ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1608/2019
22 Σεπτεμβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΑ ΜΙΧΑΗΛ ΜΟΥΣΙΟΥΤΤΑ,
Αιτήτριας,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
2. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ' ων η Αίτηση.
……………………………
Ξένια Ευγενίου, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για την Αιτήτρια.
Μαρία Κοτσώνη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια αιτείται δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι (α) η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση για ανάθεση και/ή υπηρεσία ως Διευθύντριας στο Ενιαίο Ολοήμερο Σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» στη Λευκωσία της κας Περικτιόνης Χατζηνικολάου (στο εξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος»), αντί της Αιτήτριας, για το σχολικό έτος 2019-2020, είναι άδικη, άκυρη και άνευ νομικού αποτελέσματος και (β) το αίτημα της Αιτήτριας για να υπηρετήσει στο εν λόγω σχολείο δεν έγινε νόμιμα δεκτό από τους Καθ' ων η Αίτηση και ότι, αντί της αποδοχής του, η υπηρεσία ανατέθηκε, χωρίς σχετικό αίτημα εκ μέρους του, στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, κατά τρόπο που πάσχει από ανισότητα (άρθρο 38 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/1999) και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.
Η Αιτήτρια, κατά τους ουσιώδεις προς την παρούσα υπόθεση χρόνους, κατείχε τη θέση Διευθύντριας Δημοτικής Εκπαίδευσης από 1.9.2011. Μετά την προαγωγή της, υπηρέτησε στους Τρούλλους (1.9.2011-31.8.2013) και στη Λευκωσία (1.9.2013-31.8.2018). Λόγω εκπαιδευτικών αναγκών, όσοι Διευθυντές Δημοτικής Εκπαίδευσης με έδρα τη Λευκωσία είχαν μέχρι 104 μονάδες μετάθεσης και δεν συνέτρεχε λόγος υγείας μετατέθηκαν στην Επαρχία Λεμεσού. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, με απόφαση της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (εφεξής «η Επιτροπή» και/ή «η ΕΕΥ») ημερομηνίας 16.4.2018, η Αιτήτρια μετατέθηκε στη Λεμεσό από 1.9.2018, στη βάση του συνόλου των μονάδων μετάθεσής της (93,428 μονάδες μέχρι 31.8.2018). Η ένσταση της Αιτήτριας επί της ως άνω μετάθεσής της στη Λεμεσό, ημερομηνίας 22.4.2018, απορρίφθηκε με ανακοίνωση της ΕΕΥ στις 8.6.2018, λόγω των μονάδων μετάθεσής της σε σχέση με άλλους Διευθυντές. Υπέβαλε νέα ένσταση στις 15.6.2018, ζητώντας μετάθεση πλησιέστερα στη Λευκωσία, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, και, με επιστολή ημερομηνίας 14.6.2018, ζήτησε συγκεκριμένα να μετατεθεί/τοποθετηθεί στο Ενιαίο Ολοήμερο Σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης». Η δεύτερη αυτή ένσταση απορρίφθηκε επίσης από την Επιτροπή με ανακοίνωση στις 30.8.2018, για τον ίδιο λόγο. Στις 4.9.2018 η Αιτήτρια υπέβαλε νέα ένσταση ειδικά για τη μη τοποθέτησή της στο εν λόγω σχολείο, η οποία απορρίφθηκε εκ νέου με ανακοίνωση της ΕΕΥ στις 12.10.2018.
Η Αιτήτρια, μέσω του δικηγόρου της, με επιστολή ημερομηνίας 25.10.2018, ζήτησε εκ νέου όπως εξεταστεί το ζήτημα της μη τοποθέτησής της στο συγκεκριμένο ολοήμερο σχολείο, αίτημα το οποίο απαντήθηκε στις 5.11.2018 από την Επιτροπή, η οποία επανέλαβε τους λόγους μετάθεσης της Αιτήτριας στη Λεμεσό και εξήγησε ότι, για σκοπούς μετακίνησης, ήτοι τοποθέτησης εκπαιδευτικού σε συγκεκριμένο σχολείο εντός μιας επαρχίας, αρμόδια αρχή είναι το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας επανήλθε, με επιστολές ημερομηνίας 26.11.2018 και 27.12.2018 προς την Επιτροπή, ζητώντας τη μετάθεση της Αιτήτριας στο συγκεκριμένο σχολείο. Με επιστολή της ημερομηνίας 3.1.2019, η ΕΕΥ επανέλαβε προς τον δικηγόρο της Αιτήτριας ότι «η μετάθεση εκπαιδευτικού λειτουργού σε συγκεκριμένο σχολείο εντός μιας επαρχίας δεν είναι αρμοδιότητα της Επιτροπής αλλά εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού».
Στις 15.4.2019, η ΕΕΥ ανακοίνωσε μεταθέσεις Διευθυντών Δημοτικής Εκπαίδευσης για το σχολικό έτος 2019-2020, με ισχύ από 1.9.2019. Η Αιτήτρια, σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, παρότι είχε υποβάλει αίτημα για μετάθεση, δεν μετατέθηκε, εφόσον, υπηρετώντας σε σχολείο της Λεμεσού για ένα μόνο σχολικό έτος, δεν είχε συμπληρώσει τη διετή υπηρεσία στο ίδιο σχολείο εκτός έδρας που απαιτεί ο Κανονισμός 10(2)(α) των περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Τοποθετήσεις, Μετακινήσεις και Μεταθέσεις) Κανονισμών του 1987 έως 2017, ΚΔΠ 212/1987, ως τροποποιήθηκαν (εφεξής «οι Κανονισμοί» και/ή «η ΚΔΠ 212/1987»). Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στις 22.4.2019, η οποία απορρίφθηκε με ανακοίνωση της ΕΕΥ στις 12.6.2019, στη βάση του πιο πάνω λόγου και κατόπιν τούτου υπέβαλε νέα ένσταση στις 18.6.2019, η οποία επίσης απορρίφθηκε με ανακοίνωση στις 15.7.2019. Στις 17.7.2019, η Αιτήτρια υπέβαλε εκ νέου ένσταση, χωρίς να επεξηγεί τους λόγους υποβολής της και χωρίς να θέτει οποιαδήποτε νέα στοιχεία, η οποία απορρίφθηκε εκ νέου, πάντοτε για τον ίδιο λόγο.
Κατά τη διαδικασία μεταθέσεων για το σχολικό έτος 2019-2020, το Ενδιαφερόμενο Μέρος είχε αρχικώς μετατεθεί στη Λεμεσό στις 12.6.2019, παρά την αίτηση της για μη μετάθεση, μεταξύ άλλων, και για λόγους υγείας και ενώ εκκρεμούσε η εξέταση της από Ιατροσυμβούλιο, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 3.7.2019. Στη βάση τούτου, υπέβαλε σχετική ένσταση στις 18.6.2019. Με απόφαση της ημερομηνίας 15.7.2019, η ΕΕΥ μετέθεσε το Ενδιαφερόμενο Μέρος στο Παλαιχώρι και, τελικώς, κατόπιν νέας ένστασης, η ΕΕΥ, κατόπιν και της γνωμάτευσης του ιατροσυμβουλίου, αποφάσισε στις 2.8.2019 τη μετάθεση του από το Παλαιχώρι στη Λευκωσία, για λόγους υγείας, δυνάμει του Κανονισμού 11 των Κανονισμών. Ακολούθως, στις 13.8.2019 τοποθετήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού στο Ενιαίο Ολοήμερο Σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης».
Με τη γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια προωθεί πέντε λόγους ακύρωσης των προσβαλλόμενων πράξεων, οι οποίοι σχετίζονται, κατ' ισχυρισμόν της, με (α) τη μη παρουσίαση απόφασης αρμοδίου οργάνου που να εξέτασε και απέρριψε την αίτησή της για μετάθεση και την ένστασή της, (β) τη μη παρουσίαση απόφασης μετάθεσης και τοποθέτησης του Ενδιαφερόμενου Μέρους στο συγκεκριμένο σχολείο, (γ) την ύπαρξη πλάνης της Επιτροπής περί το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, καθότι, κατά την Αιτήτρια, δεν εφαρμοζόταν το άρθρο 39 του Ν.10/1969 και οι Κανονισμοί 10 και 12 των Κανονισμών, αλλά το άρθρο 39Α του Νόμου, (δ) παραβίαση της αρχής της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχείρισης, καθώς και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για την ισχυριζόμενη απόκλιση από πάγια πρακτική, και (ε) παράλειψη της ΕΕΥ να διαβιβάσει το αίτημά της στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, κατά παράβαση του άρθρου 17(5) του Ν.158(Ι)/1999.
Οι Καθ' ων η Αίτηση, δια της Ένστασής τους και της γραπτής τους αγόρευσης, προβάλλουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες εξετάζονται κατά προτεραιότητα κατωτέρω, και υπεραμύνονται, άνευ βλάβης, τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης επί της ουσίας, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση της ΕΕΥ να μη μεταθέσει την Αιτήτρια ήταν δέσμια, εφόσον δεν είχε συμπληρώσει τη διετή υπηρεσία στο ίδιο σχολείο εκτός έδρας που απαιτεί ο Κανονισμός 10, και ότι, κατά συνέπεια, καμία πλάνη, έλλειψη έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας ή παραβίαση ίσης μεταχείρισης υπήρξε.
Ο περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμος του 1969 (Ν.10/1969), όπως τροποποιήθηκε (εφεξής «ο Νόμος»), προβλέπει στο άρθρο 39 τα ακόλουθα:
«Μεταθέσεις και μετακινήσεις
39.-(1) Οι μεταθέσεις των εκπαιδευτικών λειτουργών διενεργούνται από την Επιτροπή σύμφωνα με κριτήρια, όρους, προϋποθέσεις και διαδικασία που καθορίζονται.
(2) Τα κριτήρια τα οποία καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (1) συνυπολογίζονται μετά την αριθμητική αποτίμηση τους σε μονάδες από την Επιτροπή με υιοθέτηση του κατάλληλου μαθηματικού τύπου και με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή.
(3) Μπορεί να καθοριστεί ότι μεταξύ των κριτηρίων θα είναι και η εκτός έδρας υπηρεσία ενός εκπαιδευτικού λειτουργού κατά τα πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού έτη.
(4) Η βαρύτητα που δίνεται σε κάθε κριτήριο του οποίου γίνεται αριθμητική αποτίμηση σε μονάδες, σύμφωνα με το εδάφιο (2), θα αποφασίζεται από την Επιτροπή.
(5) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει προσωρινή μετάθεση ενός εκπαιδευτικού λειτουργού για χρονική περίοδο μέχρι σαράντα δύο μέρες.
(6) Οι μετακινήσεις εκπαιδευτικών λειτουργών διενεργούνται από την αρμόδια αρχή για εξυπηρέτηση των αναγκών της υπηρεσίας.»
Με τον τροποποιητικό Νόμο 48(Ι)/2016, προστέθηκε το άρθρο 39Α, το οποίο θεσπίζει ειδική, ετήσια διαδικασία για τις τοποθετήσεις, μετακινήσεις και μεταθέσεις των εκπαιδευτικών λειτουργών, ανεξάρτητη από όσα προβλέπονται στο βασικό νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή καλεί κάθε χρόνο τους ενδιαφερόμενους εκπαιδευτικούς λειτουργούς να υποβάλουν, εντός καθορισμένης προθεσμίας και επί ειδικού εντύπου, αίτηση μετάθεσης.
Ο Κανονισμός 10(2)(α) της ΚΔΠ 212/1987 προβλέπει ότι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για μετάθεση από τον τόπο εργασίας τους στην έδρα τους ή σε άλλο τόπο εργασίας οι Διευθυντές, οι Βοηθοί Διευθυντές, οι διευθύνοντες Σχολεία Β και οι υπηρετούντες σε σχολεία Γ, μετά τη συμπλήρωση διετούς υπηρεσίας στο ίδιο σχολείο εκτός έδρας. Επίσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου (1) του Κανονισμού 12, η Επιτροπή, κατά τη λήψη αποφάσεων για μεταθέσεις, ακολουθεί σειρά προτεραιότητας, η οποία καθορίζεται με κριτήρια που συμπεριλαμβάνονται στην πιο πάνω παράγραφο. Ο Κανονισμός 13(3) αναφέρεται στα έγγραφα του φακέλου, ως τη βάση για την κατάρτιση των «καταλόγων των υποκειμένων σε μετάθεση», ενώ ο Κανονισμός 11(1), υπό τον τίτλο «Ειδικές περιπτώσεις μεταθέσεων», ο οποίος αποτέλεσε τη βάση για τη μετάθεση του Ενδιαφερόμενου Μέρους στη Λευκωσία και μετέπειτα για τη τοποθέτηση του στο συγκεκριμένο σχολείο, προβλέπει τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τι προβλέπεται σε άλλες διατάξεις των Κανονισμών αυτών η Επιτροπή μπορεί να μεταθέσει ή να μη τοποθετήσει έναν εκπαιδευτικό λειτουργό, ύστερα από αίτηση του, αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχει μια από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) σοβαροί λόγοι υγείας ….».
Από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου και των θέσεων των Καθ' ων η Αίτηση, ως έχουν διατυπωθεί στη γραπτή τους αγόρευση, οι οποίοι προωθούν πέντε προδικαστικές ενστάσεις (εκ των επτά που προέβαλαν με την Ένσταση τους εγκατέλειψαν ρητά τη δεύτερη και πέμπτη), διαπιστώνω ότι ανακύπτουν ζητήματα, αναφορικά με το παραδεκτό των αιτούμενων θεραπειών, τα οποία χρήζουν εξέτασης και θα εξεταστούν κατά προτεραιότητα, εφόσον άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας προσφυγής.
Εν προκειμένω, το Αιτητικό Α στρέφεται κατά της απόφασης ανάθεσης υπηρεσίας στο Ενδιαφερόμενο Μέρος ως Διευθύντριας στο Ενιαίο Ολοήμερο Σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» στη Λευκωσία, για το σχολικό έτος 2019-2020. Όσον αφορά το Αιτητικό Β, διαφαίνεται από το λεκτικό του ότι η Αιτήτρια αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι το αίτημά της να υπηρετήσει στο συγκεκριμένο σχολείο «δεν έγινε νόμιμα δεκτό» και ότι η ανάθεση της εν λόγω υπηρεσίας στο Ενδιαφερόμενο Μέρος παραβιάζει την αρχή της ισότητας και/ή τη χρηστή διοίκηση. Τίθεται λοιπόν, κατά την άποψη μου, ζήτημα κατά πόσο το Αιτητικό Β παράγει έννομα αποτελέσματα αυτοτελώς ως διακριτή εκτελεστή πράξη, ως εισηγούνται οι Καθ’ ων η Αίτηση, ή συμπίπτει ουσιαστικά με το αντικείμενο του Αιτητικού Α, εφόσον αυτό το οποίο κοινώς και τελικώς προσβάλλεται είναι η ανάθεση της υπηρεσίας της Διευθύντριας στο Ενιαίο Ολοήμερο Σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» στη Λευκωσία στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, αντί στην Αιτήτρια.
Το ζήτημα αυτό συνδέεται με την πρώτη, τρίτη και τέταρτη προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίες εξετάζονται πιο κάτω. Ειδικότερα, με την πρώτη προδικαστική ένσταση οι Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι τα Αιτητικά Α και Β αφορούν δύο διαφορετικές και αυτοτελείς πράξεις, μη συναφείς μεταξύ τους, και ότι, συνεπώς, δεν μπορούν να συμπροσβληθούν με το ίδιο δικόγραφο. Επικαλούνται τη νομολογία περί συνάφειας διοικητικών πράξεων, όπως αυτή αναπτύχθηκε στις αποφάσεις Συμεωνίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 258 και Βάσος Χριστοφίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 766, κατά την οποία επιτρέπεται η προσβολή περισσότερων πράξεων με το ίδιο δικόγραφο μόνον όταν αυτές είναι συναφείς, δηλαδή όταν η μια αποτελεί προϋπόθεση της άλλης ή όταν αφορούν τον ίδιο αιτητή, βασίζονται στις ίδιες διατάξεις νόμου, φέρουν ταυτόσημη αιτιολογία και εκδόθηκαν από το ίδιο όργανο κατά την ίδια διοικητική διαδικασία. Διαζευκτικά, οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν, με την τρίτη και τέταρτη προδικαστική τους ένσταση, ότι το Αιτητικό Β είναι αόριστο και γενικό, δεν αφορά συγκεκριμένη εκτελεστή διοικητική πράξη και ουσιαστικά συνιστά νομικό ισχυρισμό παρά αυτοτελές αίτημα επιδεκτικό δικαστικής απόφασης, με την επισήμανση ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δεν είναι δικαστήριο ουσίας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι, εάν το Αιτητικό Β ήθελε θεωρηθεί ότι προσβάλλει την τελευταία απάντηση της ΕΕΥ, τότε πρόκειται περί βεβαιωτικής πράξης, η οποία απλώς πληροφορούσε την Αιτήτρια, μέσω του δικηγόρου της, για την ισχύουσα κατάσταση.
Η Αιτήτρια αντιτείνει ότι πρόκειται περί συναφών πράξεων, καθότι η κρίση επί του Αιτητικού Β αποτελεί προϋπόθεση της κρίσης επί του Αιτητικού Α, οι δύο πράξεις βασίζονται στις ίδιες διατάξεις νόμου, εκδόθηκαν από το ίδιο όργανο κατά την ίδια διοικητική διαδικασία, και αφορούν την ίδια θέση την οποία διεκδίκησε, δια μετάθεσης δυνάμει του άρθρου 39Α, αποκλειστικά η ίδια. Όσον αφορά τους διαζευκτικούς ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση περί αοριστίας και βεβαιωτικού χαρακτήρα του Αιτητικού Β, η Αιτήτρια απαντά ότι αυτό είναι σαφές και συγκεκριμένο, στρεφόμενο κατά της απόρριψης του αιτήματός της για τοποθέτηση στο συγκεκριμένο σχολείο, απόρριψη η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, ουδέποτε αποφασίστηκε νομίμως ή κοινοποιήθηκε της ρητά, ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απλή επιβεβαίωση προγενέστερης πράξης. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η απάντηση της ΕΕΥ ημερομηνίας 3.1.2019 αφορούσε την ένσταση του σχολικού έτους 2018-2019 και όχι εκείνη του 2019-2020, και ότι, ούτως ή άλλως, η εν λόγω απάντηση ήταν η ίδια παράνομη, ως μη ανταποκρινόμενη στην υποχρέωση της ΕΕΥ είτε να αποφασίσει επί του αιτήματος μετάθεσης είτε να το διαβιβάσει, δυνάμει του άρθρου 17(5) του Ν.158(Ι)/1999, στο αρμόδιο όργανο.
Δεν θα συμφωνήσω ούτε με τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι πρόκειται περί δύο αυτοτελών πράξεων, ούτε όμως με τη θέση της Αιτήτριας ότι οι δύο πράξεις βασίζονται στις ίδιες διατάξεις νόμου, εκδόθηκαν από το ίδιο όργανο κατά την ίδια διοικητική διαδικασία και αφορούν την ίδια «κενή» θέση την οποία διεκδίκησε. Τούτο διότι, δεν πρόκειται για κενή θέση διεκδικούμενη μεταξύ υποψηφίων, αλλά για μετακίνηση, υπό την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο νόμο, όπως αναλύεται πιο κάτω. Η απόφαση ανάθεσης της επίδικης υπηρεσίας στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, ωστόσο, ως επιλογή μεταξύ ενδιαφερομένων προσώπων για την πλήρωση της ίδιας θέσης, όπως τουλάχιστον το περιγράφει η Αιτήτρια στο Αιτητικό της, φέρει αναγκαστικά διττό περιεχόμενο, θετικό ως προς το Ενδιαφερόμενο Μέρος, το οποίο επιλέγεται και αρνητικό ως προς την Αιτήτρια, η οποία, με την ίδια ακριβώς κρίση, αποκλείεται. Το παράπονο της Αιτήτριας, δηλαδή, με το Αιτητικό Β, ότι το αίτημά της να υπηρετήσει στο συγκεκριμένο σχολείο «δεν έγινε νόμιμα δεκτό» και ότι, αντί αποδοχής του, ανατέθηκε η εν λόγω υπηρεσία στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, δεν αντιστοιχεί σε χωριστή εκτελεστή πράξη, αλλά στην ίδια την αρνητική όψη της απόφασης που αποτελεί αντικείμενο του Αιτητικού Α, και θα εξεταστεί, συνεπώς, μαζί με αυτό. Το Αιτητικό Β, ως αυτοτελές αίτημα, απορρίπτεται.
Εξέταση του κατά πόσον η προσβαλλόμενη, με το Αιτητικό Α, πράξη είναι παραδεκτή
Η μετάθεση εκπαιδευτικού λειτουργού συνίσταται στην αλλαγή του τόπου εργασίας του, από σχολείο εντός έδρας σε σχολείο εκτός έδρας ή αντιστρόφως, ή από σχολείο εκτός έδρας σε άλλο σχολείο εκτός έδρας. Διενεργείται δυνάμει του άρθρου 39 του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών, αποφασίζεται από την Επιτροπή και έχει κριθεί νομολογιακά ότι μεταβάλλει το καθεστώς υπηρεσίας του λειτουργού. Αντιθέτως, η μετακίνηση εντός της ίδιας επαρχίας αποφασίζεται, δυνάμει του άρθρου 39(6) του ίδιου Νόμου, από άλλη αρμόδια αρχή, ήτοι τον Υπουργό Παιδείας. Επισημαίνεται, στη βάση των ίδιων αυτών διατάξεων, ότι η τοποθέτηση εκπαιδευτικού λειτουργού σε συγκεκριμένο σχολείο εντός επαρχίας δεν προϋποθέτει, κατά νόμο, την υποβολή αιτήματος εκ μέρους του για το συγκεκριμένο σχολείο. Όπως προκύπτει από το άρθρο 39(6) του Νόμου και τον Κανονισμό 5 της ΚΔΠ 212/1987, η μετακίνηση αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή αυτεπαγγέλτως, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της υπηρεσίας, και όχι κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου για συγκεκριμένο σχολείο.
Στην παρούσα υπόθεση, από τα έγγραφα του φακέλου προκύπτει ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος δεν υπέβαλε αίτημα τοποθέτησης στο Ενιαίο Ολοήμερο Σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης», υπέβαλε όμως αίτημα, δυνάμει του Κανονισμού 11 της ΚΔΠ 212/1987, όπως μετατεθεί στη Λευκωσία για λόγους υγείας, το οποίο η ΕΕΥ αποδέχθηκε, με απόφαση της 2.8.2019, και η μετέπειτα τοποθέτησή του στο συγκεκριμένο σχολείο συνιστά, συνεπώς, απλή εσωτερική μετακίνηση προσωπικού εντός της επαρχίας από το αρμόδιο Υπουργείο, ανεξάρτητη από οποιοδήποτε δικό του αίτημα ή επιλογή ως προς το συγκεκριμένο σχολείο. Η Αιτήτρια, εξάλλου, δεν νομιμοποιείτο να διεκδικήσει η ίδια τέτοια τοποθέτηση / μετακίνηση, εφόσον, όπως αναλύεται κατωτέρω, δεν ήταν μετατεθειμένη στη Λευκωσία.
Διαπιστώνω ότι, η Αιτήτρια δεν προσβάλλει, με την παρούσα ή άλλη προσφυγή, την απόφαση της ΕΕΥ για τη μη μετάθεσή της από τη Λεμεσό στη Λευκωσία, ούτε τις μεταγενέστερες αποφάσεις της ΕΕΥ με τις οποίες απορρίφθηκαν οι διαδοχικές της ενστάσεις, όπως δημοσιεύθηκαν με τις ανακοινώσεις της 12.6.2019 και της 15.7.2019, ή την απόρριψη της ένστασής της ημερομηνίας 17.7.2019. Εκείνο το οποίο προσβάλλεται, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, είναι η απόρριψη της τοποθέτησής της σε συγκεκριμένο σχολείο στη Λευκωσία και η ανάληψη των καθηκόντων της Διευθύντριας στο σχολείο αυτό από το Ενδιαφερόμενο Μέρος.
Για να υποβάλει, όμως, παραδεκτώς αίτημα τοποθέτησης σε συγκεκριμένο σχολείο εντός της επαρχίας Λευκωσίας, αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας και όχι της ΕΕΥ, η Αιτήτρια θα έπρεπε να είναι ήδη μετατεθειμένη εντός της επαρχίας αυτής, προϋπόθεση την οποία δεν πληρούσε, παραμένοντας τοποθετημένη στη Λεμεσό, εφόσον δεν προσέβαλε δικαστικώς την απόφαση της ΕΕΥ για τη μη μετάθεσή της. Η μη πλήρωση της προϋπόθεσης αυτής της στερεί τη δυνατότητα να προσβάλει παραδεκτώς και την επιλογή του αρμοδίου οργάνου να μετακινήσει και/ή τοποθετήσει το Ενδιαφερόμενο Μέρος στο συγκεκριμένο σχολείο, εφόσον η νομιμοποίησή της προς τούτο θα προϋπέθετε ακριβώς εκείνο το οποίο η ίδια δεν επιδίωξε δικαστικώς να πετύχει, ήτοι τη δική της μετάθεση στη Λευκωσία. Η Αιτήτρια, συνεπώς, δεν νομιμοποιείται να εγείρει και να προωθεί το Αιτητικό Α.
Ανεξαρτήτως της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το Αιτητικό Α, ερμηνευόμενο ευρύτερα, προσβάλλει εμμέσως και την ίδια την απόφαση μη μετάθεσης της Αιτήτριας πίσω στη Λευκωσία, ή ότι, μέσω της εξέτασής του, τίθεται εκ νέου το ζήτημα πλήρωσης των προϋποθέσεων μετάθεσης, τότε ανακύπτει, όπως ορθώς προβάλλεται και από τους Καθ' ων η Αίτηση με την έκτη προδικαστική τους ένσταση, ζήτημα έλλειψης έννομου συμφέροντος της Αιτήτριας λόγω μη πλήρωσης των προϋποθέσεων μετάθεσης, αλλά και ζήτημα εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης πράξης, τα οποία, για σκοπούς πληρότητας, εξετάζω κατωτέρω.
Έλλειψη έννομου συμφέροντος λόγω μη πλήρωσης των προϋποθέσεων μετάθεσης
Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν ότι η Αιτήτρια στερείται έννομου συμφέροντος, καθότι, μη έχοντας συμπληρώσει τη διετή υπηρεσία στο ίδιο σχολείο εκτός έδρας που απαιτεί ο Κανονισμός 10(2)(α) της ΚΔΠ 212/1987, δεν εδικαιούτο η ίδια μετάθεσης στη Λευκωσία και, συνακόλουθα, ούτε τοποθέτησης στο συγκεκριμένο σχολείο. Επικαλούνται τη Γεώργιος Οικονομίδης ν. Επιτροπής Δημόσιας Υγείας Κάτω Ακουρδάλια κ.ά. (1990) 3 Α.Α.Δ. 928 επί της γενικής έννοιας του εννόμου συμφέροντος, και τη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1993) 4 Α.Α.Δ. 289 επί της αρχής ότι πρόσωπο που δεν κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει διορισμό ή προαγωγή άλλου προσώπου, αρχή την οποία θεωρούν αναλογικά εφαρμοστέα.
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το αίτημά της δεν στηριζόταν στο άρθρο 39 του Ν.10/1969 και στους Κανονισμούς 10 και 12 της ΚΔΠ 212/1987, αλλά στην ειδική, μεταγενέστερη και ανεξάρτητη διαδικασία του άρθρου 39Α, η οποία καλεί κάθε ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό λειτουργό να υποβάλει αίτηση μετάθεσης επί ειδικού εντύπου, χωρίς διάκριση ή αναφορά στις προϋποθέσεις του Κανονισμού 10. Υποστηρίζει, συνεπώς, ότι κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα για να αιτηθεί μετάθεσης δυνάμει του άρθρου 39Α, και ότι, ούτως ή άλλως, το ζήτημα κατοχής των προϋποθέσεων αποτελεί το ίδιο επίδικο θέμα της προσφυγής, οπότε δεν στερείται εννόμου συμφέροντος να το εγείρει. Από την άλλη, η θέση των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι αυτό θεσπίζει μεν πράγματι νέα, πρόσθετη διαδικασία, ανεξάρτητη από το άρθρο 39, πλην όμως αφορά τη διαδικασία υποβολής και εξέτασης των αιτήσεων μετάθεσης, χωρίς να καταργεί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που θέτει ο Κανονισμός 10(2)(α) των Κανονισμών, δηλαδή τη συμπλήρωση διετούς υπηρεσίας στο ίδιο σχολείο εκτός έδρας, την οποία η Αιτήτρια δεν πληρούσε, υπηρετώντας στη Λεμεσό επί ένα μόνο σχολικό έτος.
Δεν συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας, διότι, δεν προσβάλλεται εν προκειμένω μετάθεση άλλου προσώπου αντί αυτής, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, αλλά αυτό που στην πραγματικότητα προσβάλλεται είναι η μετακίνηση/τοποθέτηση του Ενδιαφερόμενου Μέρους, για την οποία η Αιτήτρια δεν θα είχε ούτως ή άλλως άμεσο έννομο συμφέρον, καθότι η μετάθεση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τοποθέτηση σε συγκεκριμένο σχολείο, πράξη η οποία γίνεται από άλλη αρμόδια αρχή και όχι την ΕΕΥ.
Δε διαπιστώνω, περαιτέρω, ότι το αίτημα της Αιτήτριας έγινε στη βάση του άρθρου 39Α, όπως προβάλλεται με τη γραπτή της αγόρευση. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και τις σχετικές επιστολές του δικηγόρου της, το αίτημά της, κατά τους δικούς της ισχυρισμούς, αρχικά θεμελιωνόταν στο Άρθρο 29 του Συντάγματος και στο άρθρο 33 του Ν.158(Ι)/1999 (σχετικές οι επιστολές ημερομηνίας 25.10.2018 και 26.11.2018), ενώ δεν προκύπτει από τις αρχικές της επιστολές ημερομηνίας 14.6.2018 και 4.9.2018 ότι το αίτημα υποβλήθηκε στη βάση του άρθρου 39Α. Αντιθέτως, το αίτημα της διατυπώθηκε μόνο μέσω των ενστάσεων της επί των αποφάσεων της ΕΕΥ για τις μεταθέσεις που αφορούσαν το σχολικό έτος 2019-2020. Ουδέν εξάλλου στοιχείο του διοικητικού φακέλου καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια υπέβαλε, επί του ειδικού εντύπου και εντός της προθεσμίας που προβλέπει η διαδικασία του άρθρου 39Α, αίτηση μετάθεσης δυνάμει της διάταξης αυτής, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε τόσο με τη γραπτή της αγόρευση όσο και κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Ούτε, εξάλλου, οι σχετικές ενστάσεις της Αιτήτριας περί μη μετάθεσής της στο συγκεκριμένο σχολείο μπορούν να αντιμετωπιστούν, με βάση τη νομολογία, ως αίτημα στη βάση του άρθρου 29 του Συντάγματος, εφόσον προβλέπεται ρητώς ειδική διαδικασία στο νόμο. Στην απόφαση της Ολομέλειας Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Ματθαίου, Α.Ε. 832, 12.7.1990, στη σελίδα 10, αναφέρονται τα εξής:
«Η ένσταση, που προβλέπεται στους Κανονισμούς, παρόλο ότι υποβάλλεται στο ίδιο όργανο, είναι ενδικοφανής προσφυγή. Δεν ταυτίζεται με το γενικό δικαίωμα "του αναφέρεσθαι προς τας αρχάς", που διασφαλίζεται με το Άρθρο 29 του Συντάγματος, ούτε είναι απλή αίτηση θεραπείας ή αναθεώρησης.»
Εκείνο το οποίο πράγματι προσβάλλει η Αιτήτρια δεν είναι αυτεπάγγελτη μετάθεση ή μετακίνηση εις βάρος της, αλλά η απόρριψη του δικού της αιτήματος να τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο σχολείο, τοποθέτηση για την οποία απαιτείτο προηγούμενη απόφαση μετάθεσης στη Λευκωσία από την ΕΕΥ και για την οποία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 10(2)(α). Υπό τις συνθήκες αυτές, τυγχάνει εφαρμογής η διάκριση που έγινε στην απόφαση ΚΥΡIAΚΟΥ Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙAΚΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 778/2001, 21.1.2003, μεταξύ της περίπτωσης προσβολής αυτεπάγγελτης μετάθεσης του ίδιου του αιτητή, όπου υφίσταται έννομο συμφέρον ανεξαρτήτως πλήρωσης των προϋποθέσεων και της περίπτωσης προσβολής της απόρριψης αιτήματος του ίδιου του αιτητή για μετάθεση σε σχολείο για το οποίο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, όπου το έννομο συμφέρον απουσιάζει:
«Ο δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση πρόβαλε την προδικαστική ένσταση ότι ο αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος καθότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για υποβολή αίτησης για μετάθεση, όπως αυτές καθορίζονται στον Κανονισμό 10(1)(α) των περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Τοποθετήσεις, Μετακινήσεις και Μεταθέσεις) Κανονισμών του 1987 (ΚΔΠ212/87). Η ένσταση δεν ευσταθεί. Εκείνο το οποίο προσβάλλει ο αιτητής είναι την αυτεπάγγελτη μετάθεσή του στο Δημοτικό Σχολείο Δρούσιας και όχι την απόρριψη της αίτησής του για μετάθεση στο Δημοτικό Σχολείο Γιόλου ή Πολεμίου ή Πόλης Χρυσοχούς, απόρριψη για την οποία όντως δεν θα είχε έννομο συμφέρον, εφόσον, ενόψει του Κανονισμού 10(2)(α) της ΚΔΠ212/87, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχε συμπληρώσει διετή υπηρεσία στο ίδιο σχολείο εκτός έδρας.»
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Σημειώνεται συναφώς ότι η Αιτήτρια, όπως προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, υπηρέτησε στη Λεμεσό για ένα μόνο σχολικό έτος πριν από την ανακοίνωση των μεταθέσεων του σχολικού έτους 2019-2020, χωρίς να έχει συμπληρώσει τη διετή υπηρεσία στο ίδιο σχολείο εκτός έδρας που απαιτεί ο Κανονισμός 10(2)(α), γεγονός το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων. Η προδικαστική ένσταση περί έλλειψης έννομου συμφέροντος της Αιτήτριας γίνεται, συνεπώς, δεκτή.
Εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης
Παρά τα ανωτέρω, δηλαδή ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια νομιμοποιείτο να εγείρει το Αιτητικό Α και είχε προς τούτο έννομο συμφέρον, τίθεται και ζήτημα εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ζήτημα που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της προσφυγής και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Όπως αναλύεται πιο κάτω, πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δέχεται ότι η μετακίνηση ή τοποθέτηση εκπαιδευτικού λειτουργού εντός της ίδιας επαρχίας δε μεταβάλλει το υπηρεσιακό του καθεστώς, και συνιστά, συνεπώς, εσωτερικό μέτρο της διοίκησης, στερούμενο εκτελεστού χαρακτήρα. Ακόμη, επομένως, και αν η Αιτήτρια ήταν μετατεθειμένη στη Λευκωσία, η προσφυγή της θα ήταν, και για τον λόγο αυτό, απαράδεκτη.
Στην απόφαση Συμεών Μιχαήλ Συμεών ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 214, κρίθηκε, με αναφορά στην απόφαση Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1986) 3 C.L.R. 1690, ότι μετακίνηση η οποία δε συνεπάγεται μεταβολή του υπηρεσιακού καθεστώτος του εκπαιδευτικού λειτουργού συνιστά εσωτερικό διοικητικό μέτρο, στερούμενο εκτελεστού χαρακτήρα, μη υποκείμενο σε προσβολή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Διοικητικό Δικαστήριο στην Ελένη Χαπέλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, Υπόθεση Αρ. 1107/2016, 25.11.2016, όπου, αφού υπενθυμίστηκε αυτούσια η πιο πάνω νομολογιακή αρχή, κρίθηκαν επιπρόσθετα τα εξής:
«Εν προκειμένω και στη βάση των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ως πρωταρχικής σημασίας την εξέταση του προδικαστικού θέματος που αφορά την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αν και εφόσον ήθελε αποφασιστεί ότι πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη, τότε το Δικαστήριο θα ελέγξει την νομιμότητα της απόφασης και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από την αιτήτρια σε σχέση με αυτή, όπως αποστέρηση του δικαιώματος ακρόασης, ελλιπούς αιτιολογίας και/ή απουσίας απόφασης της αρμόδιας αρχής και άλλα.
Συναφώς αναφέρονται τα εξής:
Το άρθρο 39 των περί Δημοσίας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων του 1969, με τις τροποποιήσεις του (Ν.10/1969), προνοεί ότι:
[...]
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 5 των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Κανονισμών του 1987 (Κ.Δ.Π. 212/1987),
«Οι μετακινήσεις των εκπαιδευτικών λειτουργών αποφασίζονται από την αρμόδια αρχή για εξυπηρέτηση των αναγκών της υπηρεσίας».
Η νομολογία μας έχει διαμορφώσει αποκρυσταλλωμένη άποψη σε σχέση με το κατά πόσο η μετακίνηση υπαλλήλων είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η μετακίνηση υπαλλήλου θεωρείται ως εσωτερικό διοικητικό μέτρο, που δεν προσδίδει εκτελεστό χαρακτήρα σε μια τέτοια ενέργεια. Απόλυτα σχετικά επί του θέματος είναι τα νομολογηθέντα στην Συμεών Μιχαήλ Συμεών v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2002) 3 ΑΑΔ 214, στην οποία το θέμα ετέθη ως ακολούθως:
«Τα νομικά επακόλουθα της μετακίνησης εξετάσθηκαν στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1986) 3 C.L.R. 1690, όπου τονίσθηκε ότι, "As it can clearly be discerned from the cases of Yiallouros, Karapataki and Nissiotou (supra), the test in matters as the present ones where there is no question of change of residence is that a transfer (μετακίνησις), that does not entail a change of status of the service of an officer who ordains a mere change of posting is an internal administrative measure which cannot be challenged by means of a recourse."
Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην παρούσα περίπτωση ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή στο καθεστώς της υπηρεσίας του εφεσείοντος είναι ορθό. Οι νομοθετικές τροποποιήσεις που έχουν επέλθει με την έγκριση του Νόμου 65/87 δεν έχουν μεταβάλει τη φύση του εσωτερικού διοικητικού μέτρου ώστε να δημιουργείται απόφαση με εκτελεστό χαρακτήρα που να εμπίπτει μέσα στις πρόνοιες του άρθρου 146 του Συντάγματος. Οι μετακινήσεις θεωρούνται ως εσωτερικά διοικητικά μέτρα που δεν προσδίδουν εκτελεστό χαρακτήρα σε μια τέτοια ενέργεια. Η εισήγηση απορρίπτεται».
Η ίδια γραμμή είχε ακολουθηθεί και στην απόφαση στην Άννα Νικοδήμου v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 571, στην οποία αναφέρονται τα εξής:
«Η χρήση του όρου εκτελεστή διοικητική πράξη δηλώνει το αντίστροφο των μέτρων εσωτερικής τάξης τα οποία στερούνται εκτελεστού χαρακτήρα και δεν προσβάλλονται παραδεκτώς με αίτηση ακύρωσης (Π. Δ. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 2η Έκδοση, παραγρ. 516 και ΣτΕ 1821/89 (Ολ.)). Μια διοικητική πράξη έχει εξ ορισμού εξωτερικές έννομες συνέπειες. Η διάκριση μεταξύ διοικητικής πράξης και μέτρων εσωτερικής τάξης, όπως παρατηρεί ο Δαγτόγλου ανωτέρω, δεν είναι σαφής και εύκολη στο πλαίσιο των ειδικών, κυριαρχικών ή εξουσιαστικών σχέσεων, όπως είναι για παράδειγμα η υπαλληλική ή μαθητική σχέση. Πειθαρχικές ποινές στο πλαίσιο των σχέσεων αυτών έχουν εξωτερικές έννομες συνέπειες μόνο όταν θίγουν τον πυρήνα της σχέσης, δηλαδή τη σύσταση, ύπαρξη και περιεχόμενό της. Μόνο τότε αποτελούν διοικητικές πράξεις που προσβάλλονται παραδεκτώς με αίτηση ακύρωσης. Το αντίθετο ισχύει για τα μέτρα εσωτερικής τάξης (βλέπε επίσης ΣτΕ 97/1980).
Στην ελληνική νομολογία η απλή μετακίνηση υπάλληλου που δεν επάγεται μεταβολή της οικογενειακής του κατάστασης δεν φέρει χαρακτήρα εκτελεστής διοικητικής πράξης, γι' αυτό και κρίθηκε ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση για ακύρωσή της (ΣτΕ 298/54).
[...]
Στην παρούσα περίπτωση συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η μετακίνηση της εφεσείουσας με βάση το άρθρο 48(3) δεν συνιστά οποιανδήποτε μεταβολή της υπηρεσιακής της υπόστασης και συνεπώς δεν αποτελεί πράξη εκτελεστή υποκείμενη σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αντίθετα εσωτερικό μέτρο της διοίκησης. Η μετακίνηση δεν προϋποθέτει αλλαγή της θεσμικής υπόστασης του υπάλληλου. Τα καθήκοντα τα οποία καλείται να ασκήσει στη νέα του θέση προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας και η μετακίνηση δεν έχει οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες.
Έχει επισημανθεί από την εφεσείουσα η νομοθετική αξίωση για αιτιολογημένη απόφαση του προϊστάμενου, ως δεικνύουσα προς την κατεύθυνση της εκτελεστότητας της πράξης. Δεν συμφωνούμε με τη θέση αυτή. Η αξίωση του νομοθέτη για αιτιολόγηση οποιασδήποτε πράξης δεν καθιστά από μόνη της την πράξη αυτή εκτελεστή. Εκτελεστή διοικητική πράξη είναι η πράξη η οποία επάγεται έννομες συνέπειες και η αξίωση για αιτιολόγηση δεν επιδρά επί της εκτελεστότητας».
Οι πιο πάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες είναι δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο και με τις οποίες συμφωνώ απόλυτα, προδιαγράφουν το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης.
Διευκρινίζεται επίσης ότι οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που κωδικοποιήθηκαν στον περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο (Ν.158(Ι)/99), στις οποίες περιλαμβάνεται το δικαίωμα ακρόασης, η αιτιολόγηση δυσμενούς απόφασης, οι αρχές της χρηστής διοίκησης, αρχές στις οποίες εδράζονται οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, δεν καθιστούν από μόνες τους την πράξη ως εκτελεστή και δεν επιδρούν επί της εκτελεστότητά της.
Υπό το φως των ανωτέρω, γίνεται αποδεκτή η προδικαστική ένσταση των καθ' ων η αίτηση περί έλλειψης εκτελεστότητος της προσβαλλόμενης απόφασης.»
Οι ως άνω αρχές τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση. Η μετακίνηση και/ή τοποθέτηση του Ενδιαφερόμενου Μέρους στο Ενιαίο Ολοήμερο Σχολείο «Πεύκιος Γεωργιάδης» συνιστά, συνεπώς, εσωτερικό διοικητικό μέτρο, στερούμενο εκτελεστού χαρακτήρα, μη υποκείμενο σε ακυρωτικό έλεγχο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Ισχυρισμός της Αιτήτριας περί παράλειψης διαβίβασης του αιτήματος στο αρμόδιο όργανο, δυνάμει του άρθρου 17(5) του Ν.158(Ι)/1999
Η Αιτήτρια υποστηρίζει, με τον λόγο ακύρωσης 2.5 της γραπτής της αγόρευσης, ότι, εφόσον η ΕΕΥ έκρινε, με την επιστολή της ημερομηνίας 3.1.2019, ότι η τοποθέτηση εκπαιδευτικού λειτουργού σε συγκεκριμένο σχολείο εντός επαρχίας δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά της αλλά σε εκείνη του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όφειλε, δυνάμει του άρθρου 17(5) του Ν.158(Ι)/1999, να διαβιβάσει το αίτημά της στο αρμόδιο όργανο, ενημερώνοντάς την σχετικά, αντί να αφήσει το αίτημα αναπάντητο. Υποστηρίζει ότι η παράλειψη αυτή επαναλήφθηκε και για το αίτημα του σχολικού έτους 2019-2020, και επικαλείται την Αντώνης Αντωνίου ν. ΑΗΚ, Υπόθ. Αρ. 427/14, 29.8.2018, και τη σχετική με το Άρθρο 29 του Συντάγματος νομολογία περί της υποχρέωσης της διοίκησης να απαντά σε υποβληθέν αίτημα (Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 777). Η θέση των Καθ' ων η Αίτηση, όπως προκύπτει από τη γραπτή τους αγόρευση, είναι ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αλυσιτελής, καθότι, για να δικαιούτο τοποθέτησης στο συγκεκριμένο σχολείο, η Αιτήτρια θα έπρεπε προηγουμένως να δικαιούται μετάθεσης πίσω στη Λευκωσία, κάτι που, κατά τους Καθ' ων η Αίτηση, δε δικαιούτο, ελλείψει συμπλήρωσης της διετούς υπηρεσίας που απαιτεί ο Κανονισμός 10, οπότε ακόμη και αν το αίτημα διαβιβαζόταν στο Υπουργείο, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί.
Η εξέταση του ισχυρισμού αυτού παρέλκει, ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης πράξης. Επισημαίνεται πάντως, χάριν πληρότητας, ότι ο ισχυρισμός θα ήταν, ούτως ή άλλως, αλυσιτελής. Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, προϋπόθεση για την υποβολή παραδεκτού αιτήματος μετακίνησης σε συγκεκριμένο σχολείο εντός της επαρχίας Λευκωσίας ήταν η προηγούμενη τοποθέτηση της Αιτήτριας εντός της ίδιας επαρχίας, προϋπόθεση την οποία δεν πληρούσε, παραμένοντας τοποθετημένη στη Λεμεσό. Ακόμη και αν, συνεπώς, η ΕΕΥ διαβίβαζε το αίτημά της στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, όπως υποστηρίζει ότι όφειλε δυνάμει του άρθρου 17(5) του Ν.158(Ι)/1999, το αίτημα δεν θα μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να εξεταστεί.
Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη, λόγω μη νομιμοποίησης της Αιτήτριας να προωθεί το Αιτητικό Α, εφόσον δεν προσβάλλει την απόφαση για μη μετάθεση της στη Λευκωσία, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντός της, εφόσον δεν πληρούσε ούτως ή άλλως τις προϋποθέσεις για μετάθεση εντός της Επαρχίας διαμονής της, καθώς και του ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσβαλλόμενη πράξη δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά εμπίπτει στα διοικητικά μέτρα εσωτερικής φύσεως. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η εξέταση, τόσο της έβδομης προδικαστικής ένστασης που εγείρουν οι Καθ’ ων η Αίτηση, περί ελλείψεως αντικειμένου λόγω λήξης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, όσο και των λοιπών λόγων ακύρωσης που προβάλλει η Αιτήτρια επί της ουσίας, παρέλκει.
Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα €1800 υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο