ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 704/2026 (Κ)
24 Σεπτεμβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Mr Mojtaba Esmail Ghezeljeh Meidan
Αιτητής
v.
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω,
1. Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
Καθ’ ων η αίτηση
Γιώργος Βασιλόπουλος για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Αφροδίτη Αναστασιάδη για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 03/07/2026, με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης (αιτούμενη θεραπεία υπό Α. στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης (αιτούμενη θεραπεία υπό Β. στην αίτηση ακύρωσης) και απέλασης (αιτούμενη θεραπεία υπό Γ. στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας. Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ. στην αίτηση ακύρωσης, ο αιτητής επιζητά από το Δικαστήριο διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης, το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση του αιτητή αρ. 127/2026 για έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum, ημερομηνίας 02/07/2026, γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται, ο αιτητής είναι υπήκοος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ο οποίος εισήλθε στη Δημοκρατία σε άγνωστη ημερομηνία μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου και από άγνωστο σημείο της γραμμής αντιπαράταξης εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές.
Στις 28/03/2003 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία. Στις 11/07/2005 τέλεσε πολιτικό γάμο με Κύπρια υπήκοο με την οποία στις 07/12/2007 απέκτησε ένα παιδί, το οποίο πλέον έχει ενηλικιωθεί. Στις 08/09/2005 ο αιτητής απελάθηκε για τη χώρα του και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων. Ο Αιτητής επανήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία αφού μεσολάβησε αίτημα από τη σύζυγο του για να του επιτραπεί η είσοδος στην Κύπρο και τα στοιχεία του αφαιρέθηκαν από τον κατάλογο stop list. Σημειώνεται ότι, περί το 2012, ο γάμος του αιτητή με Κύπρια πολίτη λύθηκε κατόπιν διαζυγίου και ο αιτητής παρέμεινε στη Δημοκρατία ως πατέρας Κύπριου πολίτη ανανεώνοντας την άδεια του μέχρι τις 19/07/2018 οπόταν και έληξε.
Στις 31/05/2022, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ενέκρινε αίτημα του αιτητή και του παραχώρησε άδεια για να υποβάλει αίτηση για άδεια διαμονής ως πατέρας ανήλικου Κύπριου πολίτη. Εντούτοις, ο αιτητής δεν αποτάθηκε ποτέ στο Τμήμα Μετανάστευσης για έκδοση άδειας διαμονής και συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία.
Σύμφωνα με επιστολή ημερομηνίας 28/09/2024 από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, ο αιτητής είχε απασχολήσει αρκετές φορές την Αστυνομία για διάφορα αδικήματα. Λόγω της ψυχικής του υγείας, εξασφαλίστηκαν διατάγματα Υποχρεωτικής Νοσηλείας από την Αστυνομία και νοσηλευόταν κατά καιρούς στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Στην ίδια επιστολή, η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης αναφέρει ότι, τον Μάιο του 2024, ο αιτητής, μετά από έξοδό του με άδεια από το Ψυχιατρείο Αθαλάσσας, συνελήφθη από την Αστυνομία για υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών καθώς επίσης και για επίθεση εναντίον Αστυνομικού. Παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου όπου και προφυλακίστηκε μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης εκείνης της υπόθεσης στις 27/09/2024 με την επιβολή στον αιτητή ποινής φυλάκισης 4 μηνών. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι εξέτισε την περίοδο των 4 μηνών κατά τον χρόνο που βρισκόταν υπόδικος και αφέθηκε ελεύθερος.
Στις 27/09/2024 συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Ένεκα του ιστορικού και της συμπεριφοράς του αιτητή, η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης εισηγήθηκε όπως εκδοθούν σχετικά διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία εκδόθηκαν στις 28/09/2024, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29(1) του περί Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, Ν. 7(Ι)/2007. Συγκεκριμένα, ο αιτητής «κρίθηκε ότι αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας» δυνάμει του εδαφίου (3) του άρθρου 29 του Ν. 7(Ι)/2007. Στις 13/12/2024 και 09/01/2025 έγινε επαναξιολόγηση της κράτησης του αιτητή.
Με επιστολή ημερομηνίας 07/01/2025, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας σημείωσαν ότι η πρώην σύζυγος του αιτητή και μητέρα του παιδιού τους έχει την πλήρη γονική μέριμνα.
Στις 02/04/2025 εκδόθηκαν εκ νέου διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και λόγω της καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης (ερ. 35 – 32 του Τεκμηρίου 1Α). Στις 03/06/2025, 05/08/2025, 24/10/2025, 08/01/2026, 11/03/2026 και 11/05/2026 έγινε επαναξιολόγηση της κράτησης του Αιτητή, βάσει της σχετικής καθορισμένης διαδικασίας.
Στις 02/07/2026 εκδόθηκε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία πέτυχε η Αίτηση του αιτητή αρ. 127/2026 για έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum και διατάχθηκε η άμεση απελευθέρωσή του.
Αργότερα την ίδια ημέρα, 02/07/2026, ο αιτητής συνελήφθη εκ νέου για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις 03/07/2026 εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω του ότι δεν έχει δικαίωμα παραμονής και ότι θεωρήθηκε «είναι επικίνδυνος για την Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια» (ερ. 228 – 226 του Τεκμηρίου 1Α). Στις 04/07/2026 καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση ακυρώσεως.
Με τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής εισηγείται ότι υπήρξε παράλειψη επίδοσης ειδοποίησης για κήρυξή του ως απαγορευμένο μετανάστη, γεγονός που συνιστά, κατά την άποψή του, παράβαση ουσιώδους τύπου. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι με τις προσβαλλόμενες πράξεις κρίθηκε για πρώτη φορά ως επικίνδυνος για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, καθώς και ότι υπήρξε κατά τη θέση του παραποίηση εγγράφων διοικητικού φακέλου λόγω της σφραγίδας παραλαβής της έκθεσης από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Επιπλέον, εγείρονται από τον αιτητή λόγοι ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολόγησης, περί πλάνης και παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας αλλά και παραβίασης διατάξεων του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, Ν. 7(1)/2007, καθώς και του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (ΚΕΦ.105). Τέλος, προβάλλεται και ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα απέλασης, το Ιράν.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων. Παράλληλα, ήγειρε προδικαστική ένσταση σε σχέση με το απαράδεκτο της αιτούμενης θεραπείας υπό την παράγραφο Δ. της αίτησης ακύρωσης καθώς και σε σχέση με τη δέουσα δικογράφηση των λόγων ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής.
Προτού εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης, επισημαίνεται ότι με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ. στην αίτηση ακύρωσης δεν προσβάλλεται διοικητική πράξη, αλλά επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για άμεση απελευθέρωση του αιτητή. Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Σύμφωνα με το Άρθρο 146.4 του Συντάγματος, το Διοικητικό Δικαστήριο δύναται (α) να επικυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή πράξη ή παράλειψη, (β) να την κηρύξει, εν όλω ή εν μέρει, άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος, (γ) να κηρύξει την προσβαλλόμενη παράλειψη, εν όλω ή εν μέρει, άκυρη και ό,τι πάν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή και (δ) να τροποποιήσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή την πράξη, ως νόμος ήθελε ορίσει, νοουμένου ότι αυτή αφορά σε φορολογικό ζήτημα. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι δεν υφίσταται δυνατότητα του παρόντος Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος άμεσης απελευθέρωσης του αιτητή, ως επιδιώκει. Συνεπώς, η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο Δ. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Επίσης, μέσα από το ιστορικό της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι παρόμοια διατάγματα κράτησης και απέλασης είχαν εκδοθεί και στο παρελθόν. Αφενός, το 2024 σε άλλη νομική βάση και, αφετέρου, το 2025 στη ίδια νομική βάση και βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, αλλά και πολύ παλαιότερα το 2005. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης, επιβεβαιώθηκε εκ μέρους του αιτητή ότι δεν προσβλήθηκε ποτέ εκ μέρους του η νομιμότητα των εν λόγω προηγούμενων πράξεων ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Το μόνο που προσέβαλε ήταν η διάρκεια της κράτησής του με καταχώριση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δύο αιτήσεων για έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum, τη μία με επιτυχία. Σε περαιτέρω ερώτημα του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον αυτό επηρεάζει το έννομο συμφέρον του αιτητή, οι δύο πλευρές ανέφεραν ότι δεν επηρεάζεται χωρίς περαιτέρω επιχειρηματολογία επί τούτου.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 118/2021, Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Γενικού Λογιστή v. Ανδρέα Σωφρονίου, ημερομηνίας 12/01/2026, συνοψίζεται η νομολογία σχετικά με το κατά πόσον είναι επιτρεπτή η προσβολή πράξης που επαναλαμβάνει το ίδιο περιεχόμενο χωρίς να υπάρχουν ενώπιον της Διοίκησης νέα ουσιώδη στοιχεία:
«Για την ανάληψη δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, απαιτείται, μεταξύ άλλων, όπως η προσβαλλομένη διοικητική πράξη είναι εκτελεστή. Πράξη η οποία είναι το αποτέλεσμα επανεξέτασης του αρχικού αιτήματος είναι εκτελεστή μόνο στην περίπτωση νέας έρευνας. Θα πρέπει, στα πλαίσια της νέας έρευνας, να τεθούν ενώπιον της διοίκησης νέα ουσιώδη στοιχεία. Λήψη νέων αλλά επουσιωδών στοιχείων, δεν συνιστούν νέα έρευνα και δεν καθιστούν την πράξη εκτελεστή. Όπως αποφασίστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση IMCS Intercollege Ltd v. Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου (2008) 3 ΑΑΔ 296, ο διάδικος δεν μπορεί να παρακάμψει το χρονικό συνταγματικό περιορισμό για προσβολή μιας εκτελεστής πράξης, επικαλούμενος επουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν μεταβάλλουν την ουσία του πράγματος. (Βλέπετε επίσης Ζίττης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 394, στις σελ. 402-404 και Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 507, στη σελ. 512).
Το τί αποτελεί νέα έρευνα το πραγματεύεται ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος στο σύγγραμμα του, «Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών», Έκδοση Τέταρτη, σελ. 176:
"Πότε υπάρχει νέα έρευνα - Πότε υπάρχει νέα έρευνα, είναι ζήτημα πραγματικόν. Θεωρείται όμως γενικώς νέα έρευνα η λήψις υπ' όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, κρίνεται δε αυστηρώς το χρησιμοποιηθέν νέον υλικόν, διότι δεν πρέπει ο απολέσας την προθεσμίαν διά την προσβολήν μιας εκτελεστής πράξεως, να δύναται να καταστρατηγή την προθεσμίαν ταύτην δια της δημιουργίας νέας πράξεως, η οποία εξεδόθη κατ' επίφασιν μεν κατόπιν νέας ερεύνης, κατ' ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων. Ούτω, δεν θεωρείται νέα έρευνα η παραπομπή της υποθέσεως εκ νέου εις συμβούλιον, προς εξέτασιν από νομικής αποκλειστικώς πλευράς ή η παραπομπή προς γνωμάτευσιν εις το νομικόν συμβούλιον ή η επίκλησις άλλης νομικής διατάξεως εκτός εκείνης εφ' ης είχε στηριχθή η αρχική πράξις, εφ' όσον δεν γίνεται επίκλησις και νέων πραγματικών στοιχείων.
Νέα έρευνα υπάρχει ιδίως εάν, πρό της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις στοιχείων κρίσεως νεωστί προκυπτόντων ή προϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως διά πρώτην φοράν υπ' όψιν. Ομοίως, νέαν έρευναν συνιστά η διενέργεια αυτοψίας ή η συλλογή συμπληρωματικών επί της υποθέσεως πληροφοριών."
Σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου, ακυρωτική δικαστική απόφαση ακυρώνει την προσβαλλομένη πράξη από τον χρόνο έκδοσης της (ex tunc) και δημιουργεί απόλυτο δεδικασμένο έναντι πάντων (erga omnes) (βλ. άρθρο 59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/99 και Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Ρεβέκκας Παπαδάκη κ.α. (2002) 3 ΑΑΔ 140), δεν καλύπτει όμως αναδρομικά τις περιπτώσεις προσώπων που δεν προσέβαλαν την πράξη ή την παράλειψη της διοίκησης.»
Στην προκειμένη, μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτει αναμφίβολα ότι η Διοίκηση, την αμέσως επόμενη ημέρα της έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση του αιτητή αρ. 127/2026 για έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum, ημερομηνίας 02/07/2026, η οποία αφορούσε στη χρονική διάρκεια της κράτησης του αιτητή και όχι στη νομιμότητα των μέχρι τότε εκδοθεισών προηγούμενων αποφάσεων για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, επανέλαβε τις πράξεις αυτές χωρίς να υπάρχει ενώπιόν της κανένα νέο ουσιώδες στοιχείο και χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του αιτητή περί του αντιθέτου.
Μάλιστα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και για έκδοση διατάγματος απέλασης δεν χρειαζόταν καν να επαναληφθούν από τη Διοίκηση, δεδομένου ότι η νομιμότητά τους ουδέποτε αμφισβητήθηκε και ήταν ακόμα ισχυρές έστω και μετά τη λήξη του διατάγματος κράτησης, που εκδόθηκε το 2025 και το οποίο έπαυσε να ισχύει στις 02/07/2026, με την έκδοση της εν λόγω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Ως εκ των πιο πάνω, είναι σαφές ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις υπό τις παραγράφους Α. και Γ. της αίτησης ακύρωσης αποτελούν βεβαιωτικές και όχι εκτελεστές πράξεις. Συνεπώς, δεν μπορούν να προσβληθούν παραδεκτώς ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Ακόμα, όμως, και να κρίνονταν οι εν λόγω πράξεις ως εκτελεστές και επιδεχόμενες προσβολής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και πάλι η παρούσα αίτηση ακυρώσεως δεν θα ήταν παραδεκτή σε σχέση με τις προσβαλλόμενες πράξεις υπό τις παραγράφους Α. και Γ. αυτής, λόγω έλλειψης του απαραίτητου για τη νομιμοποίηση του αιτητή εννόμου συμφέροντος.
Σύμφωνα με την πάγια Νομολογία και όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 129/2018, Μαρία Ζαντή v. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου Μέσω Διοικούσας Επιτροπής, ημερομηνίας 14/02/2024:
«[…] η ελεύθερη και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας διοικητικής πράξης, συνεπάγεται αποστέρηση του έννομου συμφέροντος προσβολής της με προσφυγή. (βλ. Π. Κύρου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (2017) 3 (Α) ΑΑΔ 217 και Α. Μιχαήλ ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., ΕΔΔ 82/2018 και 83/2018, ημερ. 11.1.2024). Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και από το Συμβούλιο της Επικράτειας (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας 1929 - 1959, σελ. 260, 261), όπου σημειώνεται πως, "γενικώς, δεν δημιουργείται έννομο συμφέρον οσάκις διαπιστώνεται ότι ο αιτών συνήνεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση της πράξης. Η γενόμενη τυχόν αποδοχή της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα καθιστά απαράδεκτη την κατ' αυτής στρεφόμενη αίτηση ακυρώσεως, ελλείψει συμφέροντος."
Σχετικό επί του θέματος είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 2, 16η έκδοση (2022) του Επ. Σπηλιωτόπουλου, στις παρ. 457 και 458, σελ. 105 και 106, που συνοψίζει την ορθή προσέγγιση επί του θέματος:
"457. Το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει σωρευτικά σε τρία χρονικά σημεία: α) κατά την έκδοση προσβαλλόμενης πράξης (ΣΕ 4964/2012), β) κατά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως, δηλαδή κατά την κατάθεσή της και γ) κατά την τελευταία συζήτησή της. Το έννομο συμφέρον μπορεί να μην δημιουργηθεί ή μπορεί να εκλείψει μετά τη δημιουργία του για λόγους υποκειμενικούς, που αφορούν τον αιτούντα ή αντικειμενικούς. Έτσι, η δημιουργία έννομου συμφέροντος εμποδίζεται, αν η προσβαλλόμενη πράξη είναι θετική και εκδόθηκε μετά από αίτηση του προσώπου που ασκεί την αίτηση ακυρώσεως ή προκλήθηκε από αυτό, ή εάν ο αιτών έδωσε κατά οποιοδήποτε τρόπο την συναίνεσή του για την έκδοση της πράξης (ΣΕ 2356/1964, 2468/2009).
458. Το έννομο συμφέρον που υπάρχει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως εκλείπει, παύει να υπάρχει από αντικειμενικούς λόγους και η δίκη καθίσταται άνευ αντικειμένου, εάν διακόπηκε ο νομικός δεσμός που συνδέει τον αιτούντα με την προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ 2473/1970), όπως όταν ο αιτών έχασε, μετά την έκδοση της πράξης, την ιδιότητα με την οποία είχε υποστεί τη βλάβη (ΣΕ 1757/2005), καθώς και με αποδοχή της πράξης από τον αιτούντα (Δ/γμα 18/1989, άρθρο 29). Η αποδοχή μπορεί να είναι ρητή, δηλαδή, να προκύπτει από σχετική δήλωση του αιτούντος, ή σιωπηρή δηλαδή, να συνάγεται από συμπεριφορά του, η οποία δεν αφήνει αμφιβολία για την έννοια της όπως π.χ. είναι η ανεπιφύλακτη συμμετοχή στη διαδικασία έκδοσης της πράξης και ειδικότερα η υποβολή προσφορών σε διαγωνισμό δημοσίων έργων χωρίς επιφύλαξη για τη νομιμότητα της διακήρυξης. Η αποδοχή πρέπει i) να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη, ii) να μην έγινε από νόμιμη υποχρέωση (ΣΕ 4528/1976, 4071/1990) ή λόγω οικονομικής ανάγκης (ΣΕ 2407/1970) ή λόγω παράνομης βίας ή απειλής (ΣΕ 2013/1959) ή διότι η παράλειψή της θα είχε για τον αιτούντα δυσμενείς συνέπειες (ΣΕ 1568/1960) και iii) να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (ΣΕ 2087/1970) ή, όταν δεν είναι ρητή να συνάγεται από αναμφισβήτητες πράξεις. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως δεν υποδηλώνει αποδοχή της πράξης. Επίσης, το έννομο συμφέρον παύει να υπάρχει, εάν απωλέσθηκε η ιδιότητα υπό την οποίαν δημιουργείται βλάβη από την πράξη (ΣΕ 280/1996) εκτός αν επικαλείται τυχόν δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της από τη προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ4888/021, ΣΕ 1792/2014)".»
Στην παρούσα περίπτωση, ο αιτητής ουδέποτε προσέβαλε τις προηγούμενες αποφάσεις για κήρυξή του ως απαγορευμένο μετανάστη και απέλασή του. Κατά συνέπεια, οι προσβαλλόμενες υπό τις παραγράφους Α. και Γ. στην αίτηση ακύρωσης πράξεις έγιναν αποδεκτές από τον αιτητή, εφόσον έχουν όμοιο περιεχόμενο και, κυρίως, ίδιο αποτέλεσμα στο νομικό και πραγματικό καθεστώς του αιτητή με τις προηγουμένως εκδοθείσες, και ο αιτητής δεν διατηρεί το απαραίτητο έννομο συμφέρον για την προσβολή τους (αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στις Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 82/2018 κ.ά., Ανδρέας Μιχαήλ κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας Της Κύπρου κ.ά., ημερομηνίας 11/01/2024 και στις Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 143/2019 κ.ά., Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Γενικού Λογιστηρίου v. Κωνσταντίνος Λύρας κ.ά., ημερομηνίας 08/10/2025, και αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 1385/2019, Y.G. κ.ά. ν. Υπουργείου Εσωτερικών κ.ά., ημερομηνίας 29/11/2019 και στην Υπόθεση Αρ. 966/2021, S. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.ά., ημερομηνίας 10/02/2023). Επισημαίνεται ότι οι εκδοθείσες το 2025 αντίστοιχες πράξεις εκδόθηκαν στην ίδια ακριβώς νομική βάση ως και οι προσβαλλόμενες υπό τις παραγράφους Α. και Γ. στην αίτηση ακύρωσης πράξεις.
Ως εκ τούτου, οι αιτούμενες θεραπείες υπό τα αιτητικά Α. και Γ. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτονται ως απαράδεκτες και οι αποφάσεις για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και έκδοση σχετικού διατάγματος απέλασης επικυρώνονται.
Ακολουθεί η εξέταση των λόγων ακύρωσης που σχετίζονται με την αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο Β. της αίτησης ακύρωσης, ήτοι το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης.
Οι θέσεις των διαδίκων επί της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης.
Οι λόγοι ακύρωσης σε σχέση με το διάταγμα κράτησης του αιτητή εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.
Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 30 (1) του Ν. 7(Ι)/2007, ότι είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του αιτητή και κατά παράβαση των άρθρων 18ΟΘ και 18ΠΣΤ του Κεφ. 105 καθότι δεν δόθηκε στον αιτητή η ευκαιρία για οικειοθελή αποχώρηση από τη Δημοκρατία και εκδόθηκε χωρίς να εξεταστούν, κατά τον ισχυρισμό, εναλλακτικά της κράτησης μέτρα και χωρίς να ικανοποιείται, κατά τις θέσεις του αιτητή, η αρχή της αναλογικότητας. Τονίστηκε δε εκ μέρους του αιτητή, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης, η συνολική διάρκεια κράτησης του αιτητή βάσει και των προηγούμενων διαταγμάτων.
Οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν ευσταθούν.
Επισημαίνεται εξαρχής ότι στο πλαίσιο αίτησης ακύρωσης δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το Δικαστήριο εξετάζει τη νομιμότητα της έκδοσης του διατάγματος κράτησης, υπό το πρίσμα των δεδομένων και των περιστάσεων που υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατά τον οποίο αυτό εκδόθηκε. Η νομιμότητα της διάρκειας της κράτησης ή του συνολικού γενικότερα χρονικού διαστήματος που κρατείται ο αιτητής, αποτελεί διακριτό ζήτημα, το οποίο δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Το ζήτημα αυτό δύναται να τεθεί προς εξέταση αποκλειστικά μέσω αίτησης για έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος.
Πέραν αυτού, όπως προκύπτει μέσα από την έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 02/07/2026, ο αιτητής δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, γεγονός το οποίο ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον αιτητή. Παράλληλα, μέσα από το ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει, επίσης ως αδιαμφισβήτητο, το γεγονός ότι ο αιτητής δεν συνεργάζεται προς εξασφάλιση ταξιδιωτικού εγγράφου έτσι ώστε να εκτελεστεί το διάταγμα απέλασής του και να αποχωρήσει από τη Δημοκρατία. Όπως αναφέρεται στην έκθεση του Τμήματος Μετανάστευσης ημερομηνίας 03/06/2025: «Γίνονται προσπάθειες ώστε να πεισθεί και να καταστεί δυνατή η απέλασή του». Δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του αιτητή το γεγονός ότι ήταν αρνητικός για επαναπατρισμό του και ότι δεν είχε στην κατοχή του διαβατήριο και δεν συνεργαζόταν για εξασφάλιση ταξιδιωτικού εγγράφου. Συνεπώς, είναι σαφές ότι, όχι μόνο είχε την ευκαιρία για οικειοθελή αναχώρηση, αλλ’ αντιθέτως, του δόθηκε η ευκαιρία και αρνήθηκε και, επιπλέον, δεν συνεργάζεται με τις αρχές προς διευκόλυνση της αναχώρησής του και της διαδικασίας απέλασής του.
Θεωρήθηκε δε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1)(α) του Κεφ. 105 και του άρθρου 15 (1)(α) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή και, λόγω της άρνησής του για επαναπατρισμό, λόγω του ότι «δεν έχει δικαίωμα παραμονής, λόγω προηγούμενων καταδίκων και επειδή είναι επικίνδυνος για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων».
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί ελλιπούς έρευνας, πλάνης και μη δέουσας αιτιολογίας και περί του ότι η κρίση της Διοίκησης περί κινδύνου διαφυγής του αιτητή δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου για να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα κράτησης δεν ευσταθούν, εφόσον μέσα από τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του επίδικου διατάγματος κράτησης, τα οποία επιβεβαιώνονται από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου, προκύπτει με ευκρίνεια η εκ μέρους της Διοίκησης δέουσα διερεύνηση και η μη ύπαρξη οποιασδήποτε πλάνης.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105:
«"κίνδυνος διαφυγής" σημαίνει την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους ακόλουθους λόγους, που οδηγεί στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει:
(α) Μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής,
(β) δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής,
[…]
(ε) καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει,
(ζ) μη ύπαρξη διεύθυνσης συνήθους διαμονής,
(η) μη κατοχή ταξιδιωτικών ή άλλων εγγράφων ταυτότητας,
[…]∙»
Δεδομένου ότι ένας μόνο από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105 θα ήταν επαρκής για τη διαπίστωση του κινδύνου διαφυγής και στην προκειμένη, καθίσταται σαφές μέσα από τα γεγονότα των διοικητικών φακέλων, τα οποία επαναλαμβάνεται ότι δεν αμφισβητήθηκαν, δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι νόμιμα και ορθά θεωρήθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για σκοπούς έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης.
Σχετικά με την επίκληση εκ μέρους του αιτητή και τους ισχυρισμούς περί παραβίασης διατάξεων του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, Ν. 7(1)/2007, οι ισχυρισμοί δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο καθότι δεν προκύπτει η δικογράφηση της συγκεκριμένης Νομοθεσίας στα νομικά σημεία της αίτησης ακύρωσης και, συνεπεία τούτου, απορρίπτονται (Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 18/2021, Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά. v. Ιδρύματος «Ίδρυμα Ανδρέας Πάνου Λανίτη Λτδ» κ.α., ημερομηνίας 28/11/2024).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή περί παραποίησης του εγγράφου της έκθεσης της Υπηρεσίας (ερ. 225) λόγω της σφραγίδας παραλαβής της, γίνεται αποδεκτή η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η ημερομηνία που αναγράφεται στη σφραγίδα δεν σχετίζεται με το χρονικό σημείο υπογραφής από τη Διευθύντρια. Από το περιεχόμενο του εγγράφου διαπιστώνεται ευκρινώς ότι η έκθεση φέρει ημερομηνία 02/07/2026 και ότι η Διευθύντρια την υπέγραψε στην πρώτη σελίδα όπου εναπόθεσε και τη σφραγίδα του ονόματός της και της ημερομηνίας 03/07/2026. Γίνεται λοιπόν αποδεκτό ότι η επίμαχη σφραγίδα δεν αφορά στην ημερομηνία σύνταξης της έκθεσης από την Υπηρεσία ή υπογραφής της από τη Διευθύντρια αλλά ότι πρόκειται για σφραγίδα εσωτερικής διοικητικής παραλαβής και αρχειοθέτησης του εγγράφου, η οποία τίθεται κατά το στάδιο της καταχώρισης του εγγράφου στο αρχείο της Υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός του αιτητή απορρίπτεται.
Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι δεν είχε εξεταστεί εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση το ενδεχόμενο εφαρμογής λιγότερο παρεμβατικών, εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, αυτός καταρρίπτεται τόσο μέσα από το επίδικο διάταγμα κράτησης όσο και μέσα από την έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Δεδομένου ότι ο αιτητής δεν επιθυμεί τον επαναπατρισμό του και δεν συνεργάζεται για την έκδοση ταξιδιωτικού εγγράφου ενώ, παράλληλα, έχει προηγούμενη ποινική καταδίκη και κρίθηκε επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και απουσιάζει εκ μέρους του η λήψη οποιουδήποτε διαβήματος νομιμοποίησης της παραμονής του, συνάγεται ότι η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια δεόντως ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και έκρινε ότι δεν υπήρχε το περιθώριο, κρίση η οποία τεκμηριώνεται και μέσα από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το επίδικο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε και ως συνέπεια προηγούμενης ποινικής καταδίκης του αιτητή και, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 902/2026, Parker Bobson ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω 1. Υφυπουργού Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας και 2. Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 22/09/2026:
«Διαπιστώνω ότι, εν προκειμένω, το άρθρο 18ΟΖ δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθότι ρητά, δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 18ΟΕ του Νόμου, εξαιρείται η εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, σε υπηκόους τρίτων χωρών που υπόκεινται, ως η περίπτωση του Αιτητή, σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης.
Η ως άνω διάταξη, η οποία ενσωματώνει τη δυνατότητα του άρθρου 2.2(β) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Habibi Pour Ali Fasel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 236/15, (2016) 1 Α.Α.Δ. 876, ημερ. 31.3.2016, υπόθεση που προσομοιάζει με την παρούσα, εφόσον αφορούσε πρόσωπο, το οποίο κατέστη απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) του Νόμου, συνεπεία καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης, με εντολή απέλασης και κράτησης βάσει του άρθρου 14. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι:
"Η περίπτωση του Εφεσείοντα είναι καταφανώς περίπτωση που εμπίπτει στα πλαίσια του Άρθρου 18ΟΕ(2)(β). Αυτός είναι υπήκοος τρίτης χώρας που υπόκειται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης η οποία επεβλήθη σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο και κατά συνέπεια οι πρόνοιες των Άρθρων 18ΟΔ και 18ΠΘ που περιλαμβάνουν την πρόνοια που αφορά τη διάρκεια της κράτησης δεν εφαρμόζονται στη δική του περίπτωση (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Khorak Paz Fouman, Farhad ν. Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Πολ. Αίτ. Αρ. 15/13, 15.2.2013). Αυτό είναι συμβατό με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ, εφόσον σύμφωνα με αυτήν, Άρθρο 2(2)(β), είναι επιτρεπτό Κράτη-Μέλη ν' αποφασίσουν την μη εφαρμογή της Οδηγίας στους υπηκόους Τρίτων Χωρών οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνεπεία ποινικής κύρωσης σύμφωνα με το Εθνικό Δίκαιο."»
Κατά συνέπεια, το διάταγμα κράτησης κρίνεται νόμιμο, εφόσον διαφάνηκε ότι ήταν προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας, σύμφωνα με την αρχή της αναγκαιότητας και την αρχή της αναλογικότητας, χωρίς να έχει καταφέρει ο αιτητής να καταδείξει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την ακύρωσή του.
Βάσει όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε περιθώριο για δικαστική επέμβαση.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται. Τα έξοδα περιορίζονται σε €1300 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, λόγω της έγερσης αυτεπαγγέλτως του ζητήματος του απαραδέκτου των αιτούμενων θεραπειών υπό τις παραγράφους Α. και Γ. της αίτησης ακύρωσης.
Οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο