RAYMOND AGBOR AYUKNDANG ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 766/2026, 24/9/2026
print
Τίτλος:
RAYMOND AGBOR AYUKNDANG ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 766/2026, 24/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                                                                         Υπόθεση Αρ. 766/2026

 

                                                  24 Σεπτεμβρίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

               ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

RAYMOND AGBOR AYUKNDANG, από το Καμερούν

                                                                                                                      Αιτητής,

και

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Τμήματος Μετανάστευσης

 

Καθ' ων η Αίτηση.

   

 __________________

 

Άγγελος Ιωάννου, δικηγόρος για τον Αιτητή.

 

Λώρα Βελίκοβα, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση.

  ___________________

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά των Διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης του Αιτητή ημερομηνίας 13/07/2026, δυνάμει του άρθρου 6(1)κ του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, αφού αυτός κηρύχθηκε ως παράνομος μετανάστης στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και της απαγόρευσης εισόδου του σε αυτήν για περίοδο πέντε ετών. 

 

Συγκεκριμένα, προσβάλλονται οι πιο κάτω αποφάσεις των Καθ’ ων η αίτηση:

«Α) η απόφαση των Καθ'ων η αίτηση ημερ. 13/07/2026 με την οποία ο αιτητής έχει κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης και η οποία ουδέποτε του κοινοποιήθηκε δεόντως και σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς αλλά ενημερώθηκε για αυτήν στις 13/07/2026 (Παράρτημα 1 στην Αίτηση Ακυρώσεως) είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Β) οι αποφάσεις των καθ'ων η Αίτηση ημερ. 13/07/2026 (Παράρτημα 2 στην αίτηση ακυρώσεως) με τις οποίες διατάζεται η απέλαση του αιτητή από τη Δημοκρατία και η απαγόρευση εισόδου σε αυτήν και σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) για περίοδο πέντε ετών.

Γ) η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 13/07/2026 (Παράρτημα 3 στην αίτηση ακυρώσεως) με την οποία διατάζεται η κράτηση του αιτητή μέχρι την απέλασή του στη χώρα καταγωγής του.»

 

Ως καταγράφεται στα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου, ο οποίος έχει κατατεθεί εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση στο Δικαστήριο, τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής.

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν με ημερομηνία γέννησης την 10/01/1995. Στις 9/07/2023, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 28/12/2023. Στη συνέχεια, στις 26/02/2024 ο Αιτητής καταχώρησε στο  Διοικητικό  Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε στις 16/04/2026. Στις 12/07/2026, ο Αιτητής συνελήφθη  από  την  Αστυνομία  για  παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία και συγκεκριμένα στην Λάρνακα. Όπως καταγράφεται ρητώς στην Ένσταση και δεν τίθεται αμφισβήτηση, κατά την  σύλληψη  του ο Αιτητής ανέφερε  την  ύπαρξη  οικογένειας. Στις 13/07/2026 εκδόθηκαν Διάταγμα Κράτησης και Διάταγμα Απέλασης εναντίον του δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Σημειώνεται ότι, στον ίδιο διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, εντοπίζεται επιστολή του Τμήματος Μετανάστευσης προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με ημερ. 27/07/2026, ήτοι μεταγενέστερη των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, με την οποία ζητούνται οι απόψεις τους για την κράτηση και τον επαναπατρισμό του αλλοδαπού, λαμβανομένων υπόψη ότι ανακρινόμενος στις 13/07/2026 αποκάλυψε τη ύπαρξη τέκνου και οικογένειας του αιτητή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, ως καταγράφεται, ο αιτητής στις 2/06/2024 απέκτησε τέκνο με αιτήτρια ασύλου από τη Λ.Δ. του Κόγκο με την οποία συμβιώνει και η οποία έχει ακόμα ένα ανήλικο τέκνο από προηγούμενη σχέση, ενώ η αίτηση της μητέρα του τέκνου του αιτητή τελεί υπό εξέταση.

 

Κατά τη διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης, αναρτήθηκε από την εκπαιδευτή δικηγόρο των Καθ' ων η Αίτηση στο σύστημα I-Justice σχετική Έκθεση από το Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών Αγίων Αναργύρων Λάρνακας ημερομηνίας 25/08/2026, μετά από συνέντευξή που λήφθηκε την προηγούμενη ημέρα από την αιτήτρια ασύλου με την οποία συμβιώνει ο αιτητής. Η έκθεση των ΥΚΕ καταλήγει ότι, σύμφωνα με την αιτήτρια ασύλου «η παρουσία του συμβίου και πατέρα του παιδιού της στη ζωή τους είναι σημαντική, αφού δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει χωρίς τη δική τους υποστήριξη, τόσο οικονομικά όσο και σχετικά με την φροντίδα των δύο παιδιών της».

 

Στις 24/09/2026 έγιναν Διευκρινήσεις, ενώ κατατέθηκε ήδη από τη Ν.Υ. στο Δικαστήριο ο φάκελος του Τμήματος Μετανάστευσης ως ο μόνος σχετικός φάκελος των Καθ' ων η Αίτηση και η απόφαση επιφυλάχθηκε.

 

Με την εδώ υπό κρίση υπόθεση, ο αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη και, ως συνέπεια αυτής της απόφασης, εναντίον των προαναφερθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του, όπως  και της απαγόρευσης εισόδου του στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο πέντε ετών.

 

Ο δικηγόρος του αιτητή προτάσσει ότι της έκδοσης των διαταγμάτων δεν έχει προηγηθεί εξατομικευμένη έρευνα για τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του, ήτοι πως  διαμένει με τη συμβία του και τα δύο ανήλικα τέκνα που αποτελούν μέρος της οικογενειακής τους μονάδας, εκ των οποίων το ένα είναι κοινό τέκνο του Αιτητή και της συμβίας του, ενώ το δεύτερο είναι τέκνο της συμβίας του από προηγούμενη σχέση και, ως εκ τούτου, η κράτηση του έχει άμεση επίπτωση στην οικογενειακή του ζωή και στη σχέση του με το ανήλικο τέκνο του. Ως και οι λόγοι ακύρωσης τους οποίους προωθεί, υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις αποτελούν προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο και παράλειψης άσκησης ή κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η Αίτηση. Μέσα από τη προσφυγή και τις αγορεύσεις του καταγράφει τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του, υποδεικνύοντας τις παραλείψεις της διοίκησης ως προς τούτο.  Αποτελεί θέση του Αιτούντος πως κεντρικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων Διαταγμάτων ημερομηνίας 13/07/2026, η διοίκηση είχε ενώπιόν της τα αναγκαία στοιχεία αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή και, ειδικότερα, την ύπαρξη ανήλικου τέκνου το οποίο έχει αποκτήσει με αιτήτρια διεθνούς προστασίας της οποίας η αίτηση τελεί υπό εξέταση. Είναι ακριβώς η θέση του κ.Ιωάννου επί τούτου ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων η απαιτούμενη διαδικασία εξατομικευμένης εξέτασης των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων δεν είχε ολοκληρωθεί.

 

Αντίθετα, η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζει τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, παραθέτοντας στην γραπτή της αγόρευση εκτενή αποσπάσματα της ισχύουσας νομοθεσίας και σχετικής νομολογίας. Εισηγείται η ευπαίδευτη δικηγόρος των Καθ’ ων η Αίτηση πως, ουδόλως επηρεάζεται η νομιμότητα των επίδικων διαταγμάτων από τους λόγους ακύρωσης που προωθούνται από τον αιτητή και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί περί παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ του ΚΕΦ. 105, και συναφώς περί πλάνης της διοίκησης, έλλειψης αιτιολογίας και μη διενέργειας δέουσας έρευνας, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τονίζει προς τούτο ότι, το τεκμήριο κανονικότητας των προσβαλλόμενων πράξεων ουδόλως έχει ανατραπεί. Είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι τα επίδικα διατάγματα είναι καθ’ όλα νόμιμα και εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ασκώντας τις εξουσίες της, βάσει του Κεφ. 105, λόγω του ότι ο αιτητής κατέστη απαγορευμένος μετανάστης, συνεπεία της παράνομης παραμονής του από τις 16/04/2026, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, ενώ ακόμα η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, εξέτασε την πιθανότητα επιβολής στον Αιτητή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, την οποία και απέκλεισε, κρίση η οποία είναι εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Ως προς δε την εξατομικευμένη εξέταση των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων, προβάλει ότι, ο αιτητής δεν διαφοροποίησε την διεύθυνση διαμονής του μετά το 2024 οπότε γεννήθηκε το τέκνο του με αποτέλεσμα η δηλωμένη διεύθυνση να είναι διαφορετική από αυτήν της συμβίας του. Το δεδομένο αυτό, προβάλλει, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί συμβίωσης του αιτητή με την αιτήτρια ασύλου και σταθερού οικογενειακού δεσμού.

 

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, ως έχουν καταγραφεί εν εκτάσει στις αγορεύσεις τους, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υπό το φως του περιεχομένου των εγγράφων και του διοικητικού φακέλου ο οποίος έχει κατατεθεί ενώπιον μου. 

 

Ως προς το βασικό ζήτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, από τα στοιχεία της υπόθεσης προκύπτει ότι η διοίκηση ήταν ενήμερη για την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου του αιτούντος κατά τον χρόνο λήψης των επίδικων αποφάσεων. Το γεγονός αυτό, ουσιαστικά, δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατά πόσο η διοίκηση η οποία γνώριζε την ύπαρξη του ανηλίκου, έχοντας γνώση του ουσιώδους αυτού πραγματικού δεδομένου, προέβη στην απαιτούμενη εξατομικευμένη εξέταση των οικογενειακών περιστάσεων πριν από την έκδοση των επίδικων Διαταγμάτων.

 

Το άρθρο 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) προβλέπει ρητά ότι, κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης οφείλει να λαμβάνει δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

Η πρόνοια αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή τυπική υποχρέωση, ούτε ως υποχρέωση η οποία μπορεί να εκπληρωθεί μετά την έκδοση των διοικητικών πράξεων. Η συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας προβλέπεται ακριβώς προκειμένου η Διοίκηση να είναι σε θέση να αξιολογήσει τις ιδιαίτερες οικογενειακές περιστάσεις και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου κατά τη διαδικασία λήψης της απόφασης.

 

Στην παρούσα περίπτωση, παρόλο που ο αιτητής στη συνέντευξη του ημερ. 13/07/2026 ενημέρωσε για τις οικογενειακές του περιστάσεις, τα επίδικα Διατάγματα εκδόθηκαν την ίδια ημέρα, ενώ η επικοινωνία με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας πραγματοποιήθηκε μόλις στις 27/07/2026. Συνεπώς, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων Διαταγμάτων η διοίκηση γνώριζε την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου του Αιτητή, αλλά προχώρησε στην έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η απαιτούμενη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς την οικογενειακή ζωή και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.

 

Δεδομένου ότι δεν φαίνεται να εξετάστηκε, μάλιστα µε την επιβεβλημένη συνδροµή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευηµερίας, η οικογενειακή του κατάσταση και κατ’ επέκταση τα βέλτιστα συµφέροντα του παιδιού του, θα συμφωνήσω με τη θέση του δικηγόρου του ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν παραβιάσει τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο και την Οδηγία 2008/115/ΕΚ. Εν προκειμένω, η διοίκηση εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ενεργώντας υπό ουσιώδη νομική και πραγματική πλάνη, χωρίς να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105).  

 

Στο Άρθρο 18ΟΖ του νόμου προβλέπονται τα εξής:

«Κατά την εφαρµογή των άρθρων 18ΟΔ µέχρι 18ΠΘ, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της µη επαναπροώθησης και λαµβάνει δεόντως υπόψη -

(α) τα βέλτιστα συµφέροντα του παιδιού, και

(β) την οικογενειακή ζωή, µε τη συνδροµή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευηµερίας, και

(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριµένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τµήµατος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δηµόσιας Υγείας.»

 

Λέγοντας αυτά, καταλήγω ότι, οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις αποτελούν προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο και παράλειψης άσκησης ή κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Καθ' ης η αίτηση. Όσον αφορά, στο θέμα της δέουσας έρευνας, πηγή πληροφόρησης της διοίκησης αλλά και στη συνέχεια του Δικαστηρίου και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο φάκελος και το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης (βλ. ΡΟΥΣΟΣ v. ΙΩΑΝΝΙΔΗ Κ.Α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549 και ΡΑΦΤΗ Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Ωστόσο, όπως έχω καταγράψει ανωτέρω στα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτει από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου ότι, όταν εκδοθήκαν τα διατάγματα δεν λήφθηκαν υπόψη τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18ΟΖ του ΚΕΦ. 105, ήτοι τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, η οικογενειακή ζωή του Αιτητή και ούτε ζητήθηκε και λήφθηκε προηγουμένως η προβλεπόμενη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η διοίκηση δεν πραγματοποίησε την οφειλόμενη έρευνα για τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και δεν λειτούργησε ως όφειλε συμφώνως των αρχών της χρηστής διοίκησης.

 

Εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν λήφθηκαν με ορθή άσκηση της εξουσίας από τους Καθ’ ων η Αίτηση και με πλήρη εφαρμογή των αρχών της χρηστής διοίκησης. Αντίθετα, επαναλαμβάνω, κρίνω ότι η επίδικη απόφαση δεν λήφθηκε κατ' ορθή εφαρμογή των επιταγών της νομοθεσίας, δηλαδή κατόπιν της απαιτούμενης εξατομίκευσης της περίπτωσης του αιτητή, αλλά και κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση.

 

Με τούτα ως δεδομένα, καταλήγοντας, θεωρώ ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θα πρέπει να τύχουν ακύρωσης. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει. Επιδικάζονται €1600 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

                                                                             Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο