J.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4019/22, 7/11/2024
print
Τίτλος:
J.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4019/22, 7/11/2024

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 4019/22

7 Νοεμβρίου, 2024

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J.M.

Αιτητής

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ων η Αίτηση

 

T. Μπετίτο (κ) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Μ. Καρπούζη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 4/03/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη, στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και χωρίς νομικό αποτέλεσμα.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν τεθεί με την ένσταση των Καθ’ων η Αίτηση και καταχωρήθηκε ο σχετικός διοικητικός φάκελος ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινήσεις.

 

Ο Αιτητής, δια της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ων η Αίτηση δεν άσκησαν ορθά την αρμοδιότητα και/ή την διακριτική τους εξουσία και δεν διενήργησαν πραγματική και/ή επαρκή αξιολόγηση και/ή έρευνα, κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμούς που πρόβαλε κατά την συνέντευξη του. Παράλληλα, προώθησε την θέση περί αναρμοδιότητας και έλλειψης των απαραίτητων προσόντων του λειτουργού της EASO να διεξάγει την συνέντευξη, θέση η οποία εν τέλει αποσύρθηκε στην διαδικασία των διευκρινίσεων της παρούσας υπόθεσης στις 28/2/2023.

 

Η συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση, με την δική της αγόρευση, προωθεί ουσιαστικά τρία επιχειρήματα. Αρχικά αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν δικογράφησε τους ισχυρισμούς του σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανώτατου Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος απαιτεί την έκθεση και πλήρη αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως. Ακόμη, ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος τεκμηρίωσης της αίτησης του, ενώ η έρευνα και η αξιολόγηση των ισχυρισμών του από τους Καθ’ ων η Αίτηση ήταν πλήρης και επαρκής. Τέλος, υπεραμύνεται της αρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την απόφαση.

 

Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να εξετάσω τα όσα προβλήθηκαν από τον Αιτητή κατά τη διάρκεια εξέτασης του αιτήματος του για διεθνή προστασία.

 

Κατά την συνέντευξη του ο Αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του , καθ’ ότι ο πατέρας του έπρεπε να μεταφερθεί στην περιοχή Beni για λόγους εργασίας. Προτού μεταφερθεί στο Beni, ο πατέρας του Αιτητή εργαζόταν για το D.R.G.A.D., μια κυβερνητική υπηρεσία, όπως ο ίδιος ο Αιτητής αντιλαμβάνεται. Δεν είχε ρωτήσει ποτέ τον πατέρα του τι δουλειά κάνει, ούτε ο πατέρας του είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικό, επειδή, κατ’ ισχυρισμόν, στην Αφρική οι γονείς δεν εμπιστεύονται τα παιδιά τους. Όπως αργότερα είχε πληροφορηθεί ο Αιτητής, ο πατέρας του αναγκάστηκε να γίνει αστυνομικός για να πολεμήσει εναντίον αμάχων και της οργάνωσης Μ23.

 

Μια μέρα ο πατέρας του δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι τους ενόσω τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν εντός του σπιτιού. Σε σχετικές ερωτήσεις του λειτουργού, ο Αιτητής επεξήγησε ότι μετά το συμβάν κατέφθασε η Αστυνομία στο σπίτι, έκαναν κάποιες ερωτήσεις σε άλλους, όχι σ’ αυτόν, αλλά δεν γνωρίζει τι είπε στην υπόλοιπη οικογένεια αναφορικά με το θέμα της δολοφονίας. Όπως πληροφορήθηκε αργότερα, ο πατέρας του δολοφονήθηκε καθ’ ότι θα αποκάλυπτε την αλήθεια επειδή δεν ήθελε να σκοτώνει ανθρώπους.

 

O Αιτητής ανέφερε επίσης άλλο περιστατικό όπου κάποια άτομα ήρθαν στο σπίτι και το κατέστρεψαν. Δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον ήταν τα ίδια άτομα που δολοφόνησαν τον πατέρα του, όμως τους άκουσε να μιλούν Swahili ή Tsiluba. Σε άλλη ερώτηση είχε αναφέρει ότι κατά το περιστατικό βρισκόταν κοντά κάποιος στρατιώτης της οργάνωσης Μ23. Ο Αιτητής όμως κατάφερε να ξεφύγει από το παράθυρο του σπιτιού και πήγε σ’έναν φίλο του πατέρα του. Ερωτηθείς κατά πόσον αυτός ο φίλος του πατέρα του επικοινώνησε με την αστυνομία έχοντας ακούσει αυτά από τον Αιτητή, ο τελευταίος απάντησε ότι δεν γνώριζε. Επίσης ανέφερε ότι ο πατέρας του είχε προβλήματα με την κυβέρνηση και ο Αιτητής δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε κυβερνητικό γραφείο.  

 

Επίσης, ο Αιτητής ήγηρε τον ισχυρισμό ότι κινδυνεύει επειδή αποδίδεται σε αυτόν, από τους γύρω του, ο σεξουαλικός προσανατολισμός της ομοφυλοφιλίας. Αυτό το έμαθε από φίλο του πατέρα του. Ο ίδιος πιστεύει ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, θα τον λιθοβολήσουν, επειδή αυτής της μεταχείρισης τυγχάνουν οι ομοφυλόφιλοι. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι στο Beni υπήρχε επιδημία χολέρας και ενδεχομένω θα πέθαινε αν προσβαλλόταν από χολέρα.

 

Στην έκθεση – εισήγηση, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts). Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής του Αιτητή. Ο δεύτερος σχετίζεται με την δολοφονία του πατέρα του και το ότι τα μέλη της οικογένειας του εξαφανίστηκαν εξαιτίας της δουλειάς του πατέρα του. Τέλος, ο τρίτος καθορίστηκε ως ο κίνδυνος λιθοβολισμού εξ αιτίας της αποδιδόμενης ομοφυλοφιλίας. Από τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς, μόνο ο πρώτος έγινε αποδεκτός.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο, ο αρμόδιος λειτουργός δεν αποδέχτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Αιτητή στο περιστατικό της δολοφονίας του πατέρα του επειδή δεν θεώρησε ότι, αφενός, είχε επαρκή γνώση της φύσης της εργασίας και, αφετέρου, προσωπική γνώση των λόγων δολοφονίας του. Παρομοίως, δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις για το περιστατικό κατά το οποίο άγνωστοι επέστρεψαν στο σπίτι του, το κατέστρεψαν, βίασαν τη μητέρα του και έδειραν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ως εκ τούτου, η εσωτερική του αξιοπιστία δεν τεκμηριώθηκε ενώ λόγω των προσωπικών περιστατικών δεν μπορούσαν να ανευρεθούν εξωτερικές πηγές προς επιβεβαίωση.  Επιπρόσθετα, άρθρο το οποίο προσκόμισε ο Αιτητής στην Υπηρεσία Ασύλου και ισχυρίστηκε ότι αφορούσε τον πατέρα του, περιείχε όνομα διαφορετικό από αυτό που ο ίδιος είχε δηλώσει.

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός τον απέρριψε καθότι διαφάνηκε ότι η πεποίθηση του Αιτητή δεν προέρχεται από προσωπική εμπειρία, αλλά από φήμες που είχε ακούσει από φίλο του πατέρα του. Επίσης, ως ο ίδιος δήλωσε, κανένα πρόσωπο δεν τον ενόχλησε για αυτό το θέμα ενώ ο ίδιος δήλωσε ξεκάθαρα ότι δεν είναι ομοφυλόφιλος.  Ως εκ τούτου και λόγω της έλλειψης πληροφοριών και ασυνεπών δηλώσεων του Αιτητή, η εσωτερική του αξιοπιστία δεν τεκμηριώθηκε.  Αναφορικά με την εξωτερική του αξιοπιστία, αυτή δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί αφού ο ισχυρισμός του Αιτητή αφορούσε ένα προσωπικό ζήτημα και κίνδυνο που ενδεχομένως αντιμετωπίσει στο μέλλον.  Ο Αιτητής δεν παρενοχλήθηκε στο παρελθόν και οι πληροφορίες για την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας στο Κονγκό δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή.

 

Αναφορικά με τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα του, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε σχετική έρευνα μόνο σε σχέση με τον πρώτο αποδεκτό ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής του. Προς αυτό τον σκοπό, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση της κατάστασης αναφορικά με την επιδημία της χολέρας, που είχε επικαλεστεί ο Αιτητής. Σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η ΛΔΚ είναι χώρα ενδημική για την χολέρα. Εντούτοις η Κινσάσα, δεν ανήκει στις περιοχές όπου η αρρώστια καθίσταται ενδημική, αν και τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί διάφορα περιστατικά έξαρσης της εν λόγω ασθένειας. Συνεπώς, κατά τον αρμόδιο λειτουργό, δεν υφίσταται ο οποιοσδήποτε κίνδυνος ο Αιτητής να υποστεί μεταχείριση που να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του.

 

Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός, αφού προέβη σε νομική ανάλυση και έλαβε υπόψιν το προσωπικό προφίλ του Αιτητή και την εκτίμηση του κινδύνου,  κατέληξε ότι δεν συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής λόγω βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 των Περί Προσφύγων νόμων 2000-2020 και άρα δεν πληροί τις προϋποθέσεις για το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Στη συνέχεια, εξέτασε το ενδεχόμενο να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ο αρμόδιος λειτουργός, με αναφορά σε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή, έκρινε πως η Κινσάσα δεν ενέχει κάποιο κίνδυνο εφόσον δεν υφίσταται διεθνής ή εγχώρια ένοπλη σύρραξη, κατά την οποία Αιτητής μπορούσε να αντιμετωπίσει κίνδυνο λόγω αδιάκριτης χρήσης βίας. Περαιτέρω, με αναφορά σε εξωτερικές πηγές από το 2017 και 2018, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι υφίστανται μερικές παραβιάσεις του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, ενώ σύμφωνα με άλλες πληροφορίες από το 2019, η κατάσταση κρίθηκε ως σταθερή στην ΛΔΚ, κατόπιν διεξαγωγής εκλογών εφόσον μετά από αυτές, οι διαδηλώσεις σταμάτησαν και η πολιτική κρίση περιορίζεται μόνο στο ανατολικό κομμάτι τις χώρας. Από το σύνολο των παραπάνω, κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω θα εξετάσω τους ισχυρισμούς που τέθηκαν με την αγόρευση των συνηγόρων του Αιτητή. Ο πρώτος αφορά στην απουσία πραγματικής και/ή επαρκούς αξιολόγησης και/ή έρευνας.  Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν ερεύνησε ή αξιολόγησε την ύπαρξη επικινδυνότητας από την ομάδα Μ23 καθώς και το γεγονός ότι ο πατέρας του αναγκάστηκε να στρατολογηθεί για να πολεμήσουν αυτή την ομάδα. Επίσης, αγνοήθηκε το γεγονός ότι ο Αιτητής υπέστη δίωξη ενόσω ήταν ανήλικος και αυτό θα έπρεπε να προσμετρήσει ως ελαφρυντικό κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του. Ακόμη, η επιστολή που ο Αιτητής καταχώρησε στις 13/1/22 στην Υπηρεσία Ασύλου και στην οποία αναφέρονται εκτενώς οι ισχυρισμοί του δεν λήφθηκε υπόψη από τον αρμόδιο λειτουργό. Τέλος, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Αιτητή κατά την συνέντευξη του, οι οποίοι αποσκοπούν στην απόρριψη του ευρήματος περί αναξιοπιστίας του Αιτητή.

 

Εξετάζοντας τις θέσεις εκατέρωθεν, αναφέρονται τα εξής. Ο αρμόδιος λειτουργός πράγματι, εξ όσων προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, δεν αξιολόγησε την ύπαρξη επικινδυνότητας της οργάνωσης Μ23 καθώς και την αναγκαστική, κατ’ ισχυρισμό, στρατολόγηση του πατέρα του Αιτητή για να πολεμήσει αυτή την ομάδα. Σύμφωνα με το σκεπτικό του και αυτό της συνηγόρου των Καθ’ων η Αίτηση, ο Αιτητής όφειλε να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες για την εργασία του πατέρα του, ενώ στηρίχτηκε σε φήμες για τους λόγους δολοφονίας του.   Το Δικαστήριο, μετά από εξέταση των ισχυρισμών των διαδίκων που καταγράφηκαν στην γραπτή τους αγόρευση και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου , διέταξε επανάνοιγμα της υπόθεσης ώστε οι Καθ’ων η Αίτηση να τοποθετηθούν σε σχέση με τις αντιφάσεις που παρατήρησαν αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό υπό το φως του δεδομένου ότι τα γεγονότα που κλήθηκε να περιγράψει ο Αιτητής είχαν λάβει χώρα όταν ο ίδιος ήταν ανήλικος, επομένως υπήρχε η πιθανότητα να μην μπορεί να ανακαλέσει και να περιγράψει λεπτομέρειες.  Περαιτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την τοποθέτηση του Αιτητή αναφορικά με επιστολή που κατ’ ισχυρισμόν του προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου, την οποία το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να εντοπίσει εντός του διοικητικού φακέλου.

 

Αναφορικά με την εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, υπό το πρίσμα της αξιολόγησης των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε λαμβάνοντας υπόψιν την ηλικία του, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση τοποθετήθηκε αναφέροντας ότι τα γεγονότα που εξιστόρησε ο Αιτητής αφορούν το έτος 2019, άρα ήταν σχετικά σύντομα μετά την αποχώρηση από τη χώρα καταγωγής του.  Η δε ηλικία του Αιτητή, σύμφωνα με τη συνήγορο των Καθ’ων η Αίτηση, λήφθηκε υπόψιν όπως προκύπτει και από το ερυθρό 149, ενώ η θέση της συνηγόρου των Καθ’ων η Αίτηση ήταν ότι ο Αιτητή ήταν 17 ετών όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και ήταν αρκετά ώριμος ώστε να παραθέσει σχετικές πληροφορίες.  Πρόσθεσε δε ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκαν πολλές ερωτήσεις τόσο ανοικτού τύπου όσο και διευκρινιστικές και του δόθηκε κάθε ευκαιρία να παραθέσει τις λεπτομέρειες που γνωρίζει.  Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη συνήγορο των Καθ’ων η Αίτηση ο Αιτητής μπορούσε να ρωτήσει μέλη της οικογένειας του ή τον φίλο του πατέρα του ο οποίος τον βοήθησε να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του αναφορικά με την εργασία που εκτελούσε ο πατέρας του, αφού αυτή ήταν η γενεσιουργή αιτία του θανάτου του πατέρα του που τον οδήγησε μετέπειτα να διαφύγει από τη χώρα του, παραπέμποντας στα ερυθρά 31 και 70.

 

Ο συνήγορος του Αιτητή τοποθετήθηκε αναφέροντας γενικά και αόριστα ότι η ηλικία του Αιτητή ήταν ευαίσθητη και συνιστά δικαστική γνώση τι υφίσταται ένα άτομο σε αυτή την ηλικία ενώ επίσης αναφέρθηκε σε παράλειψη των Καθ’ων η Αίτηση να τον παραπέμψουν σε εξετάσεις αναφορικά με την ψυχολογική του κατάσταση.  Σε αυτό το σημείο, θα συμφωνήσω με την θέση της συνηγόρου των Καθ’ων η Αίτηση ότι ο ισχυρισμός αυτός ουδέποτε αναπτύχθηκε ή εξειδικεύθηκε στην γραπτή αγόρευση του Αιτητή και ως εκ τούτου θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε.

 

Σε σχέση με αυτό το σημείο περί αξιοπιστίας του Αιτητή, θα δεχτώ τη θέση των Καθ’ων η Αίτηση ότι πράγματι ο Αιτητής στην ηλικία των 17 ετών όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες για το ζήτημα που προέκυψε με την εργασία του πατέρα του, αφού αυτό ήταν και το έναυσμα για να αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του και η βάση του για υποβολή και στοιχειοθέτηση της αίτησης του για διεθνή προστασία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του εργαζόταν για την υπηρεσία DRGAD, την οποία κατονόμασε ως κυβερνητική υπηρεσία (Ερυθρό 74), χωρίς να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες. Ως προς το τι αντιστοιχούν τα αρχικά DGRAD, εντοπίζονται διάφορες εκδοχές. Σε μια πηγή πληροφόρησης αναφέρεται ως Directorate General of Taxes[1], ενώ σε άλλη αναφέρεται ως General Directorate for Administrative, judicial, property and share revenues.[2] Συνεπώς, τα λεγόμενα του Αιτητή τεκμηριώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχτηκε, επίσης, ότι ο Αιτητής μετακόμισε στην περιοχή Beni για την δουλειά του πατέρα του (Ερ. 150).

 

Εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται και δια μέσω του συνηγόρου του Αιτητή αναφορικά με την αναγκαστική στρατολόγηση του πατέρα του για να πολεμήσει την Μ23 και η οποιαδήποτε ύπαρξη επικινδυνότητας από την εν λόγω οργάνωση. Κατ’ αρχάς,  σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η οργάνωση Μ23 είχε αρχίσει τις δραστηριότητες της το 2012 με σκοπό την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του Τούτσι πληθυσμού της ΛΔΚ. Ξεκίνησε από επαναστατικά στοιχεία του στρατού του Κονγκό το 2012, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη θεωρούσαν ότι η οργάνωση υποστηρίζετο από τις αρχές της Ρουάντας και της Ουγκάντας.[3] H οργάνωση Μ23 επανεμφανίστηκε στα ανατολικά της χώρας στα τέλη του 2021.[4] Σύμφωνα με στοιχεία από την Διεθνή Αμνηστία τον Νοέμβριο του 2021 είχε καταβάλει μεγάλο μέρος της περιοχής του Βόρειου Κιβου (North Kivu) πραγματοποιώντας σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αναγκάζοντας περίπου 800,000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.[5] Πληροφορίες από το ACLED, για το προφίλ της Μ23 συγκεκριμένα, αναφέρουν επίσης την δραστηριοποίηση της οργάνωσης από τα τέλη του 2021 και καταγράφουν τις δραστηριότητες της μέχρι τον Μάρτιο του 2023.[6] Επιπρόσθετα, ειδικότερα για την δραστηριοποίηση ενόπλων ομάδων το 2019, στις περιοχές Beni και Βόρειο Κιβου, τo United Nations Joint Human Rights Office in the DRC (UNHJRO) MONUSCOOHCHR εξέδωσε στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2019 για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ[7] και τα οποία αποτελούν τα μόνα διαθέσιμα αναφορικά με το 2019 από αυτό τον φορέα.[8] Η εν λόγω έκθεση αναφέρει ότι στην περιοχή του Βόρειου Κιβου, όπου τοποθετείται η περιοχή Beni, παρατηρήθηκαν 252 περιστατικά.[9]

 

Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι ειδικότερα στην περιοχή Beni, αναφέρεται ότι το 69% των παραβιάσεων έγιναν από ένοπλες ομάδες. Επίσης, για τους μήνες Ιούλιο – Σεπτέμβριο καταγράφηκαν παραβιάσεις από διάφορες ένοπλες ομάδες, χωρίς όμως κάποια ειδική αναφορά στην Μ23 αν και υπάρχει μια κατηγορία ‘other armed groups.’[10] Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν κάποιες παραστρατιωτικές ομάδες στην περιοχή Beni κατά τον Μάιο του 2019, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι σε αυτές τις ομάδες ήταν και η Μ23.

 

Ως προς την αναφορά του δικηγόρου του Αιτητή περί της επιστολής η οποία συντάχθηκε από τον Αιτητή και παραδόθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε τέτοια επιστολή στον διοικητικό φάκελο.  Έχω δεχτεί αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β και το οποίο φέρει ημερομηνία 22/12/21 και ουσιαστικά παρατίθενται σε αυτήν ισχυρισμοί του Αιτητή προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος του για διεθνή προστασία.  Όπως δέχθηκε και ο συνήγορος του κατά τις διευκρινήσεις, ο Αιτητής προώθησε τους εν λόγω ισχυρισμούς και κατά την συνέντευξή του και αξιολογήθηκαν από τους Καθ’ων η Αίτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του.  Παρατηρώ επίσης ότι η συνέντευξή του διεξήχθη στις 26/01/22 και ως εκ τούτου, τα όσα αναφέρονται στην επιστολή του δεν είναι πρόσθετοι ισχυρισμοί των όσων ανέφερε στη συνέντευξή του.  Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να  δεχτώ ότι η εν λόγω επιστολή και τα όσα παρατίθενται σε αυτήν έπρεπε να εξεταστούν ξεχωριστά από τους Καθ’ων η Αίτηση, ούτε ότι προσθέτουν οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης.

 

Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι τα στοιχεία που ο Αιτητής προσκόμισε στους Καθ’ων η Αίτηση, ήτοι κάποια άρθρα και φωτογραφίες,  αξιολογήθηκαν από τους Καθ’ων η Αίτηση. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αναφορά στο άρθρο στο όνομα του πατέρα του Αιτητή δεν ήταν ικανοποιητική εφόσον το όνομα που αναγράφεται στο Ερυθρό 56 είναι Robin MAMPOUYA ενώ ο Αιτητής δήλωσε το όνομα του πατέρα του ως Mandeki MAMPOYA. Περαιτέρω, τα λοιπά στοιχεία δεν θα προσέθεταν οτιδήποτε στην υπόθεση του Αιτητή, εφόσον ο ίδιος είχε κριθεί αναξιόπιστος όσον αφορά την εσωτερική του αξιοπιστία.

 

Όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με τις αναφορές του Αιτητή για την αποδιδόμενη σε αυτόν ομοφυλοφιλία, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε πρωτίστως την εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή. Στην κατάληξη του θεώρησε ότι οι ισχυρισμοί του δεν προέρχονται από προσωπική γνώση αλλά από δευτερεύοντες ισχυρισμούς και εικασίες του Αιτητή. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι ο Αιτητής ξεκαθάρισε ότι έρχονταν και τον ενοχλούσαν, ρωτώντας τον αν ήταν ομοφυλόφιλος.

 

Κατ’ αρχάς αναφέρεται ότι κρίνοντας τους ενώπιον μου ισχυρισμούς, επισημαίνεται ότι σε κανένα σημείο της συνέντευξης δεν εντοπίζεται ο Αιτητής να έχει αναφέρει οχλήσεις για την αποδιδόμενη σε αυτήν ομοφυλοφιλία του. Το μόνο σχετικό που υπάρχει στην συνέντευξη ήταν το σημείο όπου ο Αιτητής ερωτηθείς να απαντήσει ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο τον κατηγορούν ότι είναι ομοφυλόφιλος αφού στην πραγματικότητα δεν είναι, ο Αιτητής απάντησε τα εξής: I dont know, maybe because of my style, I grow my hair and [p]ut jewels on it sometimes.’ Ακόμη, είχε αναφέρει πως έμαθε ότι ο περίγυρος του πίστευε ότι ήταν ομοφυλόφιλος από τον φίλο του πατέρα του και όχι επειδή υπήρξαν περιστατικά και/ή αναφορές προς τον ίδιο.

 

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός, εξηύρε εξωτερικές πηγές που αναφέρουν ότι, κυβερνητικά στελέχη, παρενοχλούν ακόμη και αυτούς στους οποίους αποδίδεται η ομοφυλοφιλία. Εντούτοις, καθ’ ότι ο Αιτητής δεν παρενοχλήθηκε ποτέ από κανέναν γι’αυτό τον λόγο και εφόσον κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, ο λειτουργός θεώρησε ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν είναι αρκετές για να ενισχύσουν τους ισχυρισμούς του.

Με βάση τα πιο πάνω και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, διαφαίνεται ότι η διοίκηση προέβηκε σε επαρκή έρευνα, με γνώμονα τα όσα οφείλει να πράξει τόσο γενικά, με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου, όσο και ειδικά, με βάση τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. Άρθρο 17 και 18 του περί Προσφύγων Νόμου).  Τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού, πάνω στα οποία στηρίχθηκε η επίδικη απόφαση ήταν ορθά και τεκμηριωμένα.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται από το διοικητικό όργανο για διεξαγωγή έρευνας, ποικίλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πύργων κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 και Nicolaou ν. Minister of Interior and Another (1974) 3 C.L.R. 189). Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97).  Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Βλ. Motorways Ltd-ν- Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).  

 

Στην παρούσα υπόθεση η έρευνα των Καθ’ων η Αίτηση ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία παρείχαν βάση για ασφαλή συμπεράσματα.  Η δε απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και συμπληρώνεται από την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).

 

Ως εκ τούτου, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αναιτιολόγητης απόφασης.  Επίσης απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι έπρεπε να του δοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας, αφού αυτό παρέχεται μόνο όταν η αφήγηση του αιτητή έχει κριθεί αξιόπιστη και ο αιτητής και εξεταστής δεν έχουν άλλα μέσα για να στοιχειοθετηθεί η αναγκαία τεκμηρίωση προς υποστήριξη της αίτησης.

 

Περαιτέρω, σε σχέση με τις πηγές στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος του Αιτητή αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στην Νιγηρία, τονίζω ότι παρά το ότι ο Αιτητής ανέφερε ότι η κυβέρνηση κυνηγά γενικά τους Biafran, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν αντιμετώπισε ο ίδιος προσωπικά οποιονδήποτε κίνδυνο πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Στη βάση των πιο πάνω, ο Αιτητής δεν ανέφερε επαρκώς γεγονότα που αφορούν την γενεσιουργό αιτία του πυρήνα του αιτήματος του και ως εκ τούτου, ορθά απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία.

 

Αναφορικά με το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρουσία του Αιτητή στην πολιτεία Abia είναι αποδεκτή, εξετάζεται το ενδεχόμενο ο Αιτητής να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω πολιτεία. Καθότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Αιτητή δεν αφορούν σε προσωπικά γεγονότα ή φόβο, δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πολιτεία Abia, αυτός θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει των διατάξεων 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Προκειμένου να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων εδαφίων και να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο (βλ. σχετική ερμηνεία από ΔΕΕ στην υπόθεση C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009). Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, εφόσον κατά τη συνέντευξη του ο Αιτητής, ερωτηθείς σχετικά, επιβεβαίωσε ότι δεν συνέβη κάτι στον ίδιο προσωπικά, και επιπλέον δήλωσε ότι έφυγε από την πατρίδα του επειδή ήθελε να νιώθει ασφαλής και επειδή νιώθει άνετα εδώ.

 

Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως ισχυρίζονται οι συνήγοροι του Αιτητή, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτή και συγκεκριμένα στην πολιτεία Abia, η οποία θεωρείται το μέρος διαμονής του στη χώρα του. Από τις εν λόγω πηγές πληροφόρησης προκύπτουν οι ακόλουθες καταγραφές:

 

- Στην τελευταία καθοδηγητική έκθεση (Country Guidance) για τη Νιγηρία που εκδόθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), αναφέρονται τα εξής (σημειώνεται ότι η πολιτεία Abia που είναι και η περιοχή καταγωγής του Αιτητή, τοποθετείται γεωγραφικά στις νοτιοανατολικές περιφέρειες της χώρας)[11]:

- Η ισχυρότερη ένοπλη ομάδα που υπάρχει στη χώρα είναι η τρομοκρατική οργάνωση Boko Haram, η οποία όμως δραστηριοποιείται (κυρίως) στις βορειοανατολικές πολιτείες της χώρας. Η εν λόγω οργάνωση διατηρεί επίσης τον έλεγχο ορισμένων περιοχών της βορειοανατολικής περιφέρειας της χώρας, ενώ έχει επεκτείνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις της στα βορειοδυτικά τμήματα της χώρας και στην πολιτεία Niger της βορειοκεντρικής περιφέρειας.

 

- Συγκεκριμένα, όσον αφορά την πολιτεία Abia της Νιγηρίας, καταγράφεται ότι οι κύριοι παράγοντες στην εν λόγω πολιτεία αφορούν αστυνομικές υπηρεσίες, αιρέσεις και άγνωστους ένοπλους, και ομάδες που συμμετείχαν σε συγκρούσεις μεταξύ κοινοτήτων. Το έτος 2020, καταγράφηκαν διακοινοτικές αντιπαραθέσεις για τη γη και τους πόρους. Η κυβέρνηση της πολιτείας Abia είχε λάβει μέτρα για τη μείωση των συγκρούσεων μεταξύ αγροτών και τσοπάνων και για τον περιορισμό της δράσης αιρέσεων στους δρόμους, με την υποστήριξη των κρατικών δυνάμεων της Νιγηρίας. Επίσης, η αστυνομία έχει επιλύσει υποθέσεις ένοπλων ληστειών, απαγωγών και δολοφονιών. Δραστηριότητες υπέρ της Biafra, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων της παραστρατιωτικής πτέρυγας ESN (Eastern Security Network) της οργάνωσης IPOB, έχουν επίσης αναφερθεί στην περιοχή.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα παρατέθηκαν ανωτέρω, παρατηρώ ότι αν και η χώρα καταγωγής του Αιτητή πλήττεται από κάποια περιστατικά βίας και συγκρούσεις, η πλειοψηφία αυτών των περιστατικών καταγράφεται στις βόρειες πολιτείες της χώρας. Η πολιτεία Abia, από την οποία κατάγεται ο Αιτητής και την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως την περιοχή διαμονής του βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή ως παρατέθηκε ανωτέρω, φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία ωστόσο δεν θεωρούνται ότι ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι φτάνουν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014 και στην υπόθεση C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009.  Σημειώνω επίσης ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή έχει κατηγοριοποιηθεί ως ασφαλής σύμφωνα με Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών που είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα (Κ.Δ.Π. 191/24).

 

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Abia.

 

Στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, θεωρώ πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης των Καθ’ων η Αίτηση.  Επίσης δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για να αναγνωριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.   

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Sasha Lezhnev, A Criminal State: Understanding and Countering Instittionalised Corruption and Violence in the Democratic Republic of Congo, October 2016, https://www.enoughproject.org/files/A_Criminal_State_Enough_Oct2016_web.pdf, σελ. 51, ημερ.πρόσβασης 06/11/2024

[2] Country of Return Information Project, Country Sheet, Democratic Republic of Congo (DRC), June 2009, 470_1258195048_cs-congo-en.pdf (ecoi.net), ημερ.πρόσβασης 06/11/2024

[3] Amnesty International (ΑΙ), DR Congo: Withdrawal of M23 rebels is an opportunity to investigate atrocities and provide aid, 14/04/2023, https://www.ecoi.net/en/document/2090536.html, ημερ.πρόσβασης 06/11/2024

[4] FIDH, In eastern DRC, civilians hostage to eternal wars, 27/04/2023, https://www.fidh.org/en/region/Africa/democratic-republic-of-congo/in-eastern-drc-civilians-hostage-to-eternal-wars, ημερ. πρόσβασης 06/11/2024

[5] Amnesty International, DR Congo: Withdrawal of M23 rebels is an opportunity to investigate atrocities and provide aid, 14/04/2023, https://www.ecoi.net/en/document/2090536.html, ημερ.πρόσβασης 06/11/2024

[6] ACLED, Actor Profile: The March 23 Movement (M23), 23/03/2023, https://acleddata.com/2023/03/23/actor-profile-m23-drc/, ημερ. πρόσβασης 08/06/2023

[7] United Nations Joint Human Rights Office in the DRC (UNHJRO) MONUSCO – OHCHR, Protection of civilians: Human rights violations documented in provinces affected by conflict, September 2019, https://monusco.unmissions.org/sites/default/files/unjhro_-_analysis_of_the_human_rights_situation_in_drc_sep19_eng_0.pdf, ημερ.πρόσβασης 06/11/2024, σελ.1

[8] United Nations Organisation Stabilization Mission in the DR Congo (MONUSCO) https://monusco.unmissions.org/en/un-reports , ημερ.πρόσβασης 06/11/2024

[9] United Nations Joint Human Rights Office in the DRC (UNHJRO) MONUSCO – OHCHR, Protection of civilians: Human rights violations documented in provinces affected by conflict, September 2019, https://monusco.unmissions.org/sites/default/files/unjhro_-_analysis_of_the_human_rights_situation_in_drc_sep19_eng_0.pdf, ημερ.πρόσβασης 06/11/2024, σελ. 1

[10] United Nations Joint Human Rights Office in the DRC (UNHJRO) MONUSCO – OHCHR, Protection of civilians: Human rights violations documented in provinces affected by conflict, September 2019, https://monusco.unmissions.org/sites/default/files/unjhro_-_analysis_of_the_human_rights_situation_in_drc_sep19_eng_0.pdf, ημερ.πρόσβασης 06/11/2024, σελ. 1

 

[11] EASO, Country Guidance: Nigeria - Common analysis and guidance note, October 2021, ηλεκτρονική έκδοση διαθέσιμη στον ακόλουθο σύνδεσμο https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Country_Guidance_Nigeria_2021.pdf (βλ. ενότητα 1.3.1 - σελ. 51 και υποενότηταAbia’ - σελ. 112, στην ενότητα3.3.3 Indiscriminate violence’, ως επίσης, χάρτη και σχετικό κείμενο που ακολουθεί - σελ. 31-32) [ημερ. πρόσβασης 06/11/2024]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο