CHRIS KAYAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 750/2026, 9/9/2026
print
Τίτλος:
CHRIS KAYAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 750/2026, 9/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 750/2026 (Κ))

9 Σεπτεμβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

CHRIS KAYAN,

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Παναγιώτης Πιερίδης, για τον αιτητή.

Χριστίνα Δημητρίου, για Κίτσιου Δημητρίου Παπανικολάου Δ.Ε.Π.Ε., για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Στις 15.7.2026, ο αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία προσβάλλει την νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 24.6.2026 με την οποία κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα την εναντίον του έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ίδιας ημερομηνίας.

 

  Σύμφωνα με τα γεγονότα που παρατίθενται στην Ένσταση, ο αιτητής είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα και στις 7.6.2019 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 7.12.2022 και του κοινοποιήθηκε στις 30.1.2023, με επιστολή ημερομηνίας 23.1.2023. Κατά της νομιμότητας της προαναφερόμενης διοικητικής αποφάσεως, υπέβαλε την προσφυγή με αρ. 645/2023, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), η οποία απερρίφθη στις 14.10.2025.

 

  Στις 3.11.2025, υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, η οποία απερρίφθη, ως απαράδεκτη, στις 28.11.2025 και του κοινοποιήθηκε στις 19.1.2026 με την επιστολή ημερομηνίας 11.12.2025. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, άσκησε, ενώπιον του ΔΔΔΠ, την προσφυγή με αρ. Τ28/2026, η εξέταση της οποίας ακόμα εκκρεμεί. Έκτοτε, δεν νομιμοποίησε την παραμονή του στη Δημοκρατία με άλλο τρόπο και στις 24.6.2026, συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία από 14.10.2025, ημερομηνία που η προσφυγή που άσκησε στο ΔΔΔΠ κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, έτυχε απόρριψης.

 

  Εναντίον του εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 24.6.2026, το δε διάταγμα απέλασης αναστάληκε εν αναμονή λήψης των απόψεων των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αφού ο ίδιος ενημέρωσε την διοίκηση, πως διατηρεί στενό δεσμό με ομοεθνή του και είναι πατέρας ανήλικης θυγατέρας, όπου, σύντροφος και τέκνο είναι απορριφθείσες αιτήτριες ασύλου, των οποίων η προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του ΔΔΔΠ, ακόμα εκκρεμεί.

 

  Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, αναφέρει στα γεγονότα, πως ο αιτητής διατηρεί στενό δεσμό με τη συμβία και το ανήλικο τέκνο του, με τις οποίες διαμένει σε σταθερή διεύθυνση που είναι δηλωμένη και καταγεγραμμένη στο Τμήμα Μετανάστευσης και στην Υπηρεσία Ασύλου. Τόσο η σύντροφος του αιτητή, όσο και η ανήλικη θυγατέρα του, είναι απορριφθείσες αιτήτριες ασύλου, οι οποίες αναμένουν την έκβαση της προσφυγής τους που άσκησαν ενώπιον του ΔΔΔΠ.

 

  Υποστηρίζει ο αιτητής πως εσφαλμένα εκδόθηκε το διάταγμα κράτησης, καθότι ο ίδιος έχει δηλώσει σταθερή διεύθυνση διαμονής, στην οποία διαμένει με την σύντροφο και την ανήλικη θυγατέρα του και συνεπώς, δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του, κάτι το οποίο δεν εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή από την Διευθύντρια.

 

  Σύμφωνα με τον αιτητή, δεν προηγήθηκε δέουσα έρευνα και ορθή επεξεργασία των γεγονότων και των προσωπικών του περιστάσεων, αφού η διοίκηση όφειλε, πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων να ζητήσει και να λάβει τις απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105. Όφειλαν, οι καθ’ ων η αίτηση, κατά τις εισηγήσεις, να αναβάλουν την απόφαση απομάκρυνσης του αιτητή, εφόσον αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, αλλά και την αρχή της αναλογικότητας, ενώ μπορούσαν να εφαρμοστούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.

 

  Προς ακύρωση, προωθείται επίσης ισχυρισμός περί ελλιπούς και/ή εσφαλμένης αιτιολογίας, που σχετίζεται κυρίως με τον λόγο για τον οποίο εκδόθηκε το διάταγμα κράτησης, υποστηρίζοντας πως δεν επεξηγείται με ποια προηγούμενη απόφαση επιστροφής δεν έχει συμμορφωθεί ο αιτητής.

 

  Επιπροσθέτως, αποτελεί θέση του αιτητή πως δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία των άρθρων 18ΟΔ έως 18ΠΘ του Κεφ. 105, αφού δεν προκύπτει από τον φάκελο να έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του Νόμου που επιβάλλουν την έκδοση απόφασης επιστροφής και παραχώρησης χρονικού διαστήματος για οικειοθελή αναχώρηση. Διατείνεται, τέλος, πως δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του Κανονισμού 19 της Κ.Δ.Π. 242/72 για την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη.

 

  Πλήρως υποστηρικτική υπήρξε η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου που εμφανίστηκε στη διαδικασία εκ μέρους της Δημοκρατίας, απορρίπτοντας τις εισηγήσεις, περί του αντιθέτου, στην ολότητά τους, τονίζοντας πως κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων αποφάσεων, ο αιτητής δεν είχε νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία, δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και πως ο ίδιος γνώριζε, μετά την απορριπτική απόφαση του ΔΔΔΠ, ημερομηνίας 14.10.2025, πως όφειλε να αναχωρήσει από την Δημοκρατία, αφού δεν είχε κανένα δικαίωμα παραμονής.

 

  Υποστήριξε, επίσης, πως δεν υπήρξε η δέουσα δικογράφηση στην αίτηση ακυρώσεως του λόγου ακύρωσης που προβάλλεται, περί παράβασης των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ και συνεπώς, αυτός δεν μπορεί να τύχει εξέτασης και πως σε κάθε περίπτωση, υπήρξε συμμόρφωση με τις νομοθετικές πρόνοιες και ζητήθηκαν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

  Κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τόσο ο διοικητικός φάκελος του Τμήματος Μετανάστευσης, όσο και ο φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου, οι οποίοι σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα.

 

  Από τα ενώπιον μου στοιχεία και έγγραφα, προκύπτει πως είναι παραδεκτή, εκ μέρους της διοίκησης, η ύπαρξη οικογένειας του αιτητή, ήτοι συντρόφου και ανήλικης θυγατέρας, οι οποίες έχουν δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, εν αναμονή έκδοσης απόφασης από το ΔΔΔΠ, σε σχέση με την προσφυγή που ασκήθηκε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, αναφορικά με την αρχική αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας που είχαν υποβάλει.

 

  Αποτελεί επίσης γεγονός πως ο αιτητής, δεν έχει διευθετήσει με οποιοδήποτε τρόπο την παραμονή του στη Δημοκρατία. Η απόρριψη της προσφυγής με αρ. 645/2023, από το ΔΔΔΠ στις 14.10.2025, σηματοδότησε το τέρμα της νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία. Το γεγονός αυτό, έδιδε το δικαίωμα στη διοίκηση, κατά τη σύλληψή του, να τον κηρύξει ως απαγορευμένο μετανάστη.

 

  Δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις του αιτητή πως δεν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του Κανονισμού 19 της Κ.Δ.Π. 242/72 περί ειδοποίησής του για την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη. Κατά την νομολογία, ο προαναφερθείς Κανονισμός, δεν συναρτά την νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγούμενη ειδοποίηση περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και η επίδοση τέτοιας προηγούμενης ειδοποίησης, δεν κρίθηκε ως επιτακτική σε σημείο που να επιφέρει ακυρότητα (Islam ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 997/13, ημερομηνίας 9.7.2013).

 

  Το πρόβλημα, όμως, που εντοπίζω, περιστρέφεται γύρω από την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου του αιτητή, η δήλωση της ύπαρξης του οποίου κατά τον χρόνο της σύλληψης, γίνεται αποδεκτή από την διοίκηση.

 

  Ο αιτητής ανέφερε την ύπαρξη της ανήλικης θυγατέρας του και κατά τη σύλληψη, όπως αναφέρεται και στην έκθεση της ΥΑΜ Πάφου, ημερομηνίας 24.6.2026, όσο και στην μεταγενέστερη αίτηση ασύλου που υπέβαλε στις 3.11.2025 (Τεκμήριο 2, ερυθρό 187).

  Δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις των καθ’ ων η αίτηση πως το ζήτημα των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 δεν δικογραφήθηκε επαρκώς. Αντιθέτως, γίνεται ρητή αναφορά στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου και στα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, στο νομικό σημείο της αίτησης ακυρώσεως με αρ. 24. Συνεπώς, η περί του αντιθέτου θέση των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτεται.

 

  Οι καθ’ ων η αίτηση, ενώ γνώριζαν την ύπαρξη του δίχρονου τέκνου του αιτητή, γεννηθέντα την 1.7.2024, αποφάσισαν στις 24.6.2026 την έκδοση διατάγματος κράτησης και απέλασης. Ενώ ανέστειλαν την εκτέλεση του δεύτερου, απέστειλαν πέντε ημέρες αργότερα, προς το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου, επιστολή ημερομηνίας 29.6.2026, ζητώντας τις απόψεις τους, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ(α) και (β) του Κεφ. 105.

 

  Λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη ουσιώδους χρόνου και του κανόνα εξέτασης των επίδικων διοικητικών αποφάσεων, υπό το φως του χρόνου έκδοσης αυτών, σε συνάρτηση με δεδομένα που υπήρχαν τότε.

 

  Και αυτό, λόγω του ότι ήταν εις γνώση της διοίκησης η ύπαρξη του δίχρονου τέκνου του αιτητή, από την στιγμή της σύλληψης του. Παρόλα ταύτα, η Διευθύντρια προχώρησε στην έκδοση των επίδικων αποφάσεων ημερομηνίας 24.6.2026 και πέντε μέρες αργότερα, αποφάσισε να ζητήσει τις απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

  Με την δήλωση του αιτητή κατά τη σύλληψη, περί ύπαρξης οικογένειας, δημιουργήθηκε υποχρέωση στους καθ’ ων η αίτηση να εφαρμόσουν τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ. Και όχι μόνον να αναζητήσουν τις απόψεις των αρμοδίων Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αλλά και να αναμένουν την λήψη τους και/ή τη θέση τους, προτού προχωρήσουν σε λήψη απόφασης απομάκρυνσης.

 

  Εδώ, αναζητήθηκαν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, για γεγονός που γνώριζαν πριν την έκδοση. Συνεπώς, υποχρέωση τέτοιας αναζήτησης, είχε ήδη δημιουργηθεί πριν την έκδοσή τους και όχι μετά.

 

  Επομένως, οι απόψεις των Υπηρεσιών, όπως αυτές έχουν ληφθεί στις 12.8.2026, καίτοι εκτός ουσιώδους χρόνου, πρέπει να εξεταστούν και να ληφθούν υπόψη από την διοίκηση, κατ΄εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ.

 

  Αυτές, αποτελούν ουσιώδες στοιχείο για την εφαρμογή και υλοποίηση των όσων επιβάλλονται από το άρθρο 18ΟΖ, σε σχέση με γεγονός το οποίο υπήρχε και τέθηκε υπόψη της διοίκησης, κατά τον χρόνο της σύλληψης και πριν από την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της εναντίον του έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων ημερομηνίας 24.6.2026.

 

  Σε κάθε περίπτωση, στην εν λόγω έκθεση ημερομηνίας 12.8.2026, τονίζεται η ευάλωτη ηλικία του τέκνου του αιτητή και πως το ενδεχόμενο επαναπατρισμού του αιτητή, θα λειτουργήσει αρνητικά στην ομαλή λειτουργία της οικογένειας και κατ΄επέκταση του ανήλικου τέκνου τους.

 

  Όλα τα πιο πάνω, δεν θα τύχουν πρωτογενούς εξέτασης από το Δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να τύχουν εξέτασης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο και να ληφθούν δεόντως υπόψη κατά την εξέταση της τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

  Σε αντίθετη περίπτωση, οι εν λόγω απόψεις, παραμένουν απλώς μέρος του διοικητικού φακέλου και συνεπώς, κενές περιεχομένου.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει και τα προσβαλλόμενα διατάγματα ακυρώνονται, βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.

  Επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση €1.900.  

 

                       

 

          Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο