ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 1784/2021
11 Δεκεμβρίου 2023
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.G.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Η αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά
Χ. Πατσαλίδης (κος) για Χρίστος Α. Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για Αιτήτρια
Α. Δημητρίου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
[Παρών ο κος Ali Norouzian για πιστή μετάφραση από τα Farsi στα Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή της η Αιτήτρια, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 18/09/2020 η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 27/01/2021 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, και χωρίς καμία ισχύ.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος του Ιράν και στις 07/05/2018 εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω των κατεχόμενων περιοχών (μαζί με τη μητέρα της και τον ανήλικο αδελφό της) οπότε και την ίδια ημέρα (07/05/2018) υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στις 02/12/2019 και 12/12/2019 αντίστοιχα, πραγματοποιήθηκαν δύο συνεντεύξεις στην Αιτήτρια από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (εφεξής: Ε.Υ.Υ.Α.). Ακολούθως, στις 03/07/2020, λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. υπέβαλε σχετική Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, η οποία εγκρίθηκε στις 18/09/2020. Στις 24/09/2020, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος της Αιτήτριας, η οποία κοινοποιήθηκε δια χειρός στην Αιτήτρια στις 27/01/2021, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή για την Αιτήτρια (Farsi). Στη συνέχεια, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο συνήγορος της Αιτήτριας προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στην Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας που επακολούθησε. Οι μόνοι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στην γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας είναι: Α) Υπέρβαση εξουσίας λόγω διαχωρισμού της αίτησης της Αιτήτριας με μόνο κριτήριο την ηλικία της, προβάλλοντας ότι η Αιτήτρια αφίχθηκε στην Κύπρο μαζί με τον αδελφό της και τη μητέρα της έχοντας κοινό αίτημα, ως επίσης ότι η Αιτήτρια ήταν εξαρτώμενη από τη μητέρα της, Β) Μη δέουσα έρευνα ως προς την προσωπική και γενική κατάσταση της Αιτήτριας όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσης / συμπεριφορά της καθώς και ότι δεν εξετάστηκαν οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της, Γ) oι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν μέχρι και την καταχώρηση της προσφυγής να δώσουν πρόσβαση προς επιθεώρηση του φακέλου της Αιτήτριας, Δ) Η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση πάσχει λόγω ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας, Ε) Πλάνη περί τα πράγματα και πλάνη περί το Νόμο.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ΄ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, απορρίπτοντας τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους. Υποβάλλουν ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα της για παροχή διεθνούς προστασίας το φέρει η ίδια η Αιτήτρια, η οποία δεν κατάφερε να το αποσείσει και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Πρόσθετα, υποστηρίζουν ότι από τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη προκύπτει ζήτημα με την αξιοπιστία της αναφορικά με τα όσα παρουσίασε σχετικά με την ισχυριζόμενη μεταστροφή της στον Χριστιανισμό, όπου εντοπίστηκε η απουσία λογικής συνοχής, καθώς και αντιφάσεις, ελλιπή στοιχεία και γνώσεις των βασικών αρχών της θρησκείας.
Με την απαντητική γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας που υποβλήθηκε από τον συνήγορο της, επαναλαμβάνονται και προωθούνται τα όσα αναφέρονται στην γραπτή της αγόρευση. Περαιτέρω ο συνήγορος της αιτήτριας προβάλει ένα νέο ισχυρισμό περί της αναρμοδιότητας του διοικητικού οργάνου κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας και έκδοσης της επίδικης απόφασης, λόγω της εμπλοκής λειτουργού της Ε.Υ.Υ.Α. στην όλη διαδικασία.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, ως απάντηση στον πιο πάνω ισχυρισμό, υποστήριξαν ότι η Ε.Υ.Υ.Α. κατά εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν διορισμένη για να παρέχει υπηρεσίες στην Υπηρεσία Ασύλου, παραπέμποντας στην Κ.Δ.Π. 297/19 που αναφέρεται στη σχετική υποστήριξη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ε.Υ.Υ.Α. βάσει της οποίας εξουσιοδοτούνται οι λειτουργοί της Ε.Υ.Υ.Α. να προβαίνουν σε συνεντεύξεις των αιτητών.
Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρεται ότι, το παρόν Δικαστήριο στις 25/01/2023 έδωσε οδηγίες σε αμφότερα τα μέρη, να καταχωρήσουν συμπληρωματικές γραπτές αγορεύσεις για τα πρόσφατα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει στο Ιράν, όσον αφορά τις διαμαρτυρίες που είχαν ξεσπάσει περί τον Σεπτέμβριο του 2022, λόγω του θανάτου μιας γυναίκας (Mahsa Amini) στο Ιράν που απεβίωσε κατά την κράτηση της από τις αστυνομικές αρχές, κατόπιν σύλληψης της, λόγω του ότι παραβίασε τους αυστηρούς κανόνες γυναικείας ένδυσης[1], ώστε να τοποθετηθούν για τις συνθήκες στο Ιράν και την γενική κατάσταση ασφαλείας, ενόψει των εν λόγω γεγονότων που έγιναν τότε στη χώρα.
Συνακόλουθα, ο συνήγορος της Αιτήτριας καταχώρισε συμπληρωματική γραπτή αγόρευση για την Αιτήτρια όσον αφορά ζητήματα που άπτονται ή/και περιβάλλουν τα εν λόγω γεγονότα στο Ιράν, στα πλαίσια της οποίας παρέθεσε διάφορα άρθρα, καθώς και φωτογραφικό υλικό που αφορούν τις διαμαρτυρίες στο Ιράν, προβάλλοντας ότι το υπό αναφορά ζήτημα είναι ακόμα μια άμεση απειλή κατά της ζωής της Αιτήτριας σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, αφού (κατ’ ισχυρισμό) η Αιτήτρια λαμβάνει ενεργά μέρος στις διαμαρτυρίες τόσο μπροστά από την Πρεσβεία του Ιράν όσο και μέσω αναρτήσεων στο διαδίκτυο, ενώ οι Ιρανικές αρχές παρακολουθούν τέτοιες διαμαρτυρίες και αναρτήσεις.
Ακολούθως, οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρισαν συμπληρωματική γραπτή αγόρευση, με την οποία παραθέτουν γενικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση στο Ιράν καθώς και πληροφορίες για τις διαδηλώσεις που ξέσπασαν περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2022, από διάφορες πηγές πληροφόρησης (τις οποίες αναφέρουν στην εν λόγω γραπτή αγόρευση). Καταλήγοντας, υποβάλλουν ότι οι διαδηλώσεις έχουν κατευναστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, ενώ σύμφωνα με έγκυρη πηγή, ο ηγέτης του Ιράν είχε δώσει χάρη σε πολύ μεγάλο αριθμό διαδηλωτών που συνελήφθησαν, επισημαίνοντας πως παρόλο που μεταξύ των συλληφθέντων μερικοί έχουν καταδικασθεί σε θάνατο, κανείς από τους καταδικασθέντες δεν ήταν γυναίκα.
Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση των λόγων ακύρωσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 (παραθέτω αυτολεξεί): «Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον.».
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται.
Στην παρούσα περίπτωση η απλή επίκληση της παραβίασης συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή.
Σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόθεση Ankit v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αρ. 29/21, ημερ. 04/10/21, το Δικαστήριο προέβη σε μια ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, την οποία υιοθετώ στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης.
Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομοθεσίας και νομολογίας, είναι πρόδηλο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 και ενόψει τούτου, θα εξεταστούν μόνο οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως (προσφυγής) και αναπτύσσονται επαρκώς στις αγορεύσεις που επακολούθησαν.
Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ τώρα να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έκδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση – ο ισχυρισμός προβλήθηκε στην απαντητική γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας – αυτός θα εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά προτεραιότητα, καθότι σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αρμοδιότητα του οργάνου αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως που μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. σχετικά Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 255).
Αναφορικά με τον εγειρόμενο ισχυρισμό της συνηγόρου της αιτήτριας περί αναρμοδιότητας του διοικητικού οργάνου κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας και έκδοσης της επίδικης απόφασης, λόγω της εμπλοκής λειτουργού της Ε.Υ.Υ.Α. στην όλη διαδικασία κατά παράβαση του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το άρθρο 13Α εδάφιο 1Α του Περί Προσφύγων Νόμου (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«13Α.-……..(1A) Όταν ταυτόχρονες αιτήσεις από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών καθιστούν αδύνατη στην πράξη την έγκαιρη διεξαγωγή συνεντεύξεων επί της ουσίας κάθε αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμα, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να προβλέπει ότι εμπειρογνώμονες από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο ή από άλλο συναφή οργανισμό, μπορούν προσωρινά να συμμετέχουν στη διενέργεια των συνεντεύξεων αυτών:
Νοείται ότι, προσωπικό άλλο από αυτό της Υπηρεσίας Ασύλου επιτρέπεται-
(α) Να συμμετέχει στη διενέργεια των προαναφερόμενων συνεντεύξεων εφόσον λάβει εκ των προτέρων σχετική κατάρτιση η οποία περιλαμβάνει ό,τι αναφέρεται στο Άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχεία α) έως ε), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010∙ και
(β) να διενεργεί προσωπικές συνεντεύξεις αιτητών εφόσον διαθέτει ή έχει καταρτιστεί για να διαθέτει γενική γνώση των προβλημάτων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα του αιτητή για συνέντευξη, όπως ενδείξεις ότι ο αιτητής μπορεί να έχει υποστεί βασανισμό κατά το παρελθόν….»
Πρόσθετα, παρατηρώ ότι σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 297/19, ημερομηνίας 13/09/2019, παρέχεται η εξουσία σε εμπειρογνώμονες οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ε.Υ.Υ.Α να μπορούν να διεξάγουν συνεντεύξεις. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν στις 02/12/2019 και 12/12/2019 αντίστοιχα και επομένως οι εμπειρογνώμονες της Ε.Υ.Υ.Α. ήταν εξουσιοδοτημένοι κατά τον ουσιώδη χρόνο διενέργειας των συνεντεύξεων της αιτήτριας.
Στον περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999 (Ν. 158(Ι)/1999), άρθρο 17(8), αναφέρεται ότι: «Δε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.».
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Προσφύγων Νόμου, όπου δίνεται η έννοια του Προϊσταμένου (παραθέτω αυτολεξεί): «"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·».
Σύμφωνα με τον περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμος του 1962 (Ν. 23/1962), άρθρο 3(2) (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) «(2) Οσάκις δυνάμει Νόμου ή διοικητικής πράξεως γεvoμέvης κατ' εξoυσιoδότησιv Νόμου Υπουργός τις ή Ανεξάρτητος τις Αξιωματούχος της Δημοκρατίας ή ετέρα αρχή εv τη Δημοκρατία κέκτηται εξουσίας ενασκήσεως οιωνδήποτε εξουσιών απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμου, o τοιούτος Υπουργός, Ανεξάρτητος Αξιωματούχος ή αρχή, εκτός εάν διά Νόμου ρητώς απαγορεύεται τoύτo, δύναται να εξoυσιoδoτήση εγγράφως οιονδήποτε πρόσωπov κατέχον αρμoδίαv τινά θέσιv εις αρμoδίαv υπηρεσίαv εμπίπτoυσαv εντός της δικαιοδοσίας του τοιούτου Υπουργού, Ανεξαρτήτου Αξιωματούχου ή αρχής, όπως εvασκή τας τoιαύτας εξουσίας εκ μέρους του τοιούτου Υπουργού, Ανεξαρτήτου Αξιωματούχου ή αρχής, υπό τοιούτους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις ως o Υπουργός, Ανεξάρτητος Αξιωματούχος ή αρχή ήθελεv εν τη τοιαύτη εξουσιοδοτήσει καθορίσει.».
Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση και για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι από την μελέτη του διοικητικού φακέλου παρατηρώ ότι η έκθεση εισήγηση που υποβλήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Ε.Υ.Υ.Α, εξετάστηκε, και η εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου εγκρίθηκε και υπογράφτηκε από την κα Ανδρέου, αρμόδια Διοικητική Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία έχει εξουσιοδοτηθεί γι΄ αυτό από τον Υπουργό Εσωτερικών ( βλ. ερυθρό 50 του Διοικητικού Φακέλου).Η επίδικη απόφαση λήφθηκε με την έγκριση της έκθεσης εισήγησης από την αρμόδια λειτουργό κα Ανδρέου. Ειδικότερα, ως μπορεί να διαπιστωθεί από την έκθεση- εισήγηση, υπάρχει σχετική σφραγίδα στο εμπροσθόφυλλο της η οποία αναφέρει «Υπηρεσία Ασύλου. Η εισήγηση σας για απόρριψη της αίτησης ασύλου εγκρίνεται», η σφραγίδα με το όνομα της εξουσιοδοτημένης από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργού να εκτελεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κα Ανδρέου, η μονογραφή της και η ημερομηνία λήψης της απόφασης (βλ. ερυθρό 49 του Διοικητικού Φακέλου).
Ως εκ τούτου φαίνεται καθαρά ότι το πρόσωπο που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση ήταν η κα Ανδρέου, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη περί τούτου από τον Υπουργό Εσωτερικών με βάση την επιστολή ημερ. 08/07/2020 που είναι κατατεθειμένη στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης (ερυθρό 50) και φέρει υπογραφή από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών, ενώ η επιστολή γνωστοποίησης της επίδικης απόφασης ημερ. 24/09/2020 (βλ. ερυθρό 60) υπογράφτηκε από αρμόδιο λειτουργό, που ενεργούσε εκ μέρους και κατόπιν εντολών του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ως αναγράφεται ρητά σε αυτήν («For Head of the Asylum Service»).
Η έγκριση της έκθεσης-εισήγησης από την κα Ανδρέου αποτελεί την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς να χρειάζεται οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, καθότι με την υιοθέτηση της έκθεσης – εισήγησης, καθίσταται η αιτιολογία της τελευταίας, μέρος της απόφασης. Στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, TUONG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1360/2015, 28/2/2019, λέχθηκαν τα εξής, τα οποία υιοθετώ (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
“ ….Κρίνω ότι, κανείς εκ των λόγων ακυρώσεως που προωθήθηκαν ευσταθεί. Καταρχήν, μέσα από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης-Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου, σαφώς προκύπτει ότι, η αιτήτρια έτυχε, όντως, συνέντευξης στις 10.9.2015 από συγκεκριμένο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος της για χορήγηση διεθνούς προστασίας. Η έκθεση- εισήγηση του εν λόγω λειτουργού ανευρίσκεται στο Τεκμήριο 1 (εκεί αρ. 42-40) και είναι πλήρως αιτιολογημένη. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε, στις 14.9.2015, την εισήγηση του λειτουργού (βλ. Τεκμήριο 1, αρ. 42 εκεί σφραγίδα με την φράση «Υπηρεσία Ασύλου Η εισήγηση σας για απόρριψη της αίτησης ασύλου εγκρίνεται», και χειρογράφως υπογραφή και ημερομηνία), υιοθετώντας με αυτό τον τρόπο και την αιτιολογία της εισήγησης του λειτουργού πλέον ως δική του, κάτι επιτρεπτό από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η υιοθέτηση έκθεσης καθιστά την αιτιολογία της τελευταίας μέρος της απόφασης (βλ. Κατσούρα ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1728; Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας (1929-1959), σελ. 193). Η εισήγηση, ως προκύπτει από το κείμενο αυτής, με σαφείς παραπομπές και στη συνέντευξη της αιτήτριας, ήταν αποτέλεσμα έρευνας όλων των ουσιωδών για την υπόθεση στοιχείων, ενώ το τελικό εύρημα του λειτουργού και συνακόλουθα του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ότι, η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει δικαιολογημένο φόβο δίωξης, ούτε από οποιοδήποτε στοιχείο ή ισχυρισμό της προκύπτει κάτι τέτοιο και, συνεπώς, δεν μπορεί να της αναγνωριστεί η ιδιότητα του Πρόσφυγα, όχι μόνο φαίνεται εύλογο, αλλά, κρίνω, ότι είναι ορθό. Τέλος, όσον αφορά την εισήγηση της δικηγόρου της αιτήτριας ότι, η αιτήτρια πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 19Α του Νόμου, σημειώνεται ότι το εν λόγω άρθρο είχε ήδη καταργηθεί από τις 15.4.2014 με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.58(Ι)/2014, δηλαδή πολύ πριν τον ουσιώδη χρόνο εξέτασης και λήψης της επίδικης απόφασης….”
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την επίδικη απόφαση, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί του ότι καθ’ υπέρβαση εξουσίας, έγινε διαχωρισμός της αίτησης της Αιτήτριας από την οικογένεια της με μόνο κριτήριο την ηλικία της, ενώ η Αιτήτρια ήταν εξαρτώμενη από τη μητέρα της, παρατηρείται καταρχάς ότι η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας αυτοπροσώπως, σύμφωνα με το άρθρο 11(5) του περί Προσφύγων Νόμου. Ως προνοούν δε, οι σχετικές διατάξεις στο άρθρο 11(6) του περί Προσφύγων Νόμου (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου), «(α) Ο αιτητής δικαιούται να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων, νοουμένου ότι οι εξαρτώμενοι ενήλικες συναινούν στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους. […]» και «(β) Εάν δεν υπάρχει συναίνεση των ενηλίκων που είναι εξαρτώμενοι από τον αιτητή για την κατάθεση αίτησης εξ’ ονόματός τους από τον αιτητή, οι εν λόγω εξαρτώμενοι ενήλικες δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση αυτοπροσώπως.». Στην παρούσα δηλαδή περίπτωση, εναπόκειτο στη μητέρα της Αιτήτριας η συμπερίληψη και της ίδιας της Αιτήτριας στην αίτηση της πρώτης, νοουμένου ότι η Αιτήτρια θα συναινούσε σε κάτι τέτοιο.
Σε κάθε περίπτωση, διακρίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 18(7Α)(α) του περί Προσφύγων Νόμου (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου), «Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων λαμβάνονται μετά τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων, σε εξατομικευμένη βάση…» Σύμφωνα με το άρθρο 18(7Α)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, αναφέρεται «Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α), ο Προϊστάμενος δύναται, για σκοπούς της παραγράφου (α) ή/και (β) του εδαφίου (6) του άρθρου 11 και εφόσον η αίτηση βασίζεται στους ίδιους λόγους, να λαμβάνει μία μόνο απόφαση που να καλύπτει την αίτηση του αιτητή και των εξαρτωμένων του προσώπων, εκτός εάν αυτό θα οδηγούσε σε κοινολόγηση της ιδιαίτερης κατάστασης του αιτητή που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντά του, ιδίως σε περιπτώσεις διώξεων με βάση το φύλο, τον γενετήσιο προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή/και την ηλικία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Προϊστάμενος εκδίδει ξεχωριστή απόφαση για το συγκεκριμένο πρόσωπο.». Επομένως, ως συμπεραίνεται ακόμη και σε περίπτωση εξαρτώμενων ενηλίκων αιτητών όπου, είτε υποβάλλεται μία αίτηση διεθνούς προστασίας από τον αιτητή εκ μέρους και των εξαρτώμενων του, είτε υποβάλλει έκαστος αυτοτελή αίτηση, δίδεται διακριτική ευχέρεια στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου κατά πόσο η απόφαση του επί της αίτησης θα αφορά μία κοινή ή ξεχωριστή για κάθε πρόσωπο απόφαση.
Εντούτοις, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε στο διοικητικό φάκελο της παρούσας υπόθεσης που να συνηγορεί υπέρ του ότι η Αιτήτρια ήταν εξαρτώμενο ενήλικο πρόσωπο ή ότι η μητέρα της είχε πρόθεση να υποβάλει αίτηση εκ μέρους και της Αιτήτριας ως (ενδεχομένως) εξαρτώμενο της πρόσωπο. Εξάλλου, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, η Αιτήτρια υπέβαλε αυτοτελή αίτηση διεθνούς προστασίας (επί της οποίας αναφέρονται και τα άτομα που την συνόδευαν κατά την άφιξη της στην Δημοκρατία, ήτοι η μητέρα της και ο αδελφός της). Πέραν τούτων, ούτε η υποβληθείσα από τον συνήγορο της Αιτήτριας παρούσα προσφυγή δεν υποβλήθηκε από κοινού και εξ ονόματος όλων των μελών της οικογένειας της Αιτήτριας που βρίσκονται στην Δημοκρατία και ενώ συνάμα ως ο συνήγορος της αιτήτριας ανάφερε στο παρόν Δικαστήριο, υποβλήθηκε ξεχωριστή προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου από την μητέρα της Αιτήτριας, ουδέν όμως αίτημα συνεκδίκασης των εν λόγω υποθέσεων δεν κατατέθηκε από τον συνήγορο της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, ο υπό αναφορά κατ’ ισχυρισμό λόγος ακύρωσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής να δώσουν πρόσβαση προς επιθεώρηση του φακέλου της Αιτήτριας, διακρίνεται καταρχάς ότι με βάση το άρθρο 18δις(1) του περί Προσφύγων Νόμου, «… ο δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος του αιτητή, ο οποίος παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση στον αιτητή, δικαιούται μετά από σχετικό αίτημα πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου του αιτητή, βάσει των οποίων λαμβάνεται ή θα ληφθεί απόφαση από τον Προϊστάμενο.». Στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης (ερυθρό 62) εντοπίζεται κατατεθειμένο μέσω σχετικής επιστολής ημερ. 16/02/2021, το αίτημα του δικηγόρου που εκπροσωπεί την Αιτήτρια για πρόσβαση προς επιθεώρηση του φακέλου της. Εν τέλει δόθηκε πρόσβαση στον συνήγορο της Αιτήτριας προς επιθεώρηση του φακέλου της στις 19/04/2021 (βλ. ερυθρό 63 του Διοικητικού Φακέλου), έστω, δηλαδή, μετά την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής. Εξάλλου, κανένα δικαίωμα της Αιτήτριας δεν έχει παραβιαστεί εφόσον εμπρόθεσμα και μέσω δικηγόρου καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω αναφερθέντων, ο πιο πάνω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό του συνηγόρου της Αιτήτριας για έλλειψη δέουσας έρευνας, καθώς και περί του ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση ενήργησαν υπό πλάνη περί τα πράγματα και τελούσαν και υπό νομική πλάνη, που λόγω της συνάφειας τους και της άρρηκτης διασύνδεσης τους θα εξεταστούν ως σύνολο και συνδυαστικά στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης.
Πλάνη περί τα πράγματα υφίσταται όταν η Διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 46, εδάφιο 1, του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν. 158 (Ι)/1999, λαμβάνει υπόψη της κατά την έκδοση της απόφασης της «πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ αντικειμένου ανύπαρκτα ή αν παραλείπει να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα...».
Η ανεπαρκής έρευνα συνεπάγεται τουλάχιστον πιθανολόγηση πλάνης ως προς τα πράγματα, η οποία καθιστά, από μόνη της, την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώσιμη. Παράλειψη διεξαγωγής της δέουσας έρευνας οδηγεί σε έλλειψη γνώσης ουσιωδών πραγματικών γεγονότων, η οποία ισοδυναμεί με πλάνη περί τα πράγματα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρυσόστομος Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 2245:
«Η παράλειψη να γίνει η δέουσα έρευνα, η οποία προξενεί έλλειψη γνώσης των ουσιωδών γεγονότων - (βλ. μεταξύ άλλων, Photos Photiades and Co. and The Republic of Cyprus through The Minister of Finance (1964) C.L.R. 102… Μ. Στασινοπούλου "Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων", (1951), σελ. 305) - έχει ως αποτέλεσμα λόγω της παράβασης των αρχών του Διοικητικού Δικαίου, την ακύρωση της σχετικής διοικητικής πράξης. Πλάνη περί τα πράγματα συνίσταται, είτε με τη λήψη υπόψη μη υφισταμένου γεγονότος, είτε με τη μη λήψη υπόψη υπάρχοντος γεγονότος - (Οικονόμου "Ο Δικαστικός Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας" (1965), σελ. 243).»
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ακόμα και η πιθανότητα πλάνης οδηγεί σε ακύρωση διοικητικής πράξης (Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργκών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228). Στην πιθανότητα ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στη διαδικασία λήψης διοικητικής πράξης σαν λόγο ακύρωσης αναφέρεται και η υπόθεση Ζένιος ν. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 1181,1183 και 1184:
«It is clear from our case-law that in order to suceed, in a case of this nature, in annulling the relevant administrative decision an applicant has only to show that there exists a reasonable probability that a misconception has led to the taking of such decision (see, in this respect, inter alia, Kozakis v. The Council of Ministers (1967) 3 C.L.R. 265,268, and Μallourοs v. The Electricity Authority of Cyprus (1974) 3 C.L.R. 220,224).»
Στην απόφαση Κωνσταντίνος Κοντεάτης ν. Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 1416, αναφέρονται τα πιο κάτω:
«Το δικαστήριο ακόμα και όταν βρίσκεται σε αμφιβολία αναφορικά με την ύπαρξη ή μη πλάνης, μπορεί να ακυρώσει την επίδικη διοικητική πράξη ούτως ώστε να παρασχεθεί στη διοίκηση η δυνατότητα επιβεβαίωσης των ορθών γεγονότων κατά τρόπο που να μην αφήνει έδαφος για αμφιβολίες (Skapoulis and Another v. The Republic (1984) 3 C.L.R. 554,565 και Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228)»
Περαιτέρω, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία v. Μαυρομμάτη και Άλλοι (1991) 3 ΑΑΔ 543, ακόμη και η υπόνοια πως η πλάνη λειτούργησε σε βάρος αιτητή είναι αρκετή για να ακυρωθεί η πράξη. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:
«…Οι υπόνοιες πως η πλάνη λειτούργησε σε βάρος του εφεσίβλητου ήταν αρκετή για να ακυρωθεί η πράξη που, ας μην το ξεχνάμε, αφορούσε στην πλήρωση όλων ανεξάρτητα των θέσεων που προκηρύχθηκαν και που στη συνέχεια πληρώθηκαν από την Επιτροπή. Όπως παρατηρεί η απόφαση Κουμής Χ"Μακρής και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1972) 3 Α.Α.Δ. 246, 252:
"According to the principles of administrative law there exists a presumption that an administrative decision is reached after a correct ascertainment of relevant facts; but such presumption can be rebutted if a litigant succeeds in establishing that there exists at least a probability that a misconception has led to the taking of the decision complained of (see, inter alia, Stasinopoulos on The Law of Administrative Acts "Στασινοπούλου Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων" - 1951, p. 304 et seq.)"……………………………………»
Στο σύγγραμμα του Στασινόπουλου, «Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων» (1951), εκεί σελ. 304 και 305 αναφέρεται:
«Ούτως η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεως των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριον όμως τούτο είναι ιδιόρρυθμον, διότι κάμπτεται αφ' ης στιγμής η χαρακτηριστική εις το συζητητικόν σύστημα δραστηριότης του διαδίκου κατορθώσει να καταστήσει πιθανήν την πλάνην, ήτοι να δημιουργήσει παρά τω δικαστή απλώς αμφιβολίας περί της ορθότητος της διαπιστώσεως του πραγματικού εκ μέρους της Διοικήσεως»
Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο έχει προβεί σε δέουσα έρευνα και κατά πόσο έχει υποπέσει σε πλάνη με το να μην λάβει υπόψη του ουσιώδη γεγονότα τα οποία επηρέασαν την τελική κρίση του με την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.
Στο πλαίσιο του έντυπου της αίτησής της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της είναι γιατί συνήθιζε στη χώρα καταγωγής της να συμμετέχει σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία (house – church) και να μαθαίνει για τον Χριστιανισμό, και έτσι οι αρχές της χώρας της έμαθαν για αυτά, ενώ όταν η ίδια έμαθε για το γεγονός αυτό, αποφάσισε μαζί με την οικογένεια της (ήτοι την μητέρα της και τον αδελφό της) να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να πάνε σε ασφαλές μέρος καθότι κινδύνευε η ζωή τους (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού στο ερυθρό 5 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την διάρκεια της πρώτης συνέντευξης της (ερυθρά 28-14 του Διοικητικού Φακέλου), η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατάγεται από την Τεχεράνη (που είναι και ο τόπος τελευταίας διαμονής της στη χώρα καταγωγής), ως επίσης ότι είναι ελεύθερη και δεν έχει παιδιά, ούτε εξαρτώμενα. Ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας της απεβίωσε (από ανακοπή καρδίας), ενώ στην Κύπρο βρίσκονται επίσης, η μητέρα της και ο αδελφός της, οι οποίοι ως ανάφερε είναι αιτητές ασύλου. Ως προς το θρήσκευμα της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι Χριστιανή (ανήκει στο προτεσταντικό δόγμα), όπως επίσης και η οικογένεια της. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στον πατέρα της που είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό λίγο πριν αποβιώσει, καθώς και στην μητέρα της, που προσηλυτίστηκε από μια φίλη της, όπου περί τον Οκτώβριο του 2013, μεταστράφηκε και η μητέρα της στον Χριστιανισμό, όπου η Αιτήτρια είχε παρατηρήσει αρκετές αλλαγές σε εκείνη μετά από αυτό το γεγονός. Έκτοτε, ο αδελφός της και η ίδια, μαζί και με την μητέρα τους, συνήθιζαν, μία φορά τον μήνα, να συμμετέχουν σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία. Η ίδια συγκεκριμένα, ως ανέφερε, άρχισε περί τον Ιούνιο του 2017 να συμμετέχει συχνότερα στις εν λόγω εκκλησιαστικές συνάξεις και εν τέλει είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό κατά τον Σεπτέμβριο του 2017. Εν συνεχεία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η φίλη της μητέρας της που είχε επαφή με άτομα που μεταστράφηκαν και ζούσαν στο εξωτερικό, αφού επέστρεψε στην πόλη της, σύστησε τη μητέρα της σε μια άλλη γυναίκα που είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό και η οποία συμμετείχε σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία μαζί με τον γιό της και τον σύζυγο της. Η εν λόγω γυναίκα τους σύστησε σε μια άλλη γυναίκα που οργάνωνε εκκλησιαστικές συνάξεις στην οικία της. Όπως είπε η Αιτήτρια, λόγω του ότι η ‘εκκλησία’ εντός του οίκου αυτής της (δεύτερης) γυναίκας ήταν πιο ασφαλής, η ίδια συμμετείχε στις εκκλησιαστικές συνάξεις εκεί και ασκούσε τον Χριστιανισμό, ψάλλοντας ύμνους και μαθαίνοντας για την Αγία Γραφή. Περί τον Απρίλιο του 2018, όπως είπε η Αιτήτρια, σε συνομιλία μεταξύ της μητέρας της και της γυναίκας που τους είχε συστήσει στην γυναίκα στην οικία της οποίας συμμετείχαν στις εκκλησιαστικές συνάξεις, εκείνη ανέφερε στη μητέρα της ότι ο σύζυγος της είχε μεταβεί σε μια άλλη πόλη, μαζί με τον ιερέα που έκανε τις εκκλησιαστικές συνάξεις στο σπίτι τους, ώστε να παραλάβουν αντίγραφα της Αγίας Γραφής για να τα μεταφέρουν στην Τεχεράνη όπου θα τα διένεμαν. Όμως, σε δεύτερη επικοινωνία μεταξύ τους το επόμενο βράδυ, η εν λόγω γυναίκα ενημέρωσε τη μητέρα της Αιτήτριας πως έχασε επαφή με τον σύζυγο της και ότι ανησυχεί πολύ για την ασφάλεια του. Το επόμενο πρωί, η εν λόγω γυναίκα επικοινώνησε και πάλι με την μητέρα της Αιτήτριας αναφέροντας της ότι τα κινητά τηλέφωνα τόσο του συζύγου της όσο και του άλλου ατόμου που ήταν μαζί του δεν ανταποκρίνονταν και επειδή ανησυχούσε για την ασφάλειά της, ρώτησε τη μητέρα της Αιτήτριας (εφόσον πάντοτε την βοηθούσαν με τη διανομή τροφίμων και ρούχων) κατά πόσο θα μπορούσε να της παραδώσει κάποια αντίγραφα της Αγίας Γραφής που είχε ώστε να τα κρύψει στο σπίτι τους, με το οποίο συμφώνησε η μητέρα της. Έτσι, η εν λόγω γυναίκα παρέδωσε στη μητέρα της Αιτήτριας ένα κιβώτιο γεμάτο αντίγραφα της Αγίας Γραφής ώστε να τα φυλάξει, ενώ το επόμενο πρωί συνομίλησε και πάλι με τη μητέρα της Αιτήτριας, αναφέροντας της ότι δεν είχε ακόμα καταφέρει να επικοινωνήσει με τον σύζυγο της. Αργότερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η γυναίκα στην οικία της οποίας συμμετείχαν στις εκκλησιαστικές συνάξεις τηλεφώνησε στη μητέρα της Αιτήτριας και ακουγόταν ανήσυχη, ενώ της είπε να φροντίσει τα παιδιά της και να πάρει τα πράγματα της και να φύγει. Έντρομη η μητέρα της Αιτήτριας πήρε το κιβώτιο με τα αντίγραφα της Αγίας Γραφής καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετικό με τις εκκλησιαστικές συνάξεις που είχε στο σπίτι, ως επίσης και κάποια προσωπικά έγγραφα. Έπειτα μετέβη σε μια άλλη περιοχή, όπου άφησε το κιβώτιο με τα αντίγραφα της Αγίας Γραφής και στη συνέχεια συναντήθηκε με τον ανιψιό της, με τον οποίο είχε ήδη μιλήσει και ο οποίος γνώριζε για τη μεταστροφή τους. Κατά την εν λόγω συνάντηση τους, η μητέρα της Αιτήτριας εξήγησε την κατάσταση στον ανιψιό της, ο οποίος της είπε να μην ανησυχεί και πως γνώριζε κάποιον που θα τους βοηθούσε να φύγουν από τη χώρα, καθώς επίσης ότι θα πρέπει εκείνη να φύγει από τη χώρα μαζί με τα παιδιά της διότι θα την εντόπιζαν οι αρχές της χώρας, ενώ μέχρι τότε θα έπρεπε να παραμείνουν κρυμμένοι. Ως εκ τούτου, ο ανιψιός της μητέρας της Αιτήτριας, τους πήγε σε ένα περιβόλι που είχε και έπειτα από τρεις ημέρες που παρέμειναν εκεί, κατά το βράδυ, τους πήγαν στο αεροδρόμιο, όπου με τη βοήθεια κάποιου κατάφεραν να αναχωρήσουν από τη χώρα.
Ακολούθως, σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων που της έγιναν, η Αιτήτρια ανέφερε ότι μεγάλωσε ως μουσουλμάνα αλλά πλέον προσδιορίζεται ως Χριστιανή (του προτεσταντικού δόγματος), μετά τη μεταστροφή της τον Σεπτέμβριο του 2017. Ερωτηθείσα για το πως ήταν η σχέση της με το Ισλάμ προτού αποφασίσει να μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, η Αιτήτρια απάντησε ότι δεν είχε καλή σχέση με το Ισλάμ λόγω του ότι ήταν μάρτυρας του τρόπου με τον οποίο συμπεριφερόταν η οικογένεια του πατέρα της. Ερωτηθείσα αναφορικά με το πότε άρχισε να έρχεται κοντά στον Χριστιανισμό, η Αιτήτρια ανέφερε ότι προτού αποβιώσει ο πατέρας της, την είχαν συστήσει στον Χριστιανισμό, ενώ το 2012 έμαθε ότι η μητέρα της είχε μεταστραφεί. Αναφορικά με τη μεταστροφή του πατέρα της, η Αιτήτρια είπε ότι η μητέρα της έμαθε για το εν λόγω γεγονός περίπου δύο βδομάδες πριν από τον θάνατο του. Όσον αφορά το πως ανακάλυψαν ότι ο πατέρας της είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, η Αιτήτρια είπε ότι όλοι τους ήταν μάρτυρες των αλλαγών στον πατέρα της και παρατήρησαν ότι είχε γίνει πιο στοργικός προς τη μητέρα της, την ίδια και τον αδελφό της. Πρόσθετα, ανέφερε ότι η μητέρα της βρήκε μερικά κιβώτια με τρόφιμα και ρούχα, τα οποία ο πατέρας της είχε αποθηκευμένα ώστε να τα διανέμει ανάμεσα στους πτωχούς. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, η Αιτήτρια αναφέρθηκε επίσης στη μεταστροφή της μητέρας της. Πρόσθεσε ότι όταν κάποια μέρα (το 2012) η μητέρα της συναντήθηκε με το σύζυγο της γιαγιάς της, ο τελευταίος ζήτησε από τη μητέρα της να έχουν μια ερωτική σχέση και έπειτα επιχείρησε να την παρενοχλήσει, όμως η μητέρα της του αντιστάθηκε και έφυγε. Η μητέρα της εν τέλει κατέφυγε στην φίλη της, ενώ εκεί πήγαν επίσης, η ίδια η Αιτήτρια μαζί με τον αδελφό της, όπου αντίκρυσαν την μητέρα τους να κλαίει και την φίλη της να προσπαθεί να την ηρεμήσει κρατώντας της το χέρι και προσευχόμενη για εκείνη. Αυτό ήταν και το σημείο που η μητέρα της και η ίδια η Αιτήτρια έμαθαν ότι η εν λόγω φίλη της είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό. Έκτοτε, όπως ανέφερε η Αιτήτρια, η μητέρα της είχε εντείνει τη σχέση της με την εν λόγω φίλη της.
Στη συνέχεια, ερωτηθείσα αναφορικά με τον λόγο που η ίδια άρχισε να συμμετέχει από μόνη της σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία το 2017 και όχι νωρίτερα εφόσον ο πατέρας της είχε μεταστραφεί το 2007, η Αιτήτρια απάντησε ότι τότε φοιτούσε στο πανεπιστήμιο και ήταν έπειτα που έγινε μάρτυρας της αλλαγής στην μητέρα της που άρχισε να ενδιαφέρεται για τον Χριστιανισμό, ενώ και πριν από αυτό το σημείο συμμετείχε στις εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία, όχι όμως συχνά. Ανέφερε επίσης ότι προκειμένου να ενταχθεί στις εν λόγω εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία έπρεπε να δηλώσει ότι θα συμμετέχει σε αυτές μόνιμα ως επίσης ότι επιθυμούσε να γίνει μόνιμο μέλος και έπρεπε επίσης να αναγνώσει τις σχετικές προσευχές για σωτηρία. Προσθέτοντας, ανέφερε ότι την πρώτη φορά είχε αρχικά δεχθεί ένα ζεστό καλωσόρισμα από τα μέλη της εν λόγω σύναξης και έπειτα που την αποδέχτηκαν ως πιστή, είπε την προσευχή της σωτηρίας (η Αιτήτρια ανέφερε κατά λέξη την εν λόγω προσευχή που είπε). Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν υπήρχαν οιεσδήποτε διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθήσει ώστε να ενταχθεί στις εν λόγω συνάξεις, ενώ την αποδέχτηκαν, όπως είπε, λόγω του ότι την είχε συστήσει μια άλλη γυναίκα στη γυναίκα που είχε την εν λόγω ‘εκκλησία’ εντός του οίκου της (ήτοι την ηγούμενη) και αφού την εγγυήθηκε ο σύζυγος της πρώτης. Ανέφερε επίσης ότι οι εν λόγω εκκλησιαστικές συνάξεις λάμβαναν χώρα μία φορά την βδομάδα (εκτός σε περίπτωση αναβολής μιας συνεδρίας για λόγους ασφαλείας, κάτι που γινόταν εάν μάθαιναν για επιδρομές σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε άλλες οικίες), σε αυτές συμμετείχαν 12 άτομα και οι διευθετήσεις γίνονταν από την εν λόγω ηγούμενη της οικίας, ενώ όλοι λάμβαναν κάποια μέτρα ασφαλείας όταν παρευρίσκονταν εκεί. Στην αρχή της συνεδρίας, όπως είπε, έψαλλαν τρεις ύμνους και έπειτα η ηγούμενη είτε προέβαινε σε κάποιο κήρυγμα είτε απάγγελνε κάποιο κομμάτι από την Αγία Γραφή, και ακολούθως έψαλλαν ακόμη έναν ύμνο, ενώ καταλήγοντας προσεύχονταν όλοι μαζί σε έναν κύκλο.
Σε σειρά ερωτήσεων που ακολούθησαν αναφορικά με τη διαδικασία για τη μεταστροφή της ίδιας, η Αιτήτρια ανέφερε ότι άρχισε να έχει διαφορετική άποψη σχετικά με την πρώτη της θρησκεία από τότε που ο σύζυγος της γιαγιάς της κακομεταχειριζόταν την γιαγιά της και τη μητέρα της λόγω των πιστεύω του. Προσθέτοντας, ανέφερε ότι η ίδια παρατήρησε πως εκείνος χρησιμοποιούσε τη θρησκεία του ως δικαιολογία για να κακομεταχειρίζεται την μητέρα της και τη γιαγιά της, ενώ όταν είχε επιτεθεί στη γιαγιά της, ισχυρίστηκε ότι το έκανε σύμφωνα με τον νόμο του Ισλάμ, κάνοντας αναφορά, ως παράδειγμα, σε απόσπασμα από κεφάλαιο στο Κοράνι που του έδιδε το δικαίωμα να επιτίθεται σε γυναίκες. Επιπλέον, η Αιτήτρια είπε ότι η ίδια δεν συμφωνούσε με την πρώτη της θρησκεία, συγκεκριμένα στο γεγονός ότι οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άντρες στο Ισλάμ και οι άντρες υπερτερούν. Την ίδια, ως ισχυρίστηκε, την είχαν σταματήσει στο δρόμο και την περιφρόνησαν δημοσίως επειδή δεν έφερε ισλαμική ενδυμασία. Ως προς το ότι αποφάσισε συγκεκριμένα να επιλέξει το προτεσταντικό δόγμα, η Αιτήτρια είπε ότι από τότε που ξεκίνησε να διερευνά τον Χριστιανισμό και να συμμετέχει στις εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία, την είχαν συστήσει στο εν λόγω δόγμα. Δήλωσε επίσης, ότι πίστευε στον Χριστό και στη χώρα της η πρόσβαση στον Χριστιανισμό είναι πολύ περιορισμένη. Αναφορικά με τις απόψεις της για το Ισλάμ και τον Χριστιανισμό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι όσον αφορά το Ισλάμ, αυτές δεν τις μοιράστηκε με κανένα καθότι προσωπικά η ίδια αναζητούσε έναν τρόπο για να βρει γαλήνη στη ζωή της, ενώ κατόπιν που μεταστράφηκε και αφού μια φίλη της παρατήρησε τις αλλαγές στην ίδια και της έκανε κάποιες ερωτήσεις δείχνοντας ενδιαφέρον, έτσι η Αιτήτρια της μίλησε για τη νέα της θρησκεία. Ομοίως θα έπραττε και σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως πρόσθεσε.
Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με τις θρησκευτικές της δραστηριότητες αφότου ήρθε στην Κύπρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι συμμετέχει τακτικά στις εκκλησιαστικές τελετές, ως μόνιμο μέλος, σε μια προτεσταντική εκκλησία στην Λάρνακα και επίσης εξυπηρετεί την εν λόγω εκκλησία βοηθώντας με διάφορους τρόπους κατά τις τελετές, αλλά και ως μέλος της αρμόδιας ομάδας για τις ψαλμωδίες. Σε άλλο ερώτημα, αναφορικά με το κατά πόσο την πλησίασαν οποτεδήποτε οι αρχές κατά την εν λόγω περίοδο (που κρατούσαν σπίτι τους το κιβώτιο με τα αντίγραφα της Αγίας Γραφής), η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά.
Κατά την δεύτερη συνέντευξης της (ερυθρά 40-31 του Διοικητικού Φακέλου) που μεσολάβησε σε μεταγενέστερο στάδιο, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ήταν λόγω των θρησκευτικών της πεποιθήσεων. Κληθείσα να δώσει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το τι οδήγησε την εν λόγω γυναίκα στο να τηλεφωνήσει στην μητέρα της και να την παροτρύνει να φύγει, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι τα όσα είχε αναφέρει και στην πρώτη συνέντευξη της. Στη συνέχεια, κληθείσα να αναφέρει περισσότερα σχετικά με τις εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία που συμμετείχε, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι συναντήσεις διοργανώνονταν αποκλειστικά από την ηγούμενη της εν λόγω ‘κατ’ οίκον εκκλησίας’(house church) και εκείνη πάντοτε χρησιμοποιούσε κωδικοποιημένες λέξεις/φράσεις. Η ίδια, όπως είπε, όταν πήγαινε στις εν λόγω συνάξεις έπρεπε να έχει κλειστό το κινητό της τηλέφωνο και η ηγούμενη της εν λόγω ‘κατ’ οίκον εκκλησίας’(house church) κρατούσε τα κινητά τηλέφωνα όλων. Άρχιζαν την τελετή με προσευχές και τη θεία κοινωνία, έπειτα απάγγελναν τρεις ύμνους (για τους οποίους η Αιτήτρια ανέφερε την πρώτη φράση από τον καθένα) και ακολούθως, ο ιερέας είτε προέβαινε σε κάποιο κήρυγμα είτε απάγγελνε κάποιο κομμάτι από την Αγία Γραφή. Έπειτα, έψαλλαν ακόμη έναν ύμνο και μετά από αυτό γινόταν συλλογή των εισφορών. Δήλωσε επιπλέον, κατόπιν σχετικού ερωτήματος, ότι δύο εβδομάδες κατόπιν της άφιξης τους στην Κύπρο, έλαβαν τηλεφώνημα από τον θείο της (από την πλευρά της μητέρας της) που ζει στην Γερμανία, ο οποίος τους είπε ότι η γιαγιά της του τηλεφώνησε και του είπε πως εκείνες έφυγαν εγκαίρως από το Ιράν και κατάφεραν να σωθούν, καθώς οι αρχές επισκέφθηκαν τα σπίτια της γιαγιάς της και της θείας της (από την πλευρά της μητέρας της) αναζητώντας την Αιτήτρια και την οικογένεια της. Προσθέτοντας, ανέφερε ότι κάποιος συμμαθητής της από το πανεπιστήμιο είχε επίσης τηλεφωνήσει στην γιαγιά της και την ενημέρωσε ότι αναζητούσαν την ίδια την Αιτήτρια από την ασφάλεια του πανεπιστημίου.
Η Αιτήτρια περιέγραψε την προτεσταντική εκκλησία στην Λάρνακα. Επίσης, κατόπιν που της ζητήθηκε, η Αιτήτρια περιέγραψε την προτεσταντική λειτουργία που γίνεται στην εν λόγω εκκλησία. Δήλωσε επίσης ότι μία φορά κάθε μήνα, λαμβάνει χώρα η τελετή του μυστικού δείπνου. Επιπλέον, ανέφερε ότι κατά την προσευχή κατά τη λειτουργία, η ίδια σηκώνεται όρθια και σκύβει το κεφάλι της προς τα κάτω, κρατώντας τα χέρια της με συγκεκριμένο τρόπο (τον οποίο έδειξε κατά την συνέντευξη), ενώ όταν προσεύχεται στο σπίτι τα βράδια, γονατίζει στο πάτωμα. Παράλληλα, όπως ανέφερε, συμμετέχει σε μαθήματα κατήχησης στην εν λόγω εκκλησία, κανονικά μία φορά την εβδομάδα. Στα εν λόγω μαθήματα, όπως ανέφερε, ξεκινούν με προσευχές και απαγγέλνουν κάποιο μέρος της Αγίας Γραφής, και έπειτα ο ιερέας τους εξηγεί τα κεφάλαια από το Ευαγγέλιο και στο τέλος του μαθήματος κάνουν προσευχές (η Αιτήτρια αναφέρθηκε επίσης στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, λέγοντας συνοπτικά το τι αναφέρεται στο κεφάλαιο 3). Ερωτηθείσα σχετικά με το πως ασκεί τη (νέα) θρησκεία της επί καθημερινής βάσης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το πρωί όταν ξυπνάει κάνει την προσευχή της (η Αιτήτρια απήγγειλε την εν λόγω προσευχή που κάνει).
Σε σειρά περαιτέρω ερωτήσεων που ακολούθησαν, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι γνώριζε πως η κατοχή και διανομή αντιγράφων της Αγίας Γραφής αποτελεί μια από τις πιο σοβαρές κατηγορίες που μπορεί να οδηγήσει σε βαρύτατη τιμωρία από τις Ιρανικές αρχές, ενώ αναφορικά με το πως κατάφερε να μην την ανακαλύψουν, η Αιτήτρια ανέφερε πως δεν έδιναν συχνά αντίγραφα της Αγίας Γραφής στη μητέρα της και σε περίπτωση που της έδιναν αντίγραφα, η μητέρα της τα κρατούσε κλειδωμένα σε ένα συρτάρι στην γκαρνταρόμπα της.
Ακολούθως, σε ερώτημα, προς υποστήριξη του ότι έφυγε από τη χώρα της ώστε να μπορεί να ασκεί ελεύθερα την (νέα) θρησκεία της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αφού ήρθαν στην Κύπρο, αρχικά πήγαιναν αρκετές φορές σε ορθόδοξη εκκλησία εφόσον οι περισσότερες εκκλησίες είναι ορθόδοξες, όμως επειδή υπήρχαν εμπόδια με τη γλώσσα, αφού η λειτουργία ήταν πάντα στα ελληνικά, δεν μπορούσαν να συμμετέχουν, ενώ αμέσως μετά, κάποιος τους είχε συστήσει την εν λόγω προτεσταντική εκκλησία στην Λάρνακα. Σχετικά με τα μαθήματα στα οποία συμμετείχε στην εν λόγω εκκλησία, η Αιτήτρια είπε ότι από τότε που ήρθε στην Κύπρο παρακολουθούσε τα εν λόγω μαθήματα 2-3 φορές στο μήνα. Η Αιτήτρια ανέφερε επίσης ότι στα εν λόγω μαθήματα μαζί της είχε μόνο την Αγία Γραφή, ενώ προτού βαπτιστεί, η ίδια έπρεπε να συμπληρώσει μια σειρά από 20 μαθήματα (η Αιτήτρια προσκόμισε έγγραφη βεβαίωση ημερ. 29/11/2019 της βάφτισής της στις 19/05/2019, από την εν λόγω εκκλησία – ερυθρό 30 του Διοικητικού Φακέλου). Επίσης, περιέγραψε την τελετή της βάπτισης της, αναφέροντας ότι η ίδια επέλεξε να κάνει νηστεία για μερικές ημέρες πριν την βάπτιση της, απέχοντας από την κατανάλωση κρέατος, ενώ προσευχόταν συνεχώς. Κατά την ημέρα της τελετής, η Αιτήτρια απάγγειλε προσευχές και ενώπιον αρκετών ατόμων βεβαίωσε την πίστη της. Έπειτα ακολούθησε η λειτουργία εντός της εκκλησίας και ακολούθως μετέβηκαν στην θάλασσα όπου έγινε η βύθιση της στο νερό από δύο ιερείς, στην παρουσία των πρεσβύτερων της εκκλησίας, αφότου πρώτα προσευχήθηκαν όλοι μαζί και αφού επαναβεβαίωσε την πίστη της στον Χριστό. Πρόσθετα, ανέφερε το συμβολισμό της βάπτισης (η Αιτήτρια παρέπεμψε στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 28). Ανέφερε επίσης, κατόπιν σχετικής ερώτησης, το συμβολισμό του σταυρού. Τέλος, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν υπάρχουν οποιοιδήποτε άλλοι λόγοι, πέραν από αυτούς που ήδη ανέφερε, για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και ότι η ζωή της θα κινδυνεύει καθώς σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, τα άτομα που εγκαταλείπουν το Ισλάμ και μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό, θεωρούνται ως αποστάτες, κάτι που τιμωρείται με τη θανατική ποινή.
Ο αρμόδιος λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α., αξιολόγησε τα όσα η Αιτήτρια δήλωσε στην συνέντευξη της και διέκρινε τους εξής ισχυρισμούς: Α) Ταυτότητα και χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, και Β) Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι έχει μεταστραφεί στο προτεσταντικό δόγμα του Χριστιανισμού. Αξιολογώντας τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. τον έκανε αποδεκτό. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό (ήτοι ότι η Αιτήτρια μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό και συμμετείχε σε εκκλησιαστικές συνάξεις στη χώρα καταγωγής της, ενώ έπειτα που ήρθε στην Κύπρο βαπτίστηκε), κατά την αξιολόγηση του από τον αρμόδιο λειτουργό της Ε.Υ.Υ.Α., κρίθηκε ως μη αποδεκτός λόγω απουσίας εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας (ερυθρά 46-45 του Διοικητικού Φακέλου). Με (αποσπασματικές) αναφορές σε ορισμένα μόνο σημεία από τις δηλώσεις της Αιτήτριας, στα οποία περιόρισε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε το εν λόγω αίτημα της Αιτήτριας.
Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την μεταστροφή της Αιτήτριας από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό, ο εν λόγω λειτουργός (βάσει μόνο ορισμένων σημείων από τις αναφορές της Αιτήτριας, κυρίως γεγονότα που αφορούσαν την μεταστροφή του πατέρα της) κατέγραψε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με το ότι η ίδια ήρθε σε επαφή με τον Χριστιανισμό για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2007 όταν έμαθε για την μεταστροφή του πατέρα της, καθώς και με τον τρόπο που ανακάλυψαν ότι ο πατέρας της μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό, δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανοποιητική επεξήγηση, λόγω του ότι οι εν λόγω απαντήσεις που έδωσε δεν αποδίδουν εύλογα κάποια διασύνδεση με τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις (βάσει των οποίων, ως η Αιτήτρια ισχυρίστηκε στη συνέχεια, ακολούθησε και η ίδια τον Χριστιανισμό και ξεκίνησε να συμμετέχει τακτικά σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία). Επιπλέον, ο εν λόγω λειτουργός, συμπέρανε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει το πως ο θάνατος του πατέρα της θα μπορούσε να συσχετιστεί άμεσα με την μεταστροφή της, αφού η ίδια ισχυρίστηκε ότι αυτό το γεγονός (ήτοι ο θάνατος του πατέρα της τον Οκτώβριο του 2007 καθώς και η προγενέστερη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό) ήταν το κρίσιμο σημείο που την οδήγησε στην μεταστροφή της. Ούτε η Αιτήτρια, όπως σημείωσε, ήταν σε θέση να αιτιολογήσει ευλόγως το χρονικό διάστημα των 10 ετών που μεσολάβησε από την πρώτη της επαφή με τον Χριστιανισμό και την επακόλουθη μεταστροφή της, εφόσον απλά ανέφερε ότι εκείνη την περίοδο η ίδια φοιτούσε στο πανεπιστήμιο, ενώ σε αντίφαση με τον προηγούμενο της ισχυρισμό αναφορικά με την μεταστροφή του πατέρα της, δήλωσε ότι ήταν κατόπιν που έγινε μάρτυρας των αλλαγών στην μητέρα της που αποφάσισε να έρθει πιο κοντά στον Χριστιανισμό. Περαιτέρω, ο εν λόγω λειτουργός σημείωσε ότι, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο μόρφωσης της Αιτήτριας καθώς και την ισχυριζόμενη μεταστροφή της, εύλογα αναμενόταν να είναι σε θέση να αναφερθεί με λεπτομέρεια και συνέπεια ως προς το τι ενεργοποίησε τις σκέψεις της, παρά να ανταποκριθεί με απλοϊκό και γενικευμένο τρόπο (λέγοντας ότι έψαχνε για γαλήνη μετά τον θάνατο του πατέρα της, καθώς και για ένα αντίθετο προς το Ισλάμ θρησκευτικό δόγμα, καθότι το ισλαμικό θρήσκευμα δημιουργεί ανισότητες μεταξύ αντρών και γυναικών).
Όσον αφορά τις θρησκευτικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε ως μέλος εκκλησιαστικής σύναξης σε οικία, ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. (περιορίζοντας σε μερικά μόνο αποσπάσματα από τις περιγραφές που έδωσε η Αιτήτρια για τις εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία στις οποίες συμμετείχε η ίδια) κατέγραψε ότι η Αιτήτρια κλήθηκε να δώσει πληροφορίες για τα υπόλοιπα μέλη, αλλά απλά είπε ότι ήταν δώδεκα στον αριθμό τα άτομα που συμμετείχαν, χωρίς να είναι σε θέση να υποστηρίξει περαιτέρω τις δηλώσεις της, προβάλλοντας ότι δεν τους γνώριζε. Επιπλέον, ο εν λόγω λειτουργός παρατήρησε ότι η Αιτήτρια παρείχε μια γενική περιγραφή των συναντήσεων στις οποίες συμμετείχε στα πλαίσια των εκκλησιαστικών συνάξεων σε οικία, αλλά δεν ήταν σε θέση να παρέχει μια πιο λεπτομερή περιγραφή όταν της ζητήθηκε, αφού απλά ανέφερε ότι κατά τις εν λόγω συνεδρίες οι συμμετέχοντες έψαλλαν ύμνους και προσευχόντουσαν, ενώ στο τέλος προσφέρονταν κεράσματα. Ως επίσης κατέγραψε ο εν λόγω λειτουργός, η Αιτήτρια έδωσε μια επιφανειακή περιγραφή της ηγούμενης της οικίας στην οποία λάμβαναν χώρα οι εκκλησιαστικές συνάξεις που η ίδια συμμετείχε, χωρίς η ίδια να είναι σε θέση να παρέχει οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετικά με την γυναίκα εκείνη. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. σημείωσε ότι λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Αιτήτρια, λόγω και της προσωπικής συμμετοχής της στις κατ’ ισχυρισμό θρησκευτικές συναντήσεις, έπρεπε να ήταν σε θέση να παρέχει πληροφορίες με πειστικό τρόπο ως επίσης να περιγράψει οιαδήποτε προσωπική της εμπειρία σχετικά με τις συνεδρίες και τα υπόλοιπα μέλη που συμμετείχαν, παρά απλά να παρέχει γενικές πληροφορίες. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. σημείωσε (με μια τελείως επιφανειακή καταγραφή) ότι αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό βάπτιση της Αιτήτριας, η ίδια προέβαλε αντιφατικές δηλώσεις, εφόσον αρχικά είπε ότι δεν είχε ακόμη βαπτισθεί λόγω του ότι το νερό ήταν κρύο, ενώ έπειτα η ίδια περιέγραψε την τελετή βάπτισης της.
Βάσει των ανωτέρω σημείων που κατέγραψε στα πλαίσια της ανάλυσης του, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί η εσωτερική της αξιοπιστία καθώς η Αιτήτρια δεν κατάφερε να περιγράψει επαρκώς την προσωπική διαδικασία μεταστροφής της από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό και ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε συγκεκριμένο και λεπτομερές σχετικά με την προσωπική της εμπλοκή σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία στη χώρα καταγωγής της, ενώ έκανε αντιφατικές δηλώσεις αναφορικά με τη βάπτιση της. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του πιο πάνω ισχυρισμού, ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. σημείωσε ότι ούτε αυτή μπορεί να διαπιστωθεί.
Κατά την αξιολόγηση του (μελλοντικού) κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην χώρα καταγωγής της Αιτήτριας (ήτοι σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράν), με βάση τον μοναδικό της ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός (ήτοι την ταυτότητα και χώρα καταγωγής της), ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι με βάση τα γεγονότα που προέκυψαν και το προσωπικό της προφίλ, δεν υπάρχει εύλογη πιθανότατα ότι σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ενδέχεται να αντιμετωπίσει μεταχείριση που μπορεί να ανάγεται σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι στη βάση των προβαλλόμενων δηλώσεων της, η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, εφόσον δεν διαπιστώθηκε φόβος δίωξης της με βάση την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική άποψη, σύμφωνα με το άρθρο 3Δ(1) του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατάληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 19, εδάφια (1) και (2) (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου. Ως προς άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο εν λόγω λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη ότι στη βάση πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση στο Ιράν δεν υφίστατο διεθνής ή ένοπλη σύρραξη στη χώρα, κατέληξε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στον τελευταίο τόπο διαμονής της στη χώρα καταγωγής (ήτοι στην Τεχεράνη του Ιράν), η Αιτήτρια δεν θα είναι σε κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, διαπιστώνω ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν προβεί σε επαρκή έρευνα και φαίνεται να κατέληξαν σε συμπεράσματα τα οποία δεν είχαν εξεταστεί υπό το πρίσμα της εξατομικευμένης έρευνας που όφειλαν να διεξάγουν. Συνακόλουθα, και ενόψει των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, κατά το στάδιο αξιολόγησης του ενδεχόμενου κινδύνου που θα αντιμετώπιζε η αιτήτρια κατά την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της, όταν ετοιμάστηκε η σχετική εισήγηση, δεν αξιολόγησε ουσιώδη γεγονότα, δεν διερεύνησε το σύνολο των ουσιωδών στοιχείων ως όφειλε, ενώ επίσης διαφαίνεται η έλλειψη γνώσης ουσιωδών πραγματικών γεγονότων, που ενδεχομένως να επηρέαζε την όλη κρίση του αρμόδιου οργάνου.
Ειδικότερα, όσον αφορά την εσωτερική αξιοπιστία της αιτήτριας, ως προκύπτει από τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη της, η ίδια εξήγησε με λεπτομέρεια και με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά, τα επιμέρους στάδια που οδήγησαν στη μεταστροφή της στον Χριστιανισμό, όπου πέραν των αναφορών ως προς την μεταστροφή του πατέρα της (σε μέρος των οποίων βασίστηκε κυρίως ο αρμόδιος λειτουργός κατά την ανάλυση του), παρέθεσε επίσης λεπτομέρειες αναφορικά με την περίπτωση της γιαγιάς της και του συζύγου της, καθώς και τη διασύνδεση των εν λόγω γεγονότων με τα όσα μεσολάβησαν για την μεταστροφή της μητέρας της, που εν τέλει οδήγησαν και στην απόφαση της ίδιας να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, χωρίς ωστόσο όλα αυτά να ληφθούν υπόψη κατά την πιο πάνω αξιολόγηση της αξιοπιστίας της. Ειδικότερα ως προς το πως ανακάλυψαν για την μεταστροφή του πατέρα της, πέραν των όσων έλαβε υπόψη του ο αρμόδιος λειτουργός, η Αιτήτρια αναφέρθηκε επιπλέον στο γεγονός ότι όλοι τους ήταν μάρτυρες των αλλαγών στον πατέρα της, καθώς και ότι ο πατέρας της δεν τους ανέφερε οτιδήποτε για την μεταστροφή του εφόσον εκείνος ανακάλυψε την (νέα) του πίστη προς το τέλος της ζωής του και επίσης, ίσως ανησυχούσε για την ασφάλεια της οικογένειας του και δεν ήθελε να θέσει τις ζωές τους σε κίνδυνο. Ούτε λήφθηκαν υπόψη κατά την πιο πάνω αξιολόγηση, οι αναφορές που η Αιτήτρια έκανε σε αρκετές περιπτώσεις σχετικά με τις σκέψεις της και τα εσωτερικά της συναισθήματα, που συνακόλουθα οδήγησαν στην μεταστροφή της. Ομοίως, ούτε λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι κατά το θάνατο του πατέρα της (το 2007) η ίδια ήταν σε εφηβική ηλικία, ενώ κατά την ενηλικίωση της, οπότε και έμαθε για την μεταστροφή της μητέρας της, ως η ίδια διευκρίνισε, τότε φοιτούσε στο πανεπιστήμιο και ήταν έπειτα που έγινε μάρτυρας της αλλαγής στην μητέρα της που άρχισε να ενδιαφέρεται για τον Χριστιανισμό (ενώ και πριν από αυτό το σημείο συμμετείχε σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία, όχι όμως συχνά, όπως επίσης ανέφερε στην συνέντευξη της).
Περαιτέρω, ως προκύπτει από τη συνέντευξη της, η Αιτήτρια έδωσε συγκεκριμένες και εμπεριστατωμένες πληροφορίες στα (κατ’ επανάληψη) ερωτήματα που τέθηκαν σε αυτήν αναφορικά με τη συμμετοχή της στις εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία στη χώρα καταγωγής της, καθώς και στο πως εξασκούσε τη (νέα) θρησκεία της, δεδομένα που ουδόλως λήφθηκαν υπόψη από τον αρμόδιο λειτουργό κατά την πιο πάνω αξιολόγηση. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια παρείχε λεπτομερή περιγραφή μιας τυπικής συνάντησης στα πλαίσια της ‘κατ’ οίκον εκκλησίας’ (house church) που επισκεπτόταν στο Ιράν, αναφέροντας ακόμη και τους συγκεκριμένους τρεις ύμνους που έψαλλαν στην αρχή των συναντήσεων. Ωστόσο, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε (επιφανειακά) ότι η Αιτήτρια παρείχε μια γενική περιγραφή των εκκλησιαστικών συνάξεων σε οικία που συμμετείχε και δεν να ήταν σε θέση να παρέχει μια πιο λεπτομερή περιγραφή. Επιπλέον, η Αιτήτρια ανέφερε συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο την σύστησαν στις εν λόγω εκκλησιαστικές συνάξεις, καθώς και με λεπτομέρεια τα όσα έγιναν κατά την πρώτη ημέρα της ένταξης της στην εν λόγω, δεδομένα που όμως δεν λήφθηκαν υπόψη από τον λειτουργό κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της. Όσον αφορά τα όσα κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός σχετικά με το ότι η Αιτήτρια δεν γνώριζε λεπτομέρειες για τα υπόλοιπα άτομα που παρευρίσκονταν, αλλά ούτε και για την ηγούμενη στο σπίτι της οποίας γίνονταν οι εν λόγω εκκλησιαστικές συνάξεις, παρατηρείται ότι η Αιτήτρια είχε αναφέρει πως δεν γνώριζε τα υπόλοιπα άτομα από πριν, αλλά της συστήθηκαν εκεί, ενώ παράλληλα ανέφερε ότι έπαιρναν συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης για λόγους ασφαλείας, καθώς και ότι οι διευθετήσεις γίνονταν αποκλειστικά από την εν λόγω ηγούμενη της ‘κατ’ οίκον εκκλησίας’ (house church), δεδομένα που επίσης δεν αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό.
Όσον αφορά την προσωπική βιωματική εμπειρία που ανέφερε ότι είχε κατά την τελετή της βάπτισης της, η Αιτήτρια παρείχε μια πλήρης και συγκεκριμένη απάντηση αναφορικά με τον συμβολισμό της βάπτισης, μνημονεύοντας ακόμα και συγκεκριμένα εδάφια της Αγίας Γραφής σχετικά με τη φύση και τους λόγους για την βάπτιση. Επίσης, παρείχε λεπτομερή και συγκεκριμένη απάντηση αναφορικά με τη διαδικασία που ακολούθησε πριν και κατά τη διάρκεια της βάπτισης της. Ωστόσο οι πληροφορίες αυτές δεν έτυχαν αξιολόγησης από τον αρμόδιο λειτουργό (ο οποίος περιορίστηκε στο να αναφερθεί μόνο στα περί αντιφάσεων που εντόπισε στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας αναφορικά με την βάπτισή της). Συνάμα, ο εν λόγω λειτουργός φαίνεται να αγνόησε εντελώς την υποσημείωση που καταγράφεται στη σχετική ενότητα στο πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας (ερυθρό 33 του Διοικητικού Φακέλου), όπου προκύπτει ότι (αρχικά) η Αιτήτρια δεν είχε βαπτιστεί λόγω του ότι το νερό της θάλασσας ήταν κρύο, όμως ως η ίδια (έπειτα) δήλωσε, είχε ήδη βαπτισθεί, ενώ προσκόμισε και σχετικό έγγραφο ημερ. 29/11/2019, στο οποίο επιβεβαιώνεται ότι βαπτίστηκε στις 19/05/2019 (ερυθρό 30 του Διοικητικού Φακέλου).
Πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια παρείχε συγκεκριμένες και εξατομικευμένες απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις που της τέθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό αναφορικά με τον τρόπο που προσεύχεται καθώς και λεπτομερείς περιγραφές του εσωτερικού της προτεσταντικής εκκλησίας που είπε ότι επισκέπτεται στην Λάρνακα, μιας τυπικής λειτουργίας στην εν λόγω εκκλησία και των μαθημάτων κατήχησης που είπε ότι παρακολουθεί. Ακόμη, η Αιτήτρια παρείχε συγκεκριμένη περιγραφή του πιο πρόσφατου μαθήματος που παρακολούθησε στην εν λόγω εκκλησία, μνημονεύοντας και το συγκεκριμένο κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο που συζητήθηκε κατά το εν λόγω μάθημα.
Ωστόσο, τα πιο πάνω ουδόλως αξιολογήθηκαν από τον εν λόγω λειτουργό. Επιπλέον, καθόλου δεν αξιολογήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, το γεγονός ότι η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε βασικές έννοιες του Χριστιανισμού, όπως η σημασία της σταύρωσης και ο συμβολισμός του σημείου του σταυρού, καθώς και ο συμβολισμός της βάπτισης, αλλά ούτε και η δήλωση της αναφορικά με το ότι προσεύχεται (με συγκεκριμένη προσευχή) ασκώντας έτσι τη (νέα) θρησκεία της επί καθημερινής βάσης. Πέραν τούτου, η Αιτήτρια ανέφερε στη συνέντευξή της ότι μετά τη φυγή της από τη χώρα της, οι ιρανικές αρχές αναζήτησαν την ίδια και την οικογένειά της στο σπίτι της γιαγιάς της και της θείας της, ενώ την αναζητούσε και η ασφάλεια του πανεπιστημίου όπου σπούδαζε. Ωστόσο, αυτοί οι ισχυρισμοί ουδόλως έτυχαν αξιολόγησης από τον αρμόδιο λειτουργό.
Ενισχυτικά, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, καμία έρευνα δεν έγινε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τον αρμόδιο λειτουργό προς εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας, εφόσον θεωρείται ότι θα μπορούσε έστω να προβεί σε τέτοια ειδική έρευνα για τις εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικίες στο Ιράν και για τη μεταχείριση, από τις αρχές και την κοινωνία, ατόμων που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό στο Ιράν, ως επίσης για την προτεσταντική εκκλησία και τα δόγματα της, γενικότερα, αντιπαραβάλλοντας τις εν λόγω πληροφορίες με τις σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας.
Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι κατά το στάδιο αξιολόγησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπου ετοιμάστηκε η σχετική εισηγητική έκθεση (ερυθρά 49-43 του Διοικητικού Φακέλου) ο αρμόδιος λειτουργός και συνακόλουθα ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου φαίνεται να μην αξιολόγησαν επαρκώς τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας καθώς αρκετά σημεία της συνέντευξης δεν έτυχαν καμίας αξιολόγησης ή αξιολογήθηκαν επιφανειακά (ως έχει ήδη αναλυθεί εκτενώς ανωτέρω), οδηγώντας ουσιαστικά στην απόρριψη ενός τόσο ουσιώδη ισχυρισμού που ενδέχεται να επηρέαζε την όλη έκβαση του αιτήματος της Αιτήτριας. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως αποτελεί δικαστική γνώση ( ως θα αναφερθεί αναλυτικά κατωτέρω, με παραπομπή σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης) ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας (Ιράν), τα άτομα που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό, ενδέχεται με την επιστροφή τους να αντιμετωπίσουν δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της μεταστροφής τους καθαυτής ή/και κατά την εξάσκηση της (νέας) τους θρησκείας εκεί. Η αρμόδια αρχή παρέλειψε να αξιολογήσει ενδελεχώς έναν τόσο ουσιώδη ισχυρισμό και γεγονός που είχε ενώπιον της (ήτοι τα περί μεταστροφής της Αιτήτριας στον Χριστιανισμό), με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αυθαίρετο εύρημα και συμπέρασμα, το οποίο δεν δικαιολογείται από τα όσα είχε αναφέρει η Αιτήτρια στην αίτηση της και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της.
Ειδικότερα, ως αναλύθηκε ανωτέρω, ενώ η Αιτήτρια είχε αναφέρει στην συνέντευξη της πλειάδα από δεδομένα και γεγονότα που σχετίζονται με τη μεταστροφή της στον Χριστιανισμό και τον λόγο που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, εντούτοις η αρμόδια αρχή παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αξιολόγηση και εκτίμηση των εν λόγω ισχυρισμών της, αφού παρέλειψε να εξετάσει βασικές δηλώσεις της που σχετίζονται με το αίτημά της, και ούτε προέβη σε οποιοδήποτε έλεγχο προς διασταύρωση των λεγόμενων της Αιτήτριας με πηγές για την χώρα καταγωγής της, για να διακριβώσει την αξιοπιστία της περί τούτου σύμφωνα με το άρθρο 18 εδάφια (3) και (7Α ) του Περί Προσφύγων Νόμου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της Αιτήτριας, κρίνονται ουσιώδεις για να προσδιοριστεί κατά πόσο ένα πρόσωπο δικαιούται καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Η αρμόδια αρχή δεν προέβη σε δέουσα και επαρκή έρευνα και συνακόλουθα σε ενδελεχή αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, αγνοώντας, τελείως, αρκετές βασικές αναφορές της και χωρίς να υπεισέλθει σε εξέταση κατά πόσον ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας ήταν εξωτερικά αξιόπιστος με το να τον διασταυρώσει με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές ή κοινές εκθέσεις σε σχέση με τρίτες χώρες ή το Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της ιδιότητας του πρόσφυγα της Ύπατής Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, ως προβλέπεται από τα άρθρα 17 (1) (α) και (β) καθώς και το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου φαίνεται να κατέληξε σε συμπεράσματα αγνοώντας και παραλείποντας να εξετάσει πλήρως έναν τόσο ουσιώδη ισχυρισμό, ώστε να διαπιστωθεί η γενική αξιοπιστία της Αιτήτριας. Οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν επίσης, ως σε κάθε περίπτωση όφειλαν, να προβούν στη δέουσα έρευνα για να αξιολογήσουν τον κίνδυνο που πιθανό να διέτρεχε η Αιτήτρια εάν επέστρεφε στην χώρα καταγωγής της. Ο λόγος που η Αιτήτρια επικαλείται θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπαγωγή της στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και το αρμόδιο όργανο όφειλε να τον εξετάσει δεόντως, αλλά παρόλα αυτά πλανήθηκε εφόσον δεν προέβη σε ενδελεχή αξιολόγηση προτού εκδώσει την (επίδικη) απόφαση του.
Ενόψει όλων των πιο πάνω αναφερθέντων, εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη επαρκής έρευνας καθώς και πλάνης περί τα πράγματα, καθότι διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να εξετάσει ενδελεχώς έναν προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι δηλαδή η Αιτήτρια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα της εξαιτίας της μεταστροφής της στον Χριστιανισμό, καθώς επίσης και να λάβει υπόψη της ουσιώδη γεγονότα, ως όφειλε, κατά την αξιολόγηση του αιτήματος της αιτήτριας, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω.
Παρατηρώ επίσης ότι η αρμόδια αρχή ενήργησε με βάση παντελώς εσφαλμένες αντιλήψεις και κρίσεις περί το Νόμο, καθώς και για τις νομικές αρχές που αφορούν τα επίδικα θέματα. Όταν η πλάνη αφορά σε λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου ή/και σε κακή εφαρμογή των διατάξεων του νόμου τότε συντρέχει πλάνη περί το Νόμο (βλ. Ν. Χρ. Χαραλάμπους, Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, 2006, σελ. 238). Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω ότι ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω διαπιστώνω και ύπαρξη νομικής πλάνης καθότι η αρμόδια αρχή δεν ερμήνευσε σωστά τον Νόμο και ειδικότερα το άρθρο 18, εδάφια (3) και (7Α), του Περί Προσφύγων Νόμου, όσον αφορά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Εντούτοις, ως μπορεί να διαπιστωθεί (από την ανάλυση που έγινε ήδη ανωτέρω), οι Καθ΄ ων η αίτηση πλανήθηκαν ουσιωδώς περί το Νόμο, και αυτό διότι τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια αναφορικά με την μεταστροφή της στον Χριστιανισμό, που αποτελεί και τον ουσιώδη λόγο για να εξεταστεί αν υπάγεται στο καθεστώς διεθνούς προστασίας, δεν αξιολογήθηκαν ενδελεχώς. Ενόψει τούτου, η πλάνη των Καθ΄ ων η αίτηση έγκειται ακριβώς στην κακή εφαρμογή του περί Προσφύγων Νόμου, και ειδικότερα του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου. Νοουμένου ότι το νομοθετικό πλαίσιο προς εξέταση των αιτήσεων των αιτητών διεθνούς προστασίας είναι συγκεκριμένο και θα πρέπει η αρμόδια αρχή να διαπιστώσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί του (εκάστοτε) αιτητή μπορεί να θεωρηθούν, είτε πράξεις ή/και λόγοι δίωξης σύμφωνα με τα άρθρα 3Γ και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, αντίστοιχα, είτε ουσιώδεις λόγοι να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Προσφύγων Νόμου, η αντίληψη των Καθ΄ ων η αίτηση πως κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στην παρούσα περίπτωση της Αιτήτριας, προφανώς βασίστηκε σε πλάνη περί το Νόμο εφόσον η αρμόδια αρχή όφειλε να προβεί σε ενδελεχή αξιολόγηση και δέουσα εξέταση της αίτησης της, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία και δεδομένα, καθώς και τις δηλώσεις της Αιτήτριας, που ωστόσο παρέλειψε να λάβει υπόψη, χωρίς ούτε να βασιστεί σε πληροφορίες από (αξιόπιστες) πηγές.
Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν εσφαλμένα την αξιοπιστία της Αιτήτριας και κατ’ επέκταση, βάσει αυτού, απέρριψαν την αίτηση της για διεθνή προστασία.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει καθότι στοιχειοθετούνται οι λόγοι ακύρωσης που έχουν αναλυθεί ανωτέρω όσον αφορά την μη δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση, την πλάνη περί τα πράγματα και την νομική πλάνη.
Παρ΄όλα αυτά, πέραν της ως άνω κατάληξης μου, θα προχωρήσω σε πλήρη και από τούδε και στο εξής (ex nunc) εξέταση της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας, ως η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018). Επομένως, το παρόν Δικαστήριο, θα προχωρήσει να εξετάσει επί της ουσίας κατά πόσο οι ως άνω ισχυρισμοί της αιτήτριας, μπορούν να αιτιολογήσουν την υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, εάν και εφόσον οι ισχυρισμοί της κριθούν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστοι από το παρόν Δικαστήριο.
Πέραν τούτου, στη βάση και της προαναφερθείσας δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν και οι ισχυρισμοί κατά το στάδιο των Διευκρινήσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου η Αιτήτρια κλήθηκε (σε δύο ακροάσεις) ώστε να απαντήσει σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της και κάποιες ειδικές πτυχές αυτού.
Κατά το πρώτο μέρος των διευκρινήσεων (στις 19/05/2023), αναφερόμενη στον λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι στο Ιράν έκαναν μαθήματα κρυφά σε σπίτια για τον Χριστιανισμό και όταν αυτό μαθεύτηκε, τους κυνηγούσαν και αναγκάστηκαν να φύγουν, η ίδια μαζί με την μητέρα της και τον αδελφό της. Έπειτα, η Αιτήτρια επανέλαβε τα όσα είπε και στη συνέντευξη της, περί του ότι ο σύζυγος μιας γνωστής της μητέρας της μαζί με έναν ‘ιερέα’ μετέβηκαν σε μια άλλη πόλη στο Ιράν για να φέρουν αντίγραφα της Αγίας Γραφής, ενώ αφού πέρασαν κάποιες ημέρες και έπειτα από διαδοχικές προσπάθειες, δεν κατάφερε η γυναίκα του να επικοινωνήσει μαζί τους, επειδή εκείνη είχε πολλά αντίγραφα της Αγίας Γραφής, πήραν κάποια στο σπίτι τους, αφού συνεργάζονταν. Την επόμενη όμως ημέρα η ηγούμενη της ‘κατ’ οίκον εκκλησίας’ (house church) στην οποία συμμετείχαν, επικοινώνησε με την μητέρα της Αιτήτριας παροτρύνοντας την να φύγει μαζί με τα παιδιά της. Η Αιτήτρια επικαλέστηκε πως γνώριζαν ότι στη χώρα τους βρίσκονταν σε κίνδυνο επειδή άλλαξαν θρησκεία, εφόσον κάτι τέτοιο είναι παράνομο εκεί, και σε περίπτωση που οι αρχές της χώρας υποψιάζονταν κάτι, τότε θα μάθαιναν και για τους υπόλοιπους, άρα κατάλαβαν μετά και το τηλεφώνημα προς την μητέρα της ότι έπρεπε να απομακρυνθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Ως επίσης ανέφερε, μετά (που έφυγαν από το Ιράν) δεν γνώριζαν τι γινόταν εκεί, αλλά κατόπιν συνομιλίας με τον θείο της που βρίσκεται στην Γερμανία, έμαθαν ότι τους ψάχνουν και ότι πήγαν στην θεία της και στο πανεπιστήμιο όπου σπούδαζε στο Ιράν και τους αναζητούσαν. Επιβεβαίωσε δε, ότι από τον θείο της έμαθαν ότι τους ψάχνουν οι Ιρανικές Αρχές για την μεταστροφή τους στον Χριστιανισμό, αφού εκείνος έχει επαφή με την θεία της και την γιαγιά της. Ανέφερε επίσης ότι είχαν στείλει δικαστική κλήση κατόπιν μήνυσης από την αστυνομία ώστε να εμφανιστούν στο δικαστήριο. Ενόψει του ότι δεν ήταν καθαρό το εν λόγω αντίγραφο, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως το έγγραφο αυτό κατατεθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να μπορεί να αξιολογηθεί. Η Αιτήτρια δε, επιβεβαίωσε ότι το εν λόγω έγγραφο αφορά κλήση του δικαστηρίου όσον αφορά την μεταστροφή της στον χριστιανισμό και ότι η ίδια καταζητείται, με την κατηγορία, ως αναγράφεται, πως αποστάτησε από τον μουσουλμανισμό, σχολιάζοντας παράλληλα ότι για το Ισλάμ αυτό σημαίνει ότι είσαι καταδικασμένος.
Ακολούθως, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους ενδιαφέρθηκε για τον Χριστιανισμό ως θρησκεία, λέγοντας ότι την αγάπη του Χριστιανισμού την έμαθε από την μητέρα της, αφού από τότε που πέθανε ο πατέρας της, παρατήρησε ότι η μητέρα της είχε απομακρυνθεί από όλους και απομονώθηκε, ενώ όταν συζητούσε μαζί της, η μητέρα της, της έλεγε ότι διάβαζε για τον Χριστιανισμό και αυτό την έκανε χαρούμενη. Αυτή η αλλαγή στην μητέρα της, όπως είπε, οδήγησε και την ίδια στο να ακολουθήσει αυτό τον δρόμο διότι έβλεπε την μητέρα της να κάνει κάτι σωστό. Προσθέτοντας, είπε ότι από τότε που μπορούσε να διαβάζει για τον Χριστιανισμό, από μέσα της έβλεπε φως, αγάπησε και ήθελε να ακολουθήσει τον δρόμο αυτό. Αναφορικά με την αλλαγή που είχε παρατηρήσει στον πατέρα της, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι στη συνέντευξη είπε πως ο πατέρας της είχε πιάσει το νόημα του Χριστιανισμού και η ίδια θεώρησε ότι εκείνος άλλαξε θρησκεία, ενώ όταν η ίδια έμαθε για την θρησκεία αυτή, θυμήθηκε κάτι από τον πατέρα της από παλιά και στα πράγματα του βρήκε μια κάρτα όπου αναγραφόταν το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Σχετικά με τον λόγο για τον οποίο προτιμά τον Χριστιανισμό, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι τυχερή και επιζητεί τον Χριστιανισμό γιατί έτσι βλέπει την ελευθερία της και την αγάπη που έχει στον κόσμο, προσθέτοντας ότι η εκκλησία την διάλεξε και είναι στη ζωή της, και από εκείνη τη στιγμή έχει τη βοήθεια του Κυρίου.
Ακολούθως, η Αιτήτρια κλήθηκε να περιγράψει το εσωτερικό της οικίας στην οποία συμμετείχε σε εκκλησιαστικές συνάξεις (στο Ιράν), αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι ήταν ένα μεγάλο εξοχικό σπίτι με μια μικρή αυλή, και εσωτερικά βρισκόταν το σαλόνι και δύο κρεβατοκάμαρες, ενώ ο χώρος όπου προσεύχονταν είχε γύρω γύρω καρέκλες και η ηγούμενη βρισκόταν μπροστά όπου υπήρχε το μικρόφωνο. Επίσης, η αίθουσα είχε στο πλάι τον Σταυρό του Χριστού και κάποια αντίγραφα, ενώ στο άλλο δωμάτιο που ήταν κλειστό, είχε εικόνα της Παναγίας και του Χριστού, καθώς και αντίγραφα του Ευαγγελίου στην διάλεκτο Farsi, μαζί με άλλο υλικό που δινόταν σε εκείνους που ήταν καινούργιοι, για να διαβάσουν.
Σχετικά με τους Χριστιανικούς κανόνες που τηρεί μετά την μεταστροφή της στον Χριστιανισμό, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ακολουθεί όλες τις γιορτές και έκαναν την Πρωτοχρονιά, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και την Μεγάλη Εβδομάδα, κάνοντας επίσης αναφορά στις συγκεκριμένες Χριστιανικές γιορτές που γιόρταζαν, όπως στη γέννηση του Χριστού, στον Μυστικό Δείπνο, στη Σταύρωση και την Ανάσταση, την ημέρα του Πάσχα, ως επίσης στην πεντηκοστή. Αναφέρθηκε επίσης στη Μεγάλη Εβδομάδα ως την γιορτή της Χριστιανοσύνης, καθώς και στη σημασία της Μεγάλης Εβδομάδας, ενώ αναφέρθηκε και στην Ανάσταση του Κυρίου μετά από τρεις μέρες από την ταφή Του. Είπε επίσης ότι η Σταύρωση γιορτάζεται στην Κύπρο την Μεγάλη Παρασκευή, ενώ το Μεγάλο Σάββατο γιορτάζεται η Ανάσταση, αλλά η μεγαλύτερη γιορτή της Αναστάσεως είναι την Κυριακή (του Πάσχα). Κληθείσα να αναφέρει τι έκανε η ίδια εκείνες τις ημέρες, η Αιτήτρια είπε ότι έκανε νηστεία ενώ την Μεγάλη Πέμπτη συμμετείχε σε γεύμα, όπου όλοι έκαναν προσευχή.
Σε σειρά ερωτήσεων που τέθηκαν στην Αιτήτρια αναφορικά με την Χριστιανική θρησκεία, η ίδια αναφέρθηκε και στα ονόματα ορισμένων εκ των μαθητών του Χριστού, λέγοντας πως στο σύνολο οι μαθητές ήταν δώδεκα. Ανέφερε επίσης ότι η Καινή Διαθήκη έχει τέσσερα Ευαγγέλια, αναφερόμενη και στο περιεχόμενο της. Ερωτηθείσα κατά πόσο η ίδια ασκεί τον Προτεσταντισμό, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά, ενώ στο ερώτημα κατά πόσο παρευρέθηκε ποτέ σε Θεία Κοινωνία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι συμμετέχει κάθε Κυριακή εάν δεν έχει μαθήματα, ενώ με τα όσα γίνονται στο Ιράν, κάθε Κυριακή τουλάχιστον, μαζεύονται και κάνουν προσευχή. Ανέφερε επίσης ότι αναγνωρίζει τα δύο μυστήρια της προτεσταντικής εκκλησίας που είναι το βάπτισμα και η θεία κοινωνία.
Επιβεβαιώνοντας ότι έχει βαπτιστεί, η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατέχει σχετική έγγραφη βεβαίωση, ενώ προσκόμισε στο Δικαστήριο 4 φωτογραφίες από την βάπτιση της. Κατόπιν προφορικού αιτήματος του συνηγόρου της Αιτήτριας που έκανε αποδεκτό το παρόν Δικαστήριο, κατατέθηκαν οι εν λόγω 4 φωτογραφίες από την βάφτιση της ως δέσμη εγγράφων, για σκοπούς εξέτασης. Η Αιτήτρια επίσης ανέφερε ότι η βάφτιση της έγινε στις 19/05/2019, ενώ επιβεβαίωσε ότι στις εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζεται η ίδια. Ακολούθως, ερωτηθείσα γιατί καθυστέρησε να γίνει η βάπτιση της αφού ήρθε νωρίτερα στην Κύπρο, η Αιτήτρια απάντησε ότι όταν ήρθε στην Κύπρο και πήγε στην εκκλησία τους είπε ότι έχει ασπαστεί τον Χριστιανισμό και έπρεπε να κάνει 20 μαθήματα, ενώ όταν τελείωσαν τα 20 μαθήματα ήταν τέλος του καλοκαιριού και αρχές του φθινοπώρου και τα νερά ήταν παγωμένα, και ο πάτερ της είπε να περιμένει μόλις ζεσταθεί ο καιρός, όταν τότε κατευθείαν της είπε ότι ήταν η (κατάλληλη) στιγμή για να βαπτιστεί. Δήλωσε επίσης ότι στη φωτογραφία από την βάπτιση της που προσκόμισε, απεικονίζονται ο αδελφός της, η μητέρα της, ο πάτερ από την εκκλησία και άλλα τρία άτομα που βαφτίστηκαν εκείνη την ημέρα όλοι μαζί. Ερωτηθείσα κατά πόσο γνωρίζει τη σημασία της βάφτισης, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτό ήταν το όνειρο της και γνωρίζει ακριβώς τη σημασία της βάφτισης, λέγοντας πως η βάφτιση σημαίνει ότι μαζί με το Χριστό πεθαίνεις και ξανά βαφτίζεσαι και ζωντανεύεις και συνεχίζεις τη ζωή σου.
Κατόπιν, το παρόν Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως στην επόμενη δικάσιμο για συνέχιση των διευκρινίσεων, η Αιτήτρια προσκομίσει στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα στα οποία αναφέρθηκε στην προηγούμενη δικάσιμο, εφόσον θεωρήθηκε ότι τα εν λόγω έγγραφα επηρεάζουν την ουσία της όλης υπόθεσης και ενόψει τούτου κρίθηκε σκόπιμο όπως κατατεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Εν συνεχεία, ο συνήγορος της Αιτήτριας αιτήθηκε όπως δοθεί άδεια από το παρόν Δικαστήριο για καταχώριση του εγγράφου βάπτισης της Αιτήτριας ημερ. 23/05/2023, που αναφέρει ότι βαπτίστηκε στις 19/05/2019 καθώς και του εγγράφου για το οποίο ως η ίδια δήλωσε την προηγούμενη φορά, έχει έρθει στα χέρια της μέσω της γιαγιάς της, όπου αναφέρθηκε στην κλήση που είχε αφεθεί στη γιαγιά της από την αστυνομία, αναφορικά με τα γεγονότα που περιέγραψε, το οποίο έγγραφο είναι στη γλώσσα Farsi.
Ακολούθως, το παρόν Δικαστήριο, ενόψει και του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έφεραν ένσταση, έκανε αποδεκτό το αίτημα του συνηγόρου της Αιτήτριας για καταχώριση του εγγράφου ημερ. 23/05/2023 που δηλώνει ότι αποτελεί πιστοποιητικό βάπτισης, όπως και του εγγράφου στη γλώσσα Farsi που δηλώνει ότι αποτελεί κλήση που αποστάληκε στην Αιτήτρια από συγγενείς στο Ιράν, προς εξέταση τους, τα οποία και κατατέθηκαν ως τεκμήρια για σκοπούς εξέτασης.
Ζητήθηκε επίσης από τον διερμηνέα που ήταν παρών κατά την διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως γίνει μετάφραση εντός του Δικαστηρίου του δεύτερου εγγράφου (ήτοι, που αφορά την κλήση) που είναι στη γλώσσα Farsi. Ο διερμηνέας ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο είναι από την Ισλαμική Δημοκρατία και συγκεκριμένα, από το Τμήμα 19 του ποινικού δικαστηρίου, ενώ φέρει αριθμό έκθεσης, καθώς και αριθμό φακέλου και εκδόθηκε στις 22/05/2018. Επίσης, όπως πρόσθεσε, έπειτα αναγράφεται το ονοματεπώνυμο της Αιτήτριας καθώς και το όνομα του πατέρα της. Ο διερμηνέας ανέφερε επίσης ότι ως αναγράφεται στο εν λόγω έγγραφο, θα έπρεπε (η Αιτήτρια) να εμφανιστεί στο δικαστήριο στις 31/05/2018 (αναγράφεται η ημερομηνία εμφάνισης καθώς και σε ποιο δικαστήριο θα έπρεπε να εμφανιστεί, όπως πρόσθεσε, ενώ ανέφερε επίσης τη διεύθυνση που αναγράφεται). Πρόσθετα, ο διερμηνέας είπε ότι η κατηγορία αφορά τη μεταστροφή από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό και συνομωσία/συνεργασία με άλλες ομάδες κατά/ενάντια του Ισλάμ. Σε ερώτημα του Δικαστηρίου κατά πόσο το εν λόγω έγγραφο αναφέρεται σε άρθρο ποινικού κώδικα, ο διερμηνέας απάντησε αρνητικά, ενώ επιβεβαίωσε πως πουθενά δεν υπάρχει άρθρο του νόμου και ποινικός κώδικας, σχολιάζοντας ότι σε αυτό αναγράφεται ότι αν (η Αιτήτρια) δεν είναι στο Δικαστήριο εκείνη την ημέρα, θα καταδικαστεί και αν δεν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο την άνω ημερομηνία, θα εκδοθεί διάταγμα ερήμην της. Δήλωσε επίσης ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει την ημερομηνία που παραλήφθηκε η κλήση ήτοι στις 26/05/2018, χωρίς όμως να αναφέρει το όνομα του παραλήπτη, παρά μόνο υπάρχει σφραγίδα και το ονοματεπώνυμο του ατόμου που κοινοποίησε την κλήση, ως ο διερμηνέας ανέφερε.
Ακολούθως, σε ερώτηση του Δικαστηρίου αναφορικά με το πως έλαβε το εν λόγω έγγραφο, η Αιτήτρια είπε ότι ζήτησε από την γιαγιά της αν έρθει κάποιο χαρτί, να της το στείλει, ενώ στο ερώτημα κατά πόσο η ίδια ενημερώθηκε εξαρχής ότι υπάρχει το εν λόγω έγγραφο, ανέφερε ότι η γιαγιά της το είπε στον θείο της στην Γερμανία. Η Αιτήτρια είπε επίσης ότι η γιαγιά της το έστειλε στον θείο της στην Γερμανία (μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ως επίσης ανέφερε), γιατί φοβόταν στη χώρα της. Στο ερώτημα κατά πόσο έχει το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά.
Κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου της Αιτήτριας και εφόσον δεν έφεραν ένσταση οι Καθ’ ων η αίτηση, το παρόν Δικαστήριο έκανε αποδεκτό όπως κατατεθούν ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο προς εξέταση, δέσμη τριών φωτογραφιών που προσκόμισε η Αιτήτρια, που απεικονίζουν την ίδια σε διαδηλώσεις στην Κύπρο, μετά τη δολοφονία της κοπέλας, ως αναφέρθηκε ανωτέρω στο Ιράν τον Σεπτέμβριο (του 2022), για σκοπούς εξέτασης τους. Σχετικά με τις εν λόγω φωτογραφίες, ο συνήγορος της Αιτήτριας προέβαλε ότι, όταν πρόσωπο γίνεται γνωστό ότι έλαβε μέρος σε διαδήλωση σε ξένη χώρα, όταν επιστρέφει στο Ιράν, διώκεται, ενώ κατέχει όπως δήλωσε πληροφορίες για πρόσωπο ευρείας αναγνώρισης (το οποίο η Αιτήτρια κατονόμασε με το ονοματεπώνυμο της). Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η εν λόγω κοπέλα είναι φίλη της και σπούδαζε στον Καναδά, πήγε σε διαδήλωση στον Καναδά και όταν γύρισε στο Ιράν την συνέλαβαν στο αεροδρόμιο, ενώ έπειτα εξαφανίστηκε και από τότε δεν γνωρίζουν που βρίσκεται, σχολιάζοντας επίσης ότι η κοπέλα αυτή ήταν σε διαδήλωση, όπου έβγαλαν φωτογραφίες, καθώς και ότι παρακολουθούν τα πρόσωπα και έτυχε και ήταν και εκείνη στη φωτογραφία και στο αεροδρόμιο την πιάσανε.
Τέλος, ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε ότι, όσον αφορά τις φωτογραφίες για το πρόσωπο που συνελήφθη στο Ιράν, υπέβαλε ότι δεν γνωρίζει τέτοιο περιστατικό στο διαδίκτυο από τις πηγές πληροφόρησης, αλλά ακόμη και αν ισχύει, τότε σημαίνει ότι αφορά δημόσιο πρόσωπο που ήταν γνωστή ως προσωπικότητα. Προσθέτοντας, ανέφερε ότι έγιναν χιλιάδες διαδηλώσεις στο εξωτερικό για το Ιράν και είναι εξαιρετικά δύσκολο για κάθε διαδηλωτή, να μπορεί να ταυτοποιείται από τον οποιονδήποτε.
Λαμβάνοντας ωστόσο, υπόψιν το σύνολο των δηλώσεων της Αιτήτριας, ως προβλήθηκαν καθόλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της (συμπεριλαμβανομένων και των διευκρινήσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι όσον αφορά τον πυρήνα του αιτήματός της (ήτοι τη μεταστροφή της από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό), σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στη χώρα καταγωγής της σε εκκλησιαστικές συνάξεις σε οικία, τη μετέπειτα εξάσκηση από την ίδια της Χριστιανικής Θρησκείας στην Κύπρο και συνακόλουθα την εδώ βάπτιση της υπό το προτεσταντικό δόγμα του Χριστιανισμού, η Αιτήτρια ήταν, σε γενικές γραμμές, σε θέση τόσο κατά τις δύο συνεντεύξεις ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και κατά τις διευκρινήσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, να παρέχει περιεκτικές και συνεκτικές απαντήσεις όπου ήταν δυνατό, ενώ οι αφηγήσεις της είχαν συνοχή και συνέπεια, ως επίσης, εύλογες και αληθοφανείς ήταν οι απαντήσεις που έδωσε στα σημεία όπου της ζητήθηκαν διευκρινήσεις.
Ειδικότερα, αξιολογώντας την εσωτερική της αξιοπιστία, κρίνεται ότι η Αιτήτρια εξήγησε με λεπτομέρεια τα στάδια, αναφέροντας μάλιστα τα συγκεκριμένα περιστατικά, που την οδήγησαν στη μεταστροφή της στον Χριστιανισμό. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε αρχικά στη μεταστροφή του πατέρα της, ενώ έπειτα παρέθεσε επίσης λεπτομέρειες σχετικά με την περίπτωση της γιαγιάς της και του συζύγου της, διασυνδέοντας με αληθοφανές τρόπο τα εν λόγω γεγονότα με τα όσα μεσολάβησαν στην περίπτωση της μεταστροφής της μητέρας της, ενώ με εύλογο τρόπο αφηγήθηκε το πως αυτά τα γεγονότα εν τέλει οδήγησαν και στην απόφαση της ίδιας να ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Όταν της ζητήθηκε, η Αιτήτρια επεξήγησε το πως ανακάλυψαν για την μεταστροφή του πατέρα της, ενώ αναφέρθηκε και στο γεγονός ότι όλοι τους ήταν μάρτυρες των αλλαγών στον πατέρα της, παρουσιάζοντας με εύλογο τρόπο ότι ο πατέρας της δεν τους ανέφερε οτιδήποτε για την μεταστροφή του εφόσον εκείνος ανακάλυψε την (νέα) του πίστη προς το τέλος της ζωής του και επίσης, ίσως να ανησυχούσε για την ασφάλεια τους αλλά ούτε ήθελε να θέσει (ενδεχομένως) τις ζωές τους σε κίνδυνο. Εξάλλου, αποτελεί γεγονός ότι κατά το θάνατο του πατέρα της (το 2007), οπότε και έμαθαν για την μεταστροφή του, η ίδια ήταν σε εφηβική ηλικία. Κατά την ενηλικίωση της, οπότε και έμαθε για την μεταστροφή της μητέρας της, τότε φοιτούσε σε πανεπιστήμιο, ενώ ως η ίδια διευκρίνισε, ήταν έπειτα που έγινε μάρτυρας της αλλαγής στην μητέρα της που άρχισε να ενδιαφέρεται για τον Χριστιανισμό. Πέραν τούτων, η Αιτήτρια προέβηκε σε αρκετές περιπτώσεις σε πειστικές αναφορές σχετικά με τις σκέψεις της και τα εσωτερικά της συναισθήματα, που συνακόλουθα οδήγησαν στην μεταστροφή της.
Επιπλέον, κατά τη συνέντευξη της, η Αιτήτρια έδωσε συγκεκριμένες και εμπεριστατωμένες πληροφορίες σε (κατ’ επανάληψη) ερωτήματα που της τέθηκαν σχετικά με την ‘κατ’ οίκον εκκλησία’ (house church) όπου συμμετείχε στη χώρα καταγωγής της, καθώς και για τις εκκλησιαστικές συνάξεις που είχαν εκεί. Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια παρείχε λεπτομερή περιγραφή μιας τυπικής συνάντησης σε ‘κατ’ οίκον εκκλησία’, αναφέροντας ακόμη και τους συγκεκριμένους τρεις ύμνους που έψαλλαν στην αρχή. Επίσης, η Αιτήτρια αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο την σύστησαν στην εν λόγω ‘κατ’ οίκον εκκλησία’, ως επίσης παρέθεσε με σαφή λεπτομέρεια τα όσα έγιναν κατά την πρώτη ημέρα της ένταξης της στην εν λόγω ‘εκκλησία’. Εξάλλου, η Αιτήτρια ήταν σε θέση να επεξηγήσει συγκεκριμένα τα διάφορα μέτρα πρόληψης που έπαιρναν για λόγους ασφαλείας, αναφέροντας επίσης τη συνεισφορά που η ίδια παρείχε κατά τις εν λόγω εκκλησιαστικές συνάξεις.
Επίσης, η Αιτήτρια αναφέρθηκε με αληθοφάνεια στον τρόπο πως εξασκούσε τη (νέα) της θρησκεία, καθώς και στην προσωπική βιωματική εμπειρία που είχε κατά την τελετή της βάπτισης της στην Κύπρο. Ειδικότερα, η Αιτήτρια παρείχε μια πλήρης και συγκεκριμένη απάντηση αναφορικά με τον συμβολισμό της βάπτισης, μνημονεύοντας ακόμα και συγκεκριμένα εδάφια της Αγίας Γραφής σχετικά με τη φύση και τους λόγους για την βάπτιση. Επιπλέον, παρείχε λεπτομερή και συγκεκριμένη απάντηση αναφορικά με τη διαδικασία που η ίδια ακολούθησε πριν και κατά τη διάρκεια της βάπτισης της. Πέραν τούτων, η Αιτήτρια έδωσε ολοκληρωμένες απαντήσεις στα σχετικά ερωτήματα που της τέθηκαν κατά τη συνέντευξη αναφορικά με τον τρόπο που προσεύχεται, καθώς και λεπτομερείς περιγραφές του εσωτερικού της προτεσταντικής εκκλησίας που είπε ότι επισκέπτεται στην Λάρνακα, μιας τυπικής λειτουργίας στην εν λόγω εκκλησία και των μαθημάτων κατήχησης που επίσης είπε ότι παρακολουθεί εκεί. Επιπλέον, η Αιτήτρια παρείχε συγκεκριμένη περιγραφή του πιο πρόσφατου μαθήματος που παρακολούθησε στην εν λόγω εκκλησία, μνημονεύοντας και το συγκεκριμένο κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο που συζητήθηκε κατά το εν λόγω μάθημα. Επίσης, ήταν σε θέση να αναφέρει τη συγκεκριμένη συνεισφορά που η ίδια παρείχε στην εν λόγω εκκλησία στη Λάρνακα.
Πέραν των πιο πάνω, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Αιτήτρια γνώριζε βασικές έννοιες του Χριστιανισμού, όπως τη σημασία της σταύρωσης και το συμβολισμό του σημείου του σταυρού, καθώς και το συμβολισμό της βάπτισης, ενώ ήταν επίσης σε θέση να αναφέρει τη συγκεκριμένη προσευχή που κάνει επί καθημερινής βάσης. Παρείχε, μια εύλογη επεξήγηση, όταν κλήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο έψαξε για εκκλησία όταν ήρθε στην Κύπρο, αφού είχε φύγει από τη χώρα της ώστε να μπορεί να ασκεί ελεύθερα την (νέα) της θρησκεία.
Περαιτέρω, κατά τις διευκρινήσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όποτε και κλήθηκε η Αιτήτρια να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα αναφορικά με την μεταστροφή της στον Χριστιανισμό, η ίδια ανταποκρίθηκε με την ίδια συνέπεια και σε συνοχή με τα όσα είπε κατά την συνέντευξη της (ως επί το πλείστον). Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια αναφέρθηκε με αληθοφάνεια στους λόγους για τους οποίους ενδιαφέρθηκε για τον Χριστιανισμό ως θρησκεία, επαναλαμβάνοντας τα όσα παρατήρησε αναφορικά με την αλλαγή στη μητέρα της από τότε που πέθανε ο πατέρας της, καθώς και στο ότι αυτό οδήγησε και την ίδια στο να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Αναφέρθηκε επίσης με συνοχή στα όσα η ίδια ένιωθε εσωτερικά μέσα της από τότε που έμαθε για τον Χριστιανισμό, καθώς και στην αλλαγή που είχε παρατηρήσει στον πατέρα της, επεξηγώντας περαιτέρω αυτά που η ίδια είχε παρατηρήσει σε εκείνον. Με εύλογο τρόπο, αναφέρθηκε και στους λόγους για τους οποίους η ίδια προτίμησε τον Χριστιανισμό. Επιπλέον, η Αιτήτρια έδωσε μια ολοκληρωμένη και αναλυτική περιγραφή όταν κλήθηκε να περιγράψει το εσωτερικό της ‘κατ’ οίκον εκκλησίας’ στην οποία συμμετείχε σε εκκλησιαστικές συνάξεις στο Ιράν, αναφέροντας ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες. Ήταν επίσης σε θέση να αναφερθεί στους Χριστιανικούς κανόνες που τηρεί μετά την μεταστροφή της στον Χριστιανισμό, αναφέροντας συγκεκριμένα τις μεγάλες εορτές που η ίδια ακολουθεί, παραθέτοντας παράλληλα τις σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με το πως γιόρταζαν εκείνες τις ημέρες καθώς και τις συνήθειες που τηρούσαν. Όσον αφορά την Μεγάλη Εβδομάδα, η Αιτήτρια γνώριζε τη σημασία της καθώς και τα όσα γιορτάζονταν κατά την περίοδο αυτή, περιγράφοντας επίσης, με λεπτομέρεια, τα όσα η ίδια τηρούσε εκείνες τις ημέρες. Πέραν τούτων, η Αιτήτρια αναφέρθηκε και στα γεγονότα που έγιναν κατόπιν που η ίδια ήρθε στην Κύπρο, συγκεκριμένα για το πως αρχικά πήγαιναν σε μια ελληνορθόδοξη εκκλησία και εν τέλει κατέληξαν σε προτεσταντική εκκλησία, όπου μπορούσαν να παρακολουθήσουν και να κατανοήσουν καλύτερα τη λειτουργία. Σε σειρά σχετικών ερωτήσεων που της έγιναν αναφορικά με την Χριστιανική Θρησκεία, η Αιτήτρια έδειξε ότι γνώριζε κάποιες βασικές πτυχές, όπως τον αριθμό των μαθητών Του, καθώς τα ονόματα ορισμένων εκ των μαθητών Του, ως επίσης τα Ευαγγέλια και το περιεχόμενο της Καινής Διαθήκης. Υποστήριξε με αληθοφάνεια ότι η ίδια ασκεί τον Προτεσταντισμό, αναφερόμενη στη συμμετοχή της στη Θεία Κοινωνία και στις Κυριακάτικες προσευχές, ενώ γνώριζε και για το τι συμβολίζει η θεία κοινωνία. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι έχει βαπτιστεί στην Κύπρο, αναφέροντας επίσης ότι κατέχει σχετική έγγραφη βεβαίωση, ως επίσης φωτογραφίες από την βάπτιση της (τα οποία προσκόμισε στο παρόν Δικαστήριο). Με ευλογοφάνεια διευκρίνισε ότι καθυστέρησε να γίνει η βάπτιση της, αφού όταν η ίδια ήρθε στην Κύπρο και πήγε στην εκκλησία και τους είπε ότι έχει ασπαστεί τον Χριστιανισμό, έπρεπε πρώτα να συμπληρώσει 20 μαθήματα, ενώ όταν τα ολοκλήρωσε ήταν τέλος του καλοκαιριού και αρχές του φθινοπώρου και τα νερά ήταν παγωμένα, και έτσι ο ιερέας της είπε να περιμένει μόλις ζεσταθεί ο καιρός, οπότε και κατευθείαν της είπε τότε ότι ήταν κατάλληλες οι συνθήκες για να βαπτιστεί.
Αξιολογώντας τα πιο πάνω, βάσει και πληροφοριών από εξωτερικές πηγές[2], γενικότερα προκύπτει ότι στο Ιράν, υπάρχουν ορισμένες (πολύ περιορισμένες) ‘αναγνωρισμένες’ Χριστιανικές εκκλησίες προσήλυτων, οι οποίες όμως απαγορεύεται να δέχονται όσους έχουν μεταστραφεί από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό, ούτε επιτρέπεται να δέχονται επισκέπτες, ούτε μπορούν να προσλάβουν νέα μέλη, ενώ παρά τα κατασταλτικά μέτρα της κυβέρνησης της χώρας, υπάρχουν άτομα που κηρύττουν τον Χριστιανικό Ευαγγελισμό στο Ιράν, μερικά εκ των οποίων έχουν λάβει εκπαίδευση και έχουν βαφτιστεί στο εξωτερικό. Η απόλυτη πλειονότητα αυτών των νεότερων προσήλυτων πιθανότατα δεν είχε καμία επαφή με τις εν λόγω εγγεγραμμένες εκκλησίες, αλλά ανήκουν στο κίνημα των ‘κατ' οίκον εκκλησιών’. Επίσης, ως αναφέρεται, οι προσήλυτοι με μουσουλμανικό υπόβαθρο αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα Χριστιανών στη χώρα και υπάρχουν επίσης πολλοί Ιρανοί στο εξωτερικό που ασπάζονται τον Χριστιανισμό. Επιπλέον, αναφέρεται ότι το 70% των ηγετών στην κοινότητα των ‘κατ' οίκον εκκλησιών’ ήταν γυναίκες, οι οποίες ‘έπαιξαν βασικό ρόλο στο κίνημα της κατ' οίκον εκκλησίας’ και εξασκούσαν τον ρόλο του ηγέτη, ιεροκήρυκα και δασκάλου σε κυριακάτικα σχολεία (όπως επαναβεβαιώθηκε, η πλειοψηφία των μελών στις ‘κατ' οίκον εκκλησίες’ ήταν γυναίκες). Τέλος, γίνεται αναφορά στο ότι σε σχετική έκθεση καταγράφεται πως ‘οι περισσότεροι προσήλυτοι στο Ιράν είναι Προτεστάντες, πιο συγκεκριμένα Πεντηκοστιανοί, Πρεσβυτεριανοί και Αγγλικανοί’, ενώ ‘οι αναφορές για προσηλυτισμούς σε άλλα δόγματα του Χριστιανισμού είναι σπάνιες’.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις ‘κατ’ οίκον’ εκκλησίες, στην ίδια (πιο πάνω) πηγή[3] καταγράφεται ότι, μια ‘κατ’ οίκον εκκλησία’ ιδρύεται όταν οι προσήλυτοι συγκεντρώνονται σε ιδιωτικά σπίτια για να λάβουν εκπαίδευση στον Χριστιανισμό, να διαβάσουν την Αγία Γραφή, να προσευχηθούν και να τραγουδήσουν μαζί και να παρακολουθήσουν κηρύγματα σε τηλεοπτικά προγράμματα στα περσικά μέσω Χριστιανικών δορυφορικών καναλιών από το εξωτερικό. Ως επίσης καταγράφεται σε αναφορές που υπάρχουν στην ίδια πηγή, δεδομένου ότι σχεδόν όλες οι εκκλησιαστικές λειτουργίες στην περσική γλώσσα απαγορεύονται και παραμένουν μόνο μερικές παλιές κοινότητες, οι περισσότεροι προσήλυτοι συγκεντρώνονται σε άτυπες συναθροίσεις σε ‘κατ’ οίκον εκκλησίες’ ή λαμβάνουν πληροφορίες για τη Χριστιανική πίστη μέσω δορυφορικής τηλεόρασης και ιστοσελίδων. Επίσης, οι περισσότεροι προσήλυτοι συστήθηκαν στον Χριστιανισμό, και συνεπώς στις ‘κατ’ οίκον εκκλησίες’, από την οικογένεια και φίλους, ενώ άλλοι μυήθηκαν στην πίστη μέσω Χριστιανικών προγραμμάτων στη δορυφορική τηλεόραση. Ως επίσης καταγράφεται στην πιο πάνω πηγή, οι ‘κατ’ οίκον εκκλησίες’ ποικίλλουν σε μέγεθος, μορφή και δομή, όπου οι περισσότερες είναι μικρές και ανεπίσημες, και αποτελούνται από τα στενή μέλη της οικογένειας και φίλους που συγκεντρώνονται τακτικά ή ανά τακτά διαστήματα για να προσευχηθούν, να προσκυνήσουν, να διαβάσουν την Αγία Γραφή ή/και να παρακολουθήσουν Χριστιανικά τηλεοπτικά προγράμματα που μεταδίδονται μέσω δορυφόρου ή δίσκων που λαμβάνονται λαθραία από το εξωτερικό (περιλαμβανομένων και προγραμμάτων στη γλώσσα Farsi). Άλλες ‘κατ’ οίκον εκκλησίες’ μπορεί να είναι μεγαλύτερες και μπορεί να αναπτυχθούν οργανικά καθώς τα μέλη μοιράζονται την πίστη τους με την οικογένεια και φίλους.
Όσον αφορά την έγγραφη βεβαίωση που προσκόμισε η αιτήτρια κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ημερ. 23/05/2023, καταρχάς διαπιστώνεται ότι η εν λόγω βεβαίωση έχει εκδοθεί από ανεξάρτητο θρησκευτικό ευαγγελικό ίδρυμα που λειτουργεί ως αγγλόφωνη Χριστιανική εκκλησία στην Κύπρο υπό την ονομασία ‘Larnaka Community Church’[4]. Επιπλέον, στην επίσημη ιστοσελίδα παρέχονται πληροφορίες αναφορικά με το πως μπορεί κάποιος να γίνει μέλος[5]. Πέραν τούτων, διαπιστώνεται ότι η ‘Larnaka Community Church’ αποτελεί μέλος της Παγκύπριας Ένωσης Ευαγγελικών Εκκλησιών Κύπρου (ΠΕΝΕΕΚ)[6], η οποία με τη σειρά της «…αντιπροσωπεύει την Ευαγγελική κοινότητα σε θέματα που σχετίζονται με την Κυπριακή πολιτεία και άλλα διεθνή σώματα και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής καθώς και της Διεθνούς Ευαγγελικής Ένωσης»[7]. Επιπρόσθετα, διακρίνεται ότι το περιεχόμενο της πιο πάνω έγγραφης βεβαίωσης ημερ. 23/05/2023 (που προσκόμισε η Αιτήτρια στο παρόν Δικαστήριο) είναι σε σύμπνοια με εκείνο της έγγραφης βεβαίωσης ημερ. 29/11/2019 που προσκόμισε η Αιτήτρια στην Υπηρεσία Ασύλου (βλ. συναφώς ερυθρό 30 του Διοικητικού Φακέλου) όσον αφορά τη βεβαίωση της βάπτισής της στις 19/05/2019 από την ‘Larnaka Community Church’. Κατ’ επέκταση, οι φωτογραφίες από την βάπτιση της (που προσκόμισε η Αιτήτρια στο παρόν Δικαστήριο) φαίνεται να απεικονίζουν σε γενικά πλαίσια τα όσα η ίδια (με αρκετή σαφήνεια) περιέγραψε σχετικά με τη διαδικασία κατά την ημέρα της βάφτισης της στη θάλασσα.
Ως προκύπτει από το σύνολο της ανωτέρω ανάλυσης, επιβεβαιώνεται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας, όσον αφορά πάντοτε τον πυρήνα του αιτήματός της ήτοι τη μεταστροφή της από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό και την επακόλουθη άσκηση από την ίδια της Χριστιανικής Θρησκείας, ως συνέχιση της εν λόγω μεταστροφής της.
Πέραν των πιο πάνω, παρατηρείται ότι η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως (ενδεχομένως να) καταζητείται από τις αρχές του Ιράν λόγω μεταστροφής της από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό. Πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια ανέφερε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πως της είχαν στείλει δικαστική κλήση (μέσω της γιαγιάς της στο Ιράν, ως ενημερώθηκε από τον θείο της που ζει στη Γερμανία), κατόπιν μήνυσης από την αστυνομία του Ιράν, ώστε να εμφανιστεί στο δικαστήριο της χώρας της. Ως παρατηρείται, το σχετικό έγγραφο που προσκομίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο για σκοπούς εξέτασης του από το Δικαστήριο), φέρει ημερομηνία 22/05/2018, ήτοι εκδόθηκε μετέπειτα από την αναχώρηση της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής, αφότου ήρθε στην Κύπρο. Άρα δεν θα μπορούσε η Αιτήτρια να γνωρίζει προτού εγκαταλείψει τη χώρα της ότι καταζητείτο από τις αρχές του Ιράν. Εντούτοις, ενώ η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξη της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου είχε αναφερθεί στα ίδια γεγονότα, ήτοι ότι κατόπιν που εγκατέλειψε τη χώρα, είχαν πάει οι αρχές στο σπίτι της γιαγιάς της και αναζητούσαν την ίδια την Αιτήτρια και την οικογένεια της, ως τους πληροφόρησε ο θείος της στην Γερμανία, παρέλειψε δε, να αναφερθεί στην επίδοση του πιο πάνω εγγράφου που ως αναφέρεται σε αυτό, έγινε στις 26/05/2018 (ήτοι, παρόλο που αυτό προηγήθηκε, κατά αρκετούς μήνες, πριν από τη συνέντευξη της και άρα αποτελούσε προγενέστερο γεγονός, εντούτοις η Αιτήτρια ουδέποτε το ανέφερε στη συνέντευξη της, παρά μόνο το ανέφερε κατά το μετέπειτα στάδιο των διευκρινήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου).
Αναφορικά δε, με το εν λόγω έγγραφο δικαστικής κλήσης που (κατ’ ισχυρισμό) εκδόθηκε εναντίον της Αιτήτριας στο Ιράν, σύμφωνα με σχετική έκθεση από αξιόπιστη πηγή[8], τέτοια έγγραφα συνηθίζεται πλέον (ως η νέα εκδοχή τους) να είναι ηλεκτρονικά/τυποποιημένα, ενώ φέρουν κοινά χαρακτηριστικά, όπως όνομα και οικογένεια του κατηγορουμένου, ημερομηνία, ώρα και τόπος όπου πρέπει να εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, λόγος κλήτευσης, συνέπειες αποτυχίας εμφάνισης, υπογραφή της αρμόδιας δικαστικής αρχής. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια πηγή, η κλήτευση συνήθως ορίζει όπως ο κατηγορούμενος φέρει μαζί του την ταυτότητά του, ενώ συνήθως αναφέρει ότι θα του επιβληθεί ποινή ερήμην σε περίπτωση που δεν παρουσιαστεί στο δικαστήριο. Πέραν τούτων, παρατηρείται ότι σε άλλη πηγή[9], στην οποία γίνεται παραπομπή από την πιο πάνω πηγή, υπάρχει απεικόνιση εγγράφου δικαστικής κλήσης στο Ιράν, που γενικά και εξωτερικά προσομοιάζει με αυτό που προσκόμισε η Αιτήτρια, αλλά επί του εν λόγω εγγράφου αναφέρεται επιπλέον ότι για την ταυτοποίηση απαιτείται η κατοχή εθνικής ταυτότητας, ενώ δεν υπάρχει αναφορά σε συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας εμφάνισης. Εξάλλου, στην αρχική πηγή επισημαίνεται ότι τα δικαστικά έγγραφα δεν είναι έγγραφα ταυτοποίησης και ως εκ τούτου, ως επί το πλείστον δεν εμφανίζουν άλλα χαρακτηριστικά ασφαλείας (πέραν από τις σφραγίδες και υπογραφές) τα οποία να επιτρέπουν την αξιολόγηση της γνησιότητάς τους, ενώ είναι σχετικά εύκολο να πλαστογραφηθεί ένα δικαστικό έγγραφο[10].
Λαμβάνοντας υπόψη συνδυαστικά τα πιο πάνω, ως επίσης το γεγονός ότι η αυθεντικότητα του εν λόγω έγγραφου δικαστικής κλήσης που προσκόμισε η Αιτήτρια από τη χώρα της είναι αδύνατο να εξακριβωθεί από το Δικαστήριο (ενόψει και των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, αλλά και δεδομένου ότι αποτελεί αντίγραφο ηλεκτρονικού/τυποποιημένου εγγράφου στη γλώσσα Farsi), δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι το εν λόγω έγγραφο (όντας το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκόμισε η Αιτήτρια) συνηγορεί (ενδεχομένως) υπέρ του εν λόγω αιτήματός της, ήτοι περί του ότι καταζητείται στη χώρα καταγωγής λόγω μεταστροφής της από το Ισλάμ. Ως εκ τούτου, ελλείψει ουσιαστικών λεπτομερειών/πληροφοριών, το πιο πάνω έγγραφο δε γίνεται δεκτό ως γνήσιο από το Δικαστήριο και δεν θα εξεταστεί περαιτέρω παράλληλα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας.
Ωστόσο αυτό, ουδόλως επηρεάζει τα ευρήματα περί αξιοπιστίας της Αιτήτριας ως προς τη μεταστροφή της από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό, ως παρατέθηκαν ήδη πιο πάνω, ούτε και το γεγονός ότι λόγω της μεταστροφής της η Αιτήτρια ενδεχομένως με την επιστροφή της στο Ιράν να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Επομένως, ενόψει του ότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί μεταστροφής της αιτήτριας στον Χριστιανισμό, το παρόν Δικαστήριο, θα προχωρήσει να αξιολογήσει κατά πόσον στην βάση των πιο πάνω πλέον αποδεκτών ισχυρισμών, η αιτήτρια θα υποστεί οποιαδήποτε δίωξη ή σοβαρή βλάβη στην χώρα καταγωγής της σύμφωνα με τα άρθρα 3 – 3Δ και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Κατ΄αρχάς, κρίνω σκόπιμο, όπως παραθέσω κατωτέρω, τα απαραίτητα σχετικά άρθρα του περί Προσφύγων Νόμου.
Στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, παρατίθεται ο ορισμός του πρόσφυγα, ως κατωτέρω ( η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.
[…..].»
Στο άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, αναφέρονται τα κάτωθι, όσον αφορά τους λόγους δίωξης ( η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]:
[……]
(β) Η έννοια της θρησκείας περιλαμβάνει ιδίως την υιοθέτηση θεϊστικών, αγνωστικιστικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων, τη συμμετοχή σε τυπική λατρεία, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, είτε κατά μόνας είτε σε κοινωνία με άλλους, την αποχή από τη λατρεία αυτή, άλλες θρησκευτικές πράξεις ή εκδηλώσεις απόψεων ή μορφές ατομικής ή συλλογικής συμπεριφοράς που στηρίζονται ή υπαγορεύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις.
(2) Κατά την αξιολόγηση του βάσιμου του φόβου του αιτητή ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο αιτητής χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από το δράστη της δίωξης.»
Ως προς τον φόβο δίωξης της Αιτήτριας και αξιολογώντας τις πληροφορίες για το Ιράν που υπάρχουν σε έγκυρες πηγές, προκύπτει πως η Ιρανική κυβέρνηση στοχεύει τους πολίτες της για τις ειρηνικές πολιτικές τους δραστηριότητες και την άσκηση της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης και της ελευθερίας της θρησκείας ή των πεποιθήσεων.[11]
O νόμος στο Ιράν απαγορεύει στους μουσουλμάνους πολίτες να αλλάζουν ή να απαρνούνται τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις καθώς και ότι οι μόνες αναγνωρισμένες θρησκευτικές μεταστροφές στο Ιράν είναι από άλλη θρησκεία στο Ισλάμ. Σύμφωνα με το ‘Sharia law’, η μεταστροφή από το Ισλάμ μπορεί να θεωρηθεί ως αποστασία, η οποία είναι ‘αδίκημα στο Ιράν’ και ‘έγκλημα που τιμωρείται με θάνατο’. Επιπλέον, οι χριστιανοί που μεταστρέφονται από το Ισλάμ αποκλείονται από την ελευθερία έκφρασης των πεποιθήσεών τους.[12]
Οι Χριστιανοί προσήλυτοι που ασκούν τη θρησκεία τους ιδιωτικά ‘δεν ενδιαφέρουν τις αρχές’, αλλά ‘εκείνοι που διαδίδουν ανοιχτά τον Χριστιανισμό και επιδιώκουν να προσηλυτίσουν άλλους, αντίθετα, θα εφιστούσαν την προσοχή των αρχών και θα αντιμετώπιζαν υψηλό κίνδυνο διάκρισης επίσημα, συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης, της σύλληψης και της δίωξης’. Οι μουσουλμάνοι που ασπάζονται τον Χριστιανισμό κινδυνεύουν να συλληφθούν και να κρατηθούν εάν αποκαλυφθεί η μεταστροφή τους. Οι Χριστιανοί που διαπιστώνεται ότι ‘προσηλυτίζουν’ αντιμετωπίζουν ‘υψηλό κίνδυνο σύλληψης, δίωξης και φυλάκισης’. Αξιωματούχοι ασφαλείας παρακολουθούσαν τις εγγεγραμμένες εκκλησίες για να ελέγξουν αν συμμετείχαν μη Χριστιανοί ή προσήλυτοι, ενώ οι προσήλυτοι συλλαμβάνονται ‘για τη θρησκευτική τους πίστη ή τις δραστηριότητές τους’ και με την κατηγορία για ‘λειτουργία’ παράνομα σε ιδιωτικές κατοικίες ή υποστήριξη και αποδοχή βοήθειας από ‘εχθρικές’ χώρες.[13]
Ως εκ τούτου, οι προσήλυτοι Ιρανοί εκφράζουν την πίστη και τη ‘λατρεία τους σε ιδιωτικές κατοικίες, που έχουν γίνει ευρέως γνωστές ως ‘κατ’ οίκον εκκλησίες’’, οι οποίες αρχίσαν να λειτουργούν ως ένας τρόπος για να ‘αποφευχθεί η κακόβουλη κρατική δράση’. Πηγές κατέγραψαν ‘μια συνεχιζόμενη καταστολή των Χριστιανών προσήλυτων, ενώ τα τελευταία χρόνια, έχουν γίνει επιδρομές σε πολλές άτυπες κατ’ οίκον εκκλησίες και έχουν συλληφθεί οι πάστορες ή οι συνάδελφοί τους’, καθώς και μια ‘επιμονή σε επιδρομές σε κατ’ οίκον εκκλησίες’ σε πόλεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Τεχεράνη (όπου κατάγεται και ζούσε η Αιτήτρια). Άτομα που συμμετέχουν σε κατ’ οίκον εκκλησίες, ή ‘μυστικές εκκλησίες’, συχνά συλλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν κατηγορίες όπως ‘εγκλήματα κατά της εθνικής ασφάλειας’. Παράλληλα, ‘οποιαδήποτε συγκέντρωση Χριστιανών, συμπεριλαμβανομένων κοινωνικών συγκεντρώσεων, όπως πάρτι γενεθλίων ή αρραβώνων, αντιμετωπίζεται ως πιθανή δραστηριότητα κατ’ οίκον εκκλησίας και υπόκειται σε επιδρομές’.[14]
Πιο πρόσφατη πηγή καταγράφει ότι: «Το σύνταγμα ορίζει τη χώρα ως Ισλαμική δημοκρατία και ορίζει το Ισλάμ ως επίσημη κρατική θρησκεία. Το σύνταγμα ορίζει όπως όλοι οι νόμοι και οι κανονισμοί πρέπει να βασίζονται σε ‘ισλαμικά κριτήρια’ και σε επίσημη ερμηνεία της sharia. Το Σύνταγμα ορίζει ότι οι πολίτες θα απολαμβάνουν όλα τα ανθρώπινα, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα ‘σύμφωνα με τα ισλαμικά κριτήρια’. […] Ο νόμος απαγορεύει στους μουσουλμάνους να αλλάξουν ή να απαρνηθούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Οι μόνες αναγνωρισμένες μετατροπές είναι από άλλες θρησκείες στο Ισλάμ. Η Sharia, όπως ερμηνεύεται από την κυβέρνηση, θεωρεί τη μεταστροφή από το Ισλάμ αποστασία, ένα έγκλημα που τιμωρείται με θάνατο.».[15]
Σύμφωνα δε, με την απόφαση ημερ. 20/02/2020 του Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση PS (IRAN) And THE SECRETARY OF STATE FOR THE HOME DEPARTMENT [PS (Christianity - risk) Iran CG [2020] UKUT 46 (IAC)] (παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά): «10. That leads to our second point: what we mean by 'Christian convert'. It is not possible to make windows into men's souls. Whether someone is, or is not, a Christian is a matter of fact that is impossible to objectively verify. For example, an individual may pay very little attention to scripture or sermon but might fervently believe that Jesus Christ is the son of God; Christians with a long-held and deep belief can still face a crisis of faith at any given moment. It is no doubt for that reason that the Tribunal in Ali Dorodian v Secretary of State for the Home Department (01/TH/1537) preferred to focus on the externally observable: "as we have said, it is church membership rather than mere belief, which may lead to risk". This difficulty means that in this jurisdiction decision makers must rely largely on the observations of others to determine whether someone is, or is not, a 'genuine' Christian. A further complexity arises. There is no doubt for many a path to wholehearted belief, with gradations marked by life events and a deepening understanding. At what point along that path an individual might become a 'Christian' is not clearly signposted. There is certainly no theological consensus on the matter; baptism is an indicator, but it should not be regarded as determinative. The terminology used in this decision must therefore be read with that caveat in mind. For our purposes we are primarily concerned with those whom the Iranian state regard as 'Christians'.».
Στα πλαίσια τούτων, από εμπεριστατωμένη έκθεση για το Ιράν αναφορικά με τους προσήλυτους Χριστιανούς, όπου παρατίθενται πληροφορίες από διάφορες πηγές, προκύπτει ότι η Ιρανική κυβέρνηση θεωρεί τους προσήλυτους ως ‘υπό κάλυψη προωθητές του Χριστιανισμού’, οι οποίοι ‘προβαίνουν σε παράνομες και μυστικές συναντήσεις για να εξαπατήσουν τους πολίτες’, ενώ ως επίσης δηλώθηκε από την Ιρανική κυβέρνηση, θα λαμβάνονται νομικά μέτρα κατά ‘ιδιωτικών (κατ’ οίκον) εκκλησιών’ σε περιπτώσεις ‘παράνομης δραστηριότητας για σκοπούς κατά της ασφάλειας από την εν λόγω Χριστιανική λατρεία’. Επιπλέον, σε περίπτωση που ‘γίνει γνωστή η νέα πίστη ενός προσήλυτου, είναι πολύ πιθανό να χάσει την εργασία του’, ενώ ιδίως οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα τους πιέσουν να απαρνηθούν την πίστη τους, όπως και η ευρύτερη κοινωνία (αλλά σε μικρότερο βαθμό).[16]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πηγές πληροφόρησης στην πιο πάνω έκθεση, οι αρχές του Ιράν χρησιμοποιούν πληροφοριοδότες (τους οποίες επιλέγουν) για να διεισδύσουν στις κατ’ οίκον εκκλησίες, ενώ οι κατ’ οίκον εκκλησίες οργανώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφύγουν κάτι τέτοιο, αν και η αποτροπή εξωτερικής διείσδυσης φαίνεται να είναι δύσκολη, καθώς οι αρχές χρησιμοποιούν πληροφοριοδότες που προσποιούνται ότι είναι προσήλυτοι (μια στρατηγική για τις αρχές είναι είτε να παρακολουθούν, είτε να συλλαμβάνουν και να απελευθερώνουν, μέλη μιας κατ’ οίκον εκκλησίας, ασκώντας πίεση ορισμένες φορές, για να τους κάνουν πληροφοριοδότες). Επίσης, οι αρχές του Ιράν ερμηνεύουν την ανάπτυξη των κατ’ οίκον εκκλησιών ως απειλή για την εθνική ασφάλεια και πραγματοποιούν συστηματικά επιδρομές εναντίον τους ή και περιοδικά. Ειδικότερα, σε περίπτωση που οι αρχές λάβουν αναφορά για μια συγκεκριμένη κατ’ οίκον εκκλησία, αρχικά η κατ’ οίκον εκκλησία τίθεται υπό παρακολούθηση από τις αρχές, αλλά οι επιδρομές επικεντρώνονται ιδιαίτερα σε κατ' οίκον εκκλησίες που προσηλυτίζουν ενεργά ή αναζητούν νέα μέλη, με τον κυβερνητικό έλεγχο να είναι υψηλότερος στις αστικές περιοχές.[17]
Περαιτέρω, διακρίνεται ότι οι αρχές του Ιράν στοχεύουν πρωτίστως τους ηγέτες της κατ’ οίκον εκκλησίας και δευτερευόντως τα μέλη και τους προσήλυτους (ήτοι, σε κάθε περίπτωση, οι αρχές στοχεύουν τόσο τους ηγέτες των κατ’ οίκον εκκλησιών όσο και τα μέλη), ενώ σύμφωνα με σχετική αναφορά, οι συλληφθέντες υποβάλλονται σε εντατική και συχνά επιθετική ανάκριση, και τόσο Χριστιανοί προσήλυτοι ηγέτες όσο και τακτικά μέλη τέτοιων οίκων συνελήφθησαν, κατηγορήθηκαν και τους επιβλήθηκαν μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης.[18] Σε αυτά τα πλαίσια, φαίνεται σχεδόν ως ρουτίνα το να ζητείται από τους συλληφθέντες προσήλυτους να υπογράψουν μια δήλωση όπου υπόσχονται να απέχουν από περαιτέρω Χριστιανική δραστηριότητα, και μέλη που δεν είχαν εξέχοντα ρόλο κανονικά θα αποφυλακιστούν σύντομα εάν συμφωνήσουν (συχνά υπό την άσκηση πίεσης κατά την ανάκριση τους) να υπογράψουν μια τέτοια δήλωση, αλλά οι συλληφθέντες προσήλυτοι που αρνούνται να υπογράψουν, ωστόσο, κινδυνεύουν με περαιτέρω φυλάκιση.[19]
Σύμφωνα δε, με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, αναφέρονται τα κάτωθι σχετικά με τις πράξεις δίωξης:
«3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:
(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή
(β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).
(2) Οι ακόλουθες πράξεις συνιστούν μη εξαντλητικό κατάλογο πράξεων δίωξης, κατά την έννοια του εδαφίου (1):
(α) […],
(β) νομικά, διοικητικά, αστυνομικά ή/και δικαστικά μέτρα, τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφ’ ευατού ή εφαρμόζονται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις,
(γ) ποινική δίωξη ή επιβολή ποινής η οποία είναι δυσανάλογη ή μεροληπτική,
[…]
(3) Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3 Δ και της πράξης δίωξης κατά την έννοια του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών…»
Εξάλλου, το Άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών [ΕΣΔΑ] (4 Νοεμβρίου 1950) ορίζει πως:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας˙ το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, μεμονωμένα ή συλλογικά, δημόσια ή κατ’ ιδίαν, μέσω της λατρείας, της διδασκαλίας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.
2. Η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέρα από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξης, της υγείας ή της ηθικής, ή την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.»
Σύμφωνα δε, με τον Πρακτικό οδηγό της EASO: Αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας (2018) - σελ. 22-23: «Ο λόγος δίωξης που βασίζεται στη θρησκεία ορίζεται με ευρύ και ευέλικτο τρόπο σύμφωνα με την ΟΑ, περιλαμβάνει δε τη συμπεριφορά που βασίζεται σε, ή επιβάλλεται από, οποιεσδήποτε θρησκευτικές πεποιθήσεις, η οποία μπορεί να καλύπτει την καθημερινή συμπεριφορά, τον τρόπο ζωής και τα ήθη και τα έθιμα της κοινότητας. Καθοριστικής σημασίας για τον συγκεκριμένο λόγο δίωξης είναι επίσης η αξιολόγηση του δικαιώματος μη άσκησης θρησκείας, του δικαιώματος στον αθεϊσμό ή του δικαιώματος αλλαγής θρησκείας. Περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα δημόσιας εκδήλωσης της πίστης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος διάδοσης της πίστης μέσω προσηλυτισμού.».
Στο εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες σχετικά με τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων (ΣΤ΄ Έκδοση, 2009), αναφέρονται τα ακόλουθα όσον αφορά την θρησκεία:
«71. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τα Σύμφωνα για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου διακηρύσσουν το δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας που περιλαμβάνει και την ελευθερία του προσώπου να μεταβάλλει τη θρησκεία του καθώς και την ελευθερία να την εκδηλώνει δημόσια ή ιδιωτικά, διαμέσου θρησκευτικής διδασκαλίας, άσκησης λατρείας και παρακολούθησης τελετών.
72. Η δίωξη «λόγω θρησκείας» μπορεί να προσλάβει διάφορες «μορφές», π.χ. απαγόρευση συμμετοχής σε θρησκευτική κοινότητα, λατρείας δημόσια ή κατ’ ιδίαν, θρησκευτικής κατήχησης ή σοβαρά μέτρα δυσμενούς μεταχείρισης που επιβάλλονται σε πρόσωπα εξαιτίας του γεγονότος ότι ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ή ανήκουν σε ιδιαίτερη θρησκευτική κοινότητα.
73. Η απλή συμμετοχή σε ιδιαίτερη θρησκευτική κοινότητα δεν επαρκεί συνήθως για να θεμελιώσει αίτηση προς αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα. Είναι ωστόσο δυνατόν, υπό ειδικές συνθήκες, η απλή συμμετοχή να αποτελεί επαρκή θεμελίωση.»
Σε συνάφεια με τα πιο πάνω, στη Δικαστική Ανάλυση της EUAA: Qualification for International Protection - Judicial analysis, Second edition (January 2023) - σελ. 94-95, υπάρχει η ακόλουθη αναφορά σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ (που τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση) [παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά]: «As the CJEU puts it, this represents a ‘broad’ definition, as, under the directive, religion ‘encompasses all its constituent components, be they public or private, collective or individual’. The concept extends, inter alia, to atheism, agnosticism and humanism, as any belief is a possible reason for persecution. In his opinion in Y and Z, Advocate General Bot observed that freedom of religion ‘concerns the freedom to have a religion, to have none, or to change faith’. […] As previously noted, in Section 1.4.1, this broad protection of religious rights pays attention to both beliefs and the right to express those beliefs. These separate legal interests are sometimes designated forum internum and forum externum, both of which are recognized as protected. This approach reflects the various international law instruments in this area, including, most notably, Article 10 EU Charter. Advocate General Bot, in Y and Z, gave his opinion that it would be meaningless to define the core protected area as only freedom of private conscience without similarly protecting that freedom’s external manifestation. In its judgment, the court agreed that Article 10(1)(b) encompasses protection from serious acts interfering with the applicant’s freedom not only to practise their faith in private circles but also to live that faith publicly.».
Συναφώς, κατά την πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση ημερ. 05/09/2012 του ΔΕΕ στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑71/11 και C‑99/11, Bundesrepublik Deutschland κατά Y (C‑71/11) και Z (C‑99/11), (σκέψη 80), το ΔΕΕ έκρινε ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«80 Κατόπιν των προηγηθεισών σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκάστης των δύο υποθέσεων πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας έχει την έννοια ότι ο φόβος διώξεως του αιτούντος είναι βάσιμος αφ’ ης οι αρμόδιες αρχές, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής καταστάσεως του αιτούντος, εκτιμούν ότι είναι εύλογο να εικάζεται ότι, κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτών θα θρησκεύει εμπράκτως, με αποτέλεσμα να εκτίθεται σε πραγματικό κίνδυνο διώξεώς του. Κατά την εξατομικευμένη εκτίμηση αιτήσεως με την οποία σκοπείται η αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να αναμένουν ευλόγως από τον αιτούντα να απέχει από τα σχετικά θρησκευτικά καθήκοντά του.»
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα παρέθεσε η Αιτήτρια και κρίθηκαν αξιόπιστα (ως αναλύθηκε ήδη πιο πάνω), καθώς και την ανωτέρω νομολογία, ως επίσης τις παραπάνω πληροφορίες από έγκυρες εξωτερικές πηγές (και σε συσχετισμό των άρθρων 3Γ και 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ως ορίζει το εδάφιο (3) του άρθρου 3Γ του ιδίου Νόμου), κρίνεται πως τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, λόγω μεταστροφής της στον Χριστιανισμό (ήτοι για λόγους θρησκείας κατά την έννοια του άρθρου 3Δ(1)(β) του περί Προσφύγων Νόμου).
Ειδικότερα, ενόψει του ότι αφενός ο βασικός ισχυρισμός της αιτήτριας περί μεταστροφής στον Χριστιανισμό, έγινε αποδεκτός, που αποτελεί τον λόγο δίωξης της (άρθρο 3 και 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου) και αφετέρου, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που παρατέθηκαν ανωτέρω για τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα πρόσωπα που μεταστρέφονται από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό από τις Ιρανικές αρχές, επιβεβαιώνεται ότι η αιτήτρια με την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της θα υποστεί σοβαρές συνέπειες που αποτελούν πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του Περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων παραβίαση του δικαιώματος άσκησης της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης και της ελευθερίας της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, καθώς επίσης κίνδυνο για σύλληψη και φυλάκιση αλλά ακόμη και θανατική ποινή, και ενόψει και του γεγονότος ότι ο φορέας δίωξης είναι το ίδιο το κράτος ( άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου), κρίνεται ότι υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης λόγω θρησκείας και ενόψει του ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να προστατευτεί στην χώρα καταγωγής της, χρήζει προστασίας στη βάση του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου. Πρόσθετα, δεδομένου ότι οι κρατικές αρχές στο Ιράν αποτελούν τον φορέα δίωξης, το άρθρο 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, και άρα το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης της Αιτήτριας προς αποφυγή του εν λόγω κινδύνου δίωξης, δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης
Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης, κρίνεται πως στην παρούσα υπόθεση, η περίπτωση της Αιτήτριας πληροί τα κριτήρια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και άρα η Αιτήτρια εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα, βάσει και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς των Προσφύγων.
Πρόσθετα, η αιτήτρια, έγειρε ένα νέο λόγο δίωξης, πέραν του βασικού της ισχυρισμού περί μεταστροφής, ο οποίος δεν προϋπήρχε κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης της όπως επίσης και κατά το στάδιο της συνέντευξης της και συνακόλουθα κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προέκυψε μετέπειτα και γι΄αυτό εγέρθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, η Αιτήτρια προέβαλε ότι (ενδεχομένως) με την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής, να κινδυνεύει λόγω φύλου (ήτοι, ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας). Συγκεκριμένα, (κατά τη συνέντευξη της), η Αιτήτρια προέβαλε έναν νέο ισχυρισμό (που εξάλλου βασίζεται στα γεγονότα που έγιναν στο Ιράν κατά τον Σεπτέμβριο του 2022 όταν ξέσπασαν διαδηλώσεις εναντίον της κυβέρνησης του Ιράν, που χρονικά τοποθετούνται κατόπιν που εγκατέλειψε η Αιτήτρια τη χώρα καταγωγής), ήτοι φόβο δίωξης της γενικότερα από τις αρχές του Ιράν, λόγω των πεποιθήσεων και της συμμετοχής της σε διαμαρτυρίες εναντίον της κυβέρνησης του Ιράν που έλαβαν χώρα έξω από την Πρεσβεία του Ιράν στην Κύπρο. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού, η Αιτήτρια προσκόμισε κατά τις διευκρινήσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συγκεκριμένα τρεις φωτογραφίες, όπου απεικονίζονται διάφορα άτομα σε δημόσιο δρόμο να κρατούν τη σημαία της Περσίας (ήτοι την προηγούμενη εκδοχή της σημαίας της χώρας, όπου απεικονίζεται το λιοντάρι και ένας ήλιος στο κέντρο της)[20].
Εξετάζοντας τις εν λόγω τρεις φωτογραφίες, παρατηρείται ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ακριβής τοποθεσία, το χρονικό σημείο, καθώς και το θέμα/σκοπός της διαδήλωσης. Σε έκθεση από έγκυρη πηγή για το Ιράν και σχετικά με τις διαδηλώσεις του 2022-2023[21], αναφέρεται ότι οι πληροφορίες που βρέθηκαν σχετικά με αλλαγές στις διαδικασίες στα χερσαία σύνορα και τα αεροδρόμια από την έναρξη των διαδηλώσεων τον Σεπτέμβριο του 2022 ήταν ελάχιστες, ως επίσης λίγες ήταν οι πληροφορίες που βρέθηκαν σχετικά με το εάν εξετάζονται τα τηλέφωνα ή οι δραστηριότητες κοινωνικών δικτύων των επαναπατριζόμενων κατά την επιστροφή ή εάν έχει επιβληθεί ενισχυμένη ανάκριση για όσους επιστρέφουν στη χώρα. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, δεν είχε υπάρξει κάποια αλλαγή στις διαδικασίες εισόδου για Ιρανούς που εισέρχονται στο Ιράν μετά τις διαδηλώσεις που ξέσπασαν τον Σεπτέμβριο του 2022, περιλαμβανομένων Ιρανών που επιστρέφουν στο Ιράν, π.χ. μετά την άρνηση χορήγησης ασύλου σε Ευρωπαϊκές χώρες, όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τα τηλέφωνα και οι δραστηριότητες ατόμων στα ΜΚΔ θα εξετάζονταν κατά την είσοδο («αυτό συνέβαινε, ωστόσο, και πριν από τον Σεπτέμβριο του 2022»). Ούτε είχαν παρατηρηθεί περιπτώσεις Ιρανών που αποσύρθηκαν κατά τον έλεγχο διαβατηρίων με την επιστροφή τους, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τέτοιες περιπτώσεις συμβαίνουν για διάφορους λόγους, τόσο πριν όσο και μετά τον Σεπτέμβριο του 2022 (εφόσον σύμφωνα με την πιο πάνω πηγή, «είναι γνωστό ότι η Ιρανική υπηρεσία πληροφοριών είναι πολύ ενεργή στην παρακολούθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που ανήκουν σε ορισμένους Ιρανούς»). Ενόψει τούτων, η αξιοπιστία της αιτήτριας πλήττεται καθότι δεν μπορεί να τεκμηριωθούν οι ισχυρισμοί της και ενόψει τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός και δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης.
Επομένως, ενόψει του ότι κρίθηκε βάσιμος ο βασικός λόγος δίωξης της αιτήτριας λόγω θρησκείας, καθότι έγινε αποδεκτό από το παρόν Δικαστήριο ότι η αιτήτρια έχει μεταστραφεί από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό, κρίνεται ότι η αιτήτρια χρήζει προστασίας και εμπίπτει στο ορισμό του πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και αναγνωρίζεται η αιτήτρια ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, με έξοδα υπέρ της αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο .
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ‘Iran: Crackdown on peaceful protests since death of Jina Mahsa Amini needs independent international investigation, say UN experts’, 26 Οκτωβρίου 2022, <https://www.ohchr.org/en/press-releases/2022/10/iran-crackdown-peaceful-protests-death-jina-mahsa-amini-needs-independent >( τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 08/12/2023)
[2] UK Home Office, Country Policy and Information Note – Iran: Christians and Christian converts, (Version 7.0) September 2022, https://assets.publishing.service.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/1107072/IRN_CPIN_Christians_and_Christian_converts.pdf (βλ. ενότητα ‘4.3 Christian converts’ – σελ. 18-20) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[3] Ibid. (βλ. ενότητα ‘5. House churches - 5.1 Evolution and organisation’ – σελ. 20-21) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023)
[4] Βλ. πληροφορίες ‘About us.’ από την επίσημη ιστοσελίδα της Larnaka Community Church, https://www.lcc-cyprus.org/about-us/ (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[5] Βλ. πληροφορίες ‘Becoming a member.’ από την επίσημη ιστοσελίδα της Larnaka Community Church, https://www.lcc-cyprus.org/becoming-a-member/ (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[6] Βλ. πληροφορίες από το αρχείο μελών της ΠΕΝΕΕΚ στην Λάρνακα από την επίσημη ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΕΚ, https://gr.peneek.com/larnaca (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
,[7] Βλ. πληροφορίες στην αρχική σελίδα από την επίσημη ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΕΚ, https://gr.peneek.com/ (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[8] EASO, COI QUERY RESPONSE – Iran: Release on temporary bail, court documents, exit from Iran, 21 April 2020, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2020_04_Q6_COI_Iran_bail.pdf (βλ. ενότητες ‘2.1. Summons’ – σελ. 4-5, και ‘2.6. Delivery of court documents’ – σελ. 6) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[9] Βλ. IRAN HUMAN RIGHTS Documentation Center, ‘Criminal Court Summons Mahmoud Ahmadinejad, No Charge Specified’ (June 17, 2013), https://iranhrdc.org/criminal-court-summons-mahmoud-ahmadinejad-no-charge-specified/ (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[10] EASO, COI QUERY RESPONSE – Iran: Release on temporary bail, court documents, exit from Iran, 21 April 2020, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2020_04_Q6_COI_Iran_bail.pdf (βλ. ενότητες ‘2. Features of court documents’ – σελ. 4, και ‘2.7. Falsification of court documents’ – σελ. 7) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[11] EUAA, COI QUERY RESPONSE – Iran: Political opponents, journalists, activists, 04 March 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2022_03_Q11_EUAA_COI_Query_Response_Iran_Treatment_of_opponents.pdf (βλ. ενότητα ‘1. Treatment of political opponents, journalists, activists by state actors between 1 January 2020- 28 February 2022’ – σελ. 2) (ημερ. πρόσβασης 01/11/2023).
[12] EASO, COI QUERY RESPONSE – Iran: Religious freedom and conversion, 20 December 2021, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_11_Q45_EASO_COI_Query_Response_CONVERSION_IRAN.pdf (βλ. ενότητα ‘1.2. Conversion: legal framework and general situation’ – σελ. 3) (ημερ. πρόσβασης 01/11/2023).
[13] Ibid. (βλ. ενότητα ‘1.3. Situation of Christian converts’ – σελ. 4-5) (ημερ. πρόσβασης 01/11/2023).
[14] Ibid. (βλ. ενότητα ‘1.3. Situation of Christian converts - House churches for Christian converts’ – σελ. 6) (ημερ. πρόσβασης 01/11/2023).
[15] USDOS – US Department of State, 2022 Report on International Religious Freedom: Iran, 15 May 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2091857.html (βλ. ενότητα ‘Section II. Status of Government Respect for Religious Freedom - Legal Framework’) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[16] UK Home Office, Country Policy and Information Note – Iran: Christians and Christian converts, (Version 7.0) September 2022, https://assets.publishing.service.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/1107072/IRN_CPIN_Christians_and_Christian_converts.pdf (βλ. ενότητα ‘6. State treatment and attitudes - 6.2 Towards Christian converts’ – σελ. 24-25) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[17] Ibid. (βλ. ενότητα ‘6. State treatment and attitudes - 6.3 Monitoring of, and raids on, house churches’ – σελ. 26-27) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[18] Ibid. (βλ. ενότητα ‘6. State treatment and attitudes - 6.5 Arrests and criminal charges’ – σελ. 28-29) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
[19] Ibid. (βλ. ενότητα ‘6. State treatment and attitudes - 6.9 Declaration to end Christian activity and re-education’ – σελ. 36) (ημερ. πρόσβασης 01/11/2023).
[20] Βλ. NUFDI, ‘IRAN’S FLAG? - Though there are varying versions, Iran’s flag is the Lion and Sun or Sheer-o Khorsheed flag.’, https://nufdiran.org/irans-flag/# (ημερ. πρόσβασης 27/10/2023).
[21] DIS – Danish Immigration Service, COUNTRY OF ORIGIN INFORMATION (COI) BRIEF REPORT: Iran – Protests 2022-2023 (MARCH 2023), https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/coi_brief_report_iran-protests-2022-2023.pdf (βλ. ενότητα ‘4. Treatment of returnees from Europe in the wake of the protests’ – σελ. 26) (ημερ. πρόσβασης 08/12/2023).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο