THEOMAN CHERKEZ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Υπόθεση αρ. 627/2020, 15/9/2026
print
Τίτλος:
THEOMAN CHERKEZ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Υπόθεση αρ. 627/2020, 15/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 627/2020)

15 Σεπτεμβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

THEOMAN CHERKEZ,

Αιτητή,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Σώτος Κάσινος, για Γεωργιάδης και Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Μαρία Δρυμιώτου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Π.Δ.Δ.: Αντικείμενο της υπό εκδίκαση προσφυγής, συνιστά η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης ημερομηνίας 5.5.2020, με την οποία απερρίφθη αίτημα που είχε υποβάλει ο αιτητής για παραχώρηση άδειας πώλησης τριών τουρκοκυπριακών τεμαχίων στη Μουτταγιάκα Λεμεσού, ενόψει άρνησης άρσης της διαχείρισης και/ή Κηδεμονίας υπό την οποία αυτά τελούσαν.

 

  Ο αιτητής είναι Τουρκοκύπριος, γεννηθείς την 4.12.1938. Είναι ένα από τα έξι τέκνα του Τουρκοκύπριου Hassan Mahmut Cherkez και της Merryem Hassan Cherkez. Ο πατέρας του αιτητή, τέως εκ Μουτταγιάκας, απεβίωσε στις 14.10.1968.

 

  Η υπόθεση αφορά τα τεμάχια με αρ. 45 Φ.Σχ. xxxx, αρ. 31 Φ.Σχ. xxxx και αρ. 32 Φ.Σχ. xxxx, τεμάχια τα οποία μεταβιβάστηκαν στον αιτητή, στις 16.3.2015, δυνάμει κληρονομίας από τον αποβιώσαντα πατέρα του, μετά από έγκριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών που δόθηκε στις 19.2.2015. Στην εν λόγω επιστολή, η οποία περιέχεται στο Παράρτημα VI της Ένστασης και απευθύνεται προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αναφέρεται πως η έγκριση που δόθηκε από τον Κηδεμόνα για μετεγγραφή της προαναφερόμενων τεμαχίων στο όνομα του αιτητή, δόθηκε υπό τον όρο ότι δεν θα διαφοροποιηθεί το υφιστάμενο καθεστώς κατοχής και χρήσης τους, το οποίο θα παραμείνει ως έχει και η περιουσία θα συνεχίσει να βρίσκεται υπό την Κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και πως τυχόν μεταβίβαση, απαιτεί την προηγούμενη άδειά του.

 

  Σημειώνεται πως το τεμάχιο 45 είναι ενοικιασμένο με σύμβαση μίσθωσης για προσωρινή χρήση, στο τεμάχιο 31 υπάρχει μία κατοικία η οποία παραχωρήθηκε σε πρόσφυγα για σκοπούς οίκησης και το υπόλοιπο μέρος του παραχωρήθηκε με σύμβαση μίσθωσης για προσωρινή χρήση, ως γεωργικός κλήρος και το τεμάχιο 32 είναι παραχωρημένο για προσωρινή χρήση, ως γεωργικός κλήρος. 

 

  Κατά καιρούς, ο αιτητής υπέβαλλε αιτήματα για πώληση των εν λόγω τεμαχίων.

 

  Στις 7.4.2013, ενόσω τα τεμάχια ήταν ακόμα υπό διαχείριση, οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του (αιτητής και θυγατέρα του αποβιώσαντος αδελφού του), υπέβαλαν αίτημα προς τον Υπουργό Εσωτερικών, για να τους δοθεί δικαίωμα πώλησης μέρους της κληρονομίας που δεν είχε χρησιμοποιηθεί από το Κράτος. Ζήτησαν επίσης να αποζημιωθούν για το μέρος της ιδιοκτησίας των γονέων τους που χρησιμοποιήθηκε από το Κράτος για σκοπούς στέγασης προσφύγων, συνοικισμού αυτοστέγασης κ.ο.κ. Υπέβαλαν, παράλληλα, σε σχέση με τον αιτητή, βεβαιώσεις και άλλα έγγραφα, όπως δελτίο Κυπριακής ταυτότητας, Αγγλικό διαβατήριο και έγγραφα που υποστήριζαν τη διαμονή του στην Αγγλία.

 

  Προς εξέταση του αιτήματος, το Υπουργείο Εσωτερικών ζήτησε από της Αρχές Ασφαλείας της Δημοκρατίας, ήτοι την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), να διεξάγει έρευνα σε σχέση με τον αιτητή (και την συνδιαχειρίστρια), ιδιαίτερα σε σχέση με πιθανή κατοχή Ελληνοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές.

 

  Για το σκοπό αυτό, η ΚΥΠ απέστειλε απόρρητη έκθεση ημερομηνίας 16.11.2013 (στο εξής «πρώτη έκθεση») προς το Υπουργείο Εσωτερικών, με τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει, σύμφωνα με την οποία, ο αιτητής είχε μεταναστεύσει στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν την τουρκική εισβολή του 1974, ωστόσο, εξακολουθούσε να επισκέπτεται τα κατεχόμενα και να διαμένει εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο αιτητής είναι ιδιοκτήτης συγκροτήματος πολυκατοικιών στην κατεχόμενη Κερύνεια με την ονομασία “Theoman Cerkez Residence” (ονομασία που αφαιρέθηκε, όπως αναφέρεται, από την πολυκατοικία), που βρίσκεται στην οδό Mustafa Muhurcu, συγκρότημα που έχει ανεγερθεί επί Ελληνοκυπριακής γης και ιδιοκτησίας. Στην έκθεση, η ΚΥΠ δίνει λεπτομέρειες και για τα άλλα πέντε αδέλφια του αιτητή.

 

  Αφού λήφθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες πληροφορίες, το Υπουργείο Εσωτερικών, στις 20.12.2013, απέρριψε τα αιτήματα, κατ’ εφαρμογή, τόσο εγκριθείσας πολιτικής του Κράτους, όσο και βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Ν. 139/1991, λόγω του ότι οι κληρονόμοι μέλη της οικογένειας, διαμένουν στις κατεχόμενες περιοχές και κατέχουν Ελληνοκυπριακές περιουσίες.

 

  Ακολούθησε δεύτερο αίτημα εκ μέρους του αιτητή. Αυτή τη φορά, ένα μήνα μετά την μεταβίβαση των τεμαχίων επ΄ονόματι του. Στις 21.4.2015, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα στον Υπουργό Εσωτερικών για να του δοθεί δικαίωμα πώλησης της περιουσίας του, τονίζοντας και επισυνάπτοντας διάφορα έγγραφα πως ο ίδιος και η οικογένειά του είναι μόνιμοι κάτοικοι Λονδίνου από τον Σεπτέμβριο του 1961, επισυνάπτοντας και τους τίτλους ιδιοκτησίας που φαίνεται ο ίδιος ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης.

 

  Και το δεύτερο αίτημα απερρίφθη με επιστολή ημερομηνίας 3.7.2015, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν. 139/1991, λόγω του ότι ο αιτητής κατέχει Ελληνοκυπριακή περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές.

 

  Ακολούθησε και τρίτο αίτημα, ημερομηνίας 7.3.2016 προς τον Υπουργό Εσωτερικών, για άδεια πώλησης των τεμαχίων του, δηλώνοντας και πάλιν πως δεν κατέχει οποιαδήποτε Ελληνοκυπριακή περιουσία στα κατεχόμενα. Στις 25.10.2016, το εν λόγω αίτημα και πάλιν απορρίφθηκε από τον Κηδεμόνα, καθώς, όπως του αναφέρθηκε, από διερεύνηση που προηγήθηκε, διαπιστώθηκε πως ο αιτητής κατέχει Ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα.

 

  Ένα χρόνο αργότερα, στις 7.6.2017, νομικό πρόσωπο με το οποίο ο αιτητής συνομολόγησε σύμβαση πώλησης των εν λόγω τεμαχίων, ζητούσε ενημέρωση από τον Κηδεμόνα, για το κατά πόσον έδωσε την συγκατάθεσή του για μεταβίβαση των τεμαχίων, στην οποία η απάντηση υπήρξε αρνητική, με επιστολή ημερομηνίας 21.7.2017.

 

  Ο αιτητής, με επιστολή του ημερομηνίας 22.6.2017, επανήλθε στο ίδιο ζήτημα. Αυτή τη φορά αναφέρει πως έχει εξασφαλίσει βεβαιώσεις που αναιρούν την πληροφορία πως κατέχει Ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα, υποβάλλοντας, πρόσθετα, πως η μόνιμη διαμονή του είναι στην Αγγλία.

 

  Προς εξέταση των θέσεων του αιτητή, το Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολή του ημερομηνίας 3.4.2018, ζήτησε από την ΚΥΠ εκ νέου διερεύνηση.

 

  Για το σκοπό αυτό, ακολούθησε η απόρρητη έκθεση ημερομηνίας 31.10.2018 («δεύτερη έκθεση»), με την οποία επιβεβαιώνετο η ορθότητα της πρώτης, σε σχέση με το συγκρότημα πολυκατοικιών που ανεγέρθηκε επί Ελληνοκυπριακού τεμαχίου, του οποίου όμως η πινακίδα με την ονομασία του συγκροτήματος αφαιρέθηκε. Αναφέρεται πως βάσει αξιόπιστων πληροφοριών, ο αιτητής αναφέρει ως διεύθυνση διαμονής του την οδό που βρίσκεται το συγκρότημα αυτό. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε επαγγελματικό υποστατικό που διατηρούσε επί συγκεκριμένης λεωφόρου στην Κερύνεια, με δέκα τηλεφωνικές γραμμές, το οποίο στην πορεία έπαυσε να λειτουργεί. Άλλη αναφορά που γίνεται στην δεύτερη έκθεση της ΚΥΠ, είναι πως ο αιτητής, μαζί με την οικογένειά του, διαμένουν σε ιδιόκτητη έπαυλη σε συγκεκριμένο οδό, στον Καραβά, η οποία βρίσκεται επί Ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας. Η ΚΥΠ αναφέρθηκε και στα «πιστοποιητικά εγγραφής» που παρουσίασε ο αιτητής από το «κτηματολόγιο» των κατεχομένων, υποβάλλοντας πως σε αυτά, δεν περιλαμβάνεται το σύνολο του συγκροτήματος πολυκατοικιών.

 

  Στην έκθεση, δίδονται ακόμα δύο πληροφορίες: πρώτον, πως ο αιτητής κατείχε περιουσίες Ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας στην κατεχόμενη Κερύνεια, Λάπηθο, Βασίλεια, Δίκωμο και Καραβά, οι οποίες μεταβιβάστηκαν σε άλλα πρόσωπα και δεύτερον, πως τα τελευταία 10 χρόνια διέμενε περιοδικά, τόσο στα κατεχόμενα, όσο και στο εξωτερικό (μισό χρόνο στα κατεχόμενα και μισό χρόνο στο εξωτερικό), ενώ τα τελευταία 2 χρόνια διαμένει μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές και διακινείται πολύ συχνά μέσω των οδοφραγμάτων στις ελεύθερες περιοχές.

 

  Ο αιτητής με νεότερη επιστολή ημερομηνίας 14.12.2018 προς τον Υπουργό Εσωτερικών, αποδέχεται πως η διαχείριση των εν λόγω τεμαχίων ανήκει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Αναφέρεται στην πληροφόρηση που του δόθηκε πως η μεταβίβαση των τεμαχίων στον αιτητή, έγινε υπό τον όρο πως αυτή θα συνεχίσει να υπάγεται υπό την διαχείριση του Κηδεμόνα, υπέβαλε όμως, πως ο ίδιος δεν εμπίπτει στον όρο Τουρκοκύπριος, αφού μετανάστευσε πριν το 1974 στην Αγγλία και απέκτησε αγγλική υπηκοότητα. Επανέλαβε τη θέση του πως δεν κατέχει, ούτε κατείχε Ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα και προσκομίζοντας πιστοποιητικά εγγραφής από το «κτηματολόγιο» των κατεχομένων, ισχυρίστηκε πως τα τεμάχια στα οποία έχει ανεγερθεί το συγκρότημα πολυκατοικιών, ουδέποτε περιήλθαν στην κατοχή του ιδίου ή της οικογένειάς του.

  Το Υπουργείο Εσωτερικών, ζήτησε ξανά διερεύνηση από την ΚΥΠ. Ακολούθησε η απόρρητη έκθεση της ΚΥΠ («τρίτη έκθεση»), ημερομηνίας 4.2.2020, στην οποία δίδονται πληροφορίες για όλη την οικογένεια του αιτητή, καθώς και για τον ίδιο, επαναλαμβάνοντας, σε ό,τι αφορά τον αιτητή, το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων της εκθέσεων. Σε σχέση με τις Ελληνοκυπριακές περιουσίες που η ΚΥΠ δίδει πληροφορίες πως κατέχονται από τον αιτητή και την οικογένειά του, επισυνάπτονται τοπογραφικά σχέδια, λεπτομέρειες ακινήτων, καθώς και δορυφορικές φωτογραφίες.

 

  Αποτέλεσμα, ήταν η έκδοση της εδώ προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, ημερομηνίας 5.5.2020, με την οποία απορρίφθηκε το υποβληθέν αίτημα για άρση της κηδεμονίας των επίδικων τεμαχίων και συνακόλουθα, το αίτημα αγοραπωλησίας τους (σχετική ενημέρωση δόθηκε προς τον αιτητή και με την επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 17.6.2020). Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 της επίδικης διοικητικής απόφασης:-

«7. Ο Κηδεμόνας Τ/Κ Περιουσιών εξέτασε το νέον αίτημα αγοραπωλησίας με βάση και τα νέα έγγραφα που έχετε προσκομίσει και αφού έλαβε υπόψη ότι οι κληρονόμοι του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της περιουσίας, όταν αυτή περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισης της από τον Κηδεμόνα, δηλαδή του Hassan Mahmoud Cherkez, η σύζυγος, και τα παιδιά τους, από το 1974 και μετά διέμενε/διαμένουν στα κατεχόμενα και κατείχε/κατέχουν ε/κ περιουσίες, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 3 του τροποποιητικού Νόμου αρ. 39(Ι) του 2010, αποφάσισε, ότι δεν δικαιολογείται άρση της κηδεμονίας της εν λόγω περιουσίας και ως εκ τούτου απόρριψε το νέον αίτημα αγοραπωλησίας».

 

  Στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή, εγείρονται ζητήματα παράβασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Σύμφωνα με τις θέσεις του, το πρόσωπο στο οποίο ανέκαθεν επικεντρώνονταν οι έρευνες των καθ’ ων η αίτηση, ήταν το πρόσωπο του ιδίου και με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπήρξε ανεπίτρεπτη μεταβολή της στάσης τους, αναφέροντας πως το πρόσωπο που τελικά τους ενδιέφερε, ήταν ο πατέρας του που ήταν ο αρχικά εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των τεμαχίων και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Κατά τις εισηγήσεις, οι καθ’ ων η αίτηση, δημιούργησαν στον αιτητή την εύλογη προσδοκία πως αυτό που όφειλε μόνον να αποδείξει, ήταν πως δεν κατείχε Ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα. Αυτή την εντύπωση έδωσαν στον αιτητή, ο οποίος προσπαθούσε να προσκομίσει τέτοια στοιχεία που να πείσει τους καθ’ ων η αίτηση για μη κατοχή τέτοιας περιουσίας στα κατεχόμενα. Στοιχεία τα οποία προσκόμισε, αλλά η διοίκηση άλλαξε την στάση της κατά τρόπο αντιφατικό και επικαλέστηκε άλλο λόγο απόρριψης του αιτήματος άρσης της Κηδεμονίας.

 

  Ο δεύτερος λόγος ακύρωσης, άπτεται ισχυρισμού νομικής και πραγματικής πλάνης και εστιάζεται στη θέση πως ο πατέρας του αιτητή δεν ήταν Τουρκοκύπριος, κατά την έννοια του Νόμου, αφού κατά τον χρόνο του θανάτου του, το 1968 είχε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, σε αντίθεση με τον ορισμό του όρου από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 139/91, που τέθηκε σε ισχύ την 1.7.1991. Συνεχίζει η εισήγηση, πως εφόσον ο πατέρας του αιτητή δεν ήταν Τουρκοκύπριος, εν τη εννοία του Ν. 139/91, τότε, ούτε ο αιτητής μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιος. Σύμφωνα με τις εισηγήσεις, αυτή η πλάνη, οδήγησε στην αναζήτηση κριτηρίων που ήταν άσχετα, αφού το μόνο που όφειλε η διοίκηση να διερευνήσει, ήταν το κατά πόσον ο αιτητής κατέχει ή όχι Ελληνοκυπριακή περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές, ενώ δεν προσμετρήθηκε το γεγονός πως ο ίδιος έχει τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό, αδιάλειπτα από το 1961. Δηλαδή, δεν εξετάστηκαν τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 139/91.

 

  Συσχετίζει τον ισχυρισμό του, με τα όσα αναφέρονται από τους καθ’ ων η αίτηση στην παράγραφο 8 της επίδικης διοικητικής απόφασης[1], πως δηλαδή, εσφαλμένα έτυχε εξέτασης ο αρχικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων και όχι το πρόσωπο που ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος άρσης της Κηδεμονίας, που αποτελεί και τον ουσιώδη χρόνο. Κατά τον αιτητή, δεν αμφισβητείται αν η περιουσία νόμιμα περιήλθε υπό καθεστώς Κηδεμονίας, αλλά το κατά πόσον η Κηδεμονία αυτή, μπορούσε σήμερα να αρθεί.

  Διατείνεται περαιτέρω ο αιτητής πως η επίδικη απόφαση στερείται επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας, αφού η απορριπτική κατάληξη υπήρξε αόριστη και ασαφής. Πρόσθετα, πως η διοίκηση δεν εξέτασε τα στοιχεία που προσκόμισε, αφού ενώ το Υπουργείο Εσωτερικών ζήτησε νέα διερεύνηση, η ΚΥΠ, αναφέρθηκε στα στοιχεία που είχε ήδη συλλέξει κατά την 15.11.2013, προωθώντας και λόγο απόρριψης του αιτήματος που ουδέποτε είχε ξανά προβληθεί.

 

  Ενώ εγείρονται ακροθιγώς ζητήματα συνταγματικότητας και παραβίασης δικαιωμάτων του αιτητή που πηγάζουν από την ΕΣΔΑ, αυτά δεν αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης.

 

  Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας υποβάλλει πως το καθοριστικό στοιχείο στην υπό εξέταση περίπτωση, για το οποίο απερρίφθη το αίτημα του αιτητή, υπήρξε η κατοχή εκ μέρους του, Ελληνοκυπριακών περιουσιών. Με αναφορά στις τρεις διερευνήσεις που έλαβαν χώρα από την ΚΥΠ, υπέδειξε πως ο αιτητής είναι κάτοικος κατεχομένων και κάτοχος Ελληνοκυπριακών περιουσιών, γεγονός που εμποδίζει την άρση της Κηδεμονίας.

 

  Κατόπιν έκδοσης διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.11.2024 καταχωρίστηκε τροποποιημένη αίτηση ακυρώσεως, μετά την αποκάλυψη του περιεχομένου της δεύτερης έκθεσης της ΚΥΠ[2], από την ευπαίδευτη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, τηλεφωνικώς, προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο του αιτητή. Με αναφορά σε αυτήν, υποστηρίζεται η θέση πως η διερεύνηση στην οποία έχει προβεί, δεν έλαβε καθόλου υπόψη της τα πιστοποιητικά έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής από το «κτηματολόγιο» των κατεχόμενων, από τα οποία βεβαιώνετο πως δεν ήταν ιδιοκτήτης καμίας Ελληνοκυπριακής περιουσίας στα κατεχόμενα. Υποβάλλεται η θέση πως τα ευρήματα της ΚΥΠ είναι παντελώς ατεκμηρίωτα και περιέχουν σοβαρές αντιφάσεις, ενώ προωθείται και η θέση πως όφειλε η διοίκηση να καλέσει τον αιτητή να ακουστεί, πριν την λήψη της δυσμενούς απορριπτικής αυτής απόφασης.

 

  Σε ό,τι αφορά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 23 του Συντάγματος, καταγράφεται στην παράγραφο 30, με μεγάλη γενικότητα, ισχυρισμός παράβασης, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη.

 

  Προς αντίκρουση των θέσεων αυτών, η Δημοκρατία υποστήριξε πως η ΚΥΠ αποτελεί την νόμιμη και θεσμικά αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, η οποία παρέχει αυξημένα εχέγγυα αξιοπιστίας και θεσμικής εγκυρότητας ως προς το περιεχόμενό της και πως ορθά ο Κηδεμόνας έλαβε υπόψη του και/ή έδωσε βαρύτητα στα πορίσματά της και όχι στα «πιστοποιητικά» έρευνας του «Κτηματολογίου» των κατεχομένων, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της απορριπτικής απόφασης της διοίκησης.

 

  Έχοντας σκιαγραφήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει πως τα επίδικα τρία τεμάχια, τα οποία περιήλθαν στην ιδιοκτησία του αιτητή στις 16.3.2015, δυνάμει κληρονομίας, από τον πατέρα του, τελούσαν υπό την διαχείριση του Κηδεμόνα, καθότι, ναι μεν ο πατέρας του αιτητή κατά τον χρόνο του θανάτου του, το έτος 1968, δηλαδή, προ της έκρυθμης κατάστασης που δημιούργησε η τουρκική εισβολή του 1974, διέμενε στη Λεμεσό, εντούτοις, η διαχείριση της περιουσίας του, ως αποβιώσαντα, έλαβε χώρα πολύ αργότερα, όταν είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή οι πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, Ν. 139/1991, ήτοι την 1.7.1991.

 

  Αυτό, απαντά, καταρχήν, στις θέσεις του αιτητή πως ο πατέρας του δεν εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «Τουρκοκύπριος», όπως αυτός ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 2 του προαναφερθέντος Νόμου, όρος που πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με τον όρο «τουρκοκυπριακή περιουσία» του ίδιου άρθρου του Νόμου.

  Εξάλλου, τα εν λόγω τεμάχια, τελούσαν ήδη υπό την διαχείριση του Κηδεμόνα και τα αιτήματα που υποβάλλονταν εκ μέρους του αιτητή για άρση της κηδεμονίας, είχαν ήδη αρχίσει προ της εγγραφής επ΄ονόματί του και συγκεκριμένα, από το έτος 2013. Επομένως, από τη στιγμή που η εν λόγω τουρκοκυπριακή περιουσία περιήλθε στον Κηδεμόνα, αυτή θα συνεχίσει να είναι υπό τη διαχείρισή του, για όσο χρόνο διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση, καθότι δεν προβλέπεται οτιδήποτε διαφορετικό από την ίδια τη νομοθεσία.

 

  Δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του άρθρου 3 του Νόμου, παρέχεται η δυνατότητα του Κηδεμόνα να άρει τη διαχείριση, ως εξής:-

«3. […] Νοείται ότι στα πλαίσια άσκησης της πιο πάνω εξουσίας του να διαχειρίζεται Τουρκοκυπριακές περιουσίες διαρκούσης της έκρυθµης κατάστασης, ο Υπουργός έχει επίσης εξουσία ως διαχειριστής, να άρει µε δεόντως αιτιολογηµένη απόφασή του και υπό τους κατά την κρίση του κατάλληλους όρους τη διαχείριση συγκεκριµένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας ή µέρους αυτής, αφού λάβει υπόψη σε σχέση µε τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθµίσει όλους τους σχετικούς µε το θέµα αυτό παράγοντες, περιλαµβανοµένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόµοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα µε την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις µη ελεγχόµενες από τη ∆ηµοκρατία περιοχές:»[3]

 

  Επομένως, βασικό κριτήριο εκ του ίδιου του Νόμου, προκειμένου να ασκήσει ο Κηδεμόνας την διακριτική (και όχι δέσμια) του ευχέρεια, είναι η μη κατοχή ελληνοκυπριακής περιουσίας στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, είτε από τον αρχικό Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη, εν προκειμένω, τον πατέρα του αιτητή, είτε από τους κληρονόμους ή διαδόχους του στον τίτλο ιδιοκτησίας.

 

  Βάσει της προαναφερθείσας νομοθετικής διάταξης, αφ’ ης στιγμής υπεβλήθη αίτημα για άρση της διαχείρισης των επίδικων τεμαχίων από τον Κηδεμόνα, η διοίκηση όφειλε να προβεί σε διερεύνηση για την κατοχή ή όχι Ελληνοκυπριακής περιουσίας στα κατεχόμενα, από όλους όσους πέρασαν από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων τεμαχίων. Και εδώ είναι που έγκειται η αναφορά των καθ’ ων η αίτηση στην παράγραφο 8 της προσβαλλόμενης απόφασης[4].

 

  Συνεπώς, οι έρευνες των καθ’ ων η αίτηση, δεν επικεντρώνονταν μόνον στο πρόσωπο του αιτητή, ως υπήρξε η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του. Αλλά σε κάθε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του οποίου τέλεσαν ή τελούσαν τα επίδικα τεμάχια. Επομένως, δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις πως υπήρξε ανεπίτρεπτη μεταβολή της θέσης και στάσης της διοίκησης. Όλοι οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων (νυν και πρώην) ενδιέφεραν την διοίκηση και όχι μόνον ο αιτητής.

 

  Δεν συμφωνώ πως η διοίκηση δημιούργησε την πεποίθηση στον αιτητή πως το μόνο ζήτημα που όφειλε να αποδείξει προς άρση της διαχείρισης, ήταν πως δεν ήταν ο ίδιος κάτοχος Ελληνοκυπριακής περιουσίας στα κατεχόμενα. Αφού ακόμα και να αποδείκνυε πως δεν ήταν και πάλιν δεν θα είχε δικαίωμα, παρά μόνον προσδοκία άρσης της Κηδεμονίας.

 

  Η διοίκηση αναζήτησε τα ορθά εκ του Νόμου κριτήρια. Επικεντρώθηκε στην αναζήτηση πληροφοριών από την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), η οποία αποτελεί την επίσημη κρατική υπηρεσία για τη συλλογή, αξιολόγηση και διαχείριση πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια και τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

  Έχω ήδη αναφερθεί στις τρεις απόρρητες εκθέσεις της ΚΥΠ, ημερομηνίας 15.11.2013, 31.10.2018 και 4.2.2020. Και στις τρεις εκθέσεις, αποτυπώνεται με λεπτομερή περιγραφή η έρευνα την οποία διεξήγαγε και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε. Σε όλες τις εκθέσεις της, η ΚΥΠ, καταλήγει πως τόσο ο αιτητής, όσο και άλλα μέλη της οικογένειάς του, κατέχουν Ελληνοκυπριακή περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές και ιδίως, σε σχέση με τον αιτητή, πως διέμενε και διαμένει, τόσο στα κατεχόμενα, όσο και στο εξωτερικό, αφού στα κατεχόμενα, διαθέτει, τόσο ιδιοκτήτη έπαυλη σε Ελληνοκυπριακή περιουσία, όσο και αυτοκίνητο.

 

  Από το περιεχόμενο των εκθέσεων της ΚΥΠ, προκύπτει πως υπήρξε επαρκής και πλήρης διερεύνηση όλων των δεδομένων του αιτητή, καθώς και των εγγράφων τα οποία ο ίδιος προσκόμισε από το «κτηματολόγιο» των κατεχομένων, έγγραφα τα οποία δεν είχε καμία υποχρέωση η διοίκηση να αποδεχτεί ως προς την ορθότητά τους, από τη στιγμή που η επίσημη και εθνική αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατέθεσε στοιχεία που επιμαρτυρούσαν το αντίθετο. Ιδίως, στην τρίτη έκθεση της ΚΥΠ, επισυνάπτονται αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας και τοπογραφικών σχεδίων, των Ελληνοκυπριακών τεμαχίων στα κατεχόμενα, που κατέχουν τόσο ο αιτητής, όσο και άλλα μέλη της οικογένειάς του.

 

  Το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε εξέταση του περιεχομένου των εκθέσεων της ΚΥΠ, αλλά θα περιοριστεί στην εξέταση του κατά πόσον προηγήθηκε η δέουσα, υπό τις περιστάσεις, έρευνα, κάτι που διαπιστώνω να έχει δεόντως προηγηθεί.   

 

  Δεν συμφωνώ ούτε με τις εισηγήσεις πως όφειλε η διοίκηση, πριν την απόρριψη, να του δώσει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης. Ήδη ο αιτητής είχε την ευκαιρία να δώσει όλα τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του και να εκφράσει τις θέσεις του, μέσω του δικηγόρου του, τόσο με την επιστολή που αιτήθηκε εκ νέου την άρση της διαχείρισης, στη βάση του νέου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, επιστολή ημερομηνίας 14.12.2018, όσο και με τις επιστολές ημερομηνίας 18.12.2019 και 3.3.2020. Δεν χρειαζόταν κάτι περισσότερο. Ούτε και ο Νόμος προβλέπεται οποιαδήποτε διαδικασία, βάσει της οποίας παρέχεται τέτοια δυνατότητα, εξάλλου, η απόφαση του Κηδεμόνα, δεν αποτελεί διοικητικό μέτρο πειθαρχικής φύσεως, ούτε έχει τον χαρακτήρα της κύρωσης (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 510).

  Στην προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση, εμφαίνονται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους απερρίφθη το αίτημα που υπέβαλε ο αιτητής. Σε αυτήν, καταγράφεται τόσο το ιστορικό του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επίδικων τεμαχίων, όσο και προηγούμενα αιτήματα που είχαν μελετηθεί και εξεταστεί από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, καταλήγοντας στην εξέταση του επίδικου νέου αιτήματος, στη βάση του νέου αγοραπωλητήριου εγγράφου που είχε συνάψει ο αιτητής με νομικό πρόσωπο, καταγράφοντας με επάρκεια τον λόγο της απόρριψης.

 

  Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτητή απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

  Δεν βρίσκω έρεισμα ούτε και στις εισηγήσεις του αιτητή πως υπήρξε παράβαση των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του Άρθρου 23 του Συντάγματος, θέσεις που εγέρθηκαν με μεγάλη γενικότητα, κατά παράβαση της νομολογίας (Δημοκρατία ν. Πογιατζή (1992) 3 Α.Α.Δ. 196, Περικλέους ν. Δήμου Κάτω Πολεμιδιών (2009) 3 Α.Α.Δ. 37, Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Εφέσεις Αρ. 2/2016 & 7/2016, ημερομηνίας 3.3.2017, Παστελλάς ν. Δημοκρατίας (2017) 3Β Α.Α.Δ. 680).

 

  Ανεξαρτήτως τούτου, ζητήματα περιουσιακά, σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, έχουν επανειλημμένα εγερθεί, εξεταστεί και απορριφθεί από τη νομολογία (Zehra Kemal Ahmet κ.ά.  v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 135, Ε.Δ.Δ. 137/19 Αζάς κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24.10.2024).

 

  Για τους πιο πάνω, η προσφυγή θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη.

 

  Επιδικάζονται €2.000 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

  Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.     

           

 

                   Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.



[1] Στην παράγραφο 8 θα αναφερθώ κατωτέρω.

[2] Στα πλαίσια της δεύτερης γραπτής του αγόρευσης, που καταχωρίστηκε μετά την τροποποίηση της αίτησης ακυρώσεως, ο αιτητής αναφέρει την δεύτερη έκθεση της ΚΥΠ ημερομηνίας 31.10.2018, ως «Τελευταία Έκθεση της ΚΥΠ», ενώ τελευταία έκθεση είναι η τρίτη έκθεση, ημερομηνίας 4.2.2020.

[3] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.

[4] «8. Σχετικά με το περιεχόμενο της υπό αναφορά επιστολής σας, σημειώνεται ότι με βάση το πιο πάνω άρθρο του Νόμου, ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της τ/κ περιουσίας αναφέρεται ο Τ/κύπριος ιδιοκτήτης στο όνομα του οποίου ήταν εγγεγραμμένη τ/κ περιουσία όταν αυτή περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισης από τον Κηδεμόνα και όχι το πρόσωπο στο οποίο η εν λόγω περιουσία περιήλθε σε μεταγενέστερο χρόνο εφαρμογής της Νομοθεσίας.

Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι ο σημερινός ιδιοκτήτης στο όνομα του οποίου ενεγράφησαν τα εν λόγω τεμάχια στις [sic] 2015 είναι Άγγλος υπήκοος και δεν βρίσκονται υπό την κηδεμονία του κηδεμόνα Τ/κ περιουσιών, δεν ευσταθεί».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο