ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 171/2023
1 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Κ. Σ.
Αιτήτρια,
και
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Επιτροπής Εκπαδευτικής Υπηρεσίας
Καθ' ων η Αίτηση
__________________
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι Αιτήτριας.
Μ. Κοτσώνη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση (α) της απόφαση της Ε.Ε.Υ. ημερομηνίας 18.11.2022, με την οποία απορρίφθηκε εκ νέου, μετά από επανεξέταση λόγω ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, η αίτηση της για συμπερίληψη στον Ειδικό κατάλογο διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρίες επειδή κρίθηκε ότι δεν είναι κατάλληλη για άσκηση των καθηκόντων της θέσης και (β) της απόφαση της Ε.Ε.Υ. ημερομηνίας 18.1.2023, με την οποία αναστέλλεται το δικαίωμα της για διορισμό οπουδήποτε στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία μέχρι να αποφασίσουν κατά πόσο θα διαγραφεί και από τους πίνακες διοριστέων επειδή θεωρήθηκε δυνάμει της απόφασης ημερομηνίας 18.11.2022 ότι είναι ακατάλληλη για την άσκηση των καθηκόντων της.
Ως καταγράφεται στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει αντίστοιχα από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου, τα γεγονότα έχουν ως εξής.
Η Αιτήτρια, κάτοχος Πτυχίου Επιστημών της Αγωγής στην Προδημοτική Εκπαίδευση (2017) και Μεταπτυχιακού Τίτλου στην Ειδική και Ενιαία Εκπαίδευση (2020), είναι άτομο με ψυχική (mental) ή ψυχοκοινωνική (psychosocial) ως επικράτησε να είναι ο νομικά δόκιμος και διαδεδομένος όρος, καθότι έχει διαγνωστεί με διπολική διαταραχή για την οποία και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Όπως προκύπτει και από το Διοικητικό Φάκελο, από το Δεκέμβριο του 2018 έως τον Απρίλιο του 2019 εργάστηκε ως αντικαταστάτρια εκπαιδευτικός με σύμβαση, κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2021 μέχρι και τον Ιούνιο του 2022 προέβαινε σε αντικαταστάσεις εκπαιδευτικών δυνάμει του καταλόγου διοριστέων ή διορισίμων που διατηρούν οι Καθ'ων η αίτηση, όποτε αυτή καλείτο, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα.
Στις 2.8.2017, υπέβαλε αιτήσεις για εγγραφή της στους πίνακες διοριστέων και διορισίμων Νηπιαγωγών και στους ειδικούς καταλόγους διοριστέων και διορισίμων εκπαιδευτικών με αναπηρίες, στην ειδικότητα Νηπιαγωγών. Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) ενέκρινε τις αιτήσεις της για εγγραφή στους πίνακες διοριστέων και διορισίμων Νηπιαγωγών, εφόσον η αιτήτρια κατέχει τα απαιτούμενα από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας και τα υπό του άρθρου 28 των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων προβλεπόμενα προσόντα. Σε ό,τι δε αφορούσε τις αιτήσεις της αιτήτριας για εγγραφή της στους ειδικούς καταλόγους διοριστέων και διορισίμων εκπαιδευτικών με αναπηρίες, η Επιτροπή, με επιστολή της ημερομηνίας 13.11.2017, απέστειλε τα ιατρικά πιστοποιητικά της αιτήτριας στη Διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, για αξιολόγηση από Ειδική Πολυθεματική Επιτροπή, σύμφωνα με τον περί Πρόσληψης Ατόμων με Αναπηρίες στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα (Ειδικές Διατάξεις) Νόμο του 2009 (Ν.146(Ι)/2009) και για σύνταξη σχετικής έκθεσης.
H Διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, με επιστολή της ημερομηνίας 18.1.2018, διαβίβασε στην ΕΕΥ την έκθεση αξιολόγησης της αιτήτριας, την οποία είχε ετοιμάσει η Ειδική Πολυθεματική Επιτροπή (ΕΠΕ). H ΕΠΕ, στην έκθεσή της ημερομηνίας 11.1.2018, γνωμοδότησε ότι η αιτήτρια δεν ενέπιπτε στον ορισμό του όρου «άτομο με αναπηρίες», όπως ο ορισμός αυτός προβλέπεται στο άρθρο 2 του Νόμου. Στη συνέχεια, η ΕΕΥ, στη συνεδρία της ημερομηνίας 26.1.2018, εξέτασε τις αιτήσεις της αιτήτριας για εγγραφή στους ειδικούς καταλόγους διοριστέων και διορισίμων εκπαιδευτικών με αναπηρίες (ειδικότητα Νηπιαγωγών) και, ενόψει της προαναφερθείσας γνωμοδότησης της ΕΠΕ, αποφάσισε να τις απορρίψει.
Ακολούθως, στις 27.2.2018, αναρτήθηκε στα Γραφεία της ΕΕΥ ο ειδικός κατάλογος διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρίες (ειδικότητα: Νηπιαγωγών) Φεβρουάριου 2018, στον οποίο δεν είχε περιληφθεί το όνομα της αιτήτριας. Στις 12.3.2018, η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση για τη μη συμπερίληψή της στον εν λόγω κατάλογο, ενώ ζήτησε όπως επανεξεταστεί το αίτημά της για εγγραφή στους ειδικούς καταλόγους εκπαιδευτικών με αναπηρίες (ειδικότητα Νηπιαγωγών). H ΕΕΥ εξέτασε την ένστασή της στη συνεδρία της ημερομηνίας 23.5.2018 και αποφάσισε να την απορρίψει και να παραπέμψει εκ νέου την αιτήτρια για εξέταση στο Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες («το Τμήμα»). H Επιτροπή ενημέρωσε σχετικά την αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 1.6.2018. Περαιτέρω, με επιστολή ημερομηνίας 31.5.2018 προς τη Διευθύντρια, η Επιτροπή παρέπεμψε εκ νέου την αιτήτρια για αξιολόγηση από ΕΠΕ, σύμφωνα με το Νόμο.
Στο πλαίσιο της νέας αξιολόγησης, η Διευθύντρια, με επιστολή ημερομηνίας 23.11.2018, διαβίβασε στην ΕΕΥ την έκθεση αξιολόγησης της αιτήτριας από την ΕΠΕ, ημερομηνίας 7.11.2018,σύμφωνα με την οποία, η ΕΠΕ γνωμοδότησε ότι η αιτήτρια ενέπιπτε μεν στον υπό του άρθρου 2 προβλεπόμενο ορισμό του όρου «άτομο με αναπηρίες», αλλά ήταν ακατάλληλη για διορισμό στη θέση Νηπιαγωγού.
Εν συνεχεία, ενόψει της πιο πάνω γνωμοδότησης, την οποία και υιοθέτησε, η ΕΕΥ, στη συνεδρία της ημερομηνίας 11.12.2018, αποφάσισε να απορρίψει τις αιτήσεις της αιτήτριας για εγγραφή στους ειδικούς καταλόγους διοριστέων και διορισίμων εκπαιδευτικών με αναπηρίες (ειδικότητα Νηπιαγωγών).
Στις 27.2.2019, αναρτήθηκε στο Γραφείο της ΕΕΥ ο ειδικός κατάλογος διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρίες (ειδικότητα: Νηπιαγωγών) Φεβρουάριου 2019, στον οποίο δεν περιλήφθηκε το όνομα της αιτήτριας. H αιτήτρια υπέβαλε ένσταση ημερομηνίας 8.3.2019 για τη μη συμπερίληψή της στον εν λόγω κατάλογο, ενώ ζήτησε όπως της κοινοποιηθούν οι σχετικές εκθέσεις των ιατροσυμβουλίων. H ΕΕΥ εξέτασε την ένσταση της αιτήτριας στη συνεδρία της ημερομηνίας 27.3.2019 και αποφάσισε να την απορρίψει, καθότι, παρόλο που η αιτήτρια ενέπιπτε στον ορισμό «άτομο με αναπηρίες», εντούτοις κρίθηκε ακατάλληλη για διορισμό. H Επιτροπή, με επιστολή ημερομηνίας 8.4.2019, ενημέρωσε την αιτήτρια για την απόρριψη της ένστασής της. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση, επειδή στην εν λόγω επιστολή δεν αναφέρονταν οι ορθοί λόγοι απόρριψης, η ΕΕΥ, με «διορθωτική επιστολή» προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 24.6.2019, ακύρωνε την προηγηθείσα επιστολή της, ημερομηνίας 8.4.2019 και γνωστοποιούσε σε αυτήν την απόφασή της να απορρίψει την ένσταση της αιτήτριας. Περαιτέρω, με επιστολή ημερομηνίας 12.3.2019, η Επιτροπή απέστειλε αντίγραφα των εκθέσεων των Ειδικών Πολυθεματικών Επιτροπών προς την αιτήτρια.
Στις 10.5.2019, καταχωρήθηκε η προσφυγή Αρ. 681/19, κατά της απόφασης μη συμπερίληψης της αιτήτριας στον Ειδικό Κατάλογο διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρίες, ημερομηνίας 27.2.2019, καθώς και της απόρριψης της ένστασής της που είχε υποβάλει η αιτήτρια για τη μη συμπερίληψή της στον αναθεωρημένο Ειδικό Κατάλογο διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρίες, ημερομηνίας 8.4.2019. Στις 9.6.2022 εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση στην πιο πάνω προσφυγή «λόγω ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολόγησης» και στις 6.7.2022 η ΕΕΥ και λαμβάνοντας υπόψη της τα ευρήματα του Διοικητικού Δικαστηρίου, αποφάσισε να προβεί σε επανεξέταση της ένστασής της αιτήτριας για μη συμπερίληψή της στους Ειδικούς Καταλόγους ατόμων με αναπηρίες, ενώ την επόμενη ημέρα ελήφθη επιστολή από την αιτήτρια μέσω των δικηγόρων της για τον ίδιο σκοπό. Με επιστολή της ημερομηνίας 19.7.2022, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες σχετικά με τα ευρήματα του Δικαστηρίου και ζήτησε όπως η Ειδική Πολυθεματική Επιτροπή προχωρήσει σε πλήρη αιτιολόγηση της απόφασής σχετικά με την ακαταλληλότητα της αιτήτριας για διορισμό στη θέση Νηπιαγωγού. Με επιστολή ημερομηνίας 10.11.2022, το Τμήμα έστειλε συμπληρωματική έκθεση ημερομηνίας 26.10.2022, στην οποία αναγράφεται η κατάσταση της αιτήτριας με πλήρη αιτιολογία για τους λόγους που παρόλο που εμπίπτει στον ορισμό «άτομο με αναπηρίες» εντούτοις δεν κρίνεται κατάλληλη για διορισμό για τη θέση Νηπιαγωγού.
Η Επιτροπή εξέτασε το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης στη συνεδρία της ημερομηνίας 10.11.2022 και αποφάσισε να απορρίψει την αίτηση της για συμπερίληψή της στον ειδικό κατάλογο ατόμων με αναπηρίες εφόσον κρίθηκε ακατάλληλη για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης Νηπιαγωγού.
Ακολούθησε η αποστολή της επιστολής ημερ. 18.11.2022 όπου η ΕΕΥ ενημέρωσε την αιτήτρια μέσω των δικηγόρων της για το αποτέλεσμα της επανεξέτασης, ήτοι:
«2. Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, συμμορφούμενη με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.7.2022 για την πιο πάνω προσφυγή και λαμβάνοντας υπόψη της τα ευρήματα του Διοικητικού Δικαστηρίου, προχώρησε σε επανεξέταση της ένστασής της πελάτιδάς σας για μη συμπερίληψή της στους Ειδικούς καταλόγους ατόμων με αναπηρίες. Καταρχήν, η Επιτροπή επικοινώνησε με τη Διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες ώστε η Πολυθεματική Επιτροπή να προχωρήσει σε πληρέστερη αιτιολόγηση της απόφασής της ημερομηνίας 7.11.2018 ως προς τους λόγους που η πελάτιδά σας δεν πιστοποιείται ως κατάλληλη για τη θέση Νηπιαγωγού.
3. Κατά την επανεξέταση, το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης με επιστολή του ημερομηνίας 9.11.2022 ενημέρωσε λεπτομερώς την Επιτροπή για τους λόγους για τους οποίους η πελάτιδά σας αν και εμπίπτει στον ορισμό «άτομο με αναπηρίες» εντούτοις δεν κρίνεται κατάλληλη για διορισμό/πρόληψη.
4. Η Επιτροπή αφού μελέτησε ενδελεχώς το περιεχόμενο της έκθεσης της Ειδικής Πολυθεματικής Επιτροπής, αποφάσισε να απορρίψει την αίτηση της πελάτιδά σας για συμπερίληψή της στους ειδικούς καταλόγους ατόμων με αναπηρίες (ειδικότητα: Nηπιαγωγών), αφού αν και εμπίπτει στον ορισμό «άτομο με αναπηρίες» όπως ο ορισμός αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του περί Πρόσληψης Ατόμων με Αναπηρίες στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα (Ειδικές Διατάξεις) Νόμου (Ν.146(Ι)/2009), ωστόσο δεν είναι κατάλληλη για άσκηση των καθηκόντων της θέσης απασχόλησης στη θέση Νηπιαγωγού, όπως προνοείται από το άρθρο 6 του προαναφερθέντος Νόμου.
5. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Επιτροπή κρίνει ότι οφείλει να εξετάσει το ενδεχόμενο διαγραφής της πελάτιδας σας από τους πίνακες διοριστέων Νηπιαγωγών αλλά και Ειδικών Εκπαιδευτικών (Ειδικών Μαθησιακών Λειτουργικών και Προσαρμοστικών Δυσκολιών) στους οποίους είναι εγγεγραμμένη, όμως πριν λάβει την τελική της απόφαση για το θέμα αυτό, θα της δώσει το δικαίωμα ακρόασης σύμφωνα με το άρθρο 43 των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(1)/99). Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι, προς το παρών και μέχρι να ολοκληρωθεί η εξέταση του εν λόγω θέματος, η πελάτιδα σας δεν μπορεί να τύχει οποιουδήποτε διορισμού στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία.»
Μετά από επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ημερ. 27.12.2022 με την οποία ζητούσε λεπτομέρειες για την πιο πάνω απόφαση, η ΕΕΥ με απαντητική επιστολή ημερ. 18.01.2023 (η οποία περιλαμβάνει την υπό (Β) προσβαλλόμενη πράξη ως η έμφαση του Δικαστηρίου) ενημέρωσε και για τα ακόλουθα.
«2. Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, όπως σας έχει ενημερώσει με επιστολή ημερομηνίας 18.11.2022 και με τον ίδιο πιο πάνω αριθμό φακέλου, αποφάσισε στη συνεδρία της ημερομηνίας 10.11.2022 και αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της έκθεσης της Ειδικής Πολυθεματικής Επιτροπής ημερομηνίας 10.11.2022, να εξετάσει το ενδεχόμενο διαγραφής της Σxxxxxxxxx από τους πίνακες διοριστέων Νηπιαγωγών και Ειδικών Εκπαιδευτικών (Ειδικών Μαθησιακών Νοητικών Λειτουργικών και Προσαρμοστικών Δυσκολιών). Επισυνάπτεται η σχετική επιστολή από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης.
3. Η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των προβλημάτων υγείας της Σxxxxxxxxx και κυρίως τις αυτοκαταστροφικές και ετεροκαταστροφικές τάσεις που παρουσιάζουν άτομα με διπολική διαταραχή, καθώς και τις πιθανές υποτροπές σε περίπτωση απασχόλησής σε επαγγέλματα με αυξημένο στρες, όπως αυτό του Νηπιαγωγού, αποφάσισε ότι εφόσον στα πλαίσια των περί Πρόσληψης Ατόμων με Αναπηρίες στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα (Ειδικές Διατάξεις) Νόμους του 2009 και 2018, η Σxxxxxxxxx κρίθηκε ακατάλληλη να ασκεί τα καθήκοντα του Νηπιαγωγού με βάση το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, κατ' επέκταση τίθεται θέμα ακαταλληλότητας της γενικότερα να ασκεί τα καθήκοντα της εν λόγω θέσης, ανεξαρτήτως του πίνακα από τον οποίο θα τύχει διορισμού. Περαιτέρω, εφόσον σύμφωνα με τους περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμους, δεν προβλέπεται εξέταση για διαπίστωση καταλληλότητας για διορισμό ως εκπαιδευτικός λειτουργός αλλά ο συγκεκριμένος έλεγχος έγινε στα πλαίσια άλλης Νομοθεσίας που προνοείται για διορισμό για την ίδια θέση, η Επιτροπή έχοντας ως γνώμονα την προστασία τόσο των μαθητών όσο και της ίδιας της Σxxxxxxxxx, αποφάσισε να απευθυνθεί στον Γενικό Εισαγγελέα για γνωμάτευση κατά πόσο η Σxxxxxxxxx μπορεί να παραμείνει στους πίνακες διοριστέων και να τύχει διορισμού για να ασκεί τα καθήκοντα της εν λόγω θέσης. Περαιτέρω, για λόγους που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, η Επιτροπή αποφάσισε μέχρι και την ολοκλήρωση εξέτασης του εν λόγω θέματος, η Σxxxxxxxx να μην τύχει οποιουδήποτε διορισμού στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία.
4. Πληροφορείστε ακόμη, ότι σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει ότι θα προχωρήσει σε εξέταση του ενδεχόμενου διαγραφής της Σxxxxxxxxx από τους πίνακες διοριστέων Νηπιαγωγών και Ειδικών Εκπαιδευτικών (Ειδικών Μαθησιακών Νοητικών Λειτουργικών και Προσαρμοστικών Δυσκολιών), θα ακολουθηθεί η ενδεδειγμένη διαδικασία. Δηλαδή, η θα κληθεί ενώπιον της Επιτροπής για να εκθέσει τις σχετικές θέσεις και απόψεις της, όπως προνοείται από το άρθρο 43 των περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Διακαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/99). Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατό να προσέλθει ενώπιον της Επιτροπής, θα μπορεί να εκθέσει της παραστάσεις της γραπτώς. Τέλος, εάν επιθυμεί θα μπορεί να υποβάλει αίτημα για να επιθεωρήσει τον φάκελο της στο Γραφείο της Επιτροπής και στη συνέχεια να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων που συμπεριλαμβάνονται σε αυτόν.»
Προς καταγραφή της ολοκληρωμένης εικόνας των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως φαίνεται πάντα στον Διοικητικό Φάκελο που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 1 και 2), σημειώνω πως, μετά την λήψη των προσβαλλόμενων πράξεων, στην Αιτήτρια έχει προσφερθεί «Σύμβαση Απασχόλησης εκτάκτου εκπαιδευτικού με μερική απασχόληση για της ανάγκες του Π.Ο.Σ.» στις 24.10.2023 την οποία και αποδέχθηκε εκτελώντας τα σχετικά καθήκοντα στο «Ειδικό Σχολείο Απόστολος Λουκάς» στη Λεμεσό, μέχρι που η πρόσληψη της ακυρώθηκε στις 15.11.2023. Σχετικά είναι τα Κυανού αρ. 158 (επιστολή ημερ. 14.11.2023, με την οποίαν ενημερώθηκε ότι ακυρώθηκε η πρόσληψη της με μερική απασχόληση σε Σχολεία Δημοτικής Εκπαίδευσης με ισχύ από 15.11.2023) και αρ.161 (βεβαίωση αναγνωρισμένης εκπαιδευτικής υπηρεσίας για τη περίοδο 1.1.2021 μέχρι και 14.11.2023).
Σχετική είναι η απόφαση της ΕΕΥ σε συνεδρίαση της ημερ. 14.11.2023 (Κυανού 154- 153), ήτοι μεταγενέστερο των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ότι:
«Με βάση τα πιο πάνω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής έχει διορίσει την Σxxxxxxxxx Κxxxxxxxxx στα Προαιρετικά Ολοήμερα Σχολεία ως Ειδικός Εκπαιδευτικός (Ειδικών Μαθησιακών Νοητικών Λειτουργικών κα Προσαρμοστικών Δυσκολιών) για την περίοδο 2.10.2013 – 31.5.2014.
Η Επιτροπή, έχοντας ως γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και κυρίως την ασφάλεια των μαθητών, αποφάσισε να τερματίσει τη σύμβαση της Σxxxxxxxxx από 15.11.2023.»
Εναντίον της απόφασης της Επιτροπής ημερομηνίας 18.11.2022 να απορρίψει μετά από επανεξέταση, την αίτηση της αιτήτριας για συμπερίληψή της στον Ειδικό Κατάλογο διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρίες επειδή κρίθηκε ότι δεν είναι κατάλληλη για άσκηση των καθηκόντων της θέσης, αλλά και για την απόφαση που της κοινοποιήθηκε με την επιστολή 18.01.2023 ότι, «για λόγους που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, η Επιτροπή αποφάσισε μέχρι και την ολοκλήρωση εξέτασης του εν λόγω θέματος, η Σιριβιανού να μην τύχει οποιουδήποτε διορισμού στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία», η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα προσφυγή στις 31.01.2013.
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η αιτήτρια προβάλει σειρά λόγων ακύρωσης, που αφορούν είτε αμφότερες είτε μεμονωμένα την κάθε προσβαλλόμενη πράξη. Πρωτίστως όμως, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την προδικαστική ένσταση ότι τα Αιτητικά Α και Β δεν είναι συναφή και/ή συγκρούονται μεταξύ τους και δεν μπορούν να προσβληθούν με την ίδια αίτηση ακυρώσεως, θέση την οποίαν προβάλλει μέσω της Ένστασης της και επεξηγεί στην γραπτή της αγόρευση η κα.Κοτσώνη. Συγκεκριμένα, είναι η θέση των Καθ΄ων η αίτηση ότι, με το πρώτο της αίτημα, η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της διοίκησης η οποία, λήφθηκε μετά από επανεξέταση και απέρριψε εκ νέου την αίτηση της, ενώ το δεύτερο της αίτημα αφορά άλλη πράξη της διοίκησης ημερομηνίας 18.01.2023 η οποία δεν έχει συνάφεια και όπως προβάλει, «το ζήτημα είναι τελείως διαφορετικό». Συνεπώς, ζητά όπως η δεύτερη χρονικά πράξη να μην τύχει οιαδήποτε εξέτασης από το Δικαστήριο και η προσφυγή να απορριφθεί ως προς τη (β) θεραπεία δίχως άλλο.
Αντίθετα η θέση της Αιτήτριας είναι ότι, η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Παραπέμποντας σε σχετική με το θέμα νομολογία, υποδεικνύει ότι, ορθώς προσβάλλει με το ίδιο δικόγραφο δύο διοικητικές πράξεις οι οποίες, εκδόθηκαν από την ίδια αρχή, αφορούν το ίδιο πρόσωπο, έχουν κοινό υπόβαθρο γεγονότων και κοινά νομικά σημεία, η μία αποτελεί αποτέλεσμα της άλλης και πιο συγκεκριμένα η απόφαση για αναστολή του δικαιώματος της για διορισμό οπουδήποτε στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία (δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη ημερ. 18/01/2023) λήφθηκε μέχρι οι Καθ’ων η αίτηση να αποφασίσουν κατά πόσο η Αιτήτρια θα διαγραφεί και από τους πίνακες διοριστέων επειδή θεωρήθηκε δυνάμει της απόφασης ημερομηνίας 18/11/2022 (πρώτη προσβαλλόμενη πράξη) ότι είναι ακατάλληλη για άσκηση των καθηκόντων της. Συνεπώς, τονίζει η κα.Χαραλαμπίδου, είναι άμεσα συνδεδεμένες μεταξύ τους αφού χωρίς την πρώτη απόφαση, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος λήψης της δεύτερης απόφασης.
Το ζήτημα της συνάφειας συμπροσβαλλόμενων πράξεων απασχόλησε κατ’επανάληψη τη νομολογία των δικαστηρίων μας. Ανεπίτρεπτη, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι η προσβολή με το ίδιο δικόγραφο μη συναφών πράξεων, δηλαδή πράξεων οι οποίες είναι ανεξάρτητες, αυτοτελείς και μη συνδεδεμένες. Στην υπόθεση Πάμπος Πογιατζής ν. Δημοκρατίας (1992) 4Α Α.Α.Δ. 20 λέχθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι «Πράξεις ή αποφάσεις θεωρούνται συναφείς, εάν η μία πράξη αποτελεί προϋπόθεση της άλλης, ή αφορούν τον ίδιο αιτητή, στηρίζονται στις ίδιες διατάξεις του Νόμου, έχουν ταυτόσημη αιτιολογία και εκδόθηκαν στην ίδια διοικητική διαδικασία από το ίδιο όργανο.».
Όπως, μεταξύ πολλών άλλων αυθεντιών, αναφέρεται και στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Διοικητικό Δίκαιο – Αθήνα, 2017, σελ. 216 (έμφαση δική μου), «στις συναφείς πράξεις σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η δικονομική σκοπιμότητα, αφού λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως είναι η ταχύτερης επίλυση των διαφορών και η αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης έστω και αν οι υποθέσεις θα μπορούσαν να κριθούν χωριστά»). Η συνεκδίκαση πέρα από τις εξόφθαλμες περιπτώσεις όπου «επιβάλλεται», λόγω του ότι δύο προσφυγές προσβάλλουν την ίδια πράξη (βλ. «Η Αίτησις Ακυρώσεως» Τσάτσου, 3η έκδοση, σελ.174, Πορίσματα Νομολογία τους Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959), δικαιολογείται όταν υπάρχει συνάφεια νομικού και πραγματικού υπόβαθρου, κοινά νομικά και πραγματικά σημεία (βλ. π.χ. Τοφής Κυριάκου και Υιός Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ.1656/2007, 4/6/2010), ενώ, στην καλά εδραιωμένη, πλέον, νομολογία επί του θέματος, τίθεται θέμα βαθμού συνάφειας και σύγκρισης ανάμεσα στα κοινά και τα μη κοινά σημεία αλλά και της σημασίας και βαρύτητας που φέρουν. Όπως χαρακτηριστικά κρίθηκε, στη Γεωργίου ν. Δήμου Λεμεσού (Αρ. 4)(1992) 4 Α.Α.Δ. 3225 όπου παραπομπή γίνεται και σε προηγούμενη σχετική νομολογία όπου το θέμα αυτό διασαφηνίζεται: «Οι σχετικές δικονομικές διατάξεις δε συναρτούν τη συνεκδίκαση με την ιδιαίτερη φύση ή χαρακτήρα των επίδικων θεμάτων αλλά με τη συνάφεια του νομικού και πραγματικού βάθρου στο οποίο στηρίζονται. Εφόσον διαπιστώνεται ότι τα κοινά σημεία, νομικά και πραγματικά, μεταξύ των προτεινόμενων για συνεκδίκαση προσφυγών είναι, σε σύγκριση με τις διαφορές, τέτοιας σημασίας και έκτασης που να στοιχειοθετούν ουσιώδη συνάφεια μεταξύ των επίδικων θεμάτων, μπορεί να διαταχθεί η συνένωσή τους χάριν της καλής απονομής της δικαιοσύνης.»
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, οι δύο προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν από την ίδια αρχή, αφορούν την ίδια Αιτήτρια, έχουν το ίδιο νομικό υπόβαθρο και κυρίως έχουν το ίδιο πραγματικό υπόβαθρο ήτοι, την αναπηρία της Αιτήτριας ενώ η δεύτερη απόφαση περί αναστολής έχει ως πραγματικό υπόβαθρο την αρχική απόφαση που λήφθηκε, μετά από επανεξέταση λόγω ακύρωσης της αρχικής πράξης από το Διοικητικό Δικαστήριο, ως προς το ότι η Αιτήτρια δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα της νηπιαγωγού και άρα δεν μπορεί να εγγραφεί στον ειδικό κατάλογο των ατόμων με αναπηρία και κατ’ επέκταση, κρίθηκε από την ΕΕΥ ότι θα πρέπει να ανασταλεί γενικά η πρόσληψη της Αιτήτριας σε οποιαδήποτε θέση στη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία, μέχρι να αποφασίσουν κατά πόσο θα την αποκλείσουν εντελώς από το επάγγελμα.
Έχοντας αυτές τις διαπιστώσεις, θα συμφωνήσω με τη θέση της αιτήτριας ότι, οι δύο προσβαλλόμενες πράξεις είναι άμεσα συναφείς και ορθά συμπροσβάλλονται με το ίδιο δικόγραφο, χάριν της καλής απονομής της δικαιοσύνης.
Υπό το φως των πιο πάνω η προδικαστική ένσταση των Καθ’ων η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη και καταχρηστική και συνεπώς απορρίπτεται.
Θα εξετάσω στη συνέχεια τις δύο προσβαλλόμενες πράξεις με τη σειρά που αναλύονται στις γραπτές αγορεύσεις της αιτήτριας και των Καθ’ων η αίτηση, δηλαδή αρχίζοντας από τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, τουτέστιν την αναστολή δικαιώματος διορισμού της αιτήτριας οπουδήποτε στη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία.
Η εν λόγω απόφαση προκύπτει από την επιστολή ημερ. 18.01.2023 των Καθ’ ων η αίτηση προς τη δικηγόρο της Αιτήτριας, σε απάντησης δικής της επιστολής ημερ. 27.12.2022 όπου αναφέρεται αυτολεξεί «Περαιτέρω, για λόγους που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, η Επιτροπή αποφάσισε μέχρι την ολοκλήρωση της εξέτασης του εν λόγω θέματος (κατά πόσο δηλαδή επιτρέπεται η πλήρης διαγραφή της Αιτήτριας από τους πίνακες διοριστέων θέμα για οποίο αναμενόταν γνωμάτευση από το Γενικό Εισαγγελέα), η Σxxxxxxxxx να μην τύχει οποιουδήποτε διορισμού στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία».
Εξετάζοντας τόσο την Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση όσο και το διοικητικό φάκελο της Αιτήτριας ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο, θα συμφωνήσω με την Αιτήτρια ότι, δεν φαίνεται με ποιο τρόπο λήφθηκε τέτοια απόφαση, με την οποία αναστέλλεται το δικαίωμα της για διορισμό οπουδήποτε στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, ως καταγράφεται στην επιστολή της Ε.Ε.Υ. ημερομηνίας 18.1.2023. H συνέπεια της απουσίας πρακτικού λήψης της απόφασης είναι να απουσιάζει παντελώς η κρίση του οργάνου επί των προνοίων της νομοθεσίας που διέπουν μια τέτοια απόφαση, ενώ ανεξαρτήτως των όσων καταγράφονται στο κείμενο της επιστολής ημερ. 18.01.2023 η απουσία πρακτικού συνεπάγεται την απουσία της απαραίτητης αιτιολογίας, ούτως ώστε να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Ως έχει νομολογηθεί, τα συλλογικά όργανα πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και να τηρούν πρακτικά των συνεδριάσεων τους (HjiLouca ν. Republic (1969) 3 C.L.R. 570, Carayiannis v. Republic (1969) 3 C.L.R. 34, Medcon Construction and Others ν. Republic (1968) 3 C.L.R. 535, Michael ν. Republic (1972) 3 C.L.R. 206, Kyprianou and Others v. Republic (Νο. 2) (1975) 3 C.L.R. 187, Ellinas v. Republic (1975) 3 C.L.R. 248, Ιoannou v. Republic (1977) 3 C.L.R. 61, Eleftheriou and Others ν. Central Bank (1980) 3 C.L.R. 85). Στη δε απουσία νομοθετικής διάταξης που να ρυθμίζει το θέμα, η μη τήρηση πρακτικών από το συλλογικό όργανο δεν καθιστά, αφ' εαυτής, άκυρη την συγκεκριμένη διοικητική πράξη, εκτός αν η απουσία πρακτικών ή η ασάφεια τους τείνει να στερήσει την πράξη της δέουσας αιτιολογίας (Κυριακόπουλος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Τόμος 2, σελ. 26, Στασινόπουλος, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων (1951) σελ. 223, HjiLouca (πιο πάνω) στη σελ. 574, Kyprianou (πιο πάνω) στις σελ. 193 και 194, και Ellinas ν. Republic (1975) 3 C.L.R 248, 253, 254), όπως εντοπίζω στη παρούσα περίπτωση.
Εν προκειμένω, οφείλω να σχολιάσω και την θέση την οποία προβάλει η εκπρόσωπος των Καθ’ ων η αίτηση με την αγόρευση της επί των όσων καταδεικνύει η αιτήτρια, ότι, «η Επιτροπή με επιστολή της ημερομηνίας 18.1.2023 απαντά σε επιστολή που απέστειλε η δικηγόρος της αιτήτριας και την πληροφορεί ότι ίσως διαγραφεί από τους καταλόγους διοριστέων, Δεν έχει ληφθεί ακόμα απόφαση. Άρα η επιστολή είναι πληροφοριακού χαρακτήρα και δεν προσβάλλεται στο Δικαστήριο». Λυπάμαι να παρατηρήσω ότι η ερμηνεία την οποίαν δίδεται εκ των υστέρων στο λεκτικό της επιστολής είναι αυθαίρετη και ουδόλως ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 18.01.2023 (βλ. ανωτέρω) οποία εξωτερικεύει προς τον επηρεαζόμενο διοικούμενο την δραστική για τα δικαιώματα και συμφέροντα του απόφαση της διοίκησης να αναστείλει το δικαίωμα της αιτήτριας για διορισμό της οπουδήποτε στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, με αποτέλεσμα αυτή να αναγκάζεται να την προσβάλλει εμπρόθεσμα ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου μέσω της παρούσας προσφυγής.
Δεδομένης της ανυπαρξίας έγκυρου πρακτικού λήψης της απόφασης το οποίο να προβάλει και σχετική αιτιολογία λήψης μια τέτοιας δραστικής για τα δικαιώματα της αιτήτριας διοικητικής πράξης, η προσβαλλόμενη απόφαση δυνάμει της οποίας έχει ανασταλεί το δικαίωμα διορισμού της Αιτήτριας οπουδήποτε στην δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία κρίνεται παράνομη αφού ελήφθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας και ακυρώνεται. Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς τη δεύτερη θεραπεία και η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 18.01.2023 ακυρώνεται.
Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των λόγων ακύρωσης που προβάλλονται αναφορικά με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη.
Η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προϊόν επανεξέτασης μετά από την ακύρωση της αρχικής απόφασης των Καθ 'ων η αίτηση σε σχέση με την απόρριψη της αίτησής της για συμπερίληψή της στον Ειδικό Κατάλογο διοριστέων εκπαιδευτικών με αναπηρίες, από το Διοικητικό Δικαστήριο στην προσφυγή Υπ. Αρ. 681/2019. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση αυτή έπασχε ως αναιτιολόγητη αφού δεν υπήρχε καμία αιτιολογία ως προς το συμπέρασμα της ΕΠΕ ότι αμφισβητείται κατά πόσο η Αιτήτρια μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στα καθήκοντα νηπιαγωγού.
Στην παρούσα τίθεται εκ νέου ισχυρισμός περί παράβασης της αρχής της αμεροληψίας, αλλά και ζητήματα συγκρότησης της ΕΠΕ τα οποία εγείρει η αιτήτρια σε σχέση με τις ειδικότητες που επιλέχθηκαν όσο και σε σχέση με την τήρηση της αρχής της αμεροληψίας, λαμβανομένου ότι δύο εκ των μελών της ΕΠΕ που επιλέχθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση (η Πρόεδρος και ένα μέλος) ήταν αδέλφια, είχαν εγερθεί και κατά την αρχική απόφαση των Καθ'ων η αίτηση οπότε και έτυχαν απόρριψης στην προσφυγή Υπ. Αρ. 681/2019 όπου κρίθηκε ότι, η συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία της ΕΠΕ ήταν σύννομες. Όπως εύστοχα υποδεικνύει η κα.Κοτσώνη, όσον αφορά το ζήτημα με την επεξήγηση των ειδικοτήτων στην ΕΠΕ, δόθηκε απάντηση ήδη από το Δικαστήριο. Αντίστοιχα σχολιάζοντας και την απουσία του εργοθεραπευτή κατά την επανεξέταση, ο οποίος, όπως εξηγείται δεν συνεργάζεται πλέον με το Τμήμα εφόσον έληξε το συμβόλαιο του, καταλήγω ότι ουδόλως πάσχει η σύνθεση της Επιτροπής, ενώ ούτε και αυτή τη φορά έχει στοιχειοθετηθεί έλλειψη αμεροληψίας ως προς την λειτουργία της Ειδικής Πολυθεματικής Επιτροπής απέναντι στην αιτήτρια.
Εξετάζοντας τον κύριο νομικό ισχυρισμό της αιτήτριας περί ανεπαρκούς αιτιολόγησης, μη δέουσας έρευνας και παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης, σημειώνω ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά επανεξέταση μετά από ακυρωτική απόφαση και ο σκοπός που έγινε η επανεξέταση ήταν ακριβώς για να αιτιολογήσει περαιτέρω η Ειδική Πολυθεματική Επιτροπή την απόφαση της να κρίνει ακατάλληλη για τη συγκεκριμένη εργασία την αιτήτρια.
Η ΕΠΕ έδωσε προς την Ε.Ε.Υ. την έκθεση της η οποία καταλήγει ως εξής :
«Η αιτήτρια παρουσιάζει χρόνια πορεία της νόσου με έναρξη στην εφηβική ηλικία με αναφορές ανορεξίας και άλλων αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών.
Αναφέρεται νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική λόγω υποτροπής,
Ακόμα με βάση τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκομίστηκαν φαίνεται να αναφέρονται κατ' επανάληψη δυσκολίες συγκέντρωσης και διαταραχή στην προσοχή. Ακόμα σε σχετική βεβαίωση πιστοποιείται ότι με τη χρήση ψυχομετρικού τεστ το νοητικό επίπεδο της αιτήτριας εμπίπτει στα πλαίσια του χαμηλά φυσιολογικού.
Το επάγγελμα του νηπιαγωγού είναι ιδιαίτερα απαιτητικό, κυρίως σε θέματα ασφάλειας και αφορά μικρές ηλικίες οι οποίες έχουν ανάγκη από ιδιαίτερη προστασία και μεταχείριση.
Λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι άτομα με διπολική διαταραχή τείνουν να παρουσιάζουν αυτό και έτερο — καταστροφικές τάσεις και λαμβάνοντας υπόψη και όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η αιτήτρια δεν είναι κατάλληλη για το συγκεκριμένο επάγγελμα.
Τέλος σημειώνεται ότι, επαγγέλματα με αυξημένες ευθύνες και αυξημένο στρές, στο οποίο εμπίπτει και το επάγγελμα του νηπιαγωγού οδηγούν και σε αυξημένο κίνδυνο για υποτροπές»
Ως υποστηρίζει και η δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση, κατά πάγια νομολογία, αλλά και όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η συμπλήρωση της αιτιολογίας από τον διοικητικό φάκελο επιτρέπεται όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο και προκύπτει με ακρίβεια τι είχε υπόψη του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασής του (βλ. Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Σύμφωνα δε με το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999, «η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης». Θα πρέπει να περιέχονται σε αυτήν τα συγκεκριμένα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η ουσιαστική κρίση της Διοίκησης, να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης, ως και τα κριτήρια βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, ούτως ώστε και καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (βλ. ενδεικτικά Μιχαλάκης Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1967) 3 Α.Α.Δ. 7 και Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).
Η αιτιολογία που έχει δοθεί από την ειδική Επιτροπή κρίνεται άρτια και ολοκληρωμένη, εφόσον επεξηγείται ο λόγος που η αιτήτρια δεν κρίνεται κατάλληλη για διορισμό στη θέση νηπιαγωγού. Το πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής υιοθέτησε και η ΕΕΥ και αποφάσισε ότι δεν μπορεί να τύχει εγγραφής στους ειδικούς καταλόγους για το επάγγελμα του νηπιαγωγού. Ως εκ τούτου η απόφαση της Επιτροπής κρίνεται αρκούντως αιτιολογημένη, με τρόπο που επιτρέπεται ο δικαστικός έλεγχος.
Αντίστοιχα, απορρίπτω και τη θέση της αιτήτριας ότι η απόφαση να κριθεί η ως ακατάλληλη για το συγκεκριμένο επάγγελμα, πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα.
Κατά τη πάγια νομολογία, η δέουσα έρευνα συναρτάται με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτική Υπηρεσία ν. Ζάμπογλου Α.Ε.1575 14.7.1997 και Nicolaou ν. Minister of Interior and Another (1974) 3 C.LR, 189). Η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση, η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Περαιτέρω, ως είναι παγίως αναγνωρισμένο, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων, αλλά εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσον η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής (βλ. Καμηλάρης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 725 και Δημοκρατία ν. C.Kassinos Cosntruction Ltd (1990) 3(Ε) Α.Α.Δ. 3835). Ούτε, ακόμα, το Δικαστήριο, υποκαθιστά την Διοίκηση στην αναζήτηση και στάθμιση των στοιχείων που οδήγησαν στη λήψη της σχετικής απόφασης (LORD SHERATONS REPRODUCTIONS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 187/12, ημερ. 28.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:C112, ECLI:CY:AD:2019:C112).
Στην παρούσα υπόθεση η διοίκηση προέβη στη δέουσα έρευνα ως προς τα δεδομένα. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, όλα τα απαραίτητα στοιχεία ήταν ενώπιον των δύο Επιτροπών (Ε.Π.Ε. και Ε.Ε.Υ.) και αυτές οι Επιτροπές λαμβάνοντας τα υπόψη τους αποφάσισαν με συγκεκριμένη αιτιολογία, όπως απορρίψουν την αίτηση της αιτήτριας για διορισμό στη θέση νηπιαγωγού. Το ότι η Αιτήτρια εργάστηκε, κατ'επανάληψη σε διαδοχικά χρονικά διαστήματα, ως αντικαταστάτρια σε δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα, χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα, όπως και ότι η Αιτήτρια, εισήλθε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου μέσω των ειδικών κριτηρίων και αποφοίτησε επιτυχώς ως νηπιαγωγός, αποτελούν μέρος του διοικητικού φακέλου και συνεπώς ήταν ενώπιον των Καθ' ων η αίτηση. Συνακόλουθα, ούτε ο ισχυρισμός ότι έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη περί τα πράγματα στην απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, με βρίσκει σύμφωνο.
Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των ισχυρισμών τους οποίους προωθεί η κα.Χαραλαμπίδου ότι υπήρξε παραβίαση του Νόμου 146(Ι)/2009 σε συνδυασμό με τη νομολογία του ΔΕΕ και τη Σύμβαση Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρίες.
Θα συμφωνήσω πλήρως με τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ότι, με τον Νόμο 146(Ι)/2009 αλλά και τον κυρωτικό νόμο 8(ΙΙΙ)/2011 με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η Σύμβαση Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρίες, υιοθετήθηκαν τα καταλληλότερα μέτρα για πρόσληψη ατόμων με αναπηρίες στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Η Κυπριακή νομοθεσία δεν επιβάλλει οποιαδήποτε και να είναι η πάθηση ότι πρέπει να προσλαμβάνεται ο παθών σε οιαδήποτε θέση – επάγγελμα επιθυμεί και πιστεύει ότι μπορεί να αντεπεξέλθει, εν προκειμένω αυτό της νηπιαγωγού. Αντίθετα, η ισχύουσα νομοθεσία επιβάλλει στην πολιτεία να εργοδοτεί τους ανάπηρους (όπως προνοείται με ποσοστά) σε θέσεις εργασίας στις οποίες μπορούν να αντεπεξέλθουν με βάση την πάθησή τους.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση συνάδει πλήρως τόσο με την Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, τον κυρωτικό Νόμο, όσο με το Νόμο 146(Ι)/2009 και ουδόλως οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προβεί σε οποιαδήποτε διάκριση με βάση την ψυχική ασθένεια της αιτήτριας, για την οποία έχει πιστοποιηθεί από την Ειδική Επιτροπή ως ανάπηρη.
Συνεχίζοντας τον συλλογισμό μου, θα απορρίψω και τις θέσεις της Αιτήτριας περί παραβίασης του σκοπού ποσοστώσεων στην εργασία και του πυρήνα του δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία (ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας). Ακόμα θα απορρίψω και τους νομικούς ισχυρισμούς για παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κυρίως του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ που απαγορεύει τις διακρίσεις. Έχοντας μελετήσει τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεν θα συμφωνήσω με την Αιτητρια ότι προκύπτει ζήτημα πρόσβασης στο δικαίωμα στην εργασία και την απασχόληση, ως πτυχής της ιδιωτικής ζωής και δυσμενής διάκριση λόγω αναπηρίας (άρθρο 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ), ούτε ζήτημα ίσης μεταχείρισης και μη διάκρισης (άρθρο 1 Πρωτόκολλο Αρ. 12 της ΕΣΔΑ).
Ομοίως απορρίπτω ως αβάσιμο και τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί προκατάληψης από μέρους της διοίκησης εις βάρος της, αφού αυτός έχει τεθεί γενικά και αόριστα και συνακόλουθα παραμένει ατεκμηρίωτος,
Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγω ότι, αναφορικά με την πρώτη προσβαλλόμενη ουδείς εκ των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης μπορεί να επιτύχει και ουδόλως ανατράπηκε από την Αιτήτρια το τεκμήριο νομιμότητας της εν λόγω προσβαλλόμενης πράξης. Ως συνέπεια της διαπίστωσης μου αυτής, η απόφαση ημερ. 18.11.2022 επικυρώνεται.
Η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 18.01.2023, για τους λόγους που έχουν παρατεθεί ανωτέρω, ακυρώνεται.
Η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς, με έξοδα 1000 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο