D.E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 165/2022, 23/6/2023
print
Τίτλος:
D.E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 165/2022, 23/6/2023
Παραπομπή:
ECLI:CY:DDDP:2023:1037

ECLI:CY:DDDP:2023:1037

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  165/2022

23 Ιουνίου, 2023

[Ε. ΡΗΓΑ, ΔΙΚΑΣΤΗΣ Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D.E.E.,

από Νιγηρία

                                     Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

                                                                                                                                      

Δικηγόρος για Αιτητή: Γ. Κωνσταντινίδου (κα) για Μ. Παπαλοίζου (κος)

Δικηγόρος για Καθ’ ων η αίτηση: Ρ. Χαραλάμπους (κα), για Δέσποινα Κυπριανίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 29.09.2021, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία και στις 10.03.2020 αφίχθηκε χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 03.07.2020 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 16.07.2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία με σχετική Εισηγητική Έκθεση της ημερ. 09.09.2021 εισηγήθηκε την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 29.09.2021 την εν λόγω εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 03.01.2022  μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 03.11.2021. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό κρίση προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται κατά πρώτον ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του, κατά δεύτερον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα ενώ ακροθιγώς, προωθεί κατά τρίτον την θέση ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση επισημαίνουν καταρχάς, ότι παρατηρείται παντελής έλλειψη εξειδίκευσης των λόγων ακυρώσεως που προωθεί ο Αιτητής κατά παραβίαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, υποβάλλοντας ότι για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Υποβάλλουν περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή του, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

                 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή και σε συμφωνία με τα όσα υποβάλλουν και οι Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνεται η γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων περί παραβίασης γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς την ταυτόχρονη εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίο οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[1].

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[3].  Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344,  Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση και στη βάση ξεκάθαρης επιχειρηματολογίας αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα χωρίς τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής δίκης[4].

 

Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση, η παράλειψη του Αιτητή να εξειδικεύσει τους ισχυρισμούς του με αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, επηρεάζει αναπόφευκτα την νομική βάση των προωθημένων λόγων ακυρώσεως καθιστώντας αυτούς ανεπίδεκτους δικαστικής εκτίμησης και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολο τους ως αναιτιολόγητοι.

 

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν

Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν (Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018N. 73(I)/2018), θα προχωρήσω στην εξέταση  της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τους έστω γενικόλογους ισχυρισμούς του Αιτητή.

 

Επί της ουσίας της προσφυγής σε συνάρτηση και με τους λόγους ακυρώσεως

 

Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης του, επισημαίνω εκ προοιμίου ότι αυτός αλυσιτελώς προωθείται και τούτο διότι η ίδια η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία και δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς, η απλή επίκληση ισχυρισμών όπως και ο επίδικος, περί στέρησης του δικαιώματος ακροάσεως ή ακόμα και διαδικαστικών πλημμελειών δεν επαρκούν από μόνοι τους για να ανατρέψουν την επίδικη απόφαση. Ο Αιτητής θα πρέπει να προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το γεγονός ότι, όπως κατ' ισχυρισμό προβάλει, δεν είχε την δυνατότητα να εκθέσει προσηκόντως τις θέσεις του ενώπιον της διοίκησης ή ότι δεν είχε την ευκαιρία να αποδείξει ή τεκμηριώσει τους λόγους αυτούς, ουδεμία σημασία μπορεί να έχει πλέον υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου.

 

Εν προκειμένω,  ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί εγείρονται αλυσιτελώς, στην παρούσα υπόθεση, καθώς ο Αιτητής δεν προβάλλει ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας[5].

 

Πέραν τούτου, ουδεμία βασιμότητα δύναται να έχει το παράπονο του Αιτητή αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αίτησής του, στα πλαίσια της οποίας είχε τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του, ενώ την ίδια δυνατότητα είχε και στο πλαίσιο της διεξαχθείσας συνέντευξης ασύλου, η οποία αποτελεί καθαυτή έκφανση του δικαιώματος ακρόασης.

 

Ο ισχυρισμός του Αιτητή περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης του, εδράζεται περαιτέρω και στη θέση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση έπρεπε να ασκήσουν θετικά τη διακριτική ευχέρεια που τους παρέχεται ώστε να θεωρήσουν τη συνέντευξη του Αιτητή ανεπαρκή και να τον καλέσουν σε επανάληψη της συνέντευξης.

 

Έρεισμα της ως άνω θέσης του Αιτητή αποτελεί το εδάφιο 3 του άρθρου 13 δυνάμει του οποίου (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«(3) Ο Προϊστάμενος δύναται σε περίπτωση που κρίνει την συνέντευξη του αρμόδιου λειτουργού ανεπαρκή, να ζητήσει επανάληψη της συνέντευξης.»

 

Έχοντας εξετάσει τα πρακτικά της συνέντευξης δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις αιτιάσεις του Αιτητή και κρίνω πως η διακριτική ευχέρεια του Προϊσταμένου ασκήθηκε ορθώς, αφού ο Αιτητής εξέθεσε με πάσα σαφήνεια τους λόγους που τον ώθησαν στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του και δεν υφίστατο λόγος διεξαγωγής έτερης συνέντευξης. Ούτε υπάρχει ενώπιόν μου οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι υπήρξε οποιονδήποτε νομικό σφάλμα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Προϊσταμένου. Ο Αιτητής δεν έχει άλλωστε υποδείξει ούτε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, τους ισχυρισμούς που θα ήθελε να προβάλει προς υποστήριξη της αίτησης του και τις παραλείψεις των Καθ' ων εξαιτίας των οποίων, όπως υποστηρίζει, αποστερήθηκε των δικαιωμάτων του. Όπως διαπιστώνω εν προκειμένω, η αρμόδια αρχή ακολούθησε την υπό του περί Προσφύγων Νόμου οριζόμενη διαδικασία, συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης του Αιτητή.

 

Ως προς τη θέση του Αιτητή, ως αυτή επίσης προωθείται με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ότι οι Καθ' ων η αίτηση άσκησαν πλημμελώς τη διακριτική τους ευχέρεια καθώς και τη θέση που προωθείται δια του δεύτερου λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, προσέγγισα τους ισχυρισμούς αυτούς με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου μέσα από τα οποία καταδεικνύεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που είχαν ενώπιόν τους.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε στα πλαίσια της αίτησής του, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι είναι μέλος του αποσχιστικού κινήματος της Biafra, το οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα με την κυβέρνηση της Νιγηρίας.

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από την πόλη Akabov της Τοπικής Περιφέρειας (LGA) Oguta που βρίσκεται στην πολιτεία Imo, ήταν δε και ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του. Η μητέρα του έχει αποβιώσει λόγω ασθένειας ενώ ο πατέρας με τον μεγαλύτερο αδελφό του και την οικογένεια του τελευταίου, εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη Oguta. Ο Αιτητής έχει ολοκληρώσει τη βασική και ανώτερη εκπαίδευση παράλληλα με την οποία εργαζόταν. Ανέφερε πως αφότου αποφοίτησε, επιθυμούσε να ανοίξει δική του επιχείρηση (εστιατόριο), ωστόσο δεν ήταν δυνατό λόγω της εμπλοκής του με το IPOB (Indigenous People of Biafra) που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2015. Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του τον Μάρτιο του 2020, ο Αιτητής υποστήριξε ότι ήταν μέλος του κινήματος για την Biafra και συμμετείχε σε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες του κινήματος, υπέρ της ανεξαρτησίας της Biafra και της βελτίωσης των ευκαιριών εργασίας στην περιοχή τους. Ερωτηθείς αν ο ίδιος ποτέ στοχοποιήθηκε προσωπικά εξαιτίας της ανάμιξής του αυτής, ισχυρίστηκε ότι το 2017, καθώς μετέβαιναν σε μια περιοχή, οι κυβερνητικές δυνάμεις τους έκλεισαν τον δρόμο και ακολούθησαν πυροβολισμοί και θάνατοι. Τότε ο ίδιος επέστρεψε στο χωριό του. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν εγκατέλειψε τότε τη χώρα καταγωγής του αλλά περί τα τρία έτη αργότερα, ο Αιτητής απάντησε ότι τότε δεν είχε τους οικονομικούς πόρους για να φύγει νωρίτερα. Σε ερώτηση της λειτουργού για το εάν του συνέβη οτιδήποτε κατά το διάστημα 2017-2020, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, ενώ ερωτηθείς ως προς το εάν προσπάθησε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας του, απάντησε ότι δεν θα το έκανε καθώς του αρέσει η περιοχή από την οποία κατάγεται.  

 

Εξετάζοντας τα όσα ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ασύλου, η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διαχώρισε τους ισχυρισμούς στους ακόλουθους τρεις κρίσιμους ισχυρισμούς:

 

(1) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή.

(2) ισχυριζόμενη ιδιότητα του Αιτητή ως μέλος της οργάνωσης IPOB

(3) ισχυριζόμενη δίωξη του Αιτητή από την Νιγηριανή κυβέρνηση λόγω συμμετοχής του στην οργάνωση IPOB.

 

Η αρμόδια λειτουργός έκανε αποδεκτό μόνο τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ενώ απέρριψε τον δεύτερο και τρίτο.

 

Ως προς το δεύτερο κρίσιμο ισχυρισμό, η λειτουργός καταγράφει ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες για την Biafra, την ίδρυση της IPOB, τη σημαία της και την οργάνωσή της και το πώς ο ίδιος ξεκίνησε να εμπλέκεται σε αυτή, ενώ εντόπισε αντιφάσεις ως προς τη συμμετοχή του σε διαδηλώσεις και έλλειψη του στοιχείου της προσωπικής εμπλοκής του Αιτητή (βλ. ερυθρά 69-68 του δ.φ.). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, η λειτουργός αναζήτησε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καταλήγοντας, κατόπιν σχετικής ανάλυσης που εντοπίζεται στο ερυθρό 68 του δ.φ., ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής δεν τεκμηριώνονται επακριβώς από τις εξωτερικές πηγές.

 

Ως προς τον τρίτο κρίσιμο ισχυρισμό, η λειτουργός αναφέρει πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει λεπτομερή και προσωπική αφήγηση σε σχέση με την ισχυριζόμενη δίωξή του από τις αρχές της Νιγηρίας, ενώ τα λεγόμενά του παρουσίαζαν ασάφειες και έλλειψη ευλογοφάνειας. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε αόριστα στο ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται λόγω του ότι ανήκε στην IPOB και στην επίθεση που δέχθηκαν το 2017 όταν οι αρχές τους έκλεισαν τον δρόμο. Περαιτέρω, δεν κρίθηκαν ευλογοφανείς οι απαντήσεις του σχετικά με το γιατί δεν προσπάθησε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας και γιατί δεν εγκατέλειψε τη χώρα νωρίτερα, όταν έγινε το συμβάν της φερόμενης επίθεσης (ερυθρό 67 του δ.φ.).

 

Με βάση τον μοναδικό κρίσιμο ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, ήτοι τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, η λειτουργός έκρινε πως δεν προκύπτει ανάγκη απόδοσης προσφυγικού καθεστώτος δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, όπως και ούτε συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19 του ΝόμουΕξετάζοντας το ενδεχόμενο απόδοσης επικουρικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 15 (γ), το επίπεδο της άσκησης αδιάκριτης βίας στην επαρχία Adamawa - τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή - είναι σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απαιτείται να συντρέχουν σε μεγάλο βαθμό προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή. Καθώς δεν υφίστανται προσωπικές περιστάσεις οι οποίες θα εξέθεταν τον Αιτητή σε αυξημένο κίνδυνο, η λειτουργός συμπέρανε πως δεν προκύπτει ανάγκη απόδοσης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, και συνεπώς εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ασύλου.

 

Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και το Δικαστήριο, αναφορικά με την ανάγκη απόδοσης προσφυγικού καθεστώτος δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ορθώς θεωρώ κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων του Αιτητή αναφορικά τόσο με τη συμμετοχή του στην οργάνωση IPOB όσο και με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του από τις αρχές της Νιγηρίας λόγω της συμμετοχής του αυτής. Ως λεπτομερώς καταγράφεται και ανωτέρω, η πληθώρα των αντιφάσεων, των εξαιρετικά γενικόλογων δηλώσεων, του γεγονότος ότι ο Αιτητής δε γνώριζε επαρκείς πληροφορίες για την οργάνωση στην οποία κατ’ ισχυρισμόν συμμετείχε, η έλλειψη ευλογοφάνειας ως προς τον τρόπο με τον οποίο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, αποτελούν καίριο πλήγμα στην εσωτερική του αξιοπιστία αναφορικά με τους κρίσιμους αυτούς ισχυρισμούς του, με αποτέλεσμα να μην δύναται να εξαχθεί θετικό συμπέρασμα υπέρ δικαιολογημένου φόβου δίωξης κατά τρόπο ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

 

 «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι:

 

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής  Ένωσης επεσήμανε  στην  απόφασή  του CFDN κατά Bundesrepublic Deutschland[6] ότι συνιστούν:

 

«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» 

(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[7], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Όπως επιπλέον διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris  van  Justitie [8] (- έμφαση  και  υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34      Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35  Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.

 

36     Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37      Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38      Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39      Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Εξετάζοντας σήμερα την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στην πολιτεία Imo (Oguta LGA), όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, και καθώς τα συμπεράσματά μου επί της αξιοπιστίας του Αιτητή συνάδουν με αυτά της αρμόδιας λειτουργού κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του, αναφέρω τα εξής, τα οποία προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές:

 

Η κατάσταση ασφαλείας παραμένει στο ίδιο επίπεδο, όπως αυτή ήταν διαμορφωμένη κατά την έκδοση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Δηλαδή, υπάρχουν ένοπλες ομάδες και εντάσεις σε τόσο χαμηλό επίπεδο, που απαιτείται να συντρέχουν σε μεγάλο βαθμό προσωπικές περιστάσεις, ώστε να δικαιολογείται η απόδοση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ως συγκεκριμένα καταγράφεται στις πηγές που ανέτρεξε το Δικαστήριο: «Looking at the indicators, it can be concluded that in the state of Imo there is, in general, no real risk for a civilian to be personally affected within the meaning of Article 15(c) QD.[9]».

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πολιτεία Imo, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Ούτε προκύπτει από το προφίλ και το ιστορικό του Αιτητή -νέος, υγιής, μορφωμένος, χωρίς να παρουσιάζει θέματα ευαλωτότητας- κάποιο χαρακτηριστικό ή στοιχείο που να συμβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο στην επίταση του κινδύνου να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, και σε συνάρτηση και με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, παρατηρώ πως η αξιολόγηση της λειτουργού για την απόδοση καθεστώτος επικουρικής προστασίας υπό το άρθρο 15 (γ) της Οδηγίας υπήρξε πλήρης, τόσο ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, όσο και ως προς τις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν, όπως προτάσσει η Οδηγία και ο Νόμος.  

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξη μου ότι ορθώς  κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία.

 

Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου, ως ήδη προαναφέρθηκε ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 27.05.2022 (Κ.Δ.Π. 202/2022), αλλά και του πιο πρόσφατου ημερ. 26.05.2023 (Κ.Δ.Π. 166/2023), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας ιθαγένειας. Υπενθυμίζεται ότι, ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση  επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.  

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[3] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[4] Ανθούσης ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ. 1709.

[5] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π.  Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.

[6] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland.

[7] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[8] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki ElgafajiNoor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009. 

[9] EASO Country Guidance- Nigeria, October 2021, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/publications/country-guidance-nigeria-october-2021, σελ 127


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο