FARDI IMAN ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω, Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση αρ. 865/2026, 11/9/2026
print
Τίτλος:
FARDI IMAN ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω, Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση αρ. 865/2026, 11/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 865/2026 (Κ)

 

11 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

FARDI IMAN

Αιτητής

v.

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω,

Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης

 

Καθ’ ης η αίτηση

 

 

 


Ανδρέας Δημητρίου, για τον Αιτητή

Μελίνα Βασιλείου, για την Καθ’ ης η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης Καθ’ ης η Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 05/08/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό (Α) στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων απέλασης (αιτούμενη θεραπεία υπό (Β) στην αίτηση ακύρωσης) και κράτησης (αιτούμενη θεραπεία υπό (Γ) στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας. Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη θεραπεία υπό (Δ) στην αίτηση ακύρωσης, ο αιτητής επιζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απέλασή του στη χώρα καταγωγής του είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ο οποίος εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, σε άγνωστο χρόνο. Στις 11/12/2017 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 19/09/2019, και, με ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 23/04/2024, αποποιήθηκε του δικαιώματος προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας και δήλωσε την επιθυμία του για επιστροφή στη χώρα καταγωγής του ζητώντας βοήθεια προς τούτο. Στις 24/04/2024 υπέγραψε δήλωση οικειοθελούς αναχώρησης στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λεμεσού και στις 02/05/2024 αποχώρησε οικειοθελώς από τη Δημοκρατία, έχοντας λάβει το ποσό των 1000 ευρώ.

 

Ακολούθως, ο αιτητής εισήλθε εκ νέου, σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο της γραμμής αντιπαράταξης, παράνομα στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Στις 03/08/2026, ο αιτητής αφίχθηκε στο Κέντρο Ελέγχου, Διαλογής και Ταυτοποίησης (ΚΕΔΥΤ) «Πουρνάρα», όπου δήλωσε ψευδή στοιχεία και, μετά από εξετάσεις και λήψη αποτυπωμάτων, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τον αιτητή.

 

Στις 05/08/2026, ο αιτητής συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και, ακολούθως, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα από την Καθ’ ης η Αίτηση τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.

 

Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 10/08/2026 και στις 13/08/2026 η Καθ’ ης η Αίτηση, ως εκ των διατάξεων του άρθρου 11Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμος του 2015, ανέστειλε το διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Προσφυγής (ερ. 106 και 107 του διοικητικού φακέλου).

 

Με τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής εγείρει δύο λόγους ακύρωσης σχετικά με το διάταγμα απέλασης, ισχυριζόμενος ότι παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης (πρώτος λόγος ακύρωσης) εστιάζοντας κυρίως στο ότι το Ιράν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση, και ότι υπάρχει, κατά τον ισχυρισμό, αφενός, έλλειψη δέουσας έρευνας, λόγω των συνθηκών που υπάρχουν στο Ιράν και του ότι εισήλθε εκ νέου τη Δημοκρατία με τη σύζυγό του με σκοπό να αιτηθούν και οι δύο την παραχώρηση διεθνούς προστασίας, και, αφετέρου, πλάνη περί τα πράγματα και τον νόμο και παράλειψη άσκησης ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Καθ’ ης αίτηση και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου και έλλειψη αιτιολογίας (δεύτερος λόγος ακύρωσης). Σχετικά με το διάταγμα κράτησης, ο αιτητής εγείρει έναν λόγο ακύρωσης, ισχυριζόμενος ότι παραβιάζει το άρθρο 18ΠΣΤ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και την Οδηγία 2008/115/ΕΚ, προβάλλοντας την αρχή της αναγκαιότητας κα την αρχή της αναλογικότητας.

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά τις Διευκρινίσεις της υπόθεσης, η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση δήλωσε ότι δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό του αιτητή αναφορικά με την ύπαρξη συζύγου και ότι είναι αιτήτρια ασύλου, καθότι δεν προκύπτει οτιδήποτε σχετικό μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης ή τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

 

Προτού εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης, επισημαίνεται ότι με την αιτούμενη θεραπεία υπό (Δ) στην αίτηση ακύρωσης, δεν προσβάλλεται διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να περιληφθεί σε ξεχωριστό αιτητικό, αλλά επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου που ουσιαστικά αποτελεί λόγο ακύρωσης, ο οποίος άπτεται της νομιμότητας της ήδη προσβαλλόμενης απόφασης υπό (Β) στην αίτηση ακύρωσης για έκδοση του διατάγματος απέλασης. Συνεπώς, η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Επίσης, διαπιστώνεται ότι, παρόλο που η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται υπό το αιτητικό (Α) της αίτησης ακύρωσης, εντούτοις, δεν προωθείται εκ μέρους του αιτητή κανένας λόγος ακύρωσης της απόφασης αυτής.

 

Ως εκ τούτου, η αιτούμενη θεραπεία υπό το αιτητικό (Α) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται και η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται.

 

Ακολουθεί η εξέταση των λόγων ακύρωσης ως προς τις αιτούμενες θεραπείες υπό (Β) και (Γ) της αίτησης ακύρωσης.

 

Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης.

 

Οι λόγοι ακύρωσης εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.

 

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας εκ μέρους του αιτητή αποτελεί η παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης κατ’ επίκληση των εχθροπραξιών και της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα καταγωγής του, το Ιράν, ισχυριζόμενος ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν προέβη σε έρευνα και ότι εξέδωσε τα προσβαλλόμενα διατάγματα απέλασης και κράτησης υπό πλάνη, χωρίς να έχει ασκηθεί δεόντως η διακριτική ευχέρεια της Καθ’ ης η Αίτηση καθότι, κατά τον ισχυρισμό, δεν αξιολόγησε το κατά πόσο υπάρχει διακινδύνευση σε περίπτωση απέλασης του αιτητή και, συνεπεία αυτού, ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων υπό το φως της εμπόλεμης κατάσταση που βρίσκεται το Ιράν.

 

Αρχικά, ενόψει και της επικύρωσης της απόφασης για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, κρίνεται ότι νόμιμα και ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης, αφού, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσής του, ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του αιτητή.

 

Κατά τη σχετική με την αρχή της μη επαναπροώθησης νομολογία, όπως αναφέρεται και στην απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 708/2026 (Κ), MUWANDA BASTIN PAMPHILE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ημερομηνίας 17/07/2026, προϋπόθεση για εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης, είναι να προκύπτουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (απόφαση ΔΕΕ στην Υπόθεση C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερομηνίας 06/07/2023).

 

Επίσης, για την εφαρμογή του επικαλούμενου από τον αιτητή άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, επιβάλλεται να συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι, πέραν των συνθηκών που επικρατούν γενικά στη χώρα προορισμού, ο επικαλούμενος κίνδυνος κακομεταχείρισης είναι πραγματικός και εξατομικευμένος. Ο δε προσφεύγων είναι αυτός που φέρει το βάρος να προσκομίσει στοιχεία ικανά που να αποδεικνύουν τον κίνδυνο αυτό στη χώρα προορισμού (απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 708/2026 (Κ), MUWANDA BASTIN PAMPHILE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ημερομηνίας 17/07/2026, ανωτέρω, και απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 2/2026 (iJustice), B.M.F. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ημερομηνίας 14/07/2026).

 

Διαπιστώνεται, όμως, ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του αιτητή, με δικονομικά αποδεκτό τρόπο, που να καταδεικνύει παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης ή οποιοδήποτε στοιχείο που να είχε τεθεί ενώπιον της Καθ’ ης η Αίτηση και να όφειλε να το διερευνήσει προτού προχωρήσει στην έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, όπως θα ήταν λ.χ. στοιχεία αναφορικά με τον τελευταίο τόπο διαμονής του στο Ιράν και τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ή τη γεωγραφική έκταση οποιασδήποτε αδιάκριτης άσκησης βίας ή εχθροπραξιών που ενδεχομένως να υπάρχουν στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τον πραγματικό προορισμό του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οποιεσδήποτε εκ προθέσεως επιθέσεις τυχόν διεξάγονται κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών κ.ο.κ. (κατ’ αναλογία απόφαση Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 10/06/2021 στην Υπόθεση C-901/19 CF a.o., σκέψη 43, και απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 2/2026 (iJustice), B.M.F. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ημερομηνίας 14/07/2026, ανωτέρω).

 

Ως εκ τούτου, ο αιτητής δεν έθεσε κανένα στοιχείο ενώπιον της Καθ’ ης η αίτηση, ούτε βεβαίως ενώπιον του Δικαστηρίου, που να επέβαλλε τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας ή που να δεικνύει πραγματικό υπόβαθρο διακινδύνευσης ή ότι για την περίπτωσή του, ο οποίος δεν τυγχάνει διεθνούς προστασίας ούτε έχει οποιοδήποτε καθεστώς ανάλογης προστασίας, εφαρμόζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Ούτε ο ισχυρισμός του αιτητή ότι είναι νυμφευμένος με αιτήτρια ασύλου αποδεικνύεται μέσα από τα στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και, δεδομένου ότι η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο για προσαγωγή μαρτυρίας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο (απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 163/2021, ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ YΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.ά. v. ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ, ημερομηνίας 16/06/2026).

 

Η μόνη ουσιαστικά επίκληση του αιτητή είναι γενικά το γεγονός των εχθροπραξιών που κατά διαστήματα λαμβάνουν χώρα στο Ιράν. Αυτό όμως και μόνο δεν διαφοροποιεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα που είχε ενώπιόν της η Καθ’ ης η Αίτηση και δεν είναι επαρκές για το Δικαστήριο ώστε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης, θα διαπιστώνονταν παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Τούτο, με δεδομένη, αφενός και μεταξύ άλλων, τη μεγάλη γεωγραφική έκταση του Ιράν και του ότι οι εχθροπραξίες δεν φαίνεται να προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι είναι γενικευμένες σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας και, αφετέρου, το ότι δεν αναμένεται βεβαίως από τη Διοίκηση και δεν μπορεί να αναμένεται από τη Διοίκηση να προβεί σε έρευνα κατά πόσον διαφοροποιήθηκαν τα δεδομένα στη χώρα του αιτητή, ή ακόμα και οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, χωρίς προηγουμένως να έχει τεθεί οτιδήποτε σχετικό ενώπιόν της από την πλευρά του αιτητή. Πουθενά στον οικείο διοικητικό φάκελο, ούτε και από κανένα παράρτημα στην ένσταση προκύπτει να τέθηκε οτιδήποτε σχετικό ενώπιον των αρχών πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων (απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 1025/2025, M.Y. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ημερομηνίας 22/10/2025). Τουναντίον, αυτό που προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, είναι ότι ο αιτητής ουδέποτε ανέφερε το παραμικρό περί διακινδύνευσής του ή περί φόβου δίωξής του και ουδέποτε δήλωσε ενώπιον της Διοίκησης, ούτε κατά τη συνέντευξη που τού έγινε, ούτε κατά τη σύλληψή του, ότι ο λόγος που επέστρεψε στη Δημοκρατία ήταν η εμπόλεμη κατάσταση στο Ιράν και στη συγκεκριμένη περιοχή όπου διέμενε. Μέσα από τον διοικητικό φάκελο διαπιστώνεται ότι το μόνο που ανέφερε ο αιτητής ήταν ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του.

 

Υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή να προβάλει και να στοιχειοθετήσει ενώπιον των αρχών τη σε βάρος του παράβαση της  αρχής της μη επαναπροώθησης σε περίπτωση απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία ενώ, παράλληλα, η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου πρέπει να βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία, και όχι σε γενικούς ισχυρισμούς, προκειμένου να δύναται να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη του κινδύνου είναι πραγματική και εξατομικευμένη (απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 2/2026 (iJustice), B.M.F. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ημερομηνίας 14/07/2026, ανωτέρω).

 

Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση ή αποδοχή της θέσης του αιτητή θα είχε ουσιαστικά το αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται εκ προοιμίου ότι η απέλαση οποιουδήποτε προσώπου στο Ιράν παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης χωρίς τη διενέργεια προηγουμένως καμίας εξατομίκευσης της κάθε περίπτωσης και ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης περιοχής προορισμού του, σε αντίθεση με την κατ’ αναλογία νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απαιτεί εξατομίκευση της κάθε περίπτωσης (κατ’ αναλογία απόφαση Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 10/06/2021 στην Υπόθεση C-901/19 CF a.o., ανωτέρω, και απόφαση Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 71/2024, Μ. Ν. Κ. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερομηνίας 01/07/2026).

 

Επιπλέον, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή περί αποστέρησης της δυνατότητας να υποβάλει και να προωθήσει αίτημα για παροχή διεθνούς προστασίας, επισημαίνεται ότι αυτό δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει προωθηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα αναφορικά με τέτοια αποστέρηση ή παράλειψη εξέτασης τέτοιου αιτήματος, ούτε προκύπτει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εκ μέρους του αιτητή ή του δικηγόρου του προς εξασφάλιση καθεστώτος προστασίας, παρά την παρέλευση ενός και πλέον μήνα από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.

 

Επομένως, δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και οι σχετικοί ισχυρισμοί απορρίπτονται. Το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης κρίνεται νόμιμο.

 

Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, ότι είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας καθότι στηρίχθηκε μόνο στο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, χωρίς να εξεταστούν, κατά τον ισχυρισμό, εναλλακτικά της κράτησης μέτρα και χωρίς να ικανοποιείται, κατά τις θέσεις του αιτητή, η αρχή της αναλογικότητας.

 

Οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν ευσταθούν. Όπως ρητά καταγράφεται στο προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, θεωρήθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1)(α) του Κεφ. 105 και του άρθρου 15 (1)(α) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή και, λόγω της άρνησής του για επαναπατρισμό, μη σταθερού τόπου διαμονής και προηγούμενης απαγόρευσης εισόδου, δεν υπήρχε περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί ελλιπούς έρευνας, πλάνης και μη δέουσας αιτιολογίας και περί του ότι η διοίκηση στηρίχθηκε μόνο στο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή για να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα κράτησης δεν ευσταθούν, εφόσον μέσα από τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του επίδικου διατάγματος κράτησης, τα οποία επιβεβαιώνονται από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου, προκύπτει με ευκρίνεια η εκ μέρους της Διοίκησης δέουσα διερεύνηση και η μη ύπαρξη οποιασδήποτε πλάνης.

 

Άλλωστε, μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο αιτητής παρουσίασε ψευδή στοιχεία και χρειάστηκε η διερεύνηση μέσω λήψης αποτυπωμάτων για να διακριβωθεί ότι επρόκειτο για τον αιτητή, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή. Σημειώνεται ότι τα ψευδή στοιχεία στα οποία γίνεται αναφορά στον διοικητικό φάκελο (ερ. 49 και παρ. 2 στο ερ. 50 και 51 του διοικητικού φακέλου) δεν αφορούν στο δεύτερο όνομα με το οποίο παρουσιάζεται ο αιτητής, αλλά στο γεγονός ότι παρουσιάστηκε με στοιχεία άλλα από τα στοιχεία IMAN LACHAEIIMAN FARDI, που είναι τα καταχωρημένα στοιχεία του αιτητή. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του το γεγονός ότι ήταν αρνητικός για επαναπατρισμό του και ότι δεν είχε στην κατοχή του διαβατήριο (παρ. 5 στο ερ. 50 και 51 του διοικητικού φακέλου).

 

Υπενθυμίζεται εδώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105:

 

«"κίνδυνος διαφυγής" σημαίνει την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους ακόλουθους λόγους, που οδηγεί στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει:

 

(α) […],

(β) δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής,

[…]

(δ) παροχή ψευδών πληροφοριών,

[…]

(ζ) μη ύπαρξη διεύθυνσης συνήθους διαμονής,

(η) μη κατοχή ταξιδιωτικών ή άλλων εγγράφων ταυτότητας,

(θ) […],

(ι) παραβίαση προηγούμενης απαγόρευσης εισόδου∙»

 

Δεδομένου ότι ένας μόνο από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105 θα ήταν επαρκής για τη διαπίστωση του κινδύνου διαφυγής και στην προκειμένη, πέραν των αναφερόμενων πιο πάνω διαπιστώσεων, μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου κατά τις Διευκρινίσεις της υπόθεσης, κατέστη σαφές από την πλευρά του αιτητή ότι δεν υπάρχει διεύθυνση συνήθους διαμονής του, δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι νόμιμα και ορθά θεωρήθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για σκοπούς έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης.

 

Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι δεν είχε εξεταστεί εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση το ενδεχόμενο εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, αυτός καταρρίπτεται τόσο μέσα από το επίδικο διάταγμα κράτησης όσο και μέσα από την έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λευκωσίας (ερ. 50 και 51 του διοικητικού φακέλου).  Συνάγεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια δεόντως ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και έκρινε ότι δεν υπήρχε το περιθώριο, κρίση η οποία τεκμηριώνεται και μέσα από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης.

 

Κατά συνέπεια, και το διάταγμα κράτησης κρίνεται νόμιμο, εφόσον διαφάνηκε ότι ήταν προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας χωρίς να έχει καταφέρει ο αιτητής να καταδείξει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την ακύρωσή του.

 

Βάσει όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε περιθώριο για δικαστική επέμβαση. Οι επίδικες πράξεις κρίνονται νόμιμες.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

  Οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.             

 

 

         Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο