Ιεραρχικής Προσφυγής 16/2025 και αποτελεί τη νέα, τελική και εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία γεννά πρακτικές συνέπειες για την αιτήτρια·
(γ) η Καθ’ ης η Αίτηση εσφαλμένα έκρινε ότι το μόνο που μπορούσε να πράξει η αιτήτρια, ήταν η προσβολή της απόφασης αρ. 16/2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, «παραγνωρίζοντας πλήρως ότι η αιτήτρια δεν ήταν διάδικος στην εν λόγω διαδικασία, ότι δικονομικά, η Αιτήτρια για πρώτη φορά απέκτησε φωνή ενώπιον της Καθ’ ης η Αίτηση στο πλαίσιο της Ιεραρχικής Προσφυγής 05/2026 και ότι η Αιτήτρια προσέβαλε με την εν λόγω ιεραρχική προσφυγή μια νέα εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία απορρόφησε όλες τις προηγούμενες στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας». Αντίθετα, όφειλε η καθ’ ης η αίτηση να εξετάσει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στη βάση του πλήρους συνόλου των δεδομένων από τη στιγμή που αυτά τα δεδομένα δεν είχαν τεθεί επαρκώς στην προηγούμενη διαδικασία·
(δ) η καθ’ ης η αίτηση παρέλειψε να εξετάσει τον κρίσιμο ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η ερμηνεία που είχε ήδη δώσει στον όρο 6.4.1, είναι πρακτικά ανεφάρμοστη·
(ε) η καθ’ ης η αίτηση «εσφαλμένα και χωρίς δική της κρίση» απέρριψε τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί άκυρης προσφοράς του Ε.Μ. ως προς τον βασικό εμπειρογνώμονα αρ. 3, «αναπαράγοντας τυφλά τη θέση της Αναθέτουσας Αρχής ότι πληρούσε τους όρους του Διαγωνισμού». Ειδικότερα, η καθ’ ης παρέβλεψε και/ή δεν εξέτασε τον ισχυρισμό ότι ο βασικός εμπειρογνώμονας 3 διέθετε λιγότερο από την απαιτούμενη πενταετή νόμιμη επαγγελματική εμπειρία, κατά παράβαση του όρου 6.4.2 των όρων του Διαγωνισμού, που απαιτεί η επαγγελματική εμπειρία να είναι «σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί ΕΤΕΚ Νόμου».
Περαιτέρω, όπως αναφέρει η ομνύουσα, η προσβαλλόμενη δια της προσφυγής πράξη θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την πλήρη εκδίκαση της προσφυγής και για τον λόγο ότι η εκτέλεσή της θα προκαλέσει στην αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημία. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, από τη στιγμή που η αιτήτρια έλαβε ενημέρωση για την κατακύρωση του Διαγωνισμού σε αυτήν, στις 25.7.2025, εστίασε όλη της την επιχειρησιακή και οικονομική προσπάθεια στην προετοιμασία για την εκτέλεσή του, με αποτέλεσμα από την περίοδο από τα τέλη Ιουλίου 2025 και έκτοτε, η αιτήτρια να μην έχει υποβάλει προσφορά σε άλλους Διαγωνισμούς, κράτησε δε αυτή δεσμευμένο εξοπλισμό, προσωπικό και τεχνική υποδομή για την εκτέλεση του έργου της υπό εξέταση υπόθεσης, αναμένοντας την υπογραφή της σύμβασης. Η οριστική απώλεια του έργου θα προκαλέσει στην αιτήτρια σοβαρά οικονομικά προβλήματα, δεδομένης της μη διεκδίκησης άλλων συμβάσεων λόγω αναμονής της σύναψης της υπό αναφορά σύμβασης. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, η μη κατακύρωση του Διαγωνισμού στην αιτήτρια θα έχει όχι μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά και επαγγελματικές, εφόσον η αιτήτρια «χάνει την ευκαιρία να υλοποιήσει ένα δημόσιο έργο που θα ενίσχυε το χαρτοφυλάκιό της και θα ενίσχυε τις πιθανότητές της να ανταγωνιστεί σε μελλοντικούς διαγωνισμούς παρόμοιου αντικειμένου», συνέπειες οι οποίες δεν είναι δυνατό να αποτιμηθούν σε χρήμα. Με την έκδοση δε της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει πλέον κανένα δικονομικό κώλυμα, προκειμένου η αναθέτουσα αρχή να υπογράψει άμεσα τη σύμβαση με το Ε.Μ., οπότε και η ζημία θα είναι οριστική και ανεπανόρθωτη.
Καταλήγει η ενόρκως δηλούσα, αναφέροντας ότι η μη αναστολή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι μόνο εις βάρος της αιτήτριας, αλλά και του δημοσίου συμφέροντος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσφορά της αιτήτριας ήταν χαμηλότερη από αυτήν του Ε.Μ.. Ούτε και δημιουργείται οποιοδήποτε εμπόδιο στην καθ’ ης η αίτηση από την έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος.
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί περιλαμβάνονται εν πολλοίς και στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της αιτήτριας, η οποίοι, ενίοτε με αναφορά σε σχετική νομολογία, επιχειρηματολογούν, ιδίως, υπέρ της έκδηλης παρανομίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και περί της ανεπανόρθωτης ζημίας που θα επέλθει, υποβάλλοντας, συνακόλουθα, την εισήγηση ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να επιτύχει.
Επιπρόσθετα, οι συνήγοροι της αιτήτριας αντέκρουσαν δια της γραπτής τους αγόρευσης, τις προδικαστικές ενστάσεις που ήγειραν και ανέπτυξαν οι καθ’ ων η αίτηση και το Ε.Μ., κυρίως περί έλλειψης της απαιτούμενης νομιμοποίησης της αιτήτριας να καταχωρήσει και να προωθεί την παρούσα προσφυγή, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε και η υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση.
Κατά τη σχετική εισήγηση, δεδομένου ότι η αιτήτρια επέλεξε να μην προσβάλει με προσφυγή, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, που εκδόθηκε επί της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025, στερείται εννόμου συμφέροντος να εγείρει και προωθεί την παρούσα προσφυγή, επιδιώκοντας επί της ουσίας να προσβάλει την αρχική απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, ήτοι αυτής που εκδόθηκε επί της πρώτης Ιεραρχικής Προσφυγής αρ 16/2025.
Περαιτέρω δε, και σε άρρηκτη διασύνδεση με τα αμέσως πιο πάνω, οι καθ’ ων η αίτηση και το Ε.Μ. εγείρουν και δεύτερη προδικαστική ένσταση, σύμφωνα με την οποία η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος να εγείρει και προωθεί την παρούσα προσφυγή, καθότι αυτή επέλεξε να μην προσβάλει δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου την απόφαση επανεξέτασης της αναθέτουσας αρχής, η οποία ακολούθησε την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση επί της προσφυγής 16/2025 και η οποία απέληξε στην κατακύρωση του Διαγωνισμού υπέρ του Ε.Μ.. Με την δε δεύτερη Ιεραρχική Προσφυγή της (αρ. 5/2026), επί της οποίας εκδόθηκε η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτήτρια προσέβαλε την απόφαση της αναθέτουσας αρχής, που είχε προκύψει κατόπιν επανεξέτασης στη βάση προγενέστερης απόφασης της καθ’ ης η αίτηση, την οποία η αιτήτρια επέλεξε να μην προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο, και με βάση την οποία η αιτήτρια είχε αποκλειστεί, επειδή δεν πληρούσε ουσιώδη όρο του Διαγωνισμού.
Επιπρόσθετα, η πλευρά του Ε.Μ. ήγειρε εν είδει προδικαστικής ενστάσεως και τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και/ή στερείται εννόμου συμφέροντος να εγείρει λόγους που άπτονται της νομιμότητας της προσφοράς του Ε.Μ., προτού και/ή χωρίς να εξεταστεί και να διαπιστωθεί πρώτα, ο παράνομος χαρακτήρας του αποκλεισμού της δικής της προσφοράς: αφενός, δεδομένης της πρώτης προδικαστικής ένστασης ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιούνταν ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση, στα πλαίσια της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 5/2026 αλλ’ ούτε και στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής, να εγείρει αμφισβητήσεις που άπτονται της νομιμότητας/ορθότητας της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση στα πλαίσια της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025, την οποία η αιτήτρια παρέλειψε να προσβάλει και, αφετέρου, όταν θα διαπιστωθεί και/ή επικυρωθεί η νομιμότητα του αποκλεισμού της προσφοράς της αιτήτριας ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, τότε ο αποκλεισμός της αιτήτριας θα αναπτύξει ισχύ δεδικασμένου, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε η αιτήτρια να μην νομιμοποιείται πλέον να εγείρει λόγους που άπτονται της εγκυρότητας της προσφοράς του Ε.Μ..
Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι καθ’ ων η αίτηση, επιχειρηματολογώντας υπέρ της νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης απόφασης, ισχυρίζονται δια της ενστάσεως τους ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή οποιαδήποτε επείγουσα ανάγκη, ούτε και υφίσταται οποιαδήποτε από τις τιθέμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, εφόσον δεν υφίσταται ούτε έκδηλη, αλλ’ ούτε οποιασδήποτε άλλης μορφής παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης, ούτε και υπάρχει πιθανότητα να υποστεί η αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί/θεραπευτεί με οποιαδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να παραχωρηθούν με την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ή με άλλο τρόπο. Περαιτέρω δε, σύμφωνα με την καθ’ ης η αίτηση, οι λόγοι στους οποίους η αιτήτρια στηρίζει την αίτησή της για έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, αποτελούν λόγους που άπτονται άμεσα της ουσίας της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να κριθούν στο παρόν στάδιο, που δεν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης. Αποτελεί επίσης θέση της καθ’ ης η αίτηση ότι τυχόν έκδοση του εξαιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος θα είναι ενάντια στο δημόσιο συμφέρον. Η έκδοση διατάγματος αναστολής είναι εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δεν προβλέπεται άμεσα από το Άρθρο 146 του Συντάγματος, αλλά αναφύεται ως συμφυής εξουσία και πρέπει σε κάθε περίπτωση να ασκείται με φειδώ, ιδιαιτέρως δε όταν η προσφυγή αφορά σε έργα του δημοσίου, που απορρέουν από δημόσιες προσφορές και συμβάσεις, τα οποία πρέπει να προχωρούν όσον το δυνατό απρόσκοπτα χάριν του ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος.
Η ένσταση υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις, του κ. Π. Κ., Μέλους της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, και της κας Α. Κ., Υγειονομικής Μηχανικού στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων (αναθέτουσα αρχή). Στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις, παρατίθεται το ιστορικό της υπόθεσης και εκτίθενται με περισσότερη λεπτομέρεια ισχυρισμοί παρόμοιοι με αυτούς που περιέχονται στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, ήτοι ισχυρισμοί που υποστηρίζουν το αβάσιμο της υπό κρίση αίτησης, εφόσον δεν στοιχειοθετείται ούτε έκδηλη παρανομία, ούτε ανεπανόρθωτη ζημία, τη νομιμότητα και εγκυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και τη σημασία που έχει η άμεση υπογραφή της σύμβασης προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Παρομοίως, στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, πέραν της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη των προαναφερθεισών προδικαστικών ενστάσεων, περιέχονται ισχυρισμοί περί του αβάσιμου της υπό εξέταση αίτηση, εφόσον, κατά την κα Χατζηστεφάνου, ουδόλως στοιχειοθετείται είτε έκδηλη παρανομία, είτε ανεπανόρθωτη ζημία, ενώ και η διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος συνηγορεί υπέρ της μη έκδοσης του εξαιτούμενου διατάγματος. Επιπρόσθετα δε, η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση εγείρει δια της γραπτής της αγόρευσης, ζήτημα ψευδορκίας της ενόρκως δηλούσας κας Λάμπρου, καθότι, παρά τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, η αιτήτρια προσφοροδότησε σε δημόσιο διαγωνισμό μετά την περίοδο «τέλη Ιουλίου του 2025» και δη σε διαγωνισμό ο οποίος προκηρύχθηκε στις 11.7.2025 και είχε καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών την 19.9.2025. Επομένως, ως υποβάλλει η κα Χατζηστεφάνου, η αναφορά της ενόρκως δηλούσας ότι η αιτήτρια από τον Ιούλιο του 2025 και εντεύθεν δεν προσφοροδότησε σε διαγωνισμό, είναι ψευδής.
Το απαράδεκτο και το αβάσιμο της υπό κρίση αίτησης υποστήριξε και η πλευρά του Ε.Μ., δια της δικής της ένστασης και γραπτής αγόρευσης, προβάλλοντας εν πολλοίς παρόμοιους ισχυρισμούς με αυτούς των καθ’ ων η αίτηση, περιλαμβανομένου και του ισχυρισμού περί ψευδορκίας, προβάλλοντας ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, εφόσον προέβη ενόρκως και συνειδητά σε ψευδείς αναφορές ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τη μη συμμετοχή της σε διαγωνισμό και εκ μέρους της υποβολή προσφοράς μετά τον Ιούλιο του 2025.
Η ένσταση του Ε.Μ. υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Α. Τ., ο οποίος είναι Επιμετρητής Ποσοτήτων και απασχολείται στην υπηρεσία του Ε.Μ., ασκώντας καθήκοντα «Εμπορικού Διευθυντή – Υπεύθυνου Αγορών και Προσφορών». Δηλώνει ο ομνύων ότι ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπό εξέταση υπόθεση, ενώ όσον αφορά νομικά σημεία ή/και ισχυρισμούς που έχουν ή/και απαιτούν νομικό υπόβαθρο, έχει λάβει και συμβουλές από τους δικηγόρους του Ε.Μ.. Αφού αναφέρεται στο ιστορικό και τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ενόρκως δηλών τονίζει εν εκτάσει ότι ούτε έκδηλη παρανομία, αλλ’ ούτε και ανεπανόρθωτη ζημία στοιχειοθετείται εν προκειμένω, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πεδίο δικαστικής παρέμβασης. Παρόμοιοι ισχυρισμοί αναπτύσσονται και στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Ε.Μ., με αναφορές σε σχετική νομολογία.
Έχω εξετάσει την επιχειρηματολογία όλων των διαδίκων, υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το υπό εξέταση ένδικο μέσο που επέλεξε η αιτήτρια προς προώθηση των αιτημάτων της, ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται στην παρούσα δυνάμει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Οι δε αρχές που διέπουν την εξέταση προσωρινού διατάγματος στον τομέα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας έχουν κατ’ επανάληψη εξηγηθεί σε επίπεδο Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, πιο πρόσφατα, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Κατά πάγια νομολογία, η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση μιας προσφυγής, ασκείται με φειδώ και μόνον όταν στοιχειοθετηθεί επαρκώς ότι υπάρχει είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή από τη μη έκδοση του διατάγματος (Δημοκρατία ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 3/2020, ημερ. 28.1.2022, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2007) 3 Α.Α.Δ. 32, Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203).
Πρόσφατα, στην απόφασή του, στην Ο.Κ.ΥΠ.Υ. v. CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED, Ε.Δ.Δ. 31/2025, ημερ. 7.4.2026, το Διοικητικό Εφετείο τόνισε ότι η αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης συνιστά εξαιρετική δικαιοδοσία, η οποία αναλαμβάνεται με φειδώ, ήτοι μόνο εφόσον καταδειχθεί πως η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη είναι έκδηλα παράνομη ή επίκειται εξαιτίας της, επαπειλούμενη ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος του προσφεύγοντα (Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 71, Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 3/2020 ημερ. 28.1.2022).
Ειδικότερα ως προς το ζήτημα της έκδηλης παρανομίας, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι αυτή, προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έκδηλη», θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη και αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (Πολύβιος Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992) 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 1857, Economides v. Republic (1982) 3 CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982) 3 Α.Α.Δ. 53). Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ελπίδα Κροκίδου κ.α. v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφερθούμε στη σημασία της φράσης «προφανής παρανομία». Το εννοιολογικό της πλαίσιο προσδιόρισε η νομολογία. Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι υποδηλώνει τις περιπτώσεις που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων. Στο σημείο αυτό η απόφαση Φράγκος και Άλλοι v. Δημοκρατία (1982) 3 Α.Α.Δ. 53 στην σελ. 57 διευκρινίζει
«For the court to act, the illegality must be palpably identifiable without having to probe into disputed facts».
Ακολουθεί σε γενικευτική διατύπωση η σημασία του όρου:
«Although what amounts to flagrant illegality, is nowhere exhaustively defined, it appears to me to involve a clear violation of the procedure envisaged by the law or unquestionable disregard of the fundamental precepts of administrative law.».
Οι σκέψεις του δικαστηρίου επαναλαμβάνονται αυτούσιες στην απόφαση της Ολομέλειας Moyo & Another v. The Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203:
«For the illegality to qualify as flagrant, it must be glaring and as such self-evident and immediately identifiable».
Θα προσθέταμε ότι η έκδηλη παρανομία είναι έννοια που προκύπτει από την αντιδιαστολή της προς την παρανομία.».
Περαιτέρω, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
«Η έννοια της έκδηλης παρανομίας έχει επίσης πάγια νομολογηθεί και υπενθυμίζουμε την απόφαση της Ολομέλειας στη Λοϊζίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 ΑΑΔ 234. Θα πρέπει η παρανομία, αν δεν αναδύεται αυτόματα, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη και μη υποκείμενη σε στάθμιση και έκφραση κρίσης.».
Πιο πρόσφατα, στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. ΝEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD κ.α., Ε.Δ.Δ. 13/2024 και 14/2024, ημερ. 18.7.2024, τονίστηκε εκ νέου ότι η έκδηλη παρανομία αντιδιαστέλλεται από την (απλή) παρανομία, είναι δε αυτή αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, χωρίς χρεία διερεύνησης γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων (βλ. και Ε.Δ.Δ. 3/2020, ανωτέρω). Το δε πρόδηλα βάσιμο ενός προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης σημαίνει κάτι περισσότερο από τη σοβαρή πιθανολόγηση της βασιμότητας. Για να καταλήξει το Δικαστήριο, λέγοντας τα εξής:
«Για να τίθεται, με άλλα λόγια, θέμα έκδηλης παρανομίας, θα πρέπει η παραβίαση να είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων, η δε παρανομία θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα ή, αν δε συμβαίνει τούτο, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να είναι αναγκαία η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (βλ. Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992), 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Economides v. Republic, (1982) CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982), 3 CLR 53). Στην Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.ά., (2013) 3 Α.Α.Δ. 387 επεξηγήθηκε:
«Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, παρανομία για να θεωρηθεί έκδηλη θα πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, με άλλα λόγια, χειροπιαστή παρανομία που να αναγνωρίζεται από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. [Βλ. Μοyο (πιο πάνω), Frangos a.ο. v. The Minister of Interior a.o. (1982) 3 C.L.R. 53, Economides v. Republic (1982) 3 C.L.R. 837, Κροκίδου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)]. Με τον όρο υποδηλώνεται η περίπτωση που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων.»
Είναι σαφές, με βάση όλα τα πιο πάνω, ότι, προκειμένου να μπορεί η παρανομία να χαρακτηριστεί ως «έκδηλη», θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη, αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων και να συνεπάγεται καθαρή παραβίαση της υπό του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας ή αδιαμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
Εν προκειμένω, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων και έχοντας εξετάσει προσεκτικά το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας, τα οποία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δια των ενστάσεων, των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αυτές, αλλά και τις γραπτές αγορεύσεις, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται έκδηλη παρανομία, δεδομένου ότι μια τέτοια παρανομία σαφώς και δεν αναδύεται αυτόματα, αλλ’ ούτε και αναντίλεκτη είναι, χρήζουν δε περαιτέρω διερεύνησης γεγονότα και εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί που εκτίθενται στις προεκτεθείσες ένορκες δηλώσεις, αλλά και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων και αφορούν εν πολλοίς στην ίδια την ουσία της υπόθεσης. Εξάλλου, το γεγονός και μόνον ότι χρειάστηκε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις, αλλά και γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας, αφαιρεί από την ίδια την έννοια και το περιεχόμενο του ίδιου του όρου της έκδηλης παρανομίας ως παρανομίας αυταπόδεικτης και άμεσα αναγνωρίσιμης που αναδύεται αυτόματα, χωρίς την ανάγκη διερεύνησης γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων και καταδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι υφίστανται αντικρουόμενα γεγονότα ή/και ισχυρισμοί που χρήζουν περαιτέρω συγκεκριμενοποίησης και διερεύνησης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται βάσιμος λόγος ακύρωσης και/ή παρανομία, η οποία πάντως, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έκδηλη.
Αντίθετα, έκδηλη είναι η παράλειψη της αιτήτριας να προσβάλει δια προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο την αρχική απόφαση της καθ’ ης η αίτηση επί της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025. Αποτελεί κοινό έδαφος όλων των διαδίκων ότι η απόφαση της αναθέτουσας αρχής, ημερομηνίας 25.7.2025, για κατακύρωση στην αιτήτρια του Διαγωνισμού, ακυρώθηκε με την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 8.10.2025, κατόπιν καταχώρησης της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025 εκ μέρους του Ε.Μ.. Πράγματι, στην εν λόγω διαδικασία, η αιτήτρια δεν ήταν διάδικος και δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση. Είχε, όμως, η αιτήτρια κάθε δυνατότητα να προσβάλει δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 8.10.2025. Ωστόσο, δεν το έπραξε. Κατά την επανεξέταση, μετά την εν λόγω ακυρωτική απόφαση, η αναθέτουσα αρχή, με την απόφασή της ημερομηνίας 5.2.2026, απέρριψε την προσφορά της αιτήτριας και κατακύρωσε τον Διαγωνισμό στο Ε.Μ.. Κατ’ αυτής της απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την Ιεραρχική Προσφυγή αρ. 5/2026, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 5.6.2026.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, το ουσιαστικό και μοναδικό ζήτημα έκδηλης παρανομίας που εγείρει, απορρέει από την θέση της καθ’ ης η αίτηση, η οποία, με τα όσα παρέθεσε στην απόφασή της, «ουσιαστικά παραιτήθηκε από την ίδια την υποχρέωσή της να ασκήσει τον ουσιαστικό έλεγχο που της αναθέτει ο Νόμος, καθιστώντας κενό περιεχομένου το δικαίωμα έννομης προστασίας της Αιτήτριας και αγνοώντας πρόδηλα οποιαδήποτε ισχυρισμό επί τούτου έθεσε η Αιτήτρια». Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η ευπαίδευτη συνήγορος για την αιτήτρια αναφέρεται ειδικά στο εξής απόσπασμα από τη σελίδα 21 της επίδικης απόφασης:
«Η ΑΑΠ σύμφωνα με τη νομολογία δεν μπορεί να εξετάσει και να αποφασίσει εκ νέου το ίδιο θέμα που ηγέρθηκε στην Προσφυγή Αρ. 16/2025, δηλ. της ερμηνείας του όρου 6.4.1 στη βάση της οποίας προχώρησε η Αναθέτουσα Αρχή κατά την επανεξέταση. Δεν παρουσιάστηκαν δε νέα δεδομένα που να δικαιολογούν την επανεξέταση του θέματος της ερμηνείας του όρου […] Η απόφαση της ΑΑΠ μπορούσε μόνο να τύχει αμφισβήτησης με προσφυγή από πλευράς Αιτητών ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 104(Ι)/2010, που όμως δεν έλαβαν τέτοιο διάβημα.».
Σημειώνεται συναφώς ότι στο πλαίσιο της Ιεραρχικής Προσφυγής της, με αρ. 5/2026, η αιτήτρια είχε εγείρει τον ισχυρισμό ότι υπήρξε εσφαλμένη η κρίση της αναθέτουσας αρχής ότι η προσφορά της δεν πληρούσε τον όρο 6.4.1 του Τόμου Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού που αφορά στις Τεχνικές και Επαγγελματικές Ικανότητες και ότι η αναθέτουσα αρχή κατά την επανεξέταση, δεν ερμήνευσε ορθά τον εν λόγω όρο. Η καθ’ ης η αίτηση, στην επίδικη απόφασή της, αφού παρέθεσε σχετικό απόσπασμα από την αρχική απόφασή της, επί της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025, αναφέρθηκε σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις της αποτελούν δεδικασμένο προς το κατώτερο διοικητικό όργανο, τονίζοντας ότι στην υπό συζήτηση υπόθεση η αναθέτουσα αρχή, κατά τη λήψη της απόφασής της, έλαβε υπόψη την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο 6.4.1 από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών. Κατέληξε δε η καθ’ ης η αίτηση, λέγοντας αυτολεξεί τα εξής στην επίδικη απόφασή της:
«Η ΑΑΠ σύμφωνα με τη νομολογία δεν μπορεί να εξετάσει και να αποφασίσει εκ νέου το ίδιο θέμα που ηγέρθηκε στην Προσφυγή Αρ. 16/2025, δηλ. της ερμηνείας του όρου 6.4.1 στη βάση της οποίας προχώρησε η Αναθέτουσα Αρχή κατά την επανεξέταση. Δεν παρουσιάστηκαν δε νέα δεδομένα που να δικαιολογούν την επανεξέταση του θέματος της ερμηνείας του όρου, ως η εισήγηση των Αιτητών. Η διαφορετική ερμηνεία που προσδίδει στον όρο ο δικηγόρος των Αιτητών δεν συνιστά νέο δεδομένο. Η απόφαση της ΑΑΠ μπορούσε μόνο να τύχει αμφισβήτησης με προσφυγή από πλευράς Αιτητών ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 104(Ι)/2010, που όμως δεν έλαβαν τέτοιο διάβημα.
Ενόψει της απόφασής μας αυτής, η ανάλυση και εξέταση των επιμέρους εισηγήσεων των Αιτητών ως προς την ορθή ερμηνεία του όρου 6.4.1 στα σημεία που διαφέρει από την ερμηνεία που δόθηκε από την ΑΑΠ ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθηκε η διαδικασία στην Προσφυγή 16/2025 ενώπιον της ΑΑΠ όπου η Αναθέτουσα Αρχή δεν αντιπροσωπεύθηκε από δικηγόρο, δεν μπορούν να εξεταστούν. Είναι φανερό ότι όλες οι εισηγήσεις εντάσσονται στην προσπάθεια των Αιτητών ανατροπής της ερμηνείας που δόθηκε από την ΑΑΠ στην Προσφυγή 16/2025 σε σχέση με τον πιο πάνω όρο, εγχείρημα ανεπίτρεπτο ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεών μας.».
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, και υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας, κρίνω ότι ουδεμία έκδηλη παρανομία στην επίδικη απόφαση στοιχειοθετείται. Είναι δε ορθή η διαπίστωση της καθ’ ης η αίτηση ότι η αρχική της απόφαση, ημερομηνίας 8.10.2025, μπορούσε να τύχει αμφισβήτησης με προσφυγή από την αιτήτρια ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, κάτι που, ωστόσο, παρέλειψε να πράξει η αιτήτρια, όπως επίσης και ότι το ζήτημα της ερμηνείας του όρου 6.4.1 των Εγγράφων του Διαγωνισμού, στη βάση της οποίας προχώρησε η αναθέτουσα αρχή κατά την επανεξέταση, είχε ήδη εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία, στο πλαίσιο της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025, όπως προκύπτει από την απόφαση ημερομηνίας 8.10.2025.
Το κατά πόσον η επίδικη απόφαση υπήρξε σύννομη ή αν πράγματι διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρανομία, όπως βεβαίως και το κατά πόσον και η προηγηθείσα απόφαση της αναθέτουσας αρχής υπήρξε νόμιμη, είναι ζητήματα προς εξέταση στο πλαίσιο εξέτασης της προσφυγής, δεδομένου ασφαλώς και του γεγονότος ότι το κύριο ζήτημα που αναφύεται, άπτεται ευθέως της ουσίας της υπόθεσης.
Πράγματι, δεν χωρεί εν προκειμένω αμφιβολία ότι όλοι οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί της πλευράς της αιτήτριας περί έκδηλης παρανομίας σχετίζονται ευθέως με τον ίδιο τον πυρήνα της επίδικης διαφοράς και την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιώδους όρου 6.4.1 των Εγγράφων του Διαγωνισμού στη βάση του συνόλου των ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση στοιχείων και/ή δεδομένων. Κατά πάγια νομολογία, ωστόσο, δεν είναι ορθό το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση για προσωρινό διάταγμα, να διαγιγνώσκει, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, και την ουσία της προσφυγής (Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3056, Πρόδρομος Α. Σέργη ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 98/14, ημερ. 5.3.2014). Αποτελεί διαχρονική γραμμή της ημεδαπής νομολογίας ότι τα νομικά ζητήματα, που συνιστούν την ουσία μιας υπόθεσης, πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη αυτής. Επίλυσή τους στο στάδιο της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή και ανεπίτρεπτη επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα, που θα εξεταστούν από τον δικάζοντα Δικαστή (Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1982) 3 Α.Α.Δ. 837).
Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κώστας Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 387, «ακόμα όμως και όταν η έκδηλη παρανομία αποτελεί λόγο άμεσης αναστολής της εκτέλεσης διοικητικής απόφασης, η προσέγγιση θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη, γιατί διαφορετικά η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα καταντούσε μάταιη προσπάθεια. [Βλέπε Sofocleous v. Republic (1971) 3 C.L.R. 345, Karram v. Republic (1983) 3 C.L.R. 199]. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Miltiadous v. Republic (1972) 3 C.L.R. 341, ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επίδικων θεμάτων εκκρεμούσας της διαδικασίας».
Στην Hellenic Petroleum Cyprus Ltd ν. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, Υποθ. Αρ. 518/2006, ημερ. 20.3.2006, επισημάνθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στην υπόθεση Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857, λέχθηκε ότι το δικαστήριο δεν πρέπει, κατά την εξέταση τέτοιας φύσης αίτησης, να υπεισέλθει, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, στην ουσία της διαφοράς και να εκφέρει τελική κρίση επί του θέματος. Ακόμα και όταν η έκδηλη παρανομία αποτελεί λόγο άμεσης αναστολής της εκτέλεσης της διοικητικής απόφασης, η προσέγγιση θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη, γιατί διαφορετικά η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα καταντούσε μάταιη προσπάθεια (Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345 και Karram v. The Republic (1983) 3 C.L.R. 199, Πατσαλίδης ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Υποθ. Αρ. 206/2001, ημερ. 23.3.2001).
Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Georghios Miltiadous v. The Republic (1972) 3 C.L.R. 341, ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επιδίκων θεμάτων εκκρεμούσης της διαδικασίας.
Στο διοικητικό δίκαιο, η απλή ύπαρξη σοβαρών θεμάτων προς εκδίκαση δεν αποτελεί αρκετό λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος (Sarkissian κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1075/95, ημερ. 15.1.1996 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 496/2002, ημερ. 26.7.2002).
Η χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης είναι αποσυνδεδεμένη από τις πιθανότητες επιτυχίας της κύριας αίτησης. Ο τυχόν παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης πράξης, καθώς και η πιθανολόγηση του βάσιμου της ακύρωσής της, δεν συνιστούν λόγους αναστολής (Sarkissian κ.α. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, και Σκουρής, Η Δικαστική Αναστολή Εκτελέσεως των Διοικητικών Πράξεων, τρίτη έκδοση, παραγρ. 100).
Ακόμα και όταν οι πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης του αιτητή είναι ολοφάνερες, αυτό δεν αποτελεί παρά απλώς ένα παράγοντα που συνηγορεί έντονα υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος (Georghiades (No.1) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, 395). Ακόμα, δηλαδή, και στις περιπτώσεις που η αξίωση του αιτητή φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα θα επιτύχει, το διάταγμα δεν χορηγείται ως θέμα ρουτίνας.».
Παρομοίως, και στην υπό κρίση περίπτωση, τυχόν εξέταση στο παρόν στάδιο των πιο πάνω ισχυρισμών της αιτήτριας, θα ισοδυναμούσε με εξέταση της ουσίας της διαφοράς και διαμόρφωση, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, τελικής κρίσης επί του θέματος και, κατ’ επέκταση, επί της προσφυγής. Πράγμα βεβαίως ανεπίτρεπτο. Ας σημειωθεί ότι παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από το παρόν Δικαστήριο τόσο στην Ματθαίος Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1349/2016, ημερ. 25.1.2017, όσο και στην Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 401/2019, ημερ. 25.4.2019, αλλά και πιο αργότερα στην Σύνδεσμος Τυροκόμων Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 106/2021, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:D393, όπου και ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση, η δε εκδοθείσα ενδιάμεση απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε.
Περαιτέρω, και οι εν είδει προδικαστικής ενστάσεως προβληθέντες ισχυρισμοί, ως σχετιζόμενοι άμεσα με τα πιο πάνω και, κατ’ επέκταση, με την ίδια την ουσία της υπόθεσης, δεν θα τύχουν περαιτέρω εξέτασης στο παρόν στάδιο. Αυτό βεβαίως αφορά και στους ισχυρισμούς περί έλλειψης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της αιτήτριας, οι οποίοι συνδέονται με τον ισχυρισμό ότι με την παρούσα προσφυγή, η αιτήτρια ουσιαστικά επιχειρεί να αναθεωρήσει την προηγούμενη απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, επί της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 16/2025, χωρίς να έχει παρουσιάσει νέα στοιχεία και/ή δεδομένα, αλλά και χωρίς να έχει προσβάλει δικαστικώς την εν λόγω απόφαση, ως όφειλε. Ωστόσο, το κατά πόσον έχουν παρουσιαστεί νέα στοιχεία ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση στο πλαίσιο της Ιεραρχικής Προσφυγής αρ. 5/2025 και το κατά πόσον τελικά η επίδικη απόφαση της καθ’ ης η αίτηση είναι αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης όλων των ενώπιον της δεδομένων, αποτελεί ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της προσφυγής και όχι στο παρόν στάδιο, κατά το οποίο και περιορίζομαι να διαπιστώσω ότι δεν στοιχειοθετείται έκδηλη παρανομία. Και τούτο καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, μια τέτοια παρανομία δεν αναδύεται αυτόματα, αλλ’ ούτε και αναντίλεκτη είναι, ως η πάγια νομολογία απαιτεί, τα δε εγειρόμενα ζητήματα δεν μπορούν να αποφασισθούν χωρίς στάθμιση και κρίση εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης (Netvision Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α. (2004) 4 Α.Α.Δ. 918, Hewlett Packard Hellas E.P.E. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1056/2004, ημερ. 4.4.2005), όπως και οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στις προεκτεθείσες ένορκες δηλώσεις και στις γραπτές αγορεύσεις των μερών και αφορούν, μεταξύ άλλων, στο κατά πόσον υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των όρων του Διαγωνισμού και, συνακόλουθα, στο κατά πόσον και η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, αλλά και η προηγηθείσα της αναθέτουσας αρχής υπήρξε εσφαλμένη ή/και παράνομη. Τα πιο πάνω ζητήματα, τα οποία αναμφίβολα συνιστούν τον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης, θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ουσίας της προσφυγής, όταν και θα εξεταστεί η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία στη βάση του συνόλου των τεθέντων στοιχείων.
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας δεν στοιχειοθετείται και, συνακόλουθα, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώ τώρα να εξετάσω τον δεύτερο παράγοντα επί του οποίου δύναται να εδραιωθεί αίτημα της φύσεως όπως του υπό εξέταση, ήτοι την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς από τη μη έκδοση του διατάγματος, δεδομένου ότι οι αιτητές εγείρουν με την υπό κρίση αίτηση και ισχυρισμούς περί ανεπανόρθωτης ζημίας.
Πλούσια και επ’ αυτού του ζητήματος είναι η ημεδαπή νομολογία, η οποία πάγια και διαχρονικά υπαγορεύει ότι απαιτείται από τον αιτητή η απόδειξη σοβαρής πιθανότητας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, υλική ή ηθική, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (BEHZAD MOTMAEN FAAL v Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 666/2014, ημερ. 8.7.2014, NASHAT MONER LOFTY MATRY v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5848/2013, ημερ. 7.11.2013). Ο αιτητής, εν προκειμένω η αιτήτρια, θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, υλική ή ηθική, αν δεν ανασταλεί η πράξη μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής (βλ. και Ν. Χαραλάμπους, «Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου», 2η Έκδοση, 2006, σελ. 32). Ανεπανόρθωτη είναι η ζημία που δεν μπορεί να θεραπευτεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος, σε περίπτωση που ο αιτητής επιτύχει στην προσφυγή του. Η αναγκαία μαρτυρία προς τούτο θα πρέπει να εισηγείται και να αποδεικνύει ότι η ζημιά που θα υποστεί ο αιτητής δεν μπορεί να τύχει αποκατάστασης με τις θεραπείες που θα χορηγηθούν με την επιτυχία της προσφυγής του ή ακόμη με άλλο τρόπο. Αντίθετα, η τυχόν βλάβη, εφόσον είναι αποτιμητή σε χρήμα και, άρα, επανορθωτή μετά την ακύρωση της πράξης επί της ουσίας, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, αποτελεί λόγο μη αναστολής της πράξης (Α.Σ. Αγγελίδη «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2011, σελ. 151). Στην Κροκίδου, ανωτέρω, αναφέρεται ότι, όταν η ζημία που θα προκληθεί είναι καθαρά χρηματικού χαρακτήρα και η πλήρης επανόρθωσή της από τη Διοίκηση είναι απόλυτα εφικτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη (βλ. και Procopiou and others v. The Republic (1979) 3 C.L.R. 686). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστώνεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας, το αίτημα για προσωρινό διάταγμα μπορεί να απορριφθεί αν κριθεί ότι η έκδοσή του θα παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση του έργου της Διοίκησης (Kadivari v. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, Μαρκουλίδου ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 3413, Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345).
Όλες οι πιο πάνω αρχές συνοψίστηκαν μεταγενέστερα, στην Γρηγόρης Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας της Κύπρου (1995) 4 Α.Α.Δ. 1556, όπου λέχθηκε ότι πρέπει επίσης να υφίσταται μαρτυρία ανεπανόρθωτης ζημίας, ήτοι ζημίας η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να παραχωρηθούν με την ακύρωση της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης, ενώ ακόμα και όταν υφίσταται τέτοια ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος αν είναι πιθανόν το διάταγμα να δημιουργήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στο έργο της Διοίκησης, οπότε και το προσωπικό συμφέρον του αιτητή θα πρέπει να υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον και το διάταγμα να μην εκδίδεται (Monica Rodat v. The Republic (1988) 3 C.L.R. 937).
Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, καθώς και την επιχειρηματολογία της αιτήτριας, ως αυτή εκτίθεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αλλά και στη γραπτή της αγόρευση, και υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών επί του υπό συζήτηση θέματος, κρίνω ότι ούτε ο ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης ζημίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Εν πρώτοις, πρόκειται για ισχυρισμούς περί ζημίας, οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό γενικόλογοι. Εν πάση δε περιπτώσει, η όποια μορφή ζημίας θα μπορούσε να επέλθει στην αιτήτρια από τη μη κατακύρωση του Διαγωνισμού σε αυτήν, συνιστά ζημία που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σε περίπτωση θετικής για την αιτήτρια έκβασης της προσφυγής, θα μπορούσε να αποτιμηθεί οικονομικώς η ζημία που υπέστη λόγω της απώλειας της πιθανότητας να της ανατεθεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης και, συνεπώς, θα ήταν δυνατή η πλήρης αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που θα είχε υποστεί (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην Communicaid Group Ltd v. Ευρωπαϊκής Επιτροπής, T‑4/13, ημερ. 11.3.2013, σκέψεις 33 -38).
Είναι εδώ το κατάλληλο σημείο να υπομνησθεί ότι κατά τη νομολογία, η συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό γεννά απλή προσδοκία κατακύρωσης και όχι δέσμευση κατακύρωσης σε συγκεκριμένο προσφοροδότη (Ο.Κ.ΥΠ.Υ., ανωτέρω). Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην Communicaid Group Ltd, ανωτέρω, μια επιχείρηση «συμμετέχουσα σε τέτοια διαδικασία δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιη ότι θα της ανατεθεί το αντικείμενο της συμβάσεως, αλλά πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο της αναθέσεώς του σε άλλον διαγωνιζόμενο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες για την οικεία επιχείρηση, λόγω απορρίψεως της προσφοράς της, είναι, κατ’ αρχήν, μέρος του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου, τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στην αγορά». Στην ίδια υπόθεση, επεσήμανε επίσης το Δικαστήριο ότι, στο βαθμό που γίνεται επίκληση προσβολής της φήμης της συμμετέχουσας επιχείρησης, «η συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό, εκ της φύσεώς του ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό, συνεπάγεται κινδύνους για όλους τους συμμετέχοντες, ο αποκλεισμός δε ενός διαγωνιζομένου, δυνάμει των κανόνων του διαγωνισμού, δεν μπορεί, αυτός καθ’ αυτόν, να επιφέρει ζημία».
Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, ούτε ο ισχυρισμός περί προσβολής της φήμης και πελατείας της αιτήτριας μπορεί να θεμελιώσει ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημίας. Η συμμετοχή επιχειρήσεων σε διαγωνισμούς του δημοσίου, αποτελεί συνήθη πρακτική και μέρος της επιχειρηματικής τους δράσης, χωρίς να είναι εξασφαλισμένη κάθε φορά η κατακύρωση σε αυτούς ενός διαγωνισμού. Η δε ισχυριζόμενη απώλεια φήμης και πελατείας, ως συνιστώσα ανεπανόρθωτη ζημία, λόγω μη κατακύρωσης ενός διαγωνισμού, δεν ανταποκρίνεται στη φύση ενός δημόσιου διαγωνισμού, ο οποίος εμπεριέχει μεγάλη πιθανότητα μία προσφορά να μην κατακυρωθεί σε προσφοροδότη που δεν πληροί κάποιο κριτήριο συμμετοχής. Συνεπώς, η συμμετοχή σε ένα δημόσιο διαγωνισμό, προϋποθέτει και αποδοχή της πιθανότητας περί μη κατακύρωσης, υπό την έννοια ότι όποιος συμμετέχει σε ένα δημόσιο διαγωνισμό, μόνον προσδοκία κατακύρωσης μπορεί να έχει, ενώ η φήμη και πελατεία αποτελούν άϋλα στοιχεία του ενεργητικού μίας επιχείρησης, ώστε να καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης του επηρεασμού τους και να μην αρκούν γενικές και αόριστες αναφορές επ’ αυτού.
Παρομοίως, στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι στερούνται βασιμότητας, αλλά και της απαιτούμενης συγκεκριμενοποίησης και/ή του απαιτούμενου προσδιορισμού οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί ανεπανόρθωτης βλάβης λόγω του ότι, με την απώλεια του συγκεκριμένου έργου, θα προκληθεί απώλεια ευκαιριών στην αγορά και στο κύρος και ότι θα επηρεαστεί δυσμενώς η εταιρεία σε προσωπικό, εξοπλισμό και τεχνική υποδομή. Δεν έχουν προσκομιστεί επαρκή στοιχεία επ’ αυτού, ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην Intertranslations (Intertransleïsions) Metafraseis ν. Κοινοβουλίου, T‑20/20, ημερ. 13.3.2020) και, συνακόλουθα, και αυτοί οι ισχυρισμοί κρίνονται ως ανεπαρκείς, εφόσον δεν προσδιορίζονται και/ή δεν τεκμηριώνονται επαρκώς: ο κατ’ ισχυρισμόν δυσμενής επηρεασμός και/ή υποθετικές και μελλοντικές και ενδεχόμενες απολύσεις δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ανεπανόρθωτη βλάβη.
Γενικότερα, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας κρίνονται ανεπαρκείς για να στοιχειοθετήσουν ανεπανόρθωτη ζημία και απορρίπτονται.
Βεβαίως, με την κατάληξή μου αυτή, δεν αποφασίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η εγκυρότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης, επίδικης, απόφασης. Αυτή θα διαγνωστεί κατά την εκδίκαση της προσφυγής.
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται άνευ ιδιαίτερης σημασίας και δεν θα τύχει περαιτέρω εξέτασης ο ισχυρισμός των καθ’ ων η αίτηση και του Ε.Μ. περί ψευδορκίας και/ή έλλειψης «καθαρών χεριών» εκ μέρους της πλευράς της αιτήτριας. Αυτός ο ισχυρισμός ουδόλως επηρεάζει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου τούτου επί της τύχης της υπό εξέταση αίτησης, που είναι και το μόνο ζητούμενο.
Κατά συνέπεια, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της προσφυγής.
Η προσφυγή ορίζεται για περαιτέρω οδηγίες την 17.9.2026 και ώρα 9.15 π.μ..
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο