ROMANI MARZOUK ISHAK YOUSSEF ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθ. αρ. 821/2026, 25/9/2026
print
Τίτλος:
ROMANI MARZOUK ISHAK YOUSSEF ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθ. αρ. 821/2026, 25/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

    (Υπόθ. αρ. 821/2026(Κ)(iJ))

25 Σεπτεμβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ROMANI MARZOUK ISHAK YOUSSEF

Αιτητής,

v.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

 

Νατάσα Χαραλαμπίδου, για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Μελίνα Βασιλείου, Δικηγόρος, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Π.Δ.Δ.: Αντικείμενο της υπό εκδίκαση προσφυγής, συνιστά η νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 9.6.2026, με την οποία ο αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

 

  Ο αιτητής κατάγεται από την Αίγυπτο. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 11.6.2014. Στις 8.9.2014, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση άδειας εργασίας, η οποία και ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι τις 10.2.2018. Στις 7.7.2017, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία απερρίφθη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 30.3.2024. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, καταχώρισε την προσφυγή με αρ. 1760/24, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), η οποία απερρίφθη στις 5.11.2024.

 

  Δύο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 9.6.2026, στάλθηκε επιστολή από την ΥΑΜ Λευκωσίας προς το Τμήμα Μετανάστευσης, ενημερώνοντας πως ο αλλοδαπός, βρισκόταν στο Τμήμα Φυλακών, λόγω του ότι είναι οφειλέτης ενταλμάτων προστίμων. Αφού του παραχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα αναστολή, την ίδια μέρα, αυτός συνελήφθη, στη βάση διατάγματος κράτησης κι εναντίον του εκδόθηκε και διάταγμα απέλασης, λόγω της κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη, από 5.11.2024, όταν η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του ΔΔΔΠ, απερρίφθη.

 

  Οκτώ μέρες μετά την εναντίον του έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και συγκεκριμένα στις 17.6.2026, η δικηγόρος του απέστειλε γραπτό αίτημα, ζητώντας την αποφυλάκισή του, αναφέροντας πως ο ίδιος διατηρεί δεσμό με την Ελληνοκύπρια Α.Γ., η οποία βρισκόταν στον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Με την εν λόγω επιστολή, υπέβαλε αίτημα για να του παραχωρηθεί η δυνατότητα υποβολής αίτησης για έκδοση άδειας παραμονής ως επισκέπτης, με σκοπό την τέλεση γάμου. Παρενθετικά, αναφέρεται πως το εν λόγω αίτημα απερρίφθη την 1.7.2026.

  Στην πολυσέλιδη γραπτή αγόρευση που καταχώρισε η ευπαίδευτη δικηγόρος του, υποβάλλεται η θέση πως από την πρώτη στιγμή που συνελήφθη, ανέφερε στους αστυνομικούς της ΥΑΜ πως ο ίδιος είναι επίσημα αρραβωνιασμένος με την Ελληνοκύπρια Α.Γ., η οποία εγκυμονεί το τέκνο τους, και αναμένεται να γεννήσει στις 8.12.2026. Υποστηρίζει πως το γεγονός αυτό, του δημιούργησε εύλογες προσδοκίες για παραμονή του στη Δημοκρατία και πως η επιστροφή στη χώρα καταγωγής του, θα διακόψει τους δεσμούς με την Ελληνοκύπρια και το αγέννητο τέκνο τους όταν γεννηθεί. Αναλώνεται αρκετό μέρος της γραπτής αγόρευσης του αιτητή, στις αναφορές που έκανε προς τους αστυνομικούς της ΥΑΜ, ως προς τούτο το γεγονός, υποστηρίζοντας πως οι επίδικες διοικητικές αποφάσεις εκδόθηκαν χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα και πως η διοίκηση βρισκόταν σε πλάνη, ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, αλλά και ως προς το γεγονός της καταχώρισης μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ημερομηνίας 24.7.2026.

 

  Κατά δεύτερον, υποβάλλεται η θέση πως στην προκειμένη περίπτωση, έχουν παραβιαστεί οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, αφού δεν έχει ληφθεί υπόψη το βέλτιστο συμφέρον και τα δικαιώματα του αγέννητου τέκνου του, το δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή.

 

  Κατά τρίτον, διατείνεται ο αιτητής πως οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αναιτιολόγητες, δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του, αφού έχει σταθερή διεύθυνση διαμονής και αναμένει τη γέννηση του τέκνου του και τέλος, υποβάλλει πως έχει στερηθεί του δικαιώματος να ακουστεί.

 

  Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου που εμφανίστηκε για τη Δημοκρατία, η οποία κατά στο στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, απέσυρε την έγερση ζητήματος μη εξειδίκευσης των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Κατά τις εισηγήσεις, ορθά και νόμιμα εκδόθηκαν εναντίον του τα επίδικα διατάγματα, λόγω της κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη από την ημέρα έκδοσης της απορριπτικής απόφασης του ΔΔΔΠ και επικύρωση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Υπέδειξε πως ο αιτητής δεν έχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία και πως είναι ο ίδιος που επέλεξε να παραμένει παράνομα χωρίς να νομιμοποιήσει την παραμονή του. Καταθέτοντας και τον διοικητικό φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου, υπέδειξε πως εντός αυτού, δεν εντοπίζεται εκ μέρους του η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι εκτός ουσιώδους χρόνου, υποβληθείσα μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων. Κατά τις εισηγήσεις της, στις επίδικες αποφάσεις, καταγράφεται πλήρης αιτιολογία και αυτές έχουν εκδοθεί μετά από δέουσα έρευνα.

 

  Θα πρέπει να αναφερθεί πως ο αιτητής καταχώρισε και ενδιάμεση αίτηση για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας προσαγωγής μαρτυρίας, σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, αίτηση η οποία είχε απορριπτική κατάληξη, με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 18.9.2026.

 

  Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο αιτητής είχε παραμείνει, αρχικά, στο έδαφος της Δημοκρατίας, με άδεια εργασίας, για τέσσερα περίπου χρόνια. Τον Ιούλιο του 2017, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτηση η οποία απερρίφθη τον Μάρτιο του 2024. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επικυρώθηκε από το ΔΔΔΠ, με την απόρριψη της προσφυγής που άσκησε, απόφαση ημερομηνίας 5.11.2024. Έκτοτε, ο αιτητής δεν υπέβαλε καμία αίτηση για να νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία. Επομένως, από την 5.11.2024, αυτός διέμενε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας.

 

  Αυτό, αποτελεί και το νομιμοποιητικό έρεισμα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης και την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105.

 

  Αποτέλεσε βασική θέση της ευπαιδεύτου δικηγόρου του, όπως αυτό αναφέρεται και στην παράγραφο 4 των γεγονότων της αίτησης ακυρώσεως, πως ο ίδιος βρίσκεται σε σχέση με Ελληνοκύπρια, η οποία μάλιστα κυοφορεί το τέκνο του, το οποίο αναμένεται να γεννηθεί τον Δεκέμβριο του 2026, γεγονός που του δημιούργησε την προσδοκία για παραμονή στη Δημοκρατία.

 

  Σημειώνεται, εν πρώτοις, πως το γεγονός της ύπαρξης αγέννητου τέκνου και συντρόφου, δεν καταγράφεται στην έκθεση της ΥΑΜ Λευκωσίας, ημερομηνίας 9.6.2026, παρά μόνον, αυτά τα γεγονότα αναφέρονται στην επιστολή της δικηγόρου του, οκτώ ημέρες μετά την έκδοση των επίδικων διοικητικών αποφάσεων, ήτοι με επιστολή ημερομηνίας 17.6.2026, όπερ και υποβάλλεται αίτημα για παραχώρηση προσωρινής άδειας επισκέπτη, με σκοπό την τέλεση γάμου.

 

  Ουδέποτε όμως προηγουμένως, δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα. Ούτε κατά τον χρόνο που ο αιτητής βρισκόταν στη φυλακή για εντάλματα του εκκρεμούσαν εναντίον του. Αυτό ήρθε στο προσκήνιο μετά την έκδοση των επιδίκων αποφάσεων. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις πως η διοίκηση πλανήθηκε και δεν διερεύνησε τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή.

 

  Ανεξαρτήτως όμως τούτου, χωρίς να εκδοθεί οποιαδήποτε προσωρινή άδεια παραμονής στη Δημοκρατία, υπό συγκεκριμένο καθεστώς, κανένα αλλοδαπό πρόσωπο, δεν νομιμοποιείται να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Και ιδίως στη προκείμενη περίπτωση, όπου η σύντροφος του αιτητή είναι Ελληνοκύπρια, δεν διαβλέπω οποιοδήποτε ζήτημα να μεταβούν μαζί στην χώρα καταγωγής του συντρόφου της, για να δημιουργήσουν την οικογένειά τους, μαζί με το τέκνο το οποίο θα γεννήσει.

 

  Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 126/21, Limon ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20.4.2022, με αναφορά στις Radovanovic v. Austria Appl. No. 42703/98, ημερ. 24.4.2004 και Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505, λέχθηκε πως το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια της χώρας, κατ΄επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, αλλά ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τρόπο που προβάλλεται, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα, κυρίως, όταν ο αιτητής παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, όπως ακριβώς και η περίπτωση του αιτητή.

 

  Συνεπώς, δεδομένου ότι ο αιτητής δεν διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, όπως αυτό διαπιστώθηκε και από την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία επικυρώθηκε δικαστικώς από το ΔΔΔΠ, ουδείς εμποδίζει το ζεύγος να εγκατασταθεί με το τέκνο, στη χώρα καταγωγής του αιτητή και επομένως, ουδεμία διακοπή των δεσμών της Ελληνοκύπριας και του τέκνου που δεν έχει ακόμα γεννηθεί, με τον αιτητή, θα υπάρξει.

 

  Επομένως, δεν τίθεται ούτε και ζήτημα «μελλοντικής» παράβασης των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105. Ο αντίθετος ισχυρισμός του αιτητή, απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

  Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να έχει υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ασύλου από τον αιτητή, ημερομηνίας 24.7.2026, όπως έχει αναφερθεί από την ευπαίδευτη δικηγόρο του, η οποία δεν εντοπίζεται στο Τεκμήριο 2, ήτοι τον φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου, ουδόλως επηρεάζει την θέση του αιτητή, διότι εν πρώτοις, είναι εκτός ουσιώδους χρόνου και κατά δεύτερον, σύμφωνα με τη νομολογία, το γεγονός της υποβολής μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, μετά την κήρυξή του, ως απαγορευμένου μετανάστη, δεν συνιστά στοιχείο που μεταβάλλει το παράνομο καθεστώς του, αφού δεν του προσδίδει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ. 8/2022 Madber ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17.11.2022 και Ε.Δ.Δ. 20/2024 Nsah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 22.10.2024).

 

  Δεδομένου ότι ο αιτητής δεν διευθέτησε την παραμονή του, δεν μερίμνησε να υποβάλει αίτηση για να έχει νόμιμη άδεια παραμονής στην Δημοκρατία, δεν συμμορφώθηκε με απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επικυρωθείσα από το ΔΔΔΠ, κρίνεται πως ορθά κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, με επακόλουθη την εναντίον του έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ημερομηνίας 9.6.2026.

 

  Απορριπτέα κρίνεται κι η θέση του αιτητή πως ο ίδιος στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης, καθότι η επίδικη διοικητική απόφαση, δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1) του Ν. 158(Ι)/99, αφού δεν αποτελεί ούτε κύρωση, αλλά ούτε και μέτρο πειθαρχικής φύσεως (Kedoum v. (ανωτέρω), Joudine κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 500, Α.Ε. 89/2015, Α.Ν. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 3.6.2022).

 

  Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω πως τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, νομίμως εκδόθηκαν, στα οποία περιέχεται πλήρης αιτιολογία για τους λόγους της έκδοσής τους.

 

 Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον του αιτητή.

  Τα προσβαλλόμενα διατάγματα επικυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο