ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 902/2026 (Κ)
22 Σεπτεμβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
PARKER BOBSON
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ' ων η αίτηση.
------------------
Ραφαέλλα Καλογήρου, Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Θεοφανώ Βασιλάκη, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα τριών συναφών πράξεων των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 4.8.2026, ήτοι της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) και (κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 (εφεξής «ο Νόμος»), του διατάγματος απέλασής του δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου, με πενταετή απαγόρευση επανεισόδου και του διατάγματος κράτησής του, δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α) του Νόμου, λόγω κινδύνου διαφυγής, ενώ περαιτέρω αιτείται διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του.
Ο Αιτητής, με καταγωγή από τη Σιέρρα Λεόνε, εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και υπέβαλε στις 23.3.2021 αίτημα διεθνούς προστασίας, το
οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου την 1.3.2022. Κατά της εν λόγω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχώρισε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 29.6.2022 λόγω μη προώθησης. Ο Αιτητής υπέβαλε στις 13.12.2022 αίτηση επαναφοράς, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε διάταγμα επαναφοράς στις 26.1.2023, πλην όμως η προσφυγή του απορρίφθηκε εκ νέου, και πάλι λόγω μη προώθησης, στις 18.9.2023. Έκτοτε ο Αιτητής παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς νόμιμο καθεστώς, χωρίς να προβεί ο ίδιος σε οποιοδήποτε διάβημα προς νομιμοποίηση της παραμονής του.
Η συμβία και ομοεθνής του Αιτητή, Emma Rebecca Lewis, αιτήτρια ασύλου, με την οποία απέκτησαν ένα γιο στις 17.4.2026, στις 7.6.2026 κατήγγειλε τον Αιτητή στην Αστυνομία για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας και άμεσα η ίδια και το ανήλικο τέκνο της μεταφέρθηκαν σε καταφύγιο του Συνδέσμου για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (εφεξής «ΣΠΑΒΟ»). Εναντίον του Αιτητή σχηματίστηκε ποινική υπόθεση από το ΤΑΕ Λάρνακας, η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και έλαβε αριθμό 5639/2026. Το σχετικό κατηγορητήριο περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, κατηγορίες κοινής επίθεσης και πρόκλησης άμεσης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας, καθώς και κατηγορία παράνομης παραμονής αλλοδαπού άνευ αδείας του Διευθυντή από τις 18.09.2023. Από το ένταλμα φυλάκισης (Ποινικό Έντυπο Αρ.50) προκύπτει ότι ο Αιτητής καταδικάστηκε στις 29.6.2026 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών αποκλειστικά επί της κατηγορίας της παράνομης παραμονής, χωρίς να προκύπτει καταδίκη επί των δύο πρώτων κατηγοριών περί ενδοοικογενειακής βίας.
Στις 3.8.2026, λίγες μέρες πριν από την αποφυλάκιση του Αιτητή, ο Υπεύθυνος της ΥΑΜ Λάρνακας απέστειλε στη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης (εφεξής «η Διευθύντρια») επιστολή, στην οποία εισηγείται, ενόψει της καταδίκης του Αιτητή, την έκδοση εναντίον του διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, με αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης, ώστε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής είναι πατέρας ανήλικου τέκνου, να πραγματοποιηθούν, σε συνεννόηση με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (εφεξής «ΥΚΕ») και τη συμβία του, οι αναγκαίες εξετάσεις ως προς τη σχέση του με το τέκνο και να αξιολογηθεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Στις 4.8.2026 η Διευθύντρια εξέδωσε τις τρεις προσβαλλόμενες πράξεις, ήτοι την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, δυνάμει των παραγράφων (δ) και (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Νόμου, το διάταγμα απέλασης δυνάμει του άρθρου 14, με πενταετή απαγόρευση επανεισόδου στη Δημοκρατία, η εκτέλεση του οποίου ανεστάλη και το διάταγμα κράτησης, στηριζόμενο ρητά στο άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Νόμου, λόγω κινδύνου διαφυγής, με ρητή αναφορά στη μη συμμόρφωση του Αιτητή με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και στην απροθυμία του για επαναπατρισμό, και με την επισήμανση ότι δεν κρίθηκε ότι υπήρχε περιθώριο εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ενόψει και της καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης.
Στις 5.8.2026, το Τμήμα Μετανάστευσης απέστειλε επιστολή προς τον ΣΠΑΒΟ, ζητώντας τις απόψεις του επί του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, λαμβανομένου υπόψη ότι η συμβία και το τέκνο του Αιτητή διέμεναν ήδη στον εν λόγω οργανισμό. Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι, κατόπιν εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε μετά τη μεταφορά του στον Χώρο Κράτησης Απαγορευμένων Μεταναστών Λίμνες, διαγνώστηκε θετικός στον ιό HIV.
Ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή στις 24.8.2026, ενώ στις 31.8.2026 ανεστάλη η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης μέχρι την εκδίκασή της. Είναι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο, μη χρηστής διοίκησης και κατάχρησης εξουσίας, ιδίως ως προς τη μη συνεκτίμηση της κατάστασης της υγείας του και της οικογενειακής του κατάστασης. Επιχειρηματολογεί περί παραβίασης του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου και της αρχής της μη επαναπροώθησης, καθότι δε ζητήθηκαν, πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, οι απόψεις των ΥΚΕ αλλά μόνον, και μεταγενέστερα, του ΣΠΑΒΟ, ως και περί παραβίασης του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής κατ' άρθρο 8 ΕΣΔΑ και 15 Συντάγματος. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι δε στοιχειοθετείται κίνδυνος διαφυγής, κατά το άρθρο 18ΠΣΤ του Νόμου και ότι η σχετική αιτιολογία είναι ανυπόστατη και παραπλανητική, ενώ ταυτόχρονα εγείρει ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναγκαιότητας, αφού δεν εξετάστηκαν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.
Οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας, καλυπτόμενες από το τεκμήριο νομιμότητας και κανονικότητας. Ως προς την οικογενειακή κατάσταση, υποβάλλουν ότι ενήργησαν με τη δέουσα επιμέλεια απευθυνόμενοι άμεσα, στις 5.8.2026, στον ΣΠΑΒΟ, ο οποίος είχε ήδη άμεση και πρακτική εμπλοκή στην υπόθεση λόγω της φιλοξενίας εκεί της συντρόφου και του τέκνου, και ότι η μη χωριστή αναζήτηση απόψεων των ΥΚΕ δεν συνιστά, υπό τις περιστάσεις, ουσιώδη πλημμέλεια. Προβάλλουν, πρωτίστως ως δικονομική ένσταση, ότι ο ισχυρισμός περί μη επαναπροώθησης δε δικογραφείται και δε συγκεκριμενοποιείται στους νομικούς λόγους της προσφυγής, κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, παραπέμποντας στην Κολοκάσης ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 23, και, άνευ βλάβης, ότι ο Αιτητής ουδέποτε προέβαλε ενώπιον της Διοίκησης συγκεκριμένο ισχυρισμό κινδύνου κακομεταχείρισης. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η ύπαρξη οικογένειας δε νομιμοποιεί την παράνομη παραμονή, ότι ούτε ο Αιτητής ούτε η οικογένειά του έχουν αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, ότι η οικογενειακή ζωή μπορεί να συνεχιστεί εκτός Δημοκρατίας, ότι το ιατρικό εύρημα HIV είναι μεταγενέστερο της έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς και ότι ο κίνδυνος διαφυγής στοιχειοθετείται νομίμως στη βάση μη συμμόρφωσης του Αιτητή με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και στη δηλωμένη απροθυμία του για επαναπατρισμό, χωρίς να υφίσταται εκ του Νόμου υποχρέωση επιβολής εναλλακτικών μέτρων.
Έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, συμπεριλαμβανομένων των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Καταλήγω, για τους λόγους που αναλύω κατωτέρω, ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί και ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν νόμιμα, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση και κατόπιν επαρκούς, υπό τις περιστάσεις, έρευνας και αιτιολογίας.
Παραπονείται ο Αιτητής για τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης, κυρίως ως προς τη στοιχειοθέτηση κινδύνου διαφυγής, την εξέταση εναλλακτικών μέτρων και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι ο δικαστικός έλεγχος στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος εξαντλείται στη νομιμότητα της έκδοσης του διατάγματος κράτησης με βάση τα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ η νομιμότητα της διάρκειάς του εξετάζεται αποκλειστικά μέσω αίτησης habeas corpus ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 155.4 του Συντάγματος (M.S.A. Limon ν. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 126/2021, ημερομηνίας 20.4.2022). Κατά το άρθρο 18ΟΔ του Νόμου, «κίνδυνος διαφυγής» σημαίνει την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους ενδεικτικά αναφερόμενους λόγους που οδηγούν στην εικασία ότι το πρόσωπο μπορεί να διαφύγει, μεταξύ των οποίων η μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής, η δηλωμένη πρόθεση μη συμμόρφωσης και η καταδίκη δημιουργούσα τεκμήριο διαφυγής, ενώ κατά το άρθρο 18ΠΣΤ(1) το διάταγμα κράτησης δύναται να εκδοθεί, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα.
Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Αιτητής παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία επί σχεδόν τρία έτη μετά την τελεσίδικη απόρριψη του αιτήματός του για διεθνή προστασία, χωρίς να προβεί ο ίδιος σε οποιοδήποτε διάβημα προς νομιμοποίηση της παραμονής του. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται, συναφώς, στο γεγονός ότι η προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας απορρίφθηκε όχι μία αλλά δύο φορές λόγω μη προώθησης, τόσο στις 29.6.2022 όσο και, μετά την επαναφορά της, εκ νέου στις 18.9.2023. Η επανειλημμένη αυτή μη προώθηση της ίδιας του της υπόθεσης, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη έκτοτε παράνομη παραμονή του χωρίς κανένα διάβημα νομιμοποίησης, συνιστά, κατά την κρίση μου, στοιχείο ισοδύναμο, αν όχι ισχυρότερο, της «μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής» και της «δηλωμένης απροθυμίας επαναπατρισμού» που το άρθρο 18ΟΔ αναγνωρίζει ρητά ως ενδεικτικά κριτήρια κινδύνου διαφυγής, και το οποίο, σε συνδυασμό με την πρόσφατη ποινική του καταδίκη, δικαιολογεί πλήρως τη διαπίστωση των Καθ' ων η αίτηση περί υπάρξεως τέτοιου κινδύνου. Δεν απαιτείται, κατά πάγια νομολογία, απόδειξη βεβαιότητας διαφυγής παρά μόνο εύλογη πιθανότητα (BAJ SINGH ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1113/2025, ημερομηνίας 23.1.2026), η δε ίδια η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει, κατά τη νομολογία, λογικά τον κίνδυνο διαφυγής, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη απτή μαρτυρία, εναπόκειται δε στην κρίση της διοίκησης η αξιολόγηση των επιμέρους συνθηκών της κάθε υπόθεσης (Magdalin Mensah ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 5735/2013, ημερομηνίας 9.8.2013, Cedrick Mufankolo ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 689/2026, ημερομηνίας 23.7.2026). Δεν εντοπίζω, συνεπώς, βάσιμο έρεισμα στον ισχυρισμό του Αιτητή περί μη νόμιμης στοιχειοθέτησης κινδύνου διαφυγής, ούτε στον ισχυρισμό ότι η σχετική αιτιολογία είναι ανυπόστατη ή παραπλανητική, αφού αυτή παραπέμπει ρητά στα ίδια αυτά στοιχεία του φακέλου.
Ως προς τον ισχυρισμό περί παράλειψης εξέτασης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, τονίζω ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 18ΠΣΤ(1), η επιλογή μεταξύ κράτησης και άλλων επαρκών αλλά λιγότερο αναγκαστικών μέτρων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και δε συνιστά δέσμια αρμοδιότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων σε κάθε περίπτωση. Ως αναφέρθηκε και στην απόφαση T.D.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 325/2025, ημερομηνίας 23.5.2025 «…, έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα.», ενώ η στοιχειοθέτηση κινδύνου διαφυγής στη μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και στην απροθυμία επαναπατρισμού αρκεί, χωρίς περαιτέρω αναζήτηση εναλλακτικών μέτρων. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, επί ακριβώς αυτού του σημείου, H.K. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 18/2026, ημερομηνίας 7/9/2026, λέχθηκε ότι:
«Εν προκειμένω, ο διοικητικός φάκελος παραθέτει σημείωμα ημερ. 15.2.2026 της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας (εφεξής «η ΥΑΜ») προς τη Διευθύντρια, η οποία το υπέγραψε χειρόγραφα την ίδια ημερομηνία για να καταδείξει έτσι ότι το έλαβε υπόψη.
Το σημείωμα εισηγείται στη Διευθύντρια την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης οπότε μπορεί να θεωρηθεί ως προπαρασκευαστικό της έκδοσής τους.
Στο εν λόγω σημείωμα, η ΥΑΜ παρέθεσε (μεταξύ άλλων) τα εξής:
«3. Κατόπιν προφορικής συνέντευξης που έγινε στον αλλοδαπό, αυτός ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του.
4. Εν όψει των πιο πάνω γίνεται εισήγηση όπως εναντίον του αλλοδαπού, εκδοθούν διατάγματα κράτησης και απέλασης, καθότι υπάρχει πιθανότητα διαφυγής του, για να απελαθεί στην χώρα του, αφού αυτός δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, γεγονός που υποδηλώνει πρόθεση μη συμμόρφωσης σε ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής. Δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών μέτρων πέραν της κράτησης του ως επίσης δεν παραβιάζεται η αρχή της επαναπροώθησης.
5. Το διαβατήριο του αλλοδαπού δεν ανευρέθηκε στην κατοχή του και καταβάλλονται προσπάθειες προς εντοπισμό του. Δεν είναι κάτοχος εισιτηρίου επιστροφής στην χώρα του και καταβάλλονται προσπάθειες για εξασφάλιση του.».
Τα προρρηθέντα καταδεικνύουν ότι η ΥΑΜ, αφενός, ασχολήθηκε με τη δυνατότητα εφαρμογής υπαλλακτικών (της κράτησης) μέτρων και, αφετέρου, έκρινε ότι αυτή η δυνατότητα δεν υφίστατο λόγω της στάσης του ίδιου του Εφεσείοντα.
Δεδομένου ότι τα ανωτέρω ήταν υπόψη της Διευθύντριας κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης, μπορεί να θεωρηθεί ότι υιοθέτησε και την προρρηθείσα άποψη της ΥΑΜ όταν υιοθετούσε την εισήγησή της προς έκδοση του διατάγματος κράτησης η οποία ακριβώς ερείδεται στην άνω άποψη.
Αυτό επιβεβαιώνεται από την εξής ρητή αναφορά του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης:
«Δεδομένου [sic] της μη συμμόρφωσης του/της με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και της απροθυμίας του/της για επαναπατρισμό, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.».
Βάσει των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, η αναφορά του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης σε προηγούμενη απόφαση επιστροφής (προηγούμενη, έναντι του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης ημερ. 15.2.2026) ευλόγως τεκμαίρεται ότι εννοεί την απορριπτική διοικητική απόφαση ημερ. 5.7.2023 η οποία, όχι μόνο απορρίπτει την αίτηση ημερ. 31.10.2022 του Εφεσείοντα για δελτίο διαμονής αλλά τερματίζει το δικαίωμα διαμονής του και τον καλεί να αναχωρήσει από την Κύπρο εντός τριάντα ημερών.
Συνάγεται ότι είναι αβάσιμη η θέση του Εφεσείοντα πως το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε σε παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας.»
Στην προκειμένη περίπτωση, η πρόσφατη ποινική καταδίκη του Αιτητή, ο οποίος εξέτιε ήδη ποινή φυλάκισης κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων, η δις μη προώθηση της προσφυγής του ενώπιον του ΔΔΔΠ και η απουσία οποιουδήποτε διαβήματος νομιμοποίησης της παραμονής του, συνιστούν επαρκές πραγματικό υπόβαθρο, ώστε να μη μπορεί να λεχθεί ότι η κρίση περί μη επάρκειας εναλλακτικών μέτρων υπήρξε αυθαίρετη ή αναιτιολόγητη. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν εντοπίζω στοιχεία που να καθιστούν την κράτηση του Αιτητή δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της διασφάλισης της απομάκρυνσης του και συνεπώς απορρίπτεται και ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή.
Προχωρώ να εξετάσω τους λόγους ακύρωσης που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή, τη μη αναζήτηση απόψεων των ΥΚΕ, τη μη χορήγηση χρόνου οικειοθελούς αναχώρησης, και την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου. Διαπιστώνω ότι, εν προκειμένω, το άρθρο 18ΟΖ δε τυγχάνει εφαρμογής, καθότι ρητά, δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 18ΟΕ του Νόμου, εξαιρείται η εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, σε υπηκόους τρίτων χωρών που υπόκεινται, ως η περίπτωση του Αιτητή, σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης.
Η ως άνω διάταξη, η οποία ενσωματώνει τη δυνατότητα του άρθρου 2.2(β) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Habibi Pour Ali Fasel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 236/15, (2016) 1 Α.Α.Δ. 876, ημερ. 31.3.2016, υπόθεση που προσομοιάζει με την παρούσα, εφόσον αφορούσε πρόσωπο, το οποίο κατέστη απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) του Νόμου, συνεπεία καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης, με εντολή απέλασης και κράτησης βάσει του άρθρου 14. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Η περίπτωση του Εφεσείοντα είναι καταφανώς περίπτωση που εμπίπτει στα πλαίσια του Άρθρου 18ΟΕ(2)(β). Αυτός είναι υπήκοος τρίτης χώρας που υπόκειται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης η οποία επεβλήθη σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο και κατά συνέπεια οι πρόνοιες των Άρθρων 18ΟΔ και 18ΠΘ που περιλαμβάνουν την πρόνοια που αφορά τη διάρκεια της κράτησης δεν εφαρμόζονται στη δική του περίπτωση (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Khorak Paz Fouman, Farhad ν. Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Πολ. Αίτ. Αρ. 15/13, 15.2.2013). Αυτό είναι συμβατό με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ, εφόσον σύμφωνα με αυτήν, Άρθρο 2(2)(β), είναι επιτρεπτό Κράτη-Μέλη ν' αποφασίσουν την μη εφαρμογή της Οδηγίας στους υπηκόους Τρίτων Χωρών οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνεπεία ποινικής κύρωσης σύμφωνα με το Εθνικό Δίκαιο.»
Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης, μεταξύ άλλων, δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) του Νόμου, ακριβώς συνεπεία της καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, η οποία επιβλήθηκε αποκλειστικά για το αδίκημα της παράνομης παραμονής αλλοδαπού άνευ αδείας του Διευθυντή. Πρόκειται, συνεπώς, για υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος υπόκειται σε απόφαση επιστροφής, ήτοι στην κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη και στο συνακόλουθο διάταγμα απέλασης, ως συνέπεια ποινικής κύρωσης και συνεπώς εμπίπτει στην εφαρμογή του άρθρου 18ΟΕ(2)(β) του Νόμου. Καταλήγω, ως εκ τούτου, ότι τα άρθρα 18ΟΔ έως 18ΠΘ του Νόμου, περιλαμβανομένων των άρθρων 18ΟΖ και 18ΟΘ, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται εκ του Νόμου υποχρέωση της Διοίκησης να αναζητήσει, πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, τις απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Επιπρόσθετα, και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου περί μη εφαρμογής του άρθρου 18ΟΖ, παρατηρώ ότι, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι, το άρθρο αυτό εξακολουθούσε να τυγχάνει εφαρμογής, η επιλογή της Διοίκησης να απευθυνθεί, ήδη από τις 5.8.2026, στον ΣΠΑΒΟ, οργανισμό ο οποίος είχε ήδη άμεση και πρακτική γνώση της κατάστασης, λόγω της διαμονής εκεί της συμβίας και του τέκνου του Αιτητή στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας τους από το καταγγελθέν περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας, συνιστά, όπως ορθά υποβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση, εύλογη, επιμελή και, υπό τις περιστάσεις, επαρκή ενέργεια, ανάλογη με την κριθείσα ως σύννομη πρακτική στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου PIERROT ILEKA NGANYA ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 599/2026(Κ), ημερομηνίας 20.7.2026. Παραθέτω συναφώς και την απόφαση T.B.F. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Υπόθεση Αρ. 1523/2024, ημερομηνίας 24/2/2025, όπου, επί περιστατικών κατά τα οποία η σύντροφος του εκεί αιτητή ήταν επίσης αιτήτρια ασύλου, απορρίφθηκε αίτημα του αιτητή να αφεθεί ελεύθερος προκειμένου να στηρίξει την οικογένειά του, με το σκεπτικό ότι τέτοιο αίτημα εκφεύγει του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί το Δικαστήριο ως ακυρωτικό, χωρίς πάντως η απόφαση εκείνη να εξετάζει ευθέως το ζήτημα τυχόν ενισχυμένης υποχρέωσης προηγούμενης αναζήτησης απόψεων ΥΚΕ. Επαναλαμβάνω όμως ότι τα πιο πάνω παρατίθενται αποκλειστικά και μόνο για λόγους πληρότητας, εφόσον η απόρριψη του παρόντος λόγου ακύρωσης στηρίζεται ήδη αυτοτελώς και επαρκώς στην κρίση περί μη εφαρμογής του άρθρου 18ΟΖ δυνάμει του άρθρου 18ΟΕ(2)(β).
Ως προς τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 15 του Συντάγματος, σημειώνω πρώτα ότι η εξαίρεση του άρθρου 18ΟΕ(2)(β) δεν ασκεί, κατά την κρίση μου, επιρροή επί του ισχυρισμού αυτού. Η διάταξη αυτή αποκλείει την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ έως 18ΠΘ του Νόμου, δηλαδή τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο ο εθνικός νομοθέτης επέλεξε να ενσωματώσει στην εσωτερική έννομη τάξη ορισμένες υποχρεώσεις που απορρέουν από την Οδηγία 2008/115/ΕΚ, χωρίς όμως να εκτείνεται στην αυτοτελή, απευθείας απορρέουσα από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, υποχρέωση σεβασμού της οικογενειακής ζωής, η οποία δεσμεύει τη Δημοκρατία ανεξάρτητα από την τύχη της εφαρμογής του άρθρου 18ΟΖ. Επί της ουσίας του ισχυρισμού αυτού, αναφέρω ότι το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια κράτους, επικαλούμενος διατάξεις που προστατεύουν τον θεσμό της οικογένειας, δεν κατοχυρώνεται απόλυτα ούτε από την ΕΣΔΑ ούτε από το Σύνταγμα, ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, το πρόσωπο παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία (M.S.A. Limon ανωτέρω, Kedoum v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505), η δε οικογενειακή ζωή δεν αποτελεί, αφ' εαυτής, στοιχείο ικανό να διαφοροποιήσει υπέρ του Αιτητή μια κατά τα άλλα έκδηλα παράνομη κατάσταση, ιδίως στον τομέα της απέλασης, όπου προεξάρχει το κυρίαρχο δικαίωμα του κράτους να καθορίζει την πολιτική εισόδου και παραμονής αλλοδαπών (Kashif v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1144/2008, ημερομηνίας 11.7.2008). Παρατηρώ, συναφώς, ότι έστω και αν η συμβία του Αιτητή, ως αιτήτρια ασύλου, διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο κάποιας μορφής δικαίωμα παραμονής εν αναμονή εξέτασης του δικού της αιτήματος, τούτο δεν ισοδυναμεί με αναγνωρισμένο, τελεσίδικο καθεστώς ικανό να προσδώσει στην οικογενειακή ζωή του Αιτητή διαφορετική νομική βαρύτητα, εφόσον η δική της παραμονή στη Δημοκρατία τελεί υπό την αίρεση της έκβασης δικής της, εκκρεμούς και διακριτής διαδικασίας, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Η οικογενειακή ζωή του Αιτητή δύναται, εξάλλου, να συνεχιστεί είτε εκτός Δημοκρατίας είτε, αναλόγως της έκβασης της διαδικασίας αυτής, μαζί με τη συμβία του και το τέκνο τους εντός αυτής, χωρίς ο Αιτητής να αντλεί, στο παρόν στάδιο, από την κατάσταση αυτή οποιοδήποτε αυτοτελές δικαίωμα παραμονής. Απορρίπτω, ως εκ τούτου, και τον λόγο αυτό.
Ως προς την επίκληση της κατάστασης της υγείας του Αιτητή, δηλαδή της διάγνωσής του ως φορέα HIV, συμφωνώ με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι το σχετικό ιατρικό εύρημα φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, γνωστό στη Διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσής τους. Η νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης κρίνεται με βάση τα δεδομένα και τα στοιχεία που ήταν πράγματι γνωστά, ή όφειλαν ευλόγως να είναι γνωστά, στη Διοίκηση κατά τον χρόνο έκδοσής της, και δεν αναιρείται αναδρομικά από μεταγενέστερη εξέλιξη, η οποία αποτελεί ζήτημα δυνάμενο να αξιολογηθεί στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης υποχρέωσης της Διοίκησης να λαμβάνει υπόψη τις εκάστοτε πραγματικές περιστάσεις, ιδίως ενόψει της ήδη χορηγηθείσας αναστολής εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης, χωρίς όμως να επηρεάζει τη νομιμότητα των πράξεων κατά τον χρόνο της έκδοσής τους. Παρατηρώ, πάντως, επιπροσθέτως, ότι η κατάσταση της υγείας συγκαταλέγεται μεταξύ των παραγόντων που ρητά προβλέπει το άρθρο 18ΟΖ(γ) του Νόμου, η εφαρμογή του οποίου αποκλείεται εν προκειμένω δυνάμει του άρθρου 18ΟΕ(2)(β), για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω, έτσι ώστε να μην μπορεί να θεμελιωθεί ούτε από τη διάταξη αυτή αυτοτελής υποχρέωση της Διοίκησης να αναζητήσει, πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, ιατρική έκθεση. Απορρίπτω, συνεπώς, και τον λόγο αυτό.
Τέλος, στρέφομαι στον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ένσταση ως προς την προώθηση του εν λόγω ισχυρισμού, υποστηρίζοντας ότι ο ισχυρισμός αυτός δε δικογραφείται δεόντως και δε συγκεκριμενοποιείται, κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (3/1962). Δεν θα συμφωνήσω με τους Καθ’ ων η Αίτηση, ως προς δικονομικό σκέλος, εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός εντοπίζεται σε διάφορες παραγράφους της αίτησης ακυρώσεως του Αιτητή (βλ. παραγράφους αρ. 11, 28, 54, 58 των νομικών λόγων), ενώ σύμφωνα και με το λεκτικό του άρθρου 11Α(1)(α) του Ν.131(Ι)/2015 αναφέρεται σε ισχυρισμό παρατιθέμενο στην αίτηση ακύρωσης στο σύνολό της, χωρίς να περιορίζει ρητά την προϋπόθεση αυτή στη διατύπωση χωριστού, αυτοτελούς αιτητικού δήλωσης. Κρίνω, συνεπώς, ότι ο ισχυρισμός περί μη επαναπροώθησης δικογραφείται επαρκώς, ώστε να δύναται να εξεταστεί επί της ουσίας.
Διακρίνω, καταρχάς, το ζήτημα αυτό από την εξέταση επί της ουσίας αιτήματος διεθνούς προστασίας, η οποία ανήκει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Το παρόν Δικαστήριο εξετάζει αντ' αυτού τη διακριτή, αυτοτελώς απορρέουσα από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 7 του Συντάγματος, υποχρέωση της Διοίκησης να μην εκτελέσει απέλαση, η οποία θα εξέθετε το πρόσωπο σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, υποχρέωση η οποία ισχύει ανεξάρτητα από την τύχη της αίτησης ασύλου και δεν καταλύεται από το άρθρο 18ΟΕ(2)(β), ως επεξηγήθηκε ανωτέρω. Το βάρος απόδειξης όμως ουσιαστικού κινδύνου μεταχείρισης, αντίθετης προς τα άρθρα 2 και 3 της ΕΣΔΑ, το φέρει ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να έχει προβάλει και τεκμηριώσει σχετικό ισχυρισμό ενώπιον της Διοίκησης πριν από την έκδοση της πράξης. Όπως, λέχθηκε και στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου B.M.F. ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ Αρ. 2/2026 ημερομηνίας 14.7.2026:
«Για τους λόγους αυτούς, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι όποιοι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα περί φόβου δίωξης του ή πραγματικού κινδύνου να υποστεί βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, δεν στοιχειοθετούνται. Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου του εναρμονίζεται με τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον αλλοδαπό να προβάλει και στοιχειοθετήσει ενώπιον των αρχών την σε βάρος του παράβαση της πιο πάνω αρχής, λόγω της απομάκρυνσης του από την ημεδαπή (βλ. Αίτηση 26417/10 OUABOUR c. BELGIQUE, απόφαση Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημερομηνίας 2.6.2015, παράγραφος 64).»
Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής προέβαλε ποτέ ενώπιον της Διοίκησης, πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, οποιονδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό περί κινδύνου κακομεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής του στη Σιέρρα Λεόνε, πέραν της γενικής επίκλησης, μεταγενέστερα και διά της γραπτής αγόρευσής του, της κατάστασης της υγείας του, η οποία, όπως ήδη κρίθηκε, δεν ήταν καν γνωστή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως εκ τούτου, και ο παρόν λόγος ακύρωσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Τέλος, σχετικά με τους λοιπούς προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί κατάχρησης εξουσίας, άνισης μεταχείρισης και δυσανάλογης ή απάνθρωπης μεταχείρισης, παρατηρώ ότι αυτοί παραμένουν αόριστοι και δεν τεκμηριώνονται με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία πέραν όσων ήδη εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν ανωτέρω. Επαναλαμβάνω ότι η Δημοκρατία διαθέτει ευρεία κυριαρχική διακριτική ευχέρεια ως προς την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην επικράτειά της, ασκούμενη πάντως καλόπιστα (MOYO & Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203), ενώ περαιτέρω, σύμφωνα και με την απόφαση NAWAF MEFAALANI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1034/2012, ημερομηνίας 3/2/2015, ECLI:CY:AD:2015:D67 «Ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διασφαλίζει οποιοδήποτε δικαίωμα σε αλλοδαπό να εισέρχεται και να διαμένει σε οποιαδήποτε χώρα (βλ. X and Y v. Germany (1977) 9 DR 219 και Chahal v. U.K. (1997) 23 EHRR 413).». Δεν εντοπίζω, στη βάση των όσων ήδη αναλύθηκαν, οποιοδήποτε στοιχείο κατάχρησης εξουσίας ή άνισης μεταχείρισης από τους Καθ’ ων η Αίτηση και συνεπώς απορρίπτω και τους λοιπούς αυτούς ισχυρισμούς.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, το διάταγμα απέλασής του και το διάταγμα κράτησής του εκδόθηκαν νόμιμα, κατόπιν επαρκούς έρευνας και με επαρκή αιτιολογία, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση, και ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί.
Η προσφυγή απορρίπτεται στο σύνολό της και οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται δυνάμει του άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Απορρίπτεται, συνακόλουθα, και το αιτητικό Δ περί άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1600 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο