WANG IVO NJIKANG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 709/2026, 4/9/2026
print
Τίτλος:
WANG IVO NJIKANG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 709/2026, 4/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 709/2026(Κ))

4 Σεπτεμβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

WANG IVO NJIKANG

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Μιχάλης Μαυρονικόλας, για Lana Altacher & Associates LLC, για την αιτητή.

Νικόλας Νικολάου, Δικηγόρος, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Π.Δ.Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, συνιστά η νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 3.7.2026, να κηρύξει τον αιτητή ως απαγορευμένο μετανάστη και να εκδώσει εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, ίδιας ημερομηνίας.

 

  Ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν. Στις 10.10.2018, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτηση η οποία απερρίφθη στις 30.12.2021 και του γνωστοποιήθηκε στις 4.1.2022. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, υπέβαλε την προσφυγή με αρ. 58/2022 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), προσφυγή η οποία επίσης απερρίφθη στις 12.6.2023.

 

  Στις 20.3.2026, υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, η οποία απερρίφθη στις 25.5.2026 και του κοινοποιήθηκε στις 19.6.2026, με την επιστολή ημερομηνίας 11.6.2026. Κατά της απορριπτικής διοικητικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρισε την προσφυγή με αρ. Τ270/2026, η οποία είχε απορριπτική κατάληξη στις 3.7.2026.

 

  Την εν λόγω ημερομηνία, ο αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, ίδιας ημερομηνίας, λόγω της κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη, λόγω παράνομης παραμονής από την 12.6.2023, που η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του ΔΔΔΠ απερρίφθη.

 

  Στη γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή αναφέρεται στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και ειδικότερα, στο γεγονός της διαμονής του μαζί με τη ομοεθνή σύντροφό του, η οποία διανύει τον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης της. Όπως αναφέρεται, αμέσως κατά τη σύλληψή του, η οποία έγινε έξω από την αίθουσα του ΔΔΔΠ, οι δικηγόροι του αιτητή απέστειλαν στη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 3.7.2026, ενημερώνοντας για το γεγονός της εγκυμοσύνης της συντρόφου του, ζητώντας τη μη έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και όπως αφεθεί ελεύθερος με εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Σύμφωνα με τις εισηγήσεις του αιτητή, το γεγονός αυτό δεν αναφέρθηκε, ούτε και απασχόλησε τη διοίκηση, ούτε και ζητήθηκαν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση και συνεπώς, δεν αξιολογήθηκαν οι προσωπικές του περιστάσεις, ούτε και εξετάστηκε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ, ενώ παραβιάζεται και η αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

  Αποτελεί θέση του πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν εξέτασαν το ενδεχόμενο εφαρμογής λιγότερο επαχθών της κράτησης μέτρων και πως παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του παιδιού κατά τις κυρωμένες από τη Δημοκρατία Διεθνείς Συμβάσεις. Υποβάλλει πως καταβάλλει προσπάθειες για να νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία, καθώς προτίθεται να υποβάλει αίτημα για έκδοση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, βάσει του άρθρου 18ΟΗ(4) του Κεφ. 105.

 

  Αντίθετη υπήρξε η προσέγγιση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση. Υπήρξε υποστηρικτική της νομιμότητας των επίδικων διοικητικών αποφάσεων, τονίζοντας τον κίνδυνο διαφυγής και μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, σε ό,τι αφορά το διάταγμα κράτησης και στη μη νομιμοποίηση της παραμονής του, σε ό,τι αφορά την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη και την εναντίον του έκδοση διατάγματος απέλασης. Απορρίπτοντας τις θέσεις περί μη λήψης υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, υπέβαλε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων αποφάσεων, η σύντροφος του αιτητή δεν είχε γεννήσει και ως προς την παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, προβλήθηκε ο ισχυρισμός πως ο αιτητής δεν ισχυρίστηκε κατά τη σύλληψή του πως διατρέχει κίνδυνο για τη ζωή του.

 

  Κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2, τόσο ο φάκελος του Τμήματος Μετανάστευσης, όσο και ο φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

  Όπως προαναφέρθηκε, ο αιτητής συνελήφθη στις 3.7.2026. Στην έκθεση της ΥΑΜ, ίδιας ημερομηνίας (σελιδώσεις 52-51 Τεκμηρίου 1), αναφέρεται πως η αρχική αίτηση ασύλου, είχε απορριφθεί στις 12.12.2021, απόφαση που επικυρώθηκε με την απορριπτική απόφαση του ΔΔΔΠ, στα πλαίσια της προσφυγής 58/2022, ημερομηνίας 12.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:A100. Γίνεται επίσης, στην έκθεση, αναφορά και στα διαβήματα που ακολούθησαν, ήτοι στην υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, η οποία επίσης απερρίφθη από την Υπηρεσία Ασύλου, στις 25.5.2026, ομοίως και η προσφυγή που άσκησε κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, προσφυγή με αρ. Τ270/2026, απόφαση ημερομηνίας 3.7.2026.

 

  Τόσο από την έκθεση της ΥΑΜ, όσο και από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από τον ίδιο τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή, δεν εντοπίζω να υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του αιτητή, πως η σύντροφός του κυοφορεί το τέκνο του αιτητή.

 

  Το γεγονός αυτό, τέθηκε υπόψη της διοίκησης από τους δικηγόρους του αιτητή, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος κατά τη σύλληψη του αιτητή και όχι από τον ίδιο τον αιτητή, γεγονός, όμως, που παραμένει έωλο, αφού ουδεμία βεβαίωση κύησης προσκομίστηκε, κατ’ εκείνο το στάδιο, ενώ ούτε και προκύπτει πως ο αιτητής είναι ο πατέρας του, εν τέλει, γεννηθέντος τέκνου.

 

  Να σημειωθεί πως, ούτε και κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, στις 3.9.2026, προσκομίστηκε πιστοποιητικό γέννησης του τέκνου, από το οποίο να διαφαίνεται πως ο πατέρας του παιδιού, είναι ο αιτητής. Εξάλλου, ο ίδιος ο αιτητής, δεν ανέφερε οτιδήποτε κατά τη σύλληψή του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του.

 

  Κρίνεται πως, ορθά η διοίκηση, δεν έλαβε υπόψη της, την εντελώς αόριστη και ατεκμηρίωτη αναφορά των δικηγόρων του αιτητή πως η σύντροφός του εγκυμονεί το τέκνο του, αφού δεν παρουσιάστηκε, ούτε και κοινοποιήθηκε στους καθ’ ων η αίτηση οποιοδήποτε έγγραφο που να το πιστοποιεί. Επαναλαμβάνεται πως, ούτε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, προσκομίστηκε πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού, από το οποίο να προκύπτει πως πατέρας είναι ο αιτητής. Αντιθέτως, προβολή τέτοιων αόριστων ισχυρισμών, θα δημιουργήσει μεγάλο εμπόδιο στη λειτουργία τη διοίκησης και στον τρόπο διερεύνησης της βασιμότητάς τους. Το βάρος απόδειξης των όσων προβάλλονται από τον εκάστοτε αιτητή παραμένει στους ώμους του και μόνον με την υποβολή εμπεριστατωμένων εγγράφων, η διοίκηση οφείλει να προβεί σε διερεύνηση των θέσεων που προβάλλονται.

 

  Στη βάση των πιο πάνω, δεν τίθεται ζήτημα παράβασης των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.

 

  Ούτε διαπιστώνω να υπήρξε παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η αρχή αυτή έτυχε εξέτασης από την Υπηρεσία Ασύλου και στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης που υπέβαλε δύο μήνες πριν την σύλληψή του, ήτοι στις 25.5.2026, όπου διαπιστώθηκε πως ο αιτητής δεν διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο της ζωής του, απόφαση που επικυρώθηκε από το ΔΔΔΠ στις 3.7.2026 με την απόρριψη της προσφυγής με αρ. Τ 270/2026.

 

  Η ταύτιση του χρόνου εξέτασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, με τη σύλληψή του, ήτοι μόλις δύο μήνες προηγουμένως, οδηγεί στην απόρριψη της θέσης του περί παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

  Αποτελεί γεγονός πως ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα, από τις 12.6.2023 που απερρίφθη η προσφυγή που άσκησε κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου σε σχέση με την αρχική αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Το γεγονός πως εξέταζε το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης για παραχώρηση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, δεν αλλάζει αυτό το δεδομένο, ούτε καθιστά τον αιτητή νομίμως διαμένων στο έδαφος της Δημοκρατίας.

 

  Κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων διοικητικών αποφάσεων, καμία άδεια παραμονής είχε παραχωρηθεί στον αιτητή. Αντιθέτως, όλες οι αιτήσεις που υπέβαλε, σε σχέση με παραχώρηση ασύλου, έτυχαν απόρριψης. Συνεπώς, νομίμως η Διευθύντρια αποφάσισε την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105 και προχώρησε στην εναντίον του έκδοση διατάγματος απέλασης.

 

  Ομοίως, διαπιστώνω πως νομίμως η Διευθύντρια προχώρησε στην έκδοση και διατάγματος κράτησης εναντίον του αιτητή, ενόψει μη συμμόρφωσής του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, η οποία εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 30.12.2021 (σελίδωση 114 Τεκμηρίου 2), παρέχοντάς του προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης επτά ημερών, απόφαση που παρέμεινε, επίσης, σε ισχύ και επαναλήφθηκε, στις 25.5.2026 κατά την απόρριψη της μεταγενέστερης αιτήσεως ασύλου (σελίδωση 170 Τεκμηρίου 2).

 

  Πέραν των πιο πάνω, στην επίδικη απόφαση κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, εμπεριέχονται όλα τα γεγονότα και δεδομένα στη βάση των οποίων η διοίκηση κατάληξε στην επίδικη απόφαση, παρέχοντας, προς τούτο, πλήρη και επαρκή αιτιολογία.

 

  Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω πως οι επίδικες διοικητικές αποφάσεις, είναι δεόντως αιτιολογημένες, ληφθείσες υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων και ως τέτοιες, κρίνονται ως νόμιμες και εύλογες.

 

 Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον του αιτητή. Οι επίδικες διοικητικές αποφάσεις, επικυρώνονται.

 

                       

 

                   Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο