ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 736/2026 (Κ))
(i-Justice)
31 Αυγούστου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
LAMAH NENEGOLO
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Νατάσα Χαραλαμπίδου, για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον αιτητή.
Α. Φιλίππου, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 8.7.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος Γουινέας, ο οποίος εισήλθε σε άγνωστο χρόνο στη Δημοκρατία.
Στις 24.8.2023 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 22.7.2025.
Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.2154/25 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 22.5.2026.
Ακολούθως και δη στις 19.6.2026 ο αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 24.6.2026. Είναι καθόλα παραδεκτό αλλά προκύπτει και από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι η απορριπτική αυτή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 15.7.2026.
Στις 8.7.2026, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Κατά την ίδια δε ημέρα εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 22.5.2026, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 10.7.2026.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.
Επί της ουσίας, οι πλείστοι εκ των προβαλλόμενων ισχυρισμών του αιτητή που αναπτύσσονται στη γραπτή του αγόρευση εδράζονται στην κύρια και κεντρική θέση ότι η υποβολή της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης του στις 19.6.2026 είχε ως αποτέλεσμα ο αιτητής να ανακτήσει το προηγούμενο νόμιμο καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας και να διατηρεί δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία μέχρι τη λήψη απόφασης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως του. Τούτο, κατά τον αιτητή, διότι αν και η μεταγενέστερη αίτηση του απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 24.6.2026, ήτοι πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, η εν λόγω απόφαση ουδέποτε επιδόθηκε και/ή κοινοποιήθηκε στον αιτητή πριν από τις 15.7.2026, με αποτέλεσμα αυτή να μην παρήγαγε οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα μέχρι την κοινοποίηση της και συνεπώς η εξέταση της να ήτο σε εκκρεμότητα κατά το χρόνο κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και έκδοσης των διαταγμάτων ήτοι στις 8.7.2026.
Είναι δε επί της πιο πάνω θέσης που ο αιτητής εδράζει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:α) οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι προϊόν μη δέουσας έρευνας, πλάνης, κατάχρησης και μη χρηστής διοίκησης, β) η αιτιολογία που προβάλλεται στα επίδικα διατάγματα ήτοι ότι ο αιτητής «παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 22/05/2026, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας» είναι λανθασμένη και παραπλανητική καθότι από τις 19.6.2026 που καταχωρήθηκε η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση του, ο αιτητής είχε ανακτήσει το καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας με δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία, μέχρι ολοκληρωτικής εξέτασης της και γ)τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν την αρχή της μη επαναπροώθησης καθότι από τη στιγμή που ο αιτητής καταχώρησε μεταγενέστερη αίτηση, οι καθ’ ων η αίτηση εμποδίζονται να τον απελάσουν σε χώρα που ισχυρίζεται ότι υφίσταται δίωξη εκκρεμούσης της μεταγενέστερης αίτησης του.
Ο κ. Φιλίππου, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αντέτεινε, μεταξύ άλλων, ότι καθόλα ορθά οι καθ΄ων η αίτηση προέβηκαν στην κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης τους ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία.
Η όλη εισήγηση του αιτητή είναι παντελώς αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς σωρευτικώς απορριπτέοι κρίνονται και όλοι οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί του αιτητή, ως αυτοί έχουν καταγραφεί ανωτέρω και οι οποίοι εδράζονται επί της πιο πάνω εισήγησης.
Τούτο διότι η όλη εισήγηση παραβλέπει ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 8.7.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Ως ήδη υποδείχθηκε και ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης επιβεβαιώνει με τρόπο αναντίλεκτο ήδη από τις 22.5.2026- και βεβαίως σε χρόνο προ της έκδοσης των επίδικων αποφάσεων- είχε εκδοθεί επικυρωτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ώστε αυτή, συμφώνως και με τα όσα διαλαμβάνονται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(1)/2000, κατέστη τελική.
Δοθέντων των ανωτέρω τα όσα ο αιτητής εισηγείται εξ αφορμής της μη κοινοποίησης της ήδη ληφθείσας απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησης του ημερομηνίας 19.6.2026- αφού αυτή είχε ήδη κριθεί ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 24.6.2026- ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν στις 8.7.2026. Η δε θέση της πλευράς του αιτητή ότι ο αιτητής δια της υποβολής και μόνο της μεταγενέστερης αίτησης του- η οποία κατά την εισήγηση παρέμενε εξαιτίας της μη κοινοποίησης της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου σε εκκρεμότητα- ανακτούσε το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας, εμφανώς παραβλέπει ότι ούτε καν η υποβολή πρώτης μεταγενέστερης αίτησης δεν δύναται να προσδώσει στον εκάστοτε αιτητή καθεστώς αιτητή ασύλου ή δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία μέχρι την εξέταση αυτής αλλά ούτε και να επηρεάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν κατά το χρόνο που εκκρεμεί η εξέταση του παραδεκτού της (Nsah ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ.20/2024, ημερομηνίας 22.10.2024) (Madber v Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 8/22, ημερομηνίας 17/11/22). Ό,τι έχει σημασία, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο αιτητής έπαυσε να κατέχει το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας ήδη από τις 22.5.2026 -και σαφώς πριν από την έκδοση των επίδικων αποφάσεων- όταν και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή αρ.2154/25 που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 22.7.2025 επί της αρχικής του αίτησης για χορήγηση διεθνούς προστασίας.
Αυτό δε το γεγονός, το οποίο ο αιτητής ουδόλως αμφισβήτησε, είναι που αποτυπώνεται στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 8.7.2026 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, το οποίο, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί, ήταν ενώπιον των καθ΄ων η αίτηση κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
Επομένως ο αιτητής και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ.105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του ήτοι στις 8.7.2026 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, από τις 22.5.2026, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε και η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του, ως άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στη δοθείσα αιτιολογία της απόφασης για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη αλλά και του διατάγματος απέλασης.
Απορριπτέος κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός του αιτητή ότι η δοθείσα αιτιολογία του διατάγματος κράτησης είναι ανυπόστατη και δεν συνάδει, ως προϊόν πλάνης, με τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Όπως ρητά αναγράφεται και επεξηγείται και στο ίδιο το διάταγμα κράτησης διαπιστώθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1) (α) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και είναι αρνητικός στον επαναπατρισμό του, χωρίς να υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Τα όσα ο αιτητής αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ήτοι ότι η αρνητικότητα του σε επαναπατρισμό οφείλεται στο ότι ο ίδιος υφίσταται σοβαρή δίωξη στη χώρα καταγωγής εξού και ως ισχυρίζεται καταχώρησε μεταγενέστερη αίτηση, ουδόλως αντικρούουν τα όσα νομίμως καταγράφονται στην ίδια την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και τα οποία επιβεβαιώνονται ευθέως από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Αρκεί δε να σημειωθεί ότι η θέση αυτή παραγνωρίζει πλήρως το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τόσο η αίτηση ασύλου όσο και η Προσφυγή που καταχώρησε κατά της νομιμότητας της απόφασης αυτής αλλά ακόμα και η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση που ο αιτητής υπέβαλε κρίθηκαν απορριπτέες. Τα πιο πάνω επισφραγίζουν οριστικά το ζήτημα περί υφιστάμενης δίωξης καθώς και περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Ούτε και όμως αποτελεί επάλληλη αιτιολογία του επίδικου διατάγματος κράτησης τα όσα καταγράφονται στην επιστολή του υπεύθυνου της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια του Τμήματος αναφορικά με το διαβατήριο του αιτητή καθώς και με το ότι ο αλλοδαπός αρνήθηκε να αναφέρει τον τόπο διαμονής του και επομένως τα όσα αναφέρει επί τούτου η συνήγορος του αιτητή παραμένουν ανεπίδεκτα δικαστικής κρίσεως, αφού δεν αποτέλεσαν ένα εκ των καταγεγραμμένων, στο διάταγμα κράτησης, λόγων για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
Υπενθυμίζεται δε ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή, της δηλωθείσας άρνησης του για επαναπατρισμό, η οποία επιβεβαιώνεται αναντίλεκτα από την επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 8.7.26 καθώς και της μη συμμόρφωσης του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής του αιτητή χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Επομένως το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).
Ούτε και όμως η απλή αναφορά στη γραπτή αγόρευση του αιτητή ότι ο αιτητής διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία, αφού σ΄ αυτή, βρίσκονται, ως ισχυρίζεται, τα αδέλφια του, τα οποία διατηρούν καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας, κάτι που κατά την εισήγηση αγνοήθηκε και ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο διαφυγής, μπορεί να αναιρέσει τη νομιμότητα των πιο πάνω διαπιστώσεων της διοίκησης και να αποδείξει αφ΄εαυτής τα όσα ο αιτητής επιθυμεί. Άλλωστε από τα ενώπιον μου στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται και έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου επί των οποίων αποτυπώνονται όλα τα δεδομένα του αιτητή περιλαμβανομένων και των όσων ο ίδιος ο αιτητής δήλωσε, δεν προκύπτει οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση και δεν υπάρχει καμία αναφορά σε άλλα μέλη της οικογένειας του και δη στα αδέλφια του.
Καταληκτικά επισημαίνω ότι ο αιτητής δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).
Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο