ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.967/23
22 Νοεμβρίου 2024
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M. Ν.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Δ. Κυριάκου Ζησιμοπούλου, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Μ. Τρεμούρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 20/03/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παρατύπως, μέσω κατεχομένων, στις 25/02/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 26/02/20 (ερ.1-3, 11-17).
Στις 21/10/22 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.46-57). Μετά το πέρας των συνεντεύξεων ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 18/11/22 απορρίφθηκε το αίτημα για διεθνή προστασία (ερ.68-78).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 20/03/23, μαζί με την αιτιολογία αυτής, και της μεταφράστηκε στη γαλλική γλώσσα, την οποία κατανοεί (ερ.79, 2).
Στην επίδικη αίτηση ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής εξαιτίας αναγκαστικού γάμου με τον θείο της (από την πλευρά της μητέρας της), ο οποίος την απείλησε ότι αν αρνηθεί θα την «σκοτώσει αμέσως».
Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε στην Κινσάσα, όπου διέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής. Ως ανέφερε είναι άγαμη, η μητέρα της απεβίωσε, δεν γνώρισε τον πατέρα της, έχει ένα αδελφό που διαμένει με μια φίλη της μητέρας τους στην Κινσάσα, με τον οποίο δεν επικοινωνεί γιατί, λόγω της σύγχυσης της, «[ξέχασε] τον αριθμό τηλεφώνου της φίλης της μητέρας [της]». Έχει ολοκληρώσει την προτελευταία τάξη του λυκείου.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής ανέφερε ότι αυτό έγινε εξαιτίας του φόβου της για τη ζωής της από τον θείο της που ήθελε να την υποχρεώσει να τον παντρευτεί και οποίος είναι «παραδοσιακός αρχηγός». Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, η ίδια πρέπει να παντρευτεί τον θείο της και να κάνει παιδιά μαζί του, ώστε να λάβει ο τελευταίος παραδοσιακή δύναμη (traditional power – ερ.52 – 4Χ). Ο συγκεκριμένος θείος είναι αυτός που την ανέθρεψε μετά τον θάνατο της μητέρας της και η ίδια διέμενε μαζί του από την ηλικία των 12 ετών μέχρι τα 18 της χρόνια. Ερωτώμενη αν στην Κινσάσα, όπου διέμενε, διατηρείται ο θεσμός των παραδοσιακών αρχηγών, απάντησε θετικά και ανέφερε ότι μετά που θα παντρευόταν τον θείο της αυτός θα μπορούσε να γίνει παραδοσιακός αρχηγός, αφού ο προηγούμενος είχε αποβιώσει. Ερωτώμενη για το όνομα του αποθανόντος αρχηγού έδωσε ένα όνομα και ανέφερε ότι αυτός ήταν αρχηγός του χωριού Bisengou, που βρίσκεται 30 χιλιόμετρα από την Bilboa. Ερωτώμενη περαιτέρω ανέφερε ότι ο θείος της επιθυμεί να την νυμφευθεί από όταν η αιτήτρια ήταν 15 ετών, εντούτοις δεν θυμόταν τον ακριβή χρόνο που έμαθε γι’ αυτό. Όταν ρωτήθηκε πως απέκρουσε τις προτάσεις του θείου της για τα 3 και πλέον έτη που διέμεναν μαζί και της ζητούσε επίμονα να τον παντρευτεί η αιτήτρια ανέφερε ότι απλά αρνιόταν. Ερωτώμενη για το πως αντιδρούσε ο θείος της στις αρνήσεις της ίδιας ανέφερε ότι γινόταν επιθετικός, την απειλούσε με θάνατο και της συμπεριφερόταν με «μαγικό τρόπο, πνευματικό» (magic way, spiritual way). Ερωτώμενη περί τούτου ανέφερε ως παράδειγμα ότι μια φορά, ενώ κοιμόταν, ξύπνησε και βρισκόταν έξω από το σπίτι.
Πέραν των ως άνω ο θείος της, ως ανέφερε, σκότωσε «δια μαγείας» (sorcery) τον γιό της φίλης της μητέρας της, η οποία την βοήθησε και με την οποία διαμένει σήμερα ο αδελφός της. Ερωτώμενη αποκρίθηκε ότι μια μέρα η φίλη της μητέρας της τη συμβούλεψε να προσποιηθεί ότι πάει να πάρει νερό και μετά να διαφύγει από το σπίτι του θείου της, πράγμα που έκανε. Τότε ο θείος της την εντόπισε στο σπίτι αυτής της φίλης της μητέρας της και της έδωσε διορία 48 ωρών να επιστρέψει στο σπίτι του αλλιώς θα την σκοτώσει και τότε ήταν που πέθανε ο γιός της φίλης της μητέρας της. Τέσσερις μήνες μετά από το περιστατικό αυτό η αιτήτρια έφυγε από τη χώρα. Σε ερωτήσεις που τέθηκαν σχετικά με την πρακτική, τα «έθιμα της φυλής της» που ανέφερε η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να απαντήσει.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας στη συνέντευξη, σχημάτισαν του ακόλουθους 2 ουσιώδεις ισχυρισμούς:
1. Ταυτότητα, το προφίλ και χώρα καταγωγής της αιτήτριας
2. Εξαναγκασμός της αιτήτριας να συνάψει γάμο με τον θείο της μητέρας της
Εκ των ως άνω ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν ως αξιόπιστο και αληθή τον 1ο ισχυρισμό, απορρίπτοντας τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό της αιτήτριας.
Αναφορικά με τον 2ο ως άνω ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι επί τούτου δηλώσεις της αιτήτριας στερούντο επαρκών και λεπτομερών πληροφοριών, παρουσίαζαν έλλειψη σαφήνειας και το αφήγημά στερούνταν ευλογοφάνειας. Ως αναφέρουν οι καθ΄ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση που ετοίμασαν, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες στα γεγονότα που συνθέτουν τον πυρήνα του αιτήματος της, δεν κατάφερε, παρόλο που υποβλήθηκαν σχετικές ερωτήσεις, να αναφέρει το παραμικρό σε σχέση με το κατ’ ισχυρισμό έθιμο της φυλής της που προνοούσε – ως ισχυρίστηκε – να παντρευτεί αναγκαστικά τον θείο της, προκειμένου αυτός να χρηστεί «παραδοσιακός αρχηγός», ούτε ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τις απειλές θανάτου που δέχθηκε από τον θείο της ώστε να τον παντρευτεί, πως κατάφερνε να αποκρούει τις προτάσεις του παρότι διέμενε μαζί του για 3 και πλέον έτη από όταν αυτές άρχισαν και γιατί δεν πραγμάτωσε το παραμικρό από τις απειλές που κατ’ ισχυρισμό της ανέφερε καθ’ όλο αυτό το διάστημα, επί των οποίων παρέμεινε αόριστη και γενικόλογη. Ασαφής και αόριστη κρίθηκε και η χρονική αλληλουχία που έθεσε η αιτήτρια σε σχέση με τα ως άνω αλλά και μη ευλογοφανείς οι δηλώσεις της περί μαγείας που εξάσκησε πάνω της ο θείος της, όπου διαπιστώθηκε ότι εκ των λεγομένων της δεν διαφαίνεται να ανέφερε – σε κάθε περίπτωση - οιαδήποτε μορφή βλάβης, πέραν των όσων είπε, εν πολλοίς αόριστα και μονολεκτικά περί απειλών.
Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ως άνω ισχυρισμού οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές οι οποίες, παρότι εν μέρει επιβεβαιώνουν την άσκηση μαγείας, την ύπαρξη του εθίμου της παραδοσιακής αρχηγίας και τους αναγκαστικούς γάμους, κατά βάση δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, αφού, αφενός το έθιμο των «παραδοσιακών αρχηγών» (traditional chieftaincy), παρότι διατηρείται, φαίνεται να παρακολουθείται μόνο σε αγροτικές περιοχές και όχι σε αστικά κέντρα (η αιτήτρια γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα) και αφετέρου, η πρακτική του αναγκαστικού γάμου φαίνεται να ασκείται αλλά η γυναίκα δεν αντιμετωπίζει κάποια βλάβη, πέραν προπηλακισμού από την οικογένεια της σε περίπτωση που αρνηθεί. Επίσης εντοπίστηκαν πληροφορίες σχετικά με τους εξαναγκαστικούς γάμους στην χώρα καταγωγής της, σύμφωνα με τις οποίες ο εξαναγκαστικός γάμος απαγορεύεται διά νόμου.
Δεδομένου ότι τα όσα ανέφερε δεν διατηρούν στην πλειοψηφία τους εξωτερική συνοχή και λαμβανομένης υπόψη της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός αναφορικά με την καταγωγή, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, κατόπιν επισκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Κινσάσα), ήταν κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση που επιστρέψει αυτή κινδυνεύει να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Συνεπεία των ως άνω ευρημάτων η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
Στην προσφυγή η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας καταγράφει αρκετούς νομικούς ισχυρισμούς, ορισμένους εκ των οποίων αναπτύσσει και προωθεί δια της γραπτής της αγόρευσης.
Στην αγόρευση της η αιτήτρια αναφέρει ισχυρισμούς περί μη δέουσας έρευνας, ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά οι περιστάσεις και τα δεδομένα της υπόθεσης, δεν αξιολογήθηκαν όλα όσα ανέφερε (επί τούτου γίνεται αναφορά σε μη αξιολόγηση των ισχυρισμών περί βλάβης δια μαγείας), δεν της δόθηκε δεόντως η ευκαιρία να εκθέσει τους λόγους και ισχυρισμούς στους οποίος στηρίζει το αίτημα της. Σημειώνει δε ότι από τα όσα ανέφερε τεκμηριώνεται βάσιμος φόβος δίωξης. Συνεπεία των ως άνω η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης, χωρίς να αποδώσουν στην αιτήτρια το ευεργέτημα της αμφιβολίας.
Σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί μη δυνατότητας του Δικαστηρίου να αξιολογήσει πρωτογενώς τα ενώπιον του στοιχεία έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την νομοθεσία και νομολογία [βλ. έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/2021, Janelidze v. Δημοκρατίας, ημ.21/09/21 και αρ.11 (2) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018].
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτριας έχει δικογραφηθεί δεόντως και συνεπώς οι προωθούμενοι ισχυρισμοί της είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης. Περαιτέρω αναφέρουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, προϊόν δέουσας έρευνας των ισχυρισμών που υποβλήθηκαν, οι οποίοι εξετάστηκαν ενδελεχώς, η κατάληξη είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ορθή επί της ουσίας, εδράζεται σε ορθά ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας και ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία και συνέντευξη.
Σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί περί μη κοινοποίησης της επίδικης απόφασης σε γλώσσα κατανοητή από την αιτήτρια καταρρίπτονται από το ερ.79, όπου καταγράφεται ότι το αγγλικό κείμενο μεταφράστηκε σ’ αυτή στη γαλλική, την οποία κατανοεί.
Περαιτέρω δεν μπορώ να εντοπίσω σημείο εκ τους οποίου να προκύπτει ότι η αιτήτρια στερήθηκε της ευκαιρίας να αναφέρει κάποιο ισχυρισμό. Αντιθέτως, ως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό της συνέντευξης, με το πέρας της ελεύθερης αφήγησης, υποβλήθηκε πλήθος ερωτήσεων αναφορικά με τα λεγόμενα της. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου για πλήρη και εξ υπαρχής έλεγχο των στοιχείων και δεδομένων της υπόθεσης αλλά και της δυνατότητας της αιτήτριας να αναφέρει ότι περαιτέρω επιθυμεί στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας, αλυσιτελώς προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός, δεδομένου ότι ουδέν περαιτέρω αναφέρει στα πλαίσια της παρούσης η αιτήτρια.
Ομοίως ο ισχυρισμός περί μη εξήγησης στην αιτήτρια των διαδικαστικών δικαιωμάτων της, ως ισχυρίζεται η συνήγορος της, ήτοι του δικαιώματος σε δικηγόρο, ενόψει και πάλι της εξουσίας του Δικαστηρίου για πλήρη και εξ υπαρχής έλεγχο των γεγονότων και των νομικών ζητημάτων που την περιβάλλουν, θεωρώ ότι τούτο δεν αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να συνδέεται με ισχυρισμό ότι συνεπεία των ισχυριζόμενων παραλείψεων, δεν αναφέρθηκε κάποιο στοιχείο από την αιτήτρια και εκ του οποίου να δεικνύεται ότι η απόφαση θα μπορούσε να είναι διαφορετική επί της ουσίας, δεδομένου και του ότι το Δικαστήριο ασκεί πρωτογενή κρίση και στα πλαίσια της παρούσης μπορεί να προσφερθεί περαιτέρω μαρτυρία ή και άλλοι ισχυρισμοί, προς υποστήριξη του αιτήματος. Εντούτοις ουδέν έπραξε.
Δεδομένου ότι οι υπόλοιποι προωθούμενοι εκ της αιτήτριας ισχυρισμοί συνεπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου και των όσων η αιτήτρια αναφέρει τόσο στην επίδικη αίτηση όσο και στη συνέντευξη που ακολούθησε, είναι κατάληξη μου ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν στην επίδικη έκθεση, το αφήγημα της αιτήτριας για τα κατ’ ισχυρισμό προσωπικά βιώματα της και οι απαντήσεις της στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν αναφορικά με το σύνολο των λεγομένων έβριθαν κενών, ανακριβειών και στερούνταν χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας.
Χαρακτηριστικά σημειώνω ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει την παραμικρή εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια αναφορικά με τα περιστατικά απειλών και πιέσεων που δέχθηκε η ίδια από τον θείο της και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί, παρόλη την για αρκετά χρόνια ασκούμενη εκ του θείου της μητέρα της πίεση αυτός δεν προέβει σε καμία περαιτέρω πράξη ή ενέργεια προκειμένου να πραγματώσει τις απειλές του, πέραν των όσων αναφέρει περί εξάσκησης μαγείας, επί των οποίων και πάλι η αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές, χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει κάποιο ιδιαίτερο συγκεκριμένο συμβάν ή άλλο γεγονός, το οποίο κράτησε, έστω φωτογραφικά, στην μνήμη της αναφορικά με τα 3 και πλέον έτη που διέμενε – ως ισχυρίστηκε – στο ίδιο σπίτι με τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη της και τις απειλές που ισχυρίζεται ότι δεχόταν απ’ αυτόν.
Τα όσα ανέφερε η αιτήτρια σε σχέση με τις απειλές από τον θείο της προκειμένου να εξαναγκασθεί η αιτήτρια να τον παντρευτεί, απέχουν κατά πολύ από το να θεωρηθούν μια πλήρης, συνεκτική, ευλογοφανής παράθεση μικρών σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο που δεν είχε βιώσει την εμπειρία που παραθέτει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμα και αν γίνονταν δεκτοί οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, όσα αναφέρει αφορούν φραστικές απειλές, τις οποίες – ως η ίδια η αιτήτρια ανέφερε – δεχόταν ήδη από το 2017, όταν η ίδια διέμενε μαζί του και ήταν 15 ετών μέχρι και το 2020, όταν αυτή έφυγε από τη χώρα. Η πίεση λοιπόν αυτή και ο ισχυριζόμενος φόβος της αιτήτριας από τον θείο της, δεδομένου ότι ουδέν πραγματώθηκε για 3 ½ περίπου χρόνια, μέχρι αυτή να φύγει από τη χώρα της, δεν θα αρκούσε σε κάθε περίπτωση για στοιχειοθέτηση φόβου δίωξης. Τούτο γιατί φραστικές απειλές, οι οποίες δεν μετουσιώνονται σε πράξεις – επί μακρόν μάλιστα – δύσκολα θα μπορούσε να στοιχειοθετήσουν βάσιμο φόβο ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας της αιτήτριας, απωθούνταν χωρίς να είχε συμβεί κάτι περαιτέρω στην ίδια πέραν των όσων γενικόλογων είχε αναφέρει περί άσκησης μαγείας, όπου και εξ αυτού ουδέν έπαθε (ερ.48 – 1Χ).
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι από διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες (ΠΧΚ) προκύπτει ότι η πρακτική αναγκαστικού γάμου είναι δυστυχώς φαινόμενο που απαντάται στη χώρα καταγωγής. Άλλωστε και οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε έρευνα επί τούτου σε αξιόπιστες πηγές στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας επί του ζητήματος και εντόπισαν σχετικές πληροφορίες που συνάδουν με τα λεγόμενα της.
Σε αξιόπιστες πηγές εντοπίζονται τα εξής σχετικά.
Σύμφωνα με ενημέρωση του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά σχετικά με τον εξαναγκαστικό γάμο στην ΛΔΚ παρατίθενται πληροφορίες που έλαβε το Συμβούλιο κατόπιν επικοινωνίας με τον πρόεδρο του Δικτύου Υποστήριξης για γυναικείες δράσεις και μέλος της φυλής Yansi σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των φυλών στη ΛΔΚ όπου οι γυναίκες είναι θύματα αρνητικών εθίμων και παραδόσεων είναι και η φυλή Yansi, η οποία διαθέτει ένα σύστημα αναγκαστικών γάμων με την ονομασία «Kityul». Η φυλή Yansi είναι μητρογραμμική. Τα κορίτσια και οι γυναίκες αποτελούν τον πλούτο μιας φυλής γιατί είναι αυτές που «παράγουν» παιδιά και εξασφαλίζουν τη συνέχιση της φυλής και αναγκάζονται να παντρευτούν τους παππούδες τους, τα ξαδέρφια ή τους ανιψιούς. Μια νύφη μπορεί να είναι 12 ετών, ενώ ο γαμπρός 70 ετών. Ωστόσο, αν μια κοπέλα αρνηθεί τον γάμο, ο αρραβωνιαστικός (παππούς) μπορεί να την βλάψει ζητώντας να αποζημιωθεί με την εικονική προίκα – ένα υπέρογκο ποσό που ο νέος αρραβωνιαστικός μπορεί να μην είναι σε θέση να πληρώσει. [1]
Πηγές αναφέρουν ότι για να μπορέσει η κόρη να παντρευτεί έναν άλλον άνδρα, εκτός οικογένειας, αυτός θα πρέπει να πληρώσει ένα επιπλέον τίμημα στο αρσενικό μέλος της οικογένειας στον οποίο τάχθηκε το κορίτσι ή στον παππού από τη μητέρα της»[2]. Σχετικά με τη δυνατότητα άρνησης και τις συνέπειες άρνησης, σύμφωνα με μια ΜΚΟ που αγωνίζεται για την φτώχεια, την βία και την αδικία κατά των γυναικών και των κοριτσιών στην ΛΔΚ, «σε περίπτωση άρνησης υπάρχουν ποινές βάσεις των κανόνων που επικρατούν σε κάθε κοινότητα, η τιμωρία μπορεί να είναι ηθική ή φυσική». [3]
Σύμφωνα με την έκθεση του US Department of State για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ για το έτος 2022 αναφέρεται ότι «ο αναγκαστικός γάμος ποινικοποιείται από το Σύνταγμα. Τα δικαστήρια μπορούν να καταδικάσουν γονείς που έχουν κατηγορηθεί για τον εξαναγκασμό ενός παιδιού να παντρευτεί, σε ποινή 12 ετών και με επιβολή προστίμου. Η ποινή διπλασιάζεται όταν το παιδί είναι μικρότερο των 15 ετών. Ωστόσο, η επιβολή του νόμου είναι περιορισμένη. Επίσης, ενώ ο νόμος απαιτεί συναίνεση και απαγορεύει το γάμο αγοριών και κοριτσιών κάτω των 18 ετών, πολλοί γάμοι ανήλικων παιδιών έλαβαν χώρα, εν μέρει λόγω της συνεχιζόμενης κοινωνικής αποδοχής. Οι διατάξεις του νόμου δεν διευκρινίζουν ποιος έχει δικαίωμα να αναφέρει τον καταναγκαστικό γάμο ως έγκλημα ή εάν ένας δικαστής έχει την εξουσία να το πράξει. Οι πληρωμές προίκας ενθάρρυναν σημαντικά τους γάμους ανηλίκων, καθώς οι γονείς πάντρευαν βίαια τις κόρες τους για να εισπράξουν προίκες ή για να χρηματοδοτήσουν τις προίκες για τους υιούς τους. Το UNFPA ανέφερε περαιτέρω ότι ορισμένοι γονείς θεωρούσαν τον παιδικό γάμο ως τρόπο προστασίας ενός κοριτσιού από τη σεξουαλική βία, με το σκεπτικό ότι ο σύζυγός της θα ήταν πλέον υπεύθυνος για την ασφάλειά της»[4].
Ενόψει των ως άνω πληροφοριών δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι το φαινόμενο του αναγκαστικού γάμου ασκείται ακόμα στη χώρα καταγωγής, παρότι ο καταναγκαστικός γάμος απαγορεύεται δια νομοθεσίας.
Όμως η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της αιτήτριας, ως ανωτέρω εξηγώ, είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Η – μερική εν προκειμένω, αφού οι πληροφορίες μιλούν για άλλους λόγους αναγκαστικού γάμου από αυτούς που αναφέρει η αιτήτρια - συμφωνία ισχυρισμών με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν αρκεί από μόνη της για την αποδοχή ενός αφηγήματος, τη στιγμή που αυτό στερείται, εν προκειμένω σε καίρια σημεία αυτού, εσωτερικής συνοχής, ενόψει της συνολικής θεώρησης και αποτίμησης των δεικτών αξιοπιστίας, ως και στο πιο πάνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO επί τούτου εξηγείται. Αν η αξιολόγηση γινόταν στη βάση και μόνο της εξωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών για τούτο και μόνο τον λόγο, οι οποίοι στερούνται εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια, πολλές φορές, σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση των λεγομένων ενός αιτητή. Άλλωστε, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτριας μπορεί να γίνει αποδεκτός. Τούτο γιατί οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους, δεδομένου ότι, στην απουσία περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως και ανωτέρω καταγράφονται (βλ. και ερ.71-74), τα κενά και ελλείψεις παραμένουν. Γι’ αυτό και θα συμφωνήσω με την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός παρουσιάζει σημαντικά κενά, ελλείψεις και αοριστίες, οι οποίες πλήττουν αναπόφευκτα την συνολική συνοχή και αξιοπιστία της.
Ενόψει των ως άνω απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τελευταίο τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα), σε συνάρτηση πάντοτε και με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν εκεί.
Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[5] Σε σχέση με την Κινσάσα δεν ανευρέθησαν πληροφορίες οι οποίες να επιβεβαιώνουν δράση ενόπλων φορέων και την ύπαρξη κάποιας σύγκρουσης καθώς οι ένοπλοι φορείς δραστηριοποιούνται κυρίως στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ.[6]
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, κατά την περίοδο 05/07/24–05/07/24 για την περιφέρεια της Κινσάσα, στη βάση δεδομένων της ACLED, καταγράφονται συνολικά 44 περιστατικά, τα οποία είχαν ως συνέπεια 38 θανάτους. Από αυτά 5 αφορούσαν μάχες με 18 θανάτους, τα 13 περιστατικά άσκησης βίας εναντίων άμαχων, με 18 θανάτους, 26 περιστατικά ως εξεγέρσεις (2 θάνατοι). Δεν καταγράφηκαν περιστατικά απομακρυσμένης βίας ή εκρήξεων. [7] Ο συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται σήμερα περί τα 17 εκατομμύρια κατοίκων. [8]
Στη βάση των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [9] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-901/19 CF and DN ημ.10/06/21).
Σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αναφορικά με γυναίκες στην Κινσάσα, σε αξιόπιστες πηγές αναφέρονται τα εξής.
Αναφορά της UNFPA σημειώνει ότι η έμφυλη βία (GBV) εξακολουθεί να καθιστά ευάλωτες τις γυναίκες και τα κορίτσια που διαβιούν στη χώρα.[10] Μορφές βίας που καταγράφονται περιλαμβάνουν βιασμό, σεξουαλική δουλεία, εμπορία ανθρώπων, αναγκαστικό γάμο, τον γάμο ανηλίκων, ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική εκμετάλλευση.[11] Όπως σημειώνεται, η κατάχρηση εξουσίας και ανισότητες επιτείνουν την ευαλωτότητα γυναικών και κοριτσιών σε μορφές έμφυλης βίας.[12]
Σε έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι «[η] Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[13] […] Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία.,[14]
[…]
[Οι] ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές. Καθώς οι ανύπαντρες γυναίκες βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά. Στις χήρες και γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας […]». [15]
Έκθεση της Αυστριακής ACCORD (Νοέμβριος 2020) αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι επίσης σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν παραμείνει στερημένη από οικονομικά μέσα.[16]
Σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι «[…] ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως.».[17]
Σημειώνω ότι η αιτήτρια είναι ηλικίας 22 ετών σήμερα, υγιής, έχει φοιτήσει μέχρι και την προτελευταία τάξη στο λύκειο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, δεδομένου ότι όσα ανέφερε περί κινδύνου από τον θείο της που – ως ισχυρίστηκε - θέλει να την εξαναγκάσει να τον παντρευτεί, δεν έγιναν αποδεκτά. Διατηρεί περαιτέρω ένα ικανοποιητικό οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα, ήτοι τον αδελφό και τη φίλη της μητέρας της, η οποία τη βοήθησε να φύγει από τη χώρα, με την οποία αυτός ζει. Σημειώνω εδώ ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με τον αδελφό της γιατί, λόγω της σύγχυσης της, «[ξέχασε] τον αριθμό τηλεφώνου της φίλης της μητέρας [της]», δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ως μη ευλογοφανείς, δεδομένης και της ευκολίας με τα σύγχρονα μέσα εντοπισμού ατόμων και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αμφισβητείται από την αιτήτρια ότι γνωρίζει που διαμένει αυτός, ήτοι με τη φίλη της μητέρας της, όπου διέμενε και η ίδια, ως ανέφερε, προτού φύγει από τη χώρα.
Τα ως συνηγορούν υπέρ του ότι η αιτήτρια διατηρεί εύλογες πιθανότητες να εξασφαλίσει επαρκή βιοπορισμό, στέγαση και στήριξη κατά την επανένταξη της στην τοπική κοινωνία κατά την επιστροφή της και δεικνύουν ότι όποιες δυσκολίες κληθεί να αντιμετωπίσει, ακόμα και με παιδί, δεν θα την εξέθεταν σε κινδύνους που υπερβαίνουν τον μέσο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο τοπικός πληθυσμός στην καθημερινότητα του. Άλλωστε, ως και στην αιτιολογική σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»
Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου, αντίστοιχα.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Canada: Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of Congo: Update to RDC30240.E of 5 October 1998 on forced marriages in the Democratic Republic of Congo (DRC), particularly within the Yansi tribe; the consequences for refusing such a marriage as well as the recourses and protection available to women who refuse a marriage (July 2003), 17 July 2003, RDC41768.FE, available at: https://www.refworld.org/docid/3f7d4e0a1c.html [accessed 8 June 2023]
[2] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019–March 2021) [COD200506.FE], 1 April 2021 https://www.ecoi.net/en/document/2050986.html (accessed on 8 June 2023)
[3] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019–March 2021) [COD200506.FE], https://www.ecoi.net/en/document/2050986.html (accessed on 8 June 2023)
[4] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html (accessed on 8 June 2023)
[5] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[6] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/, καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html, USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf, και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congο, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[7] ACLED, Democratic Republic of Congo, διαθέσιμο σε: www.ecoi.net/en/file/local/2074522/2021q4DemocraticRepublicofCongo_en.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[8] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[9] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[10] UNFPA DRC, Gender Based Violence in the Democratic Republic of the Congo : Key Facts and Priorities of humanitarian actors, 2019: https://www.humanitarianresponse.info/sites/www.humanitarianresponse.info/files/documents/files/endsgbvoslo_advocacy_note_may2019.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[11] Ό.π..
[12] Ό.π..
[13] Swiss State Secretatiat (SEM), Focus RD Congo; Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 16, https://www.ecoi.net/en/document/1102702.html (ημ. πρόσβασης 22/03/23)
[14] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)
[15] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf παρα. 11, σελ. 41 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[16] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[17] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο