Μ.Β. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθ. Αρ.: ΔΚ37/2025, 24/11/2025
print
Τίτλος:
Μ.Β. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθ. Αρ.: ΔΚ37/2025, 24/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: ΔΚ37/2025

 

24 Νοεμβρίου, 2025

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ.Β., ARCΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα κρατούμενος στα αστυνομικά κρατητήρια της πόλης Χρυσοχούς

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

1.    Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

2.    Διευθύντρια Τμήματος Μετανάστευσης

Καθ΄ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Π. Μπενέτης (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Ρ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής αιτείται την ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 03/10/25 το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 9 ΣΤ (2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6 (Ι)/2000). Σύμφωνα με το Αιτητικό Α της αίτησης ζητείται η ακύρωση του διατάγματος κράτησης και/ή απελευθέρωση του Αιτητή ή διαζευκτικά με το Αιτητικό Β ζητείται θεραπεία εναλλακτικών της κράτησης μέτρων ή με το Αιτητικό Γ οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής, υπήκοος Συρίας, αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία στις 19/10/21 και υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία η οποία απορρίφθηκε λόγω σιωπηρής απόσυρσης στις 17/06/25. Στις 16/08/25 ο Αιτητής συνελήφθη για το αδίκημα παράνομης παραμονής, κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν εναντίον του Διάταγμα Κράτησης και Απέλασης δυνάμει προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105). Ο Αιτητής μέσω του δικηγόρου του προσέβαλε το πιο πάνω Διάταγμα Κράτησης/Απέλασης με την προσφυγή 1065/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Στις 21/08/25 υπεβλήθη από τον Αιτητή μεταγενέστερη αίτηση/επανάνοιγμα η οποία έγινε δεκτή για εξέταση και στις 30/09/25 έγινε εισήγηση για αναστολή του Διατάγματος Απέλασης. Στις 03/10/25 το Διάταγμα Κράτησης δυνάμει προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) ακυρώθηκε και την ίδια μέρα εκδόθηκε νέο Διάταγμα Κράτησης στη βάση του Άρθρου 9 ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6 (Ι)/2000), απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Σημειώνεται ότι η αίτηση ασύλου του Αιτητή αφού εξετάστηκε επί της ουσίας της στις 27/10/25 απορρίφθηκε.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου του (λόγω σιωπηρής απόσυρσης) και ουδέποτε κλήθηκε να παραστεί σε συνέντευξη. Σημειώνει ότι ο αριθμός τηλεφώνου 99ΧΧΧ692 δεν έχει καμία σχέση με τον αριθμό που χρησιμοποιεί ο Αιτητής (γεγονός που προκύπτει από τον φάκελο της διοίκησης/Υπηρεσίας Ασύλου – κατατέθηκε αντίγραφο του φακέλου) και/ή ήτο αδύνατο να έλαβε γνώση της διαδικασίας εξέτασης ασύλου του και η απόφαση για απόρριψη λόγω σιωπηρής απόσυρσης στις 17/06/25 λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης και/ή θεωρούσε ότι μέχρι την στιγμή της σύλληψης του ότι ήτο με το καθεστώς αιτούντα άσυλο στη Δημοκρατία και/ή ότι ήτο νόμιμος.  Διατείνεται, επίσης, ότι λανθασμένα η αρμόδια αρχή θεώρησε ότι ο Αιτητής έχει προβεί σε μεταγενέστερη αίτηση, καθότι οι ενέργειες του ήτο για επανάνοιγμα του φακέλου του λόγω σιωπηρής απόσυρσης, εν τέλει έγινε παραδεκτή, επανανοίχθηκε και εξετάστηκε. Είναι επίσης ισχυρισμός του ότι ουδόλως έχει καταχωρήσει αίτημα επανανοίγματος του φακέλου του (και όχι μεταγενέστερη αίτηση) για να προβάλει προσκόμματα στην διαδικασία επαναπατρισμού του, ανοίχθηκε ο φάκελος του και ανεξάρτητα εάν έχει εκδοθεί απορριπτική απόφαση διατηρείται το δικαίωμα παραμονής του μέχρι την πρωτοβάθμια απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Απορρίπτει την θέση της αρμόδιας αρχής για μη εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων αντί αυτό της κράτησης καθότι ουδέποτε έχει ενημερωθεί για την απόρριψη αιτήματος ασύλου λόγω σιωπηρής απόσυρσης, ως προκύπτει από τον φάκελο του δήλωσε ότι έχει διεύθυνση διαμονής, το αίτημα του έγινε δεκτό για εξέταση, δεν είχε κατά τον πάντα ουσιώδη χρόνο ταξιδιωτικά έγγραφα στην κατοχή του δεδομένο που ήταν σε γνώση των Καθ΄ ων η αίτηση και η μη πρόθεση για επαναπατρισμό του συναρτάται άμεσα με το αίτημα διεθνούς προστασίας του το οποίο είναι γνήσιο, ούτε δε υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του.

 

Αφού παρέπεμψε σε αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Κ.28/24, Δ.Κ.21/23) υποστηρίζει ότι υπάρχει κακοπιστία της διοίκησης και ότι η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας όπως καθορίζεται στο Νόμο, την Οδηγία 2013/33/ΕΕ[1] και/ή ότι η διοικητική αρχή δεν προβαίνει σε κράτηση αιτούντα άσυλο σε περίπτωση που μπορούν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα αντί αυτό της κράτησης και/ή είναι οι Καθ΄ ων η αίτηση που φέρουν το βάρος απόδειξης αναφορικά με τη νομιμότητα της κράτησης και ότι ελλείπει το στοιχείο της έρευνας, εξατομικευμένης αξιολόγησης της περίπτωσης του και αιτιολογίας προτού αποφασιστεί η κράτηση του.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση, τοποθετήθηκαν προφορικώς κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Θεωρούν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απολύτως ορθή και νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας.  Όπως προκύπτει τόσο από τον φάκελο του Τμήματος (Αλλοδαπών και Μετανάστευσης) όσο και από τον φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής καταχώρησε μία αίτηση για διεθνή προστασία την οποία δεν είχε προωθήσει καθότι δεν ανταποκρίθηκε ούτε στις προσπάθειες για τηλεφωνική επικοινωνία που έγιναν μαζί του, αλλά ούτε και εμφανίστηκε να παραλάβει την επιστολή με την οποία καλείτο σε συνέντευξη και η οποία του στάλθηκε στη τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του. Γίνεται δε παραπομπή στο ερυθρό 31 (Αντίγραφο διοικητικού φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου) όπου καταγράφονται τόσο τα στοιχεία τηλεφωνικής επικοινωνίας του Αιτητή όσο και η τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του.  Η απόφαση κατά της σιωπηρής απόσυρσης δεν έχει προσβληθεί, συνεπώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της, αναφέρει δε ότι στην σχετική νομοθεσία δεν διαφοροποιείται η διαδικασία αιτήματος για επανάνοιγμα ή μεταγενέστερη αίτηση και/ή δεν διαφοροποιείται η ορολογία που χρησιμοποιείται. Σημειώνουν, ότι τα περιστατικά της απόφασης Δ.Κ.18/25 δεν διαφέρουν από την παρούσα και αναφέρουν ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει άλλες διοικητικές πράξεις οι οποίες δεν συνδέονται με την παρούσα προσφυγή.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 Ο Αιτητής κρατείται στη βάση του Άρθρου 9ΣΤ (2) (β) (δ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:

 

«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

[…]

(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

[…]

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·»

 

Από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο δεν θα πρέπει να θέτει υπό κράτηση αιτούντα άσυλο λόγω μόνο της ιδιότητας του. Θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτό να εφαρμοστούν αλλά αποτελεσματικά και λιγότερο περιοριστικά για την ελευθερία του προσώπου μέτρα και εάν κρίνεται αναγκαίο και μετά από ατομική αξιολόγηση της περίπτωσης του τότε μπορεί να διατάξει την κράτηση του. Συνεπώς επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής να λάβει το μέτρο της κράτησης, εάν συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να προσδιοριστούν τα αναγκαία στοιχεία του αιτήματος ασύλου του ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή (ως το πιο πάνω εδάφιο (β)) και/ή ο υπήκοος τρίτης χώρας επιδιώκει την καθυστέρηση της εκτέλεσης απόφασης απομάκρυνσης του (ως το πιο πάνω εδάφιο (δ)).

 

Στην C‑ 534/11, Mehmet Arslan v. Policie CR, Kragske, ημερομηνίας 30/05/2013 αποφασίστηκε ότι η Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εκτός εάν η αίτηση του φαίνεται να υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του. Επιβάλλεται, όμως, η αξιολόγηση κατά πόσο οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης μπορούν να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κράτησης ακόμα και μετά την υποβολή αίτησης ασύλου σε συνάρτηση με την συμπεριφορά που επέδειξε ο υπήκοος τρίτης χώρας τόσο μετά όσο και πριν την υποβολή της αίτησης του. Γίνεται δε σαφής αναφορά στην απόφαση ότι το γεγονός (από μόνο του) υποβολής αίτησης ασύλου από παράνομο μετανάστη δεν είναι αρκετό για να είναι εφαρμόσιμη η διατήρηση της κράτησης (Βλέπε § 57-62 της απόφασης). Επίσης, βασική και ουσιώδης παράμετρος στις περιπτώσεις κράτησης αιτούντα άσυλο είναι η ύπαρξη της αρχής της αναλογικότητας και αναγκαιότητας η οποία αναφέρεται στη 15η και 20η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση) (η οποία έχει ενσωματωθεί στο ημεδαπό δίκαιο) ήτοι:

 

«(15) Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.

[…]

(20) Προκειμένου να εξασφαλίζεται καλύτερα η σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα των αιτούντων, η κράτηση θα πρέπει να αποτελεί μέτρο έσχατης ανάγκης και μπορεί να εφαρμόζεται μόνον εφόσον έχουν δεόντως εξεταστεί όλα τα μη στερητικά της ελευθερίας εναλλακτικά μέτρα. Κάθε εναλλακτικό μέτρο κράτησης πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των αιτούντων.»

 

Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει την ύπαρξη απόλυτης ισορροπίας μεταξύ του μέτρου της κράτησης και του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει να επιτύχει, δηλαδή την προετοιμασία και την απομάκρυνση του αιτούντα. Το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει πάντα εναλλακτικές λύσεις προτού καταφύγει στο μέτρο κράτησης, διασφαλίζοντας έτσι και τους προβλεπόμενους από την νομοθεσία σκοπούς (Βλέπε Application no52722/15, S.K v. Russia, ημερομηνίας 14/02/2017 και C-18/16 K. ν. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημερομηνίας 14/09/2017).

 

Επίσης, σημαντική για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης είναι και η πρόσφατη απόφαση C‑924/19, C925/19 PPU FMS, FNZ v. Orsz?gos Idegenrend?szeti Főigazgat?s?g D?l-alf?ldi Region?lis Igazgat?s?g,Orsz?gos Idegenrend?szeti Főigazgat?s?g, ημερομηνίας 14/05/2020 όπου αποφασίστηκε ότι Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφασίσει κατά πόσον η κράτηση η οποία επιβλήθηκε είναι πράγματι ανάλογο, αναγκαίο και προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις «Κατευθυντήριες Οδηγίες σχετικά με τα Εφαρμοστέα Κριτήρια και Πρότυπα που αφορούν την Κράτηση των Αιτούντων Άσυλο και Εναλλακτικά της Κράτησης Μέτρα», της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Κατευθυντήρια Οδηγία 4, §19 με τίτλο «Η κράτηση δεν θα πρέπει να είναι αυθαίρετη και κάθε απόφαση κράτησης θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν το συγκεκριμένο άτομο» αναφέρεται το εξής:

 

«19. Στα πλαίσια των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού. Ως προς αυτό, τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ή αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο (βλέπε Κατευθυντήρια Οδηγία 9). Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αυτών των αποφάσεων μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί/κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»

 

Το προσβαλλόμενο με την παρούσα προσφυγή διάταγμα κράτησης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή, ημερομηνίας 03/10/25, από την Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, αναφέρει τα εξής:

«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2020)

ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ ο BASHA MOHAMAD υπήκοος Συρίας, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι

ο BASHA MOHAMAD κρατείται

(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο BASHA MOHAMAD, στο ότι αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία και υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία αποσύρθηκε σιωπηρά στις 17/06/2025 και του αποστάλθηκε η απαντητική επιστολή στις 01/07/2025. Ο ίδιος συνέχισε να παραμείνει στη Δημοκρατία παράνομα σε άγνωστη διεύθυνση. Στις 16/08/2025 συνελήφθηκε και αφού πέρασαν πέντε (5) μόνο ημέρες από την σύλληψη του και την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης υπέβαλε μεταγενέστερη στην ΥΠΑΣ στις 21/08/2025 και ως εκ τούτου υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του. 

 

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο BASHA MOHAMAD να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1.     ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες Αποφάσεις Επιστροφής: 1. Απορριπτική απόφαση της ΥΠΑΣ με ημερομηνία αποστολή της απαντητικής επιστολής την 01/07/2025, 2. Διάταγμα Απέλασης ημερ. 16/08/2025.

2.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε την μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής.

3.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν εντοπίστηκε στην κατοχή του έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο.

4.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει διεύθυνση συνήθους διαμονής. Η ΥΑΜ αναφέρει ότι ο αιτητής διέμενε στη Δημοκρατία σε άγνωστη διεύθυνση.

5.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2021), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 16/08/2025.

6.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η μεταγενέστερη αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εσωτερικών το Άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), και το Άρθρο 188(3)(γ) του Συντάγματος και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια, με το παρόν διατάσσω όπως ο BASHA MOHAMAD, ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης, όπως αναφέρονται πιο πάνω.

 

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

 

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 03η ημέρα του Οκτωβρίου, 2025».

 

Καταρχάς θα διαφωνήσω με τον συνήγορο του Αιτητή ότι η χρήση του όρου από την αρμόδια αρχή μεταγενέστερης αίτησης ή επανανοίγματος έχει οποιαδήποτε ουσιώδη σημασία ως προς τις προϋποθέσεις διατήρησης του μέτρου κράτησης, αφού καταγράφεται σαφώς στην εισηγητική έκθεση του Λειτουργού Μετανάστευσης που απευθυνόταν στην Διευθύντρια ότι το αίτημα του Αιτητή απορρίφθηκε συνεπεία σιωπηρής απόσυρσης. Ούτε το γεγονός ότι εν τέλει έγινε αποδεκτή η αίτηση επανανοίγματος από την Υπηρεσία Ασύλου για εξέταση επί της ουσίας της μπορεί ως δεδομένο από μόνο του να οδηγήσει σε ακύρωση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης. Εξάλλου, στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αιτούντα ασύλο για ενανάνοιγμα του φακέλου του εμπρόθεσμα  - εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης απορριπτικής απόφασης - ο Προϊστάμενος επανανοίγει το φάκελο του ενδιαφερόμενου και συνεχίζει την εξέταση της αίτησής επί της ουσίας της και από το στάδιο στο οποίο η εξέταση είχε σταματήσει (Άρθρο16Ε του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Είναι επίσης εισήγηση του συνηγόρου του Αιτητή ότι ουδέποτε ο δεύτερος κλήθηκε να παραστεί σε συνέντευξη, ουδέποτε έλαβε απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου του (λόγω σιωπηρής απόσυρσης) και/ή δεν γνώριζε κατά τον χρόνο της σύλληψης του ότι ήτο παράνομος μετανάστης. Είναι η θέση του ότι τα στοιχεία επικοινωνίας που έκανε χρήση η αρμόδια αρχή (τηλέφωνο, διεύθυνση) δεν ήτο ορθά στον φάκελο της διοίκησης και/ή είναι λανθασμένα και/ή ήτο αδύνατο να έλαβε γνώση της διαδικασίας εξέτασης ασύλου του και/ή η απόφαση για απόρριψη λόγω σιωπηρής απόσυρσης στις 17/06/25 λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης και/ή θεωρούσε ότι μέχρι την στιγμή της σύλληψης του ότι ήτο με το καθεστώς αιτούντα άσυλο στη Δημοκρατία και/ή ότι ήτο νόμιμος. Ζητήθηκε δε όπως κατατεθεί και ο φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου, έτσι ώστε να αξιολογηθούν και τα εν λόγω δεδομένα από το ίδιο το Δικαστήριο.

 

Διαφωνώ με τις πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου του Αιτητή. Ο λόγος σύλληψης και επακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Αιτητή ήταν η κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη στη βάση των προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105), διοικητική πράξη ή οποία προσβλήθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο. Η βάση για κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ήτο λόγω σιωπηρής απόσυρσης και/ή λόγω της στέρησης του δικαιώματος παραμονής του διότι δεν θεωρείτο πλέον αιτούντας άσυλο. Το ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση ακύρωσαν το διάταγμα κράτησης και εξέδωσαν το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης στη βάση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023, (Ν. 6 (Ι)/2000), ως απαιτείται από την Οδηγία και την Νομοθεσία – δεν οδηγεί αυτόματα σε ανατροπή της διοικητικής πράξης που αφορά την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη. Ως διοικητική πράξη παραμένει ισχυρή και αποτελεί ζήτημα κρίσης του Διοικητικού Δικαστηρίου στα πλαίσια της προσφυγής με αριθμό 1065/25 και όχι του παρόντος Δικαστηρίου. Ως επιβεβαιώνεται και μέσω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου στην AHMED SHBIB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 12/2024, ημερομηνίας 15/10/24:

 

«Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη συνιστά πράξη διακριτή από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 147/2012 Stoyanov ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 2.7.2018), παρότι αυτά τα διατάγματα έχουν αυτή την κήρυξη ως υπόβαθρο.  Το συμπέρασμα ότι η κήρυξη του Εφεσείοντα συνιστά διακριτή (και αυτοτελώς προσβαλλόμενη) πράξη από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη επέλεξε εν προκειμένω να παραθέσει την κήρυξη και την αιτιολογία της στο σώμα του διατάγματος απέλασης.

 

Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται ρητά στην Προσφυγή Αρ. 1578/2023 και, συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο υποχρεούτο να ελέγξει τη νομιμότητά της, εκτός αν όντως εξέπιπτε της δικαιοδοσίας του ως αποφάνθηκε.

 

Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου καλύπτει -με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος και τους περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμους (ο Νόμος 131(Ι) του 2015 ως τροποποιήθηκε)- τον δικαστικό έλεγχο εκτελεστών διοικητικών πράξεων, με εξαίρεση τις εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας βάσει των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 73(Ι) του 2018»). 

 

Το Άρθρο 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, το οποίο προσδιορίζει τις πράξεις για τoν έλεγχο των οποίων απονέμει δικαιοδοσία στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, δεν συγκαταλέγει σε αυτές την κήρυξη αλλοδαπού ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του Άρθρου 6 του Κεφ. 105.

 

Συνάγεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη και, συνεπώς, εσφαλμένα έκρινε το αντίθετο.

 

Ως απόρροια της κρίσης μας, η Προσφυγή Αρ. 1578/2023 πρέπει να επιστραφεί στο πρωτόδικο Διοικητικό Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να κρίνει τη νομιμότητα της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη, καθότι το Εφετείο δεν προβαίνει σε πρωτογενή κρίση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 134/2018 Δημοκρατία ν. Τσιγαρίδας, απόφαση ημερ. 5.6.2024).   

 

 Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι, το ποιες είναι οι συνέπειες (για τη νομιμότητα του επίδικου διατάγματος κράτησης) της -μετά την έκδοση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης ημερ. 18.12.2023- ακύρωσης του συναφούς διατάγματος απέλασης διά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερ. 5.2.2024 στην Προσφυγή Αρ. 3260/2023, αποτελεί ζήτημα εξέτασης (αν ήθελε απαιτηθεί) από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ενόψει της επιτυχούς έκβασης του πρώτου λόγου έφεσης, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης.»

 

Συνεπώς, όλα τα ανωτέρω τα οποία επικαλείται ο συνήγορος του περί λανθασμένης ενημέρωσης ή εσφαλμένων στοιχείων βάσει των οποίων η Υπηρεσία Ασύλου τον αναζήτησε και εν τέλει λόγω μη εντοπισμού του αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του λόγω σιωπηρής απόσυρσης, αποτελούν στοιχεία που προϋπήρχαν της κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη – τα οποία δεν μπορούν να εξετασθούν από το παρόν Δικαστήριο.

 

Τώρα, τόσο από το κείμενο της εισηγητικής έκθεσης του Λειτουργού Μετανάστευσης που απευθυνόταν στην Διευθύντρια όσο και του πιο πάνω διατάγματος εντοπίζω ότι πράγματι καταγράφεται αριθμός λόγων στη βάση των οποίων εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Σύμφωνα με την ημεδαπή νομολογία, η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει και τον κίνδυνο διαφυγής του ανά πάσα στιγμή – που αποτελεί ουσιαστική παράμετρο του εδαφίου (β) του Άρθρου 9 (ΣΤ) (2) του Νόμου. Στην Υποθ. Αρ. 5735/2013 MAGDALIN MENSAH ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ.09/08/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:

 

«Η κήρυξη της αιτήτριας ως απαγορευμένης μετανάστριας εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής της ανά πάσα στιγμή.  Αυτή η έννοια εμπεριέχεται νομικά και λογικά στο άρθρο 180Δ στον  ορισμό  του  «κινδύνου διαφυγής»,  όπου  στην  παράγραφο (α) αναφέρεται, ως στοιχείο κινδύνου διαφυγής, η μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής.  Να μη λησμονείται άλλωστε ότι στον ορισμό του «κινδύνου διαφυγής» καταγράφεται ότι αυτός ο κίνδυνος συναρτάται προς κάθε «ατομική περίπτωση», ο δε κίνδυνος αυτός εκτιμάται κατά «εικασία» ότι ο υποκείμενος σε διαδικασία επιστροφής «μπορεί να διαφύγει».  Δεν χρειάζεται, με άλλα λόγια, απτή μαρτυρία περί τούτου και είναι εδώ που υπεισέρχεται η κρίση της διοίκησης αναλόγως των συνθηκών της κάθε υπόθεσης»

 

Επί αυτού του σημείου και/ή επί αυτής της διάταξης της νομοθεσίας στο εγχειρίδιο  «Δικαστική ανάλυση: Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελίδα 28 της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου, καταγράφεται το εξής (με πρωτογενή πηγή κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR):

 

«Είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής, στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Παρ’ όλ’ αυτά, η κράτηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θα μπορούσε να δοθεί χωρίς να υπάρξει κράτηση. Αυτό συνεπάγεται την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί να του χορηγηθεί άσυλο. Αυτό συνήθως δεν επεκτείνεται στην κρίση για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Η εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα —ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο— δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Παρότι ο «κίνδυνος διαφυγής» είναι μια πρόβλεψη, φαίνεται πιθανό ότι στις περισσότερες περιπτώσεις θα αποτελέσει τη βάση του λόγου αυτού διότι εάν ο αιτών διεθνή προστασία δεν είναι πιθανό να διαφύγει, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς υπό ποιες περιστάσεις τα στοιχεία του ισχυρισμού επί του οποίου βασίζεται η αίτηση δεν θα μπορούσαν να ληφθούν χωρίς να υπάρξει κράτηση.»

 

[τονισμός δικός μου]

 

Είναι προφανές ότι ένας εκ των σκοπών της κράτησης ήτο και η συλλογή των στοιχείων που βασίζεται στην παρούσα το αίτημα για ενανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με τον κίνδυνο διαφυγής του. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής και στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία (εδώ αφορά αίτημα επανανοίγματος). Η δε κράτηση του Αιτητή βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη καθότι είναι από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες που αφορούν το επανάνοιγμα του φακέλου του δεν θα μπορούσαν να δοθούν καθότι υπήρχε υπαρκτός κίνδυνος διαφυγής λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του. Δεν υπάρχει, όμως, είτε στο κείμενο του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης αλλά ούτε στο σχετικό σημείωμα/έκθεση του λειτουργού μετανάστευσης οτιδήποτε το οποίο να δεικνύει την αναγκαιότητα εφαρμογής του εδαφίου (β) του Άρθρου 9 (ΣΤ) (2) του Νόμου. Συνεπώς, η δοθείσα αιτιολογία που εδράζεται στην σχετική πρόνοια πάσχει, αλλά παραμένει το ζήτημα κατά πόσο ορθά εφαρμόστηκε το εδάφιο (δ) του Άρθρου 9 (ΣΤ) (2) του Νόμου ως δεύτερη αιτιολογία για κράτηση[2].

 

Μεταξύ των κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη για την διατήρηση του μέτρου της κράτησης είναι επίσης το γεγονός ότι ενώ ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 19/10/21 στη συνέχεια απορρίφθηκε στις 17/06/25 λόγω σιωπηρής απόσυρσης με ημερομηνία επιστολής ημερομηνίας 01/07/25. Κατόπιν δε των διαταγμάτων κράτησης/απέλασης ημερομηνίας 16/08/25 και ενόσω τελούσε υπο κράτηση υπέβαλε στις 21/08/25 αίτηση επανανοίγματος του φακέλου του η οποία έγινε δεκτή. Το Δικαστήριο, όπως, σημειώνει ανωτέρω κρίνει ότι δεν μπορεί να ανατρέψει την διοικητική κρίση που αφορά την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, κρίση που είναι άμεσα συνυφασμένη με δεδομένα κατάλληλης ή όχι και/ή ορθής ή λανθασμένης ενημέρωσης του Αιτητή για την πορεία της αίτησης διεθνούς προστασίας του και/ή επακόλουθης απόρριψης λόγω σιωπηρής απόσυρσης – στοιχεία που προϋπήρχαν των διαταγμάτων κράτησης/απέλασης στη βάση του Κεφ.105, στοιχεία που ήθελε κριθούν ή κρίθηκαν στα πλαίσια της προσφυγής 1065/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Αποτελεί, όμως, σημαντικό στοιχείο για μη διατήρηση της κράτησης του Αιτητή από την αρμόδια αρχή, ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία που απορρίφθηκε σιωπηρά το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή (ήτοι 01/07/25), του χρόνου σύλληψης/κράτησης του με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.105 (16/08/25), το σύντομο και/ή οι ενέργειες του Αιτητή για επανάνοιγμα αμέσως και/ή στις 21/08/25 που είναι τέτοιος που δεν οδηγεί εμφανώς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για πρόσωπο όπου προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι υπέβαλε αίτηση ασύλου (στην προκειμένη περίπτωση επανάνοιγμα) προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής του.

 

Ανεπαρκής, επίσης θεωρώ, είναι και η αιτιολογία του αρμοδίου οργάνου ότι δεν υπήρχε περιθώριο επιβολής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων λόγω μη πρόθεσης του να συμμορφωθεί με την απόφαση απέλασης του λόγω των προηγούμενων και υφιστάμενων ενεργειών του. Δεν προκύπτει, επαρκώς, από το ιστορικό του Αιτητή και/ή την συμπεριφορά του ενέργειες που να δικαιολογούν την κράτηση του.  Η κράτηση αποτελεί το έσχατο μέτρο το οποίο λαμβάνεται τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και εφόσον δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά αντί της κράτησης μέτρα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση και σε συνάρτηση με το ιστορικό και τη συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής δεν έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αναγκαία κριτήρια για εφαρμογή του Άρθρου 9ΣΤ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023, (Ν. 6 (Ι)/2000). Συνεπώς, η προσφυγή επιτυγχάνει και το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1300 υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση.

 

 

 

 

 ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Μ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση)

 

[2] Βλέπε Άρθρο 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 έως 2020 (Ν.158(Ι)/99)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο