ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1419/2019)
18 Σεπτεμβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ANOMA MANGALIKA WANASINGHE,
Αιτήτριας,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,
Καθ' ων η αίτηση.
……………………………
Κυριακή Χατζησέργη, για την Αιτήτρια.
Ραφαέλα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 17.7.2019, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της, ημερομηνίας 28.11.2016, για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει πολιτογράφησης. Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε δύο ευρήματα των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι στο ότι η Αιτήτρια δεν έχει επαρκείς πόρους συντήρησης και ότι δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο.
Η Αιτήτρια, υπήκοος Σρι Λάνκα, γεννήθηκε στις 10.10.1956 και αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 10.5.2000, με άδεια εισόδου ως οικιακή βοηθός και έκτοτε ανανέωνε διαδοχικά την άδεια παραμονής και εργασίας της υπό την ιδιότητα αυτή σε διάφορους εργοδότες. Στις 3.12.2007 υπέβαλε την πρώτη αίτησή της για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι δεν πληρούσε τα προσόντα της παραγράφου 1(β) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (Ν.141(Ι)/2002), όπως ίσχυε τότε.
Στις 25.5.2011 η Αιτήτρια τέλεσε πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Λευκωσίας με τον Ρουμάνο υπήκοο Ovidiu Dochita, πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ακολούθως αιτήθηκε άδεια παραμονής ως σύζυγος πολίτη της Ένωσης, η οποία της χορηγήθηκε στις 17.7.2013 με ισχύ μέχρι τις 17.7.2018. Στις 26.7.2012 η Αιτήτρια και ο σύζυγός της, ενέγραψαν την εταιρεία O & M JUST ABOUT YOU LTD ΗΕ309693, στην οποία αμφότεροι διετέλεσαν Διευθυντές. Κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, κατέβαλλαν ανελλιπώς τις κοινωνικές τους ασφαλίσεις και τακτοποιούσαν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω, στις 24.05.2017, η Αιτήτρια ενέγραψε την εμπορική επωνυμία ANOMA M. TRADING & CONSULTANCY ΕΕ45766, με αντικείμενο την πώληση ενδυμάτων. Αναφέρεται ότι ο σύζυγος της Αιτήτριας απεβίωσε την 1.10.2017.
Στις 28.11.2016 η Αιτήτρια υπέβαλε, για δεύτερη φορά, αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, δυνάμει του άρθρου 111 του Ν.141(Ι)/2002. Στις 22.1.2018 διεξήχθη η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας (Έντυπο Μ127), κατά την οποία δήλωσε ότι γνωρίζει λίγα ελληνικά και πως εργάζεται ως πωλήτρια ρούχων στη δική της εταιρεία, καθώς και ως μεταφράστρια με εισοδήματα €600 μηνιαίως, χωρίς οποιεσδήποτε καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό. Δήλωσε περαιτέρω ότι καταβάλλει το ποσό των €270 ως ενοίκιο και διαμένει στην ίδια κατοικία από την 1.5.2017. Απάντησε ορθά στις ερωτήσεις για την κυπριακή ιστορία και πραγματικότητα, ενώ δήλωσε ότι σκοπεύει να μείνει για πάντα στην Κύπρο και θέλει να φέρει και την κόρη της. Στο οικείο μέρος του εντύπου περί κοινωνικών δεσμών, ανέφερε ως πρόσωπα του κύκλου της δύο δικηγόρους και έναν κομμωτή, σημείωση επί της οποίας η Λειτουργός κατέγραψε ότι επρόκειτο για γνωριμίες εργασιακής και όχι κοινωνικής φύσης, χαρακτηρισμό τον οποίο η Αιτήτρια αμφισβητεί. Επίσης, η Αιτήτρια ερωτήθηκε περαιτέρω αναφορικά με καταγγελία που έφερε ο φάκελος της, κατά την οποία φέρεται να αποσπούσε χρήματα από ομοεθνείς της για να τους επιλύσει δήθεν προβλήματα με τους εργοδότες τους, κάτι για το οποίο αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη.
Από την Έκθεση της Λειτουργού εξέτασης και της Λειτουργού Ελέγχου προς τον Υπουργό Εσωτερικών προκύπτει ότι ικανοποιούνται τα τυπικά προσόντα της παραγράφου 1 του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111, εντούτοις η εισήγηση ήταν αρνητική, διότι προέκυπταν στοιχεία τα οποία καθιστούσαν, κατά την κρίση τους, την πολιτογράφησή της αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον στη βάση του ότι (α) η Αιτήτρια «φαίνεται να προσπάθησε να ή/και εξαπάτησε τις αρχές και καταχράστηκε τις διοικητικές διαδικασίες», με αναφορά στον γάμο της με πρόσωπο 33 έτη νεότερό της και σε καταγγελία περί παρότρυνσης ομοεθνών της να εγκαταλείψουν τους εργοδότες τους και να προβούν σε εικονικούς γάμους και (β) η Αιτήτρια «δεν έχει ενταχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην κυπριακή κοινωνία», με αναφορά στο ότι δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα και στο ότι τα αναφερθέντα από την ίδια πρόσωπα του κοινωνικού της κύκλου προέρχονταν από τον εργασιακό χώρο.
Με επιστολή ημερομηνίας 17.7.2019, οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της Αν. Διευθύντριας, πληροφόρησαν την Αιτήτρια ότι η αίτησή της «τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί, καθότι δεν έχετε επαρκείς πόρους συντήρησης. Επιπλέον, δεν έχετε ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο», με ενημέρωση περί δικαιώματος καταχώρισης προσφυγής εντός 75 ημερών δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.
Με την Αίτηση Ακυρώσεώς της, όπως αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω με τη γραπτή αγόρευσή της, η Αιτήτρια προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα κακής άσκησης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση, ότι δεν εφαρμόστηκε ορθά το δικαίωμα ακρόασης της, δε διεξήχθη δέουσα έρευνα με αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η Αίτηση να ευρίσκονταν υπό πλάνη κατά τη λήψη της απόφασης, δε δόθηκε επαρκής και δέουσα αιτιολογία και παραβιάστηκε η αρχή της καλής πίστης. Επί της ουσίας, η Αιτήτρια υποστηρίζει ιδίως ότι πληρούσε το σύνολο των τυπικών προσόντων του Τρίτου Πίνακα του Νόμου και ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού δεν ασκήθηκε ορθά, καθότι, μεταξύ άλλων, η Αιτήτρια αντιμετωπίστηκε με προκατάληψη και πως οι πραγματικοί λόγοι απόρριψης ήταν άλλοι από αυτούς που αναφέρονταν στην επιστολή ημερομηνίας 17.7.2019. Με τη γραπτή συμπληρωματική απαντητική αγόρευσή της, καταχωρισθείσα κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια προέβαλε περαιτέρω ότι η διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης και η σύνταξη της Έκθεσης και της Εισήγησης από Βοηθό Γραμματειακή Λειτουργό υπερβαίνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στο οικείο Σχέδιο Υπηρεσίας και συνιστά αναρμοδιότητα, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, καθώς και ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφο απόφασης του ίδιου του Υπουργού Εσωτερικών, στον οποίο ο Νόμος αναθέτει την αποφασιστική αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 111, παρά μόνο χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη» με άγνωστη υπογραφή, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει ληφθεί, κατά τους ισχυρισμούς της, αναρμοδίως από την υπογράψασα «Για Αν. Διευθυντή» και να μην τηρείται η υποχρέωση άρτιου πρακτικού κατά το άρθρο 24(1) του Ν.158(Ι)/1999. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας κατά το άρθρο 52 του ίδιου Νόμου, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δε στάθμισε τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και δεν επέλεξε τη λιγότερο επαχθή για την Αιτήτρια λύση, ενώ επαναλαμβάνονται και αναλύονται εκ νέου λόγοι ακύρωσης που προβλήθηκαν με την αρχική της γραπτή αγόρευση.
Οι Καθ' ων η αίτηση, δια της Ένστασης και της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, υποστηρίζουν ότι η κατοχή των τυπικών προσόντων του Τρίτου Πίνακα δεν συνεπάγεται δικαίωμα πολιτογράφησης, ότι η πολιτογράφηση άπτεται κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους, και ότι ο σχετικός λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η Αιτήτρια δεν προσκόμισε στοιχεία κακής πίστης εκ μέρους του Υπουργού. Ως προς το δικαίωμα ακρόασης, υποστηρίζουν ότι αυτό ασκήθηκε δεόντως μέσω της προσωπικής συνέντευξης της 22.1.2018, ότι το άρθρο 43(1) του Ν.158(Ι)/1999 δεν τυγχάνει, ούτως ή άλλως, εφαρμογής επί αιτήσεων πολιτογράφησης, δεδομένου ότι η φράση «άλλως πως δυσμενούς φύσης» ερμηνεύεται, κατά την εκδοχή τους, ejusdem generis με τις προηγούμενες κατηγορίες πειθαρχικής και κυρωτικής φύσης, και ότι, σε κάθε περίπτωση, η τελική απόφαση δεν στηρίχθηκε στην καταγγελία περί εικονικών γάμων, αλλά αποκλειστικά στην ανεπάρκεια πόρων συντήρησης και στη μη ικανοποιητική κοινωνική ένταξη. Ως προς τη δέουσα έρευνα, την αιτιολογία και την πλάνη περί τα πράγματα, υποστηρίζουν ότι η έρευνά τους κατέδειξε, με βάση δική της παραδοχή, ανεπαρκείς πόρους συντήρησης (μηνιαίος μισθός €600, εκ των οποίων €300 αφορούσαν ενοίκιο) και ανεπαρκή κοινωνική ένταξη λόγω άγνοιας της ελληνικής γλώσσας, ότι η αιτιολογία δύναται να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του φακέλου, και ότι δεν συντρέχει πλάνη περί τα πράγματα. Ως προς την αρχή της καλής πίστης, υποστηρίζουν ότι δεν επέδειξαν κακοπιστία, ότι έλαβαν υπόψη τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους πλην όμως η τελική απόφαση στηρίχθηκε σε άλλα στοιχεία, και ότι τέτοιοι ισχυρισμοί πρέπει να στηρίζονται σε αποδεικτικό υπόβαθρο και να προβάλλονται ενώπιον του διοικητικού οργάνου με την πρώτη ευκαιρία.
Το άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν.141(Ι)/2002, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοούσε ότι ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιονδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος τον ικανοποιεί ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα του Νόμου, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Πέραν όμως των τυπικών αυτών προσόντων, η νομολογία καθιστά σαφές ότι η πολιτογράφηση συνιστά εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, η άσκηση της οποίας υπόκειται μόνο στον περιορισμό της καλής πίστης και ότι δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης, παρά μόνο προσδοκία καλόπιστης, εξατομικευμένης εξέτασης, ούτε η κατοχή και μόνο των τυπικών προσόντων του Τρίτου Πίνακα συνεπάγεται αυτόματη έγκριση (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Ήρωα Angela Siomina ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2005) 3 ΑΑΔ 307, Mohamad Yousife ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18, Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, 6.3.2024, Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, 11.2.2026). O Υπουργός δικαιούται να σταθμίσει και άλλους παράγοντες που εκτιμώνται ελεύθερα, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης στο κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του αιτητή να καταστεί Κύπριος πολίτης, η γνώση της ελληνικής γλώσσας και της κυπριακής ιστορίας, η συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής και τα γενικά συμφέροντα του κράτους σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα του κράτους (REYES ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 181/12, 24/10/2018).
Βεβαίως, ως τονίζεται και στην απόφαση SOHRAB BIGVAND ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1178/2008, ημερομηνίας 12/11/2009 «Στο πιο πάνω πλαίσιο ενυπάρχει και φυσικά δεν αναιρείται, η υποχρέωση καλόπιστης εξέτασης του αιτήματος και διεξαγωγής της δέουσας έρευνας.».
Πριν την εξέταση των επιμέρους λόγων ακύρωσης επί της ουσίας, κρίνεται αναγκαία η προηγούμενη εξέταση του παραδεκτού των λόγων που η Αιτήτρια προέβαλε για πρώτη φορά με τη γραπτή συμπληρωματική απαντητική της αγόρευση. Η απαντητική αγόρευση έχει, ως εκ του χαρακτήρα και της ονομασίας της, απαντητικό και όχι αρχικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι έπεται χρονικά και ουσιαστικά τόσο της αρχικής γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας όσο και της γραπτής αγόρευσης των Καθ' ων η αίτηση. Oι νομολογιακές αρχές για το θέμα της δικογραφίας εφαρμόζονται και είναι ακόμη πιο αυστηρές στο πεδίο της απαντητικής αγόρευσης, εφόσον όχι μόνο δεν μπορεί να εγερθεί οποιοδήποτε θέμα ή νομικός ισχυρισμός που δεν έχει δικογραφηθεί (Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, Δημοκρατία ν. Χρίστου Ιωσηφίδη (2013) 3 Α.Α.Δ. 59), αλλά ούτε και θέμα ή νομικός ισχυρισμός που δεν έχει προβληθεί στην αρχική γραπτή αγόρευση (MALIKA KHAMZAEVA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 727/2006, ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2007). Εξαιρούνται από τον κανόνα αυτό μόνο οι λόγοι δημόσιας τάξεως, οι οποίοι άπτονται του θεμελίου της δικαιοδοσίας και εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν εγερθούν από τους διαδίκους, όπως τα κριτήρια του παραδεκτού και η αναρμοδιότητα (Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598).
Στη βάση τούτου, οι ισχυρισμοί περί αναρμοδιότητας και ανυπαρξίας απόφασης του Υπουργού, αν και προβλήθηκαν για πρώτη φορά με τη συμπληρωματική απαντητική αγόρευση της Αιτήτριας, θα εξεταστούν κατά προτεραιότητα, δεδομένου ότι ανάγονται σε λόγους ακύρωσης, ο οποίοι, ανατρέχουν στη ρίζα της προσβαλλομένης πράξης και σε περίπτωση επιτυχίας τους παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας δεν εμπίπτει στην εν λόγω εξαίρεση, ούτε συνιστά, καθ' εαυτόν, ζήτημα δημόσιας τάξεως εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως. Επιπλέον, ο λόγος αυτός δε δικογραφήθηκε, ούτε καν γενικώς, με το αρχικό δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως, αντίθετα προς την επιτακτική απαίτηση του Κανονισμού 7 για ειδική δικογράφηση και εξειδίκευση κάθε λόγου ακύρωσης. Επομένως, οι ισχυρισμοί περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας απορρίπτονται.
Ισχυρισμοί περί αναρμοδιότητας της Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού, ανυπαρξία απόφασης Υπουργού και αναρμοδιότητα της Αναπληρώτριας Διευθύντριας να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης και η σύνταξη της Έκθεσης και της Εισήγησης προς τον Υπουργό από πρόσωπο, το οποίο κατέχει τη θέση Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού, αποτελεί κακή άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, κατάχρηση εξουσίας και γίνεται αναρμόδια, εφόσον αυτά τα καθήκοντα είναι εκτός των καθηκόντων του σχεδίου υπηρεσίας της θέσης, ενώ ισχυρίζεται ότι για την άσκηση τους θα έπρεπε να απαιτείται σχετικό ακαδημαϊκό προσόν και πείρα, λόγω της σημασίας που υπέχει η συνέντευξη και η έκθεση της προς τον Υπουργό. Ειδικότερα, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης περιλαμβάνει καθήκοντα γενικά γραφειακά, τήρησης αρχείου, δακτυλογράφησης, συλλογής και ταξινόμησης στατιστικών στοιχείων και ετοιμασίας εκθέσεων επ' αυτών, βοήθειας σε επιθεωρήσεις, διενέργειας εισπράξεων και πληρωμών, καθηκόντων γραμματέα διοίκησης, και εκτέλεσης λοιπών καθηκόντων που της ανατεθούν και κατά συνέπεια, η διεξαγωγή του συνόλου της προπαρασκευαστικής διαδικασίας μιας αίτησης πολιτογράφησης, με προσωπική συνέντευξη και διατύπωση αιτιολογημένης εισήγησης προς τον Υπουργό, δεν εμπίπτει στα καθήκοντα αυτά και συνιστά ενέργεια ultra vires του οικείου Σχεδίου Υπηρεσίας.
Επίσης, υποστηρίζει ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφο απόφασης υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Υπουργό Εσωτερικών, στον οποίο ο Νόμος αναθέτει ρητώς την αποφασιστική αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 111, παρά μόνο η χειρόγραφη λέξη «Απόρριψη» επί της Εισήγησης, με υπογραφή αγνώστου προσώπου και χωρίς ημερομηνία. Ενόψει τούτου ισχυρίζεται ότι διαπιστώνεται παντελής απουσία λήψης απόφασης από τον Υπουργό και πως αναρμόδια αυτή λήφθηκε από την Αναπληρώτρια Διευθύντρια.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση κατά το στάδιο των διευκρινίσεων παρέπεμψαν στις αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου ORTEGA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 543/2015, ημερομηνίας 28/2/2020 και RR ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1348/2018, ημερομηνίας 12/6/2024, και αντιπαραβάλλουν ότι ασκήθηκε η αποφασιστική αρμοδιότητα του Υπουργού και τούτο διαφαίνεται από την υπογραφή στην Έκθεση που παραπέμφθηκε ενώπιον του και ότι δεν απαιτούνται συγκεκριμένα προσόντα για την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων των λειτουργών, ενώ τα σχέδια υπηρεσίας τους, τους επιτρέπουν να συλλέγουν πληροφορίες.
Ως προς το πρώτο σκέλος, ήτοι τη διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης της Αιτήτριας και τη σύνταξη Έκθεσης προς τον Υπουργό από Βοηθό Γραμματειακό λειτουργό, έχει κριθεί, επί ταυτόσημου σχεδόν πραγματικού υποβάθρου αίτησης πολιτογράφησης όπου η συνέντευξη και το σχετικό σημείωμα προς τον Υπουργό είχαν συνταχθεί επίσης από Βοηθό Γραμματειακό Λειτουργό, ότι τούτο εμπίπτει στα καθήκοντα συλλογής και επεξεργασίας στοιχείων και ετοιμασίας εκθέσεων που προβλέπει το οικείο Σχέδιο Υπηρεσίας, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος η χειρόγραφη κατάληξη επί του σημειώματος αποδίδεται, δυνάμει του τεκμηρίου κανονικότητας, στον ίδιο τον Υπουργό, εφόσον το σημείωμα απευθυνόταν και υποβαλλόταν προς αυτόν (βλ. Ortega ανωτέρω).
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σχετικά με το Σχέδιο Υπηρεσίας και τα προσόντα της Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού και την ανάθεση σ’ αυτήν της διενέργειας της προσωπικής συνέντευξης της Αιτήτριας, διαπιστώνω, μεταξύ άλλων, ότι εκ των καθηκόντων της είναι η συλλογή, επεξεργασία πληροφοριών, η ετοιμασία και η υποβολή εκθέσεων, η διεξαγωγή ερευνών, η βοήθεια και/ή η ανάληψη εκτέλεσης εργασίας σχετικά με τις αρμοδιότητες του Υπουργείου ή Τμήματος ή Υπηρεσίας που υπηρετεί και γενικότερα η εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων καθηκόντων της ανατεθούν. Ως εκ τούτου, ουδέν μεμπτό εντοπίζω στην ανάθεση και εκτέλεση των εν λόγω εργασιών από την Βοηθό Γραμματειακό Λειτουργό, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και το άρθρο 45(2) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999), το οποίο προβλέπει ότι «Η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Στο αρμόδιο διοικητικό όργανο εναπόκειται να επιλέξει τον ενδεδειγμένο τρόπο διεξαγωγής της έρευνας. Η έρευνα μπορεί να διεξαχθεί είτε από το αρμόδιο διοικητικό όργανο είτε διά μέσου άλλου οργάνου ή προσώπου.».
Επίσης, δευτερευούσης σημασίας είναι και η υπογραφή της επιστολής ημερ. 17.7.2019 από λειτουργό «για την Αν. Διευθύντρια» με την οποία ενημερώνεται η Αιτήτρια για την απόφαση του Υπουργού, εφόσον σύμφωνα και με τα νομολογηθέντα στην απόφαση Σβανάς ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 576 δεν ενέχει σημασία η ταυτότητα του προσώπου που προπαρασκευάζει ή υπογράφει τη διοικητική πράξη, αλλά η ταυτότητα του οργάνου που πράγματι έλαβε την απόφαση, αρχή που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα και από το Εφετείο, στην απόφαση MILON KUMAR PAL v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 24/2024, 17/7/2025. Στην εν λόγω υπόθεση όπου αμφισβητήθηκε η αρμοδιότητα λειτουργού που είχε συντάξει εισήγηση σε θέμα αλλοδαπών προς έγκριση από ανώτερο όργανο, κρίθηκε ότι, εφόσον από τον φάκελο προκύπτει πως η εισήγηση εγκρίθηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένο ανώτερο όργανο, ο περιορισμένος στην προετοιμασία και υποβολή ρόλος του συντάξαντος λειτουργού δεν καθιστά την πράξη άκυρη λόγω αναρμοδιότητας, ούτε η υιοθέτηση εισήγησης μέσω λακωνικής έγκρισης όπως «Εγκρίνεται» ή «Συμφωνώ» σημαίνει, αφ' εαυτής, ότι το αποφασίζον όργανο απεμπόλησε την αρμοδιότητά του, ζήτημα που κρίνεται πραγματικό και εξαρτάται από το αν το όργανο πράγματι άσκησε την εξουσία του ή απλώς επικύρωσε τυπικά ξένη απόφαση. Όπως ορίζεται και στο Άρθρο 17(8) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999: «(8) Δε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.»
Η Αιτήτρια παραπέμπει στην απόφαση Gurmeet Kaur ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1374/2019, ημερ. 5.7.2022, όπου, το Δικαστήριο διαπίστωσε «παντελής απουσία καταγραφής λήψης της επίδικης απόφασης, η οποία οδηγεί άνευ ετέρου στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης», με αναφορά στην υποχρέωση τήρησης άρτιων πρακτικών κατά το άρθρο 24(1) του Ν.158(Ι)/1999 και στη νομολογία περί εγγράφων καταχωρίσεων των αποφάσεων των διοικητικών οργάνων. Βεβαίως, στην εν λόγω απόφαση, τα γεγονότα της οποίας διαφοροποιούνται από την παρούσα, το Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση αφόυ διαπίστωσε ότι «δεν εντοπίζεται, έστω επί της υπό αναφορά Έκθεσης της Λειτουργού του Τμήματος, ούτε οποιαδήποτε υπογραφή του αποφασίζοντος οργάνου, ούτε το όνομα του προσώπου που έλαβε την επίδικη απόφαση, αλλ' ούτε και οποιαδήποτε ημερομηνία λήψης της επίδικης απόφασης.».
Εν προκειμένω όμως στην Έκθεση (ερ. 162 του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1), η οποία απευθύνεται στον Υπουργό προς έγκριση, ήτοι το αρμόδιο όργανο, διαπιστώνεται τόσο σχετική υπογραφή, όσο και χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη», τα οποία, στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, το οποίο δεν ανατράπηκε από την Αιτήτρια, κατ’ αντιστοιχία των γεγονότων της υπόθεσης Ortega ανωτέρω, αλλά και της ARZUMANYAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 475/2019, 14/3/2022, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι είναι του Υπουργού. Απόλυτα σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση M B ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1260/2019, 8/2/2024, στην αφού συνοψίζεται η πρόσφατη νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου επί του θέματος κρίθηκε ότι:
«η μονολεκτική διά της λέξης «Απόρριψη» πλησίον της υπογραφής, καταγραφή επί της απευθυνόμενης στον Υπουργό έκθεσης των λειτουργών των Καθ' ων η αίτηση, ήταν επαρκής απόδειξη ότι ο Υπουργός, ως αρμόδιο όργανο, εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη απόρριψης αιτήματος πολιτογράφησης. Η εν λόγω καταγραφή απέδειξε τόσο την άσκηση της αρμοδιότητας όσο και την τυπική (εξ απόψεως δέοντος πρακτικού) νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης. Κρίθηκε περαιτέρω ότι ουδέν μεμπτόν υπήρχε στην εμπλοκή, στην όλη διαδικασία αξιολόγησης και ετοιμασίας της έκθεσης, λειτουργών των Καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα στην εξέταση από ένα λειτουργό των Καθ΄ ων η αίτηση και τον έλεγχο από άλλον λειτουργό, η οποία εισηγήθηκε στον Υπουργό την απόρριψη της αίτησης και λήψη τελικής απόφασης από τον Υπουργό.».
Περαιτέρω, σύμφωνα και με την VARSIK MKRTCHYAN v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω Δ/τριας Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Ε.Δ.Δ. ΑΡ. 18/2017, 27/9/2023 δεν ήταν αναγκαίο ο Υπουργός να καταγράψει ρητώς ότι συμφωνεί με την εισήγηση της λειτουργού, αφού η απλή συμφωνία του με αυτήν, όπως προκύπτει από τον φάκελο, σημαίνει ακριβώς την υιοθέτηση της αιτιολογίας της.
Συνεπώς, οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται από την Αιτήτρια και άπτονται ζητημάτων αναρμοδιότητας απορρίπτονται.
Λόγοι ακύρωσης που άπτονται της κρίσης των Καθ’ ων η Αίτηση
Η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με ημερ. 17.7.2019, στηρίζεται αποκλειστικά σε δύο ευρήματα, ήτοι στην ανεπάρκεια πόρων συντήρησης και στην ανεπαρκή κοινωνική ένταξη της Αιτήτριας. Ως προς τους δύο λόγους στους οποίους πράγματι στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εξεταζόμενους αμέσως κατωτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές αρχές που εκτέθηκαν ανωτέρω αναφορικά με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Υπουργού, το τεκμήριο καλόπιστης άσκησής της, και την επάρκεια της προσωπικής συνέντευξης ως μέσου άσκησης του δικαιώματος ακρόασης επί αιτήσεων πολιτογράφησης.
Προτού προχωρήσω με την εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτω, ενόψει και της δήλωσης της συνηγόρου της Αιτήτριας, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, που αφορούν κρίσεις της Λειτουργού εξέτασης, οι οποίες δεν αποτέλεσαν μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, οι λόγοι ακύρωσης περί ελλιπούς έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα, ανεπαρκούς αιτιολογίας, παραβίασης της καλής πίστης και παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, στο μέτρο που αφορούν την καταγγελία περί εικονικών γάμων και απόσπασης χρημάτων, το στιγματισμό του γάμου της Αιτήτριας ως ύποπτου, καθώς και η επικαλούμενη διαφορετική αναφορά μεταξύ του Εντύπου Μ127 και της Έκθεσης/Εισήγησης ως προς το ζήτημα αυτό, απορρίπτονται, εφόσον δεν αφορούν ευρήματα στα οποία πράγματι στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, ακόμη και αν ήθελαν κριθούν βάσιμοι, δε θα ήταν ικανοί να οδηγήσουν σε ακύρωσή της, η οποία παραμένει αυτοτελώς στηριγμένη στα δύο έτερα ευρήματα.
(α) η κρίση περί ανεπαρκών πόρων συντήρησης
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η κρίση αυτή δε στηρίζεται σε ειδική και επαρκή αιτιολογία, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη επιστολή περιορίζεται σε γενική διατύπωση χωρίς παράθεση αριθμητικού στοιχείου, ότι οι πρόσφατες φορολογικές της δηλώσεις αντικατοπτρίζουν, κατά την εκδοχή της, το αναμενόμενα χαμηλό αρχικό κέρδος μιας πρόσφατα ιδρυθείσας επιχείρησης και όχι τη γενική οικονομική της κατάσταση, καθώς και ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της εικοσαετούς παραμονής της, υπήρξε συνεπής στις φορολογικές και ασφαλιστικές της υποχρεώσεις και ουδέποτε αποτέλεσε οικονομικό βάρος για τη Δημοκρατία. Οι Καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η κρίση στηρίζεται στη ρητή δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας κατά την προσωπική της συνέντευξη ως προς το ύψος του μισθού της (€600) και του ενοικίου που καταβάλλει, το οποίο ανέρχεται σε €300, ήτοι στο ήμισυ περίπου του μηνιαίου της εισοδήματος.
Η νομολογία δέχεται ότι οι πόροι διαβίωσης και συντήρησης του εκάστοτε αιτητή στη Δημοκρατία συνιστούν δεδομένα που εύλογα επιτρέπεται να συνεκτιμώνται κατά τη λήψη απόφασης για πολιτογράφηση, καθότι καταδεικνύουν την οικονομική κατάσταση και τους εκάστοτε δεσμούς του αιτούντος με τη Δημοκρατία και αντανακλούν στα οικονομικά συμφέροντα του κράτους (Reyes, ανωτέρω).
Η αιτιολογία τέτοιας κρίσης δύναται να συμπληρωθεί από τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ιδίως από την Έκθεση της αρμόδιας λειτουργού που τέθηκε ενώπιον του αποφασίζοντος οργάνου, εφόσον από αυτά προκύπτει με σαφήνεια τι είχε υπόψη του το όργανο αυτό, ενώ οι απλοί υπολογισμοί και συλλογισμοί του αιτητή, εφόσον δεν ανατρέπουν με βεβαιότητα το περιεχόμενο του φακέλου, δεν είναι ικανοί να καταδείξουν πλάνη ή να κλονίσουν το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει την προσβαλλόμενη απόφαση (RAHANA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 204/2023, ημερομηνίας 11/5/2026). Έχει επίσης κριθεί ότι η διοίκηση δύναται να στηριχθεί σε έναν και μόνο λόγο απόρριψης, όπως η ανεπάρκεια πόρων, εφόσον αυτός τεκμηριώνεται επαρκώς από το περιεχόμενο του φακέλου (ZIYOUR HOSNI NABO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 2031/2022, ημερομηνίας 7/8/2026 και SALAM KHALID KHALF ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1379/2022, ημερομηνίας 19/6/2026).
Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία μιας διοικητικής απόφασης είναι ζήτημα βαθμού που εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης και είναι σαφής, έστω και αν είναι περιληπτική, εφόσον τα επιμέρους στοιχεία υπάρχουν αναλυτικά στον φάκελο (Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574), πλάνη δε περί τα πράγματα δε συντρέχει όπου η διοίκηση σταθμίζει αντιφατικά στοιχεία του φακέλου και προκρίνει ορισμένα από αυτά, εφόσον η επιλογή είναι λογικά επιτρεπτή.
Εν προκειμένω, εντοπίζεται ζήτημα ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου ενοικίου, το οποίο αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο της κρίσης περί ανεπάρκειας πόρων, εφόσον δεν αποδίδεται με συνέπεια στον ίδιο τον διοικητικό φάκελο. Στο Έντυπο Μ127 της συνέντευξης της 22.1.2018 αναγράφει €270, η μεταγενέστερη Έκθεση και Εισήγηση της ίδιας Λειτουργού προς τον Υπουργό αναγράφει €300, και το ενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλείται η ίδια η Αιτήτρια αναγράφει €250. Παρά την ασυνέπεια αυτή μεταξύ των εγγράφων του φακέλου ως προς το ακριβές ύψος του καταβαλλόμενου ενοικίου, η απόκλιση μεταξύ των €270 που αναγράφονται στο Έντυπο Μ127 της συνέντευξης και των €300 που αναγράφονται στην Έκθεση και Εισήγηση είναι, καθ' εαυτήν, υπερβολικά μικρή ώστε να θεωρηθεί ότι οποιαδήποτε πλάνη ως προς αυτήν ήταν ουσιώδης, κατά την έννοια του άρθρου 46(1) του Ν.158(Ι)/1999.
Το κρίσιμο, αντιθέτως, στοιχείο, το οποίο συγκαταλέγεται στους λόγους απόρριψης και στέκει αυτοτελώς ανεξαρτήτως της ως άνω απόκλισης, είναι το ζήτημα της διαβίωσης της Αιτήτριας με μηνιαίο εισόδημα €600, χωρίς η ίδια να έχει δείξει, δηλώσει, ή προσκομίσει οτιδήποτε αναφορικά με τραπεζικούς λογαριασμούς ή άλλα εισοδήματα πέραν του δηλωθέντος μισθού της. Στη βάση αυτή, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανεπάρκεια πόρων συντήρησης, όπως προκύπτει και συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, είναι νόμιμη και επαρκής.
Η κρίση αυτή κρίνεται εύλογη και συνάδουσα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον της διοίκησης κατά την προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας, κατά την οποία υπήρξε πλήρης καταγραφή όλων των σχετικών δεδομένων της και τηρήθηκαν άρτια πρακτικά από πλευράς διοίκησης.
(β) η κρίση περί ανεπαρκούς ένταξης στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση περί ανεπαρκούς ένταξης στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο είναι επίσης αναιτιολόγητη και προϊόν πλημμελούς έρευνας, δεδομένου ότι διαμένει στη Δημοκρατία αδιαλείπτως από το 2000, τέλεσε γάμο με πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενέγραψε δύο εμπορικές επιχειρήσεις στη Δημοκρατία, και μετέβαλε το θρήσκευμά της από Βουδισμό σε Χριστιανική Ορθοδοξία, στοιχεία τα οποία, κατά την εκδοχή της, δεν συνεκτιμήθηκαν. Ως προς τα κοινωνικά πρόσωπα που ανέφερε κατά τη συνέντευξη, η Αιτήτρια προβάλλει ότι το ίδιο το Μέρος 8 του Εντύπου Μ127 («Κοινωνικοί Δεσμοί στην Κύπρο και Προσαρμογή στην Κυπριακή Πραγματικότητα») περιλαμβάνει ρητώς τον εργασιακό χώρο ως αποδεκτή πηγή κοινωνικών επαφών, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός των προσώπων αυτών ως αμιγώς εργασιακών γνωριμιών, και όχι κοινωνικών, να είναι εσωτερικά αντιφατικός προς το ίδιο το έντυπο.
Σημειώνεται ότι μέρος της επιχειρηματολογίας της Αιτήτριας ως προς τους ισχυριζόμενους κοινωνικούς της δεσμούς στηρίζεται σε προσωπικές αναφορές και μαρτυρία που περιλαμβάνονται στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της, οι οποίες δεν προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Ειδικότερα, η συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι το πρώτο πρόσωπο που η Αιτήτρια κατονόμασε κατά τη συνέντευξή της, ότι διατηρεί μαζί της φιλικές σχέσεις εικοσαετίας, ότι η Αιτήτρια παρευρέθηκε στην τέλεση του γάμου της και στις βαφτίσεις των τέκνων της, και ότι διατηρεί άριστη σχέση και με τη μητέρα της. Περαιτέρω, η συνήγορος διατυπώνει δική της εκδοχή για την προέλευση της καταγγελίας εκβίασης, αποδίδοντάς την σε θυμωμένο ή ζηλόφθονο ομοεθνή, χωρίς οποιοδήποτε έρεισμα στο διοικητικό φάκελο, και επικαλείται, χωρίς περαιτέρω στοιχειοθέτηση, «πολλές μαρτυρίες από άτομα του περίγυρου» της Αιτήτριας αναφορικά με τη γνησιότητα του γάμου της.
Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η γραπτή αγόρευση αποτελεί το μέσο ανάπτυξης της επιχειρηματολογίας των διαδίκων επί των επίδικων θεμάτων, τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία και στοιχειοθετούνται αποκλειστικά από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και δε συνιστά σε καμιά περίπτωση δικόγραφο ή αποδεικτικό μέσο και κατά συνέπεια δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου κ.ά. (1995) 4 Α.Α.Δ. 1275). Ως εκ τούτου, οι προσωπικές αφηγήσεις της συνηγόρου της Αιτήτριας, καθώς και οι αναφορές σε φερόμενες μαρτυρίες τρίτων που ουδέποτε προσκομίστηκαν ενώπιον της Διοίκησης ή του Δικαστηρίου, δεν λαμβάνονται υπόψη.
Οι Καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η ίδια η Αιτήτρια δε γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, παρά τη μακρόχρονη παραμονή της, στοιχείο το οποίο θεωρούν επαρκές, αφ' εαυτού, για τη θεμελίωση της κρίσης περί ανεπαρκούς ένταξης.
Η νομολογία δέχεται ότι η άγνοια της ελληνικής γλώσσας συγκαταλέγεται στους συχνότερα εξεταζόμενους λόγους απόρριψης αιτήσεων πολιτογράφησης και ότι η διοίκηση δύναται να στηριχθεί σε αυτόν και μόνο τον λόγο, εφόσον τεκμηριώνεται επαρκώς (Reyes ανωτέρω, MANGALI TAMANG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1159/2021, ημερομηνίας 11/6/2026). Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, κατά τη νομολογία επί των παραγόντων που εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού, εξετάζονται ιδίως «η δυνατότητα ενσωμάτωσης του αιτητή στο κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να γίνει κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη για το σκοπό αυτό το ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε ικανοποιητικά την ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και ότι συμμετείχε γενικά στον ντόπιο τρόπο ζωής» (Sohrab Bigvand ανωτέρω). Αντιστρόφως, όπου δεν προκύπτει από τον φάκελο ή το σκεπτικό της απόφασης πώς ακριβώς διαμορφώθηκε η κρίση περί ανεπαρκούς προσαρμογής, η αιτιολογία κρίνεται ανεπαρκής.
Υπό το φως των πιο πάνω, η κρίση περί ανεπαρκούς κοινωνικής ένταξης διαπιστώνεται, καταρχήν, εύλογη και συνάδουσα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον της διοίκησης κατά την προσωπική συνέντευξη, κατά την οποία υπήρξε πλήρης καταγραφή των δεδομένων της Αιτήτριας και τηρήθηκαν άρτια πρακτικά από πλευράς διοίκησης.
Για τους προαναφερόμενους λόγους διαπιστώνω πως δεν υπήρξε παράβαση, ούτε της καλής πίστης, ούτε και της χρηστής διοίκησης, η δε κατάληξη, κρίνεται πως είναι αποτέλεσμα δέουσας και επαρκούς έρευνας.
Βάσει όλων των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.600 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο